Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

"Γεωγραφίες των Φριτς και των Λανγκ" του Θωμά Τσαλαπάτη

Αιφνιδιασμός· αυτό είναι το κυρίαρχο στοιχείο της νέας ποιητικής συλλογής του Θωμά Τσαλαπάτη, που εισάγει τον αναγνώστη στο νέο, αναπάντεχο σύμπαν μιας sui generis λογικής – τετράγωνης, μα και ανώφελης, σε ίσες ποσότητες.

Καθένα από τα τέσσερα τμήματα στα οποία χωρίζεται το βιβλίο εκπορεύεται από την ανατροπή, στην οποία και επιστρέφει. Στα κλασικά ποιήματα, αλλά και τα πεζοποιήματα του Τσαλαπάτη, οι Φριτς και οι Λανγκ μοιάζουν με ανθρωπόμορφους συμβιωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι στην αρχή του βιβλίου βρίσκονται σε κατάσταση αμοιβαίας αποδοχής και ειρήνης. Τους παρακολουθούμε ωστόσο να κάνουν πράγματα χωρίς νόημα, π.χ. να «ονειρεύονται, συνεχώς ονειρεύονται τις τόσες διαδρομές», τις οποίες κάνουν νοερά ακίνητοι μέσα στα αμάξια τους, για να αλλάξουν αμάξι και να επιστρέψουν σπίτι αμέσως μόλις «ακίνητοι φτάσουν στον προορισμό». Η ζωή τους είναι μία μυσταγωγική σχεδόν ενορχήστρωση τέτοιων άσκοπων συνηθειών, χωρίς νόημα εθίμων και κινήσεων που οδηγούν σε μια ατέρμονη ακινησία (αφού, για παράδειγμα, «συνεχώς μεταμορφώνονται/ σε αυτό που ήδη είναι»). Είναι τόσο έντονο αυτό, που οι αναγνώστες δεν μπορούν να μην υποψιαστούν ότι ο ποιητής συνθέτει μια φαύλη, εξωφρενική ενίοτε, μα δίκαιη προσωπογραφία του σύγχρονου ανθρώπου.

Στη δεύτερη ενότητα, αρχίζει η καμπή. Ο ποιητής δείχνει τα αδιέξοδα, τις τιμωρίες, την απανθρωπιά που συνέχει αυτήν την κοινότητα ανθρωπόμορφων όντων, τα οποία είναι βυθισμένα στα βασικά τους ένστικτα, αναπτύσσοντας σποραδικά φαινόμενα κανιβαλισμού και αγνοώντας συστηματικά την έννοια της αγάπης. Όμως ο κόσμος τους πάντοτε διέπεται από την τετράγωνη λογική. Είναι βέβαια μια λογική του παραλόγου, όπως αυτή που συνέχει τον κόσμο μας («Και το τραπέζι υπάρχει για να αποδεικνύει το άλλο τραπέζι. Το κάθε άλλο τραπέζι. Και οι καρέκλες για να αποδεικνύουν πως το τραπέζι δεν είναι καρέκλα […] Χωρίς όλα αυτά, θα ήταν αδύνατο απόψε να φάμε μπριζόλες»). Πρόκειται για το είδος της λογικής η οποία, παρ’ ότι μοιάζει ακλόνητη, όχι μόνο δεν οδηγεί πουθενά, αλλά και δεν έχει τελικά κανένα νόημα.

Σιγά, αλλά σταθερά, το υποκείμενο αρχίζει να διασπάται: «Το σώμα σπάει. Κολλάς κομμάτια από την αρχή. Μα είσαι άλλος. Ψάχνεις το πρόσωπό σου στους τοίχους. Κολλάς τυχαία κομμάτια ακατάσταστα». Η ένταση κλιμακώνεται με αριστοτεχνικό τρόπο, καθώς οι Φριτς και οι Λανγκ αρχίζουν να υφίστανται και εξωτερικά πλήγματα, πέρα από τη διάσπαση του εαυτού: για παράδειγμα, κάποιοι ένα βράδυ κλέβουν όλες τις πόρτες της πόλης και μένουν «κτήρια ορθάνοιχτα, παραβιασμένη ιδιωτικότητα» ή «παντού στην επικράτεια» κυκλοφορούν «άνθρωποι χωρίς μέλη», οι οποίοι ήταν κάποτε αρτιμελείς, όμως κοιμήθηκαν με κάποιο μέλος έξω από το σεντόνι και «κατά τη διάρκεια του ύπνου/ ό,τι εξέχει/ κόβεται». Με τέτοιες φρικαλέες λεπτομέρειες, που εστιάζουν στις πράξεις, αγνοώντας συστηματικά τις συνέπειές τους και το συναισθηματικό τους φορτίο, φθάνουμε σε ένα σημείο όπου η σύγκρουση μοιάζει αναπόφευκτη: «Λεπίδα και αίμα στους Φριτς και τους Λανγκ».

Και κάπως έτσι, ανήσυχοι, εισαγόμαστε στην τρίτη ενότητα: τον πόλεμο. Οι Φριτς, των οποίων ο σωματότυπος τους τοποθετεί αυτόχρημα σε θέση ισχύος, αρχίζουν να ξεκάνουν τους Λανγκ.Τους θάβουν «μέχρι τη μέση στο κοκκινόχωμα. Ολόκληρος ο κορμός, τα χέρια, το πρόσωπο εξέχουν», κλαίγοντας και θρηνώντας τους, τη στιγμή που οι Λανγκ είναι ζωντανοί. Οι Φριτς επιστρέφουν, τους ποτίζουν, τους καλλωπίζουν. «Ενίοτε κλαδεύουν τη δυσθυμία τους». Φρίκη, μαρτύριο και φόνος. Η ανησυχία μεγεθύνεται και η ποιητική συλλογή μετατρέπεται σε ιστορία νουάρ ή θρίλερ, καθώς εμποτίζεται αργά μα σταθερά σε κάτι φρικτό, κάτι άγνωστο που αφήνει τα ανθρωπόμορφα αυτά όντα, τον ίδιο τον άνθρωπο, μονίμως εκτεθειμένο. Στο ποίημα «Στρατηγικές πολέμου», κάποιος σηκώνει το τηλέφωνο για να ακούσει την ίδια του τη φωνή να λέει το όνομά του, λες κι αυτός είναι κάποιος άλλος, κάποιος μη πραγματικός – ποιος είναι τελικά; Ποια είναι η πραγματικότητα; Υπάρχει έλεος; Τέτοιου είδους ερωτήματα διατρέχουν ολόκληρο το τρίτο μέρος.

Και στο τέταρτο, έρχεται το πρώτο πρόσωπο σαν άλλη πληγή. Όλα όσα μέχρι τώρα ήταν απλή τριτοπρόσωπη, ή έστω δευτεροπρόσωπη, περιγραφή καταρρέουν σε μια ατομική αφήγηση που συνιστά προσωπική μαρτυρία. Εκείνου που είναι «μισός άνθρωπος, μισός κτήνος» ή «μισός χώμα και μισός χώμα» ή «μισός μουγκρητό, μισός προπαίδεια». Τελικά, εκείνου που είναι «μισός Θησέας, μισός μινώταυρος/ κάτω απ’ το φεγγάρι». Παράλληλα, η ανώφελη λογική εξακολουθεί να διέπει τα πάντα και ο παραλογισμός να κυριαρχεί: «Και οι νεκροί. Συνεχίζουν τη ροή προς τη θάλασσα./ Τρεις ώρες μετά το δείπνο./ Να έχουν χωνέψει».

Τελικά, δεν υπάρχει σωτηρία.

Χριστίνα Λιναρδάκη


 Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literture.gr με τίτλο "Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου