Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

"Στάση λυσσιατρείου" του Αντώνη Ζέρβα

Αλλά δεν ξέρω τι είναι αυτή 
η θέληση που θέλει να μη θέλει 
η νοσταλγία χωρίς σκοπό επιστροφής, 
η ορμή προς κάτι ανθρώπινο, 
όπου δεν μοιάζει με τίποτε ανθρώπινο. 

Συμβαίνει σπάνια πλέον, αλλά είναι ανακουφιστικό: το να γράψει κάποιος για ορισμένα βιβλία ισοδυναμεί με το να αναμετρηθεί μαζί τους και να νικήσει ή να ηττηθεί. Το πιο πρόσφατο, ολοκαίνουργιο πόνημα του Αντώνη Ζέρβα είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Ο κεντρικός του άξονας είναι η «εκδιαίτηση» ή η φυγή από την αλήθεια: την παραδεδεγμένη αλήθεια, την αλήθεια μέσα στην οποία μεγαλώσαμε, την αλήθεια των πολλών – ή και των λίγων, πάντως την αλήθεια των άλλων, την ξένη αλήθεια, εκείνη που μας επιβάλλουν ή που – ακόμη χειρότερα – επιβάλλουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας, μεταβαλλόμενοι σε «συλλογικό υποκείμενο, συλλογιστικό, παρελθοντοδεμένο». 

Παντρευόμαστε εντέλει την αλήθεια που μας μοιάζει πιο ποθητή και μετακομίζουμε στο σπίτι της, σώγαμπροι, αμελώντας να κρατήσουμε ένα δικό μας. Κατόπιν, υφιστάμεθα τα δεινά ενός γάμου που συνάπτεται πάνω στον ενθουσιασμό και τις παγίδες που κρύβουν οι μεγάλες διάρκειες. Διότι τελικώς αποδεικνύεται πως αυτή η ποθητή αλήθεια είναι μια πορνοστάρ σαν τη Βγενουσάν του βιβλίου, με «πολυθωπευμένα σκέλια» που επιδίδεται σε σεξ με ένα φίδι – τον παντοτινό φταίχτη που οδήγησε μεν τον άνθρωπο στη γνώση, όμως έγινε αιτία του διωγμού του από τον παράδεισο. 

Τω όντι αλήθεια είναι μόνο ο Ήλιος. Στο φως του όλα θαμπώνουν και ξεθωριάζουν, οι ορίζοντες συμπυκνώνονται, τα βουνά διαλύονται, οι αντανακλάσεις περισσεύουν. Όλα γίνονται διάφανα, ακόμη κι εμείς οι ίδιοι: «Στην κηδεία του παππού, η γιαγιά ήθελε να ‘μαι καλοντυμένος κι εμφανίσιμος, όπως εκείνος στα νειάτα του, για να καμαρώνει. Καμάρωνα κι εγώ στην κηδεία που ήμουν ένα εγώ του προγόνου. Έτσι με ζούσε η επιθυμία σώγαμπρο της αλήθειας μέσα στο πρέπον». 

Το πρέπον βέβαια συχνά ανατινάζεται. Με δυναμίτη τον έρωτα, κυρίως τον σαρκικό. Αυτόν, τον πιο δυνατό, που ωθεί πέρα από τις ντροπές και τις δυνατότητες. Η «τάση προς κοινογαμία», η κτηνοβασία, το πάθος που ξεπερνά τα φύλα: τέτοιες στιγμές σχίζουν το πέπλο της παραδεδεγμένης αλήθειας και αφήνουν να διαφανεί κάτι άλλο. Είναι άραγε κάτι πιο αυθεντικό ή απλώς πιο κοντινό στη ζωώδη μας φύση; 

Ας είναι ό,τι θέλει. Η γενική αισχύνη μέσα στην οποία ζούμε («σκέπτομαι όσους ανακουφίζονται με την κλάψα τους για τη ζωή/ την ασκούριαστη μηχανή που παράγει μικρούς μικρούς εσταυρωμένους εσαεί/ τους μηχανοποιούς των κοινωνικών επαναστάσεων καθώς ολοκληρώνεται σιχαμός τον σιχαμό»), καθώς και τα διαδοχικά ασβεστώματα του παρελθόντος και του παρόντος με νέες έννοιες και αλήθειες θα ήταν υπέροχο αν μπορούσαν να καούν στο «ωραίο τίποτε της φωτιάς μες στο τζάκι», όπου τα πάντα αναλώνονται. «Δεν μένει τίποτε στη φωτιά, ούτε καν η ίδια». Μια εξόχως απορροφητική τρύπα όπου μπορούμε ενδεχομένως να πετάξουμε τα πάντα, εκτός ίσως από τη μνήμη – τη μόνη πραγματική πατρίδα, εκείνη που δεν μεταβάλλεται ποτέ. 

Γιατί ακόμη και οι τόποι, όπου ζούμε ή ζήσαμε, αλλάζουν. Η Στάση Λυσσιατρείου είναι ένας απ’ αυτούς. Δεν αντιπροσωπεύει πια την prestigious περιοχή που ήταν κάποτε η Πατησίων: έχει μεταβληθεί σε ένα «πολύγλωσσο σημείο ανοχής», από ένα ρετιρέ του οποίου το ποιητικό υποκείμενο ατενίζει το όρος Αιγάλεω, τη μοναδική σταθερά της προσωπικής του κιβωτού μέσα στον χρόνο. 

Όλα αλλάζουν, ακόμη και η γλώσσα: τα νοήματά της, οι αλήθειες της, «αχρηστεύοντας κάθε ιδέα χρήσεως». Οι λέξεις «μένουν ίδιες χωρίς να λένε το ίδιο», γίνονται πεδίο βολής, όπου προσέρχονται οι φαντάροι για να ασκηθούν στην ευθυβολία. Οι περισσότεροι όμως είναι άστοχοι και τότε «μέγας ο τρόμος της αφιλόλογης γλώσσας, παγώνει τα σωθικά σαν ζωντανή ανθρωποφαγία». 

Ναι, το βιβλίο διαπνέεται από πικρία. Είναι η πικρία που γεννά η επίγνωση της ματαιότητας. Τι κι αν το ποιητικό υποκείμενο ήθελε να πάει «κόντρα στη ζωή, αγκιστρωμένος πάνω της»; Όταν περπατά στους δρόμους της γειτονιάς του, ακούγοντας γλώσσες που δεν ξέρει τι σημαίνουν, είναι «άγνωστος μεταξύ αγνώστων, εκεί όπου άρχιζε ο δρόμος του υποσχόμενου θριάμβου». Γιατί άρχιζε; Γιατί η γραφή του Ζέρβα δεν είναι απλά ρηξικέλευθη, είναι μοναδική – δεν μοιάζει με κανενός και γι’ αυτό είναι σαν να ξεκινά μια νέα παράδοση μέσα από την παράδοση. 

Όσο για τούτο το βιβλίο, αποτελεί ποίημα, χωρίς όμως να είναι με τον γνωστό τρόπο. Είναι ρυθμός και σκέψη αντισυμβατική: όλοι ψάχνουν να ριζώσουν, ενώ αυτό προκρίνει το ξερίζωμα στη ζωή και την τέχνη. 

Στο τελευταίο, δέκατο έκτο κείμενο, βλέπουμε το ποιητικό υποκείμενο να κάθεται στον κήπο του παλαιού Μουσείου και να παρατηρεί τα τρόλεϊ που περνούν. «Οι επιβάτες όλοι ξένοι, σαν κι αυτόν/ που πίστευε στο σόι, στη γλώσσα, στη φυλή». Η πίστη έχει ξεριζωθεί, όπως και καθετί γνωστό γύρω, την ίδια στιγμή που όλα παραμένουν ζωντανά, σε αυτό το έντονα αυτοβιογραφικό, ολοκαίνουργιο βιβλίο του Αντώνη Ζέρβα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο "Το χειρότερο θεριό της πόλης".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου