Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

"Πορτατίφ" της Νιόβης Ιωάννου

κι εκείνο το λουλούδι 
μες στα αίματα 
ήθελε να πετάξει 


Υπάρχει ποίηση που απλώνεται στον χρόνο, τον σέβεται ή τον καθιστά διάτρητο, αναιρώντας τον. Υπάρχει και ποίηση που απλώνεται στον χώρο, όπως άκουσα έκπληκτη να λέει σε πρόσφατη συζήτησή μας τη φίλη Μαρία Γενιτσαρίου που γράφει καμιά φορά στο ιστολόγιο. Το Πορτατίφ της Νιόβης Ιωάννου ανήκει σε αυτήν τη δεύτερη κατηγορία. Τα ποιήματα που περιλαμβάνει τοποθετούνται πάντοτε σε κάποιον χώρο, ένα κάδρο: δεν είναι απαραίτητα ευρύ, πολλές φορές εξαντλείται σε ένα μόνο δωμάτιο, όμως είναι απαραίτητο να υπάρχει. Συχνά είναι η θάλασσα, άλλες φορές είναι απλώς ένα μονοπάτι που οδηγεί στο σπίτι. Και βέβαια το ίδιο το σπίτι. Το σπίτι της μνήμης ή το σπίτι που κατοικείται. Το σπίτι όπου θα ήθελε το ποιητικό υποκείμενο να κατοικεί.

Το σπίτι είναι κάτι περισσότερο από χώρος, είναι όλες οι δυνητικές του σημασίες – ιστορία, ταυτότητα, άνθρωποι:
το σπίτι που αφήσαμε
δυο λέξεις προσευχή
μπροστά από πιάτα λευκά
[...]
κάποιοι είπαν
πως ευθύνονται οι Κυριακές
το κυριακάτικο μπάρμπεκιου
τα κόκκινα ίχνη των αμνών
στις γάμπες των γειτόνων
η φωτιά που τσίριζε πάνω στο δέρμα
η ομπρέλα στο γρασίδι
που έμενε πάντα ανοιχτή
οι στάχτες
που σκέπαζαν τα καλοκαίρια μας

(«Το σπίτι που αφήσαμε»)

Ένα πρόσωπο που ολοένα επανέρχεται, η Μαρία -όνομα κοινότατο, ίσως και μοίρα- «περπατούσε χιλιόμετρα για να διανύσει την απόσταση ενός βλέμματος»:
...με λένε Μαρία ψιθύριζε
είναι δικό μου το καλοκαίρι
αν θες για λίγο
σ’ αφήνω ν’ ακούσεις τη θάλασσα

(«Με λένε Μαρία»)

Ή

Η Μαρία δεν έχει πρόσωπο να φοβάται
όταν βραδιάζει φοράει ένα φόρεμα λευκό
κρύβεται στις παλιές φωτογραφίες
χορεύει ανάμεσα σε ασπρόμαυρους ανθρώπους...

(«Κι έτσι περνάνε τα χρόνια»)

Αλλού, η Κατερίνα. Μαζί με «νεκρά σαλιγκάρια της βροχής», πουλιά, σκύλους και κάθε λογής άλλα ζώα, αναπάντεχα γεγονότα που βασανίζουν το ποιητικό υποκείμενο (και τον αναγνώστη) και βεβαιότητες που τίθενται συνέχεια εν αμφιβόλω ή αίρονται ολωσδιόλου:
...εχθές
κάποιος κρυμμένος άνθρωπος
της έκλεψε
τα μαλλιά και τα μάτια
το πρωί
όταν ξύπνησε
ο κόσμος δεν ήταν εκεί 

(«Κι εκείνο κλαίει»)

Η παιδική ηλικία μοιάζει ανατριχιαστική, στο πλαίσιο μιας φροϋδικής σχεδόν ερμηνείας:
...δε μάζεψα τα παιχνίδια σου απ’ το πάτωμα
τώρα που μεγάλωσα δε μ’ ενοχλεί η ακαταστασία
μόνο
τα στρατιωτάκια που αιμορραγούν
τρέχοντας στα δωμάτια
φοβάμαι

(«Στον Αλέξανδρο»)

Εξαιρετικό από αυτή την άποψη είναι και το ποίημα «Όμως εγώ» που παρουσιάζει τρεις γυναικείους ρόλους: τη μητέρα, την κόρη, την αδελφή. Παραθέτω ένα απόσπασμα, αποκαλυπτικό των δύο πρώτων:
ακούω τη μητέρα
απλώνει τα ρούχα της
τα μαλλιά της ανεμίζουν
κάποιος της ψιθυρίζει στο αυτί
εκείνη γελάει [...]
όμως εγώ
αρνούμαι να προδώσω τα μυστικά της
τυλίγομαι γύρω από ένα πράσινο κυπαρίσσι
φτιάχνω ρυτίδες με τα χέρια μου
να κρατηθώ
συλλαβίζω τα τακούνια της...


Η Ιωάννου αναπαριστά την πραγματικότητα σε διάθλαση («η πραγματικότητα φθίνει», όπως γράφει άλλωστε), σκαρώνοντας παιχνίδια μαζί της και με τον αναγνώστη:
τα δέντρα ευθύνονται
δε μένουν
ποτέ σταθερά
αλλάζουν τοπία
ρίζες
ονόματα
κι όταν νυχτώνει
κρύβονται
στους έρημους κήπους
των σπιτιών
κρυφοκοιτάζουν
απ’ τα σπασμένα παράθυρα
το φεγγάρι
τη μουσική που μόλις σταμάτης
τα παιδιά που στέκουν ασάλευτα
στο σαλόνι

(«Τα δέντρα»)

Στο δελτίο τύπου που συνοδεύει τη συλλογή αναγράφεται ότι το χρώμα που χαρακτηρίζει το βιβλίο είναι το κόκκινο, όμως το μαύρο και το άσπρο εμφανίζονται εξίσου συχνά. Το κόκκινο, βέβαια, είναι το χρώμα του αίματος και σαν στοιχείο με ροή σχετίζεται με τη Μαρία, που είδαμε πιο πριν. Το κεφαλαίο Μ αναπαριστά τα κύματα της θάλασσας, επομένως την ατέρμονη ροή του νερού, το υγρό στοιχείο. Η θάλασσα διαποτίζει τη συλλογή, είτε σαν ολότητα είτε σαν απειροελάχιστη μονάδα – μια σταγόνα:
να φοβάσαι τα καράβια
που επιστρέφουν σταγόνα-σταγόνα
αλλάζοντας τον άνεμο
στ’ άδεια μαντίλια των ματιών
κι όλο γδέρνονται και σωπαίνουν
σαν ομιλίες παλιές
ξεχασμένες
που αιμορραγούν τρυφερά στο σκοτάδ
ι
(«Ομιλίες παλιές»)

Η πληγή είναι πανταχού παρούσα συνθήκη. Οι ρίζες της βρίσκονται στην παιδική ηλικία ή σε κατοπινές καταστάσεις, σε πράγματα που συνέβησαν σχεδόν ανεπαίσθητα, χωρίς να μπορεί το ποιητικό υποκείμενο να αρθρώσει κάποια αντίσταση. Σαν αποτέλεσμα, η θλίψη διαπερνά τα πάντα:
...αυτό που δε νιώσαμε
ξέρει καλά την πληγή μας
ακίνητοι φεύγουμε
τόσο μικρός ο αέρας που ανοίγει την πόρτα
ίσως και να χωρέσουμε στο τράνταγμα του φύλλου
την ώρα που αγγίζει το χώμα

(«Ακίνητοι φεύγουμε»)

Πέρα από τη θεματολογία, αυτό που είναι εξαιρετικό στη συλλογή είναι η έκφραση, αφού οι μετασχηματισμοί είναι πραγματικά παραδειγματικοί και η ροή εξαιρετική, ενώ οι λέξεις και τα νοήματα συνδυάζονται αναπάντεχα, μα άψογα. Ωστόσο, η ποιήτρια δεν κραυγάζει, μάλλον ψιθυρίζει, σαν να αναστοχάζεται. Και είναι μέσα σε αυτόν τον αναστοχασμό που κρύβεται η ανάγκη για επικοινωνία, η έκκληση στην αθωότητα και η επίκληση ενός ονείρου που, αν και τραυματισμένο, επιμένει να υπάρχει. Για όλους αυτούς τους λόγους, το Πορτατίφ της Νιόβης Ιωάννου είναι μια αυθεντικά καλή ποιητική στιγμή.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθούν δύο ακόμη ποιήματα από τη συλλογή:

ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ 
εδώ θα μείνω 
μόνη και ξένη απ’ τον χρόνο 
με τ’ όνομά μου ανυπεράσπιστο στη γωνία 
απόδειξη πως κανένας δε με πρόφερε σωστά 
εδώ θα μείνω 
να καίω τ΄ απογεύματα 
λιβάνι γιασεμιού στις χούφτες μου 
κι ο θεός να γίνεται έγκαυμα γαλάζιο 
και ν’ αγαπάει στα ψέματα 
τον σκύλο που πρόφερε εύκολα τον θάνατο 
την ώρα που με κοίταζε στα μάτια 


[ΑΤΙΤΛΟ] 
κι εκείνο που νοστάλγησα 
ήτανε μια σελίδα λευκή 
ν’ αφήσω πάνω της 
ολομόναχο δικό μου 
το υδάτινο αποτύπωμα 
απ’ το ποτήρι που διψούσες 

1 σχόλιο: