Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

"Σώματα ασφαλείας" της Νένας Φιλούση

Σώματα ασφαλείας είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Νένας Φιλούση, εκδόσεις Κύμα 2019. Πρόκειται για το πέμπτο βιβλίο της, μετά από τρεις ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων. Πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα το 2002 με το ποιητικό έργο Μνημοροή. Το εξώφυλλο κοσμεί θαυμάσια σύνθεση από κυπριακά ειδώλια του Άκανθου, που μαζί με τον υπαινικτικό και διφορούμενο τίτλο Σώματα ασφαλείας μας προδιαθέτουν για τα 33 ποιήματα που ακολουθούν. Tα ποιήματα έχουν το δικό της προσωπικό στίγμα και αρκετά από αυτά είναι ανοιχτά σε πολλές ερμηνείες.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής, ένα ποιητικό αφήγημα, με τον τίτλο «Αναμνήσεις» είναι κάτι σαν εισαγωγή και σηματοδοτεί το περιεχόμενο. Υπάρχει ο χώρος της Κύπρου, θίγει τον πόλεμο, τις παραδόσεις, τον γάμο, τη θέση της γυναίκας, τους άλλους που μας περιβάλλουν και μας πιέζουν, υιοθετεί τη γυναικεία ματιά.

Μια ζωή γεμάτη μικρά χαρτάκια που τα μεταφέρει ο άνεμος, κομμάτια της μνήμης και του γενέθλιου τόπου και σκιές, γενικά σκιές. Η ποιήτρια αποκαθηλώνει την πραγματικότητα, δεν την εξιδανικεύει, δεν την ωραιοποιεί. Θέλει να τη διαχειριστεί, μα συχνά εμποδίζεται από το γεγονός ότι πρόκειται για μια πραγματικότητα ανεπιθύμητη της φθοράς. Στο ποίημα «Ειδική προσφορά» γράφει: Με κάθε δυο θλίψεις παίρνετε ένα σίριαλ εντελώς δωρεάν… Και στο ποίημα «Salto mortale»: …Απίστευτο πόσα αδέλφια μας κυκλοφορούν/ με μαχαίρια στη ζώνη οριζόντια/ γυμνά σαν περισπωμένες… 

Αναμετράται με το χρόνο σε ένα ανελέητο ρεαλισμό τον οποίο η ποιήτρια υποσκάπτει: …οι βεβαιότητες βγάζουν τακούνια, πανωφόρια, κολιέ/και κάθονται μετά φόβου θεού στη βεράντα/… H ίδια βρίσκεται μέσα σε περίκλειστους χώρους και έχει πληγές, όπως διαφαίνεται στο ποίημα «Mύγες»: 
Ενοχλητικές σαν μνήμη πόνου
επιμένουν σε ανοιχτές πληγές 
απειλούν το δείπνο και την ειρήνη μας. 
Συχνά κολλούν τα ισχνά τους κάτω άκρα
σε άχρηστες συνήθειες
και τα μάτια τους από κληρονομιά θλίψης μεγάλα
μεταμορφώνονται σε πλαϊνά, τεράστια για το σώμα 
μάτια αντοχής. 
Η αρχηγός θορυβεί –δεν είναι πάντα η μητέρα, 
αντιθέτως μπορεί να είναι και η πλάνη της φυλής. 
Συνήθως τις ακολουθώ στο νέο πέταγμα μ’ εμμονή 
σ’ άδεια δωμάτια ζέστης 
αφύλακτα 
όπου όλοι κοιτάν αλλού 
και το φαΐ ζεστό, παρατημένο,
αχνίζει.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ποίηση της είναι σαν ένα σώμα που κουβαλά φορτία που δεν του ανήκουν, μα τα χρεώνεται για πάντα σε μια αμετάκλητη πραγματικότητα. Η προσμονή και η προσδοκία είναι γεμάτες διαψεύσεις, όνειρα που εξανεμίζονται σε ένα κόσμο με αδιευκρίνιστες προθέσεις. Όπως λέει η ίδια, Όλες οι μέρες Μεγάλα Σάββατα τεράστιας διάρκειας... Αναμονή για μια Ανάσταση που δεν έρχεται.

Αυτή η ποίηση αρθρώνεται με ένα ιδιαίτερο τρόπο και λόγο που διακρίνεται για την ευρηματικότητά του. Μέσα από τη δική της φωνή τα πρόσωπα και τα πράγματα αφηγούνται την ιστορία τους με ένα τρόπο έμμεσο και συγκαλυμμένο. …Αγόρια από φωσφόρο σε μηχανάκια πιτσαρίας/ τρέχουν σ’ όλη την πόλη επειδή πεινάμε/ Νιάτα γεμάτα καφετέριες…

Στο ποίημα «I’d rather go real», παρατηρεί με σαρκασμό τα πρόσωπα που είναι κοντά της. Αυτά τα πρόσωπα θαρρείς συμβολίζουν το παρελθόν και το μέλλον, ενώ ταυτόχρονα αναιρούνται από ένα παρόν που φαίνεται να διαρκεί εις το διηνεκές. 
Ο από πάνω είναι ομορφάντρας, δυνατός ευγενικός 
ακούει μουσική
κολυμπά καταχείμωνο, τα χέρια του φτιάχνουν πράγματα 
χαμογελά στο κλιμακοστάσιο. 
Ο δίπλα είναι σοφός, ήσυχος, διδάσκει. Δεν μάθαμε πού
διαβάζει συνέχεια και περπατά τα απογεύματα 
για την υγεία της καρδιάς 
μας κοιτάει απαλά μέσα από κομψά γυαλιά. 
-Ααα, το μέλλον και το παρελθόν! είπαμε 
Μέχρι που έφτασε ο διαχειριστής (ψηφίζει εμμονικά έχει καταθέσεις) 
και ανακοίνωσε ότι δεν έχουμε γείτονες
και να πληρώσουμε τα κοινόχρηστα 
τώρα αμέσως.

Τα ποιήματά της είναι θραύσματα που συνθέτουν την εικόνα της φθοράς των πραγμάτων, φανερώνουν το τέλμα του σύγχρονου ανθρώπου. Άνθρωποι και καταστάσεις περνάνε μέσα από το προσωπικό βίωμα η τα βιώματα των άλλων. Αφήνουν κάτι σαν υπόλοιπο ένα ίζημα. Αυτό το ίζημα είναι το υλικό, η πρώτη ύλη της ποίησης της. Μετράει τις απώλειες σε αντιδιαστολή με το όραμα για μια καλύτερη ζωή.

Ποίημα είναι να φοράς ένα ρούχο πολυκαιρισμένο 
χαμένο απ΄όλες τις φρονιμάδες 
και γίνεται δέρμα. 
Το φοράς σαν πρωτόπλαστος 
το βγάζεις σαν αθώος 
και δεν είμαι καθόλυ προληπτική.[…] 
Μ΄άξαφνα βλέπω έναν εαυτό με προσδοκίες 
συγκινήσεις, ευρυαγγείες 
σχεδόν κοινωνικό…

Σ’ ένα ταξίδι μνήμης που περνάει μέσα από γενιές ολόκληρες, μιλάει για την ιστορία του τόπου της και φτάνει ως την σύγχρονη σκληρή πραγματικότητα. Μιλάει για την αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου και για μια συνεχή διάψευση προσδοκιών. 
…Το καλοκαίρι βρίσκαμε κλαδιά και φύλλα 
από το δένδρο μας 
των Χριστουγέννων παντού 
και το χειμώνα κάτι ξεφτισμένα ψαθάκια 
απομεινάρια άλλης εποχής…

Η ποίησή της παρουσιάζει το χρόνο που τρέχει. …Οδηγώ ένα παλιό αμάξι με φτερά που φοβάμαι…

Μέσα από το προσωπικό βίωμα η ποίησή της αποκτά κοινωνικές διαστάσεις, επιστρατεύει συχνά το εμείς.

Η ποιήτρια διαθέτει οξυμένη όραση, λόγο σαρκαστικό και συχνά αυτοσαρκαστικό. Όπως στο ποίημα «Διπλωματικό σώμα», όπου με αυτοσαρκασμό δίνει εικόνες από τη θηλυκή παρουσία, σαν κόρη, σαν μητέρα, σαν γυναίκα…
Πάω στους γονείς μου, είναι μεγάλοι 
όταν γεράσετε λέω, επειδή φοβάμαι ότι τους φτάνω 
πάω στα παιδιά μου, όταν μεγαλώσετε λέω 
αφού ολοένα φεύγουν και δεν τα φτάνω 
ακούμε μαζί μουσική αλλά έρχονται και φεύγουν 
η μέση ηλικία μου τους πάει στο αεροδρόμιο 
ενώ στο βάθος κλαίει σαν προσφυγάκι 
πάω στο θέατρο, ξεχνώ εκεί το φουστάνι μου 
σταθμεύω σε κάθετα τείχη 
περνώ από μικρά νεκροταφεία 
αλλά μυρίζω ωραία, ξεγελώ τους τροχονόμους 
πάω στο φαρμακείο αγοράζω αλοιφές 
εξωτερική χρήση γράφουν 
για οσφυαλγίες, ρευματοπάθειες 
επιμένω κάθε φορά: σίγουρα δεν τρώγονται 
πάω στη δουλειά μου κάθε πρωί νέα 
με άλλο όνομα όμως 
και φεύγω γριά.

Μέσα από συνεχείς αντιθέσεις αποκαλύπτει τα προσωπεία της πραγματικότητας, τις συμβάσεις. Είναι σαν να τις ξεφλουδίζει για να ανακαλύψει αυτό που κρύβεται στο εσωτερικό τους, την ουσία τους. Αναφέρομαι στο πιο κάτω απόσπασμα που ταυτόχρονα διακρίνεται για την εξαιρετική εικαστικότητά του: 
...μήλο ή κεράσι που καίγεται στη γειτονιά
και ζουμί κόκκινο σαν αίμα
βάφει τα γυμνά μας πόδια
-στις παραλιακές πόλεις βλέπεις πολλά γυμνά πόδια-
αλλά μόνο οι ξένοι περπατάνε
και κοιταζόμαστε όλοι πολύ φοβισμένοι γιατί 
στο νησί ο ουρανός είναι πάντα λευκός 
πατικωμένος στις νεφέλες. 
Το δε αίμα, μια ανάμνηση που πάει να ξεθωριάσει. 

Η ποιήτρια παρατηρεί την πραγματικότητα υπό λοξή οπτική γωνία. Η ποίηση της πυροδοτεί την έκπληξη. Έχει δύναμη, πρωτοτυπία, ευρηματικότητα, είναι καινοτόμος. Σχολιάζει τα γεγονότα, συχνά με ειρωνική διάθεση, σαν μέσο άμυνας για την εποχή του παραλογισμού, σαν αντίβαρο και σαν αντίσταση στην απογοήτευση και τη μελαγχολία που αποπνέουν. Η ειρωνεία αυτή αρχίζει ήδη από τον τίτλο της συλλογής, με τους σωματοφύλακες να εξελίσσονται σε δεσμοφύλακες και αυτή η ειρωνεία κυριαρχεί ως το τέλος του βιβλίου: …όλες οι νύφες είχαν πράσινα μάτια η πράσινα βαμμένα μάτια/ Μια νύφη έκλαιγε πιο πολύ από τις άλλες./… και σε άλλο ποίημα: …Μεσάνυχτα ακούγεται το πιάνο μες στο άδειο σπίτι/ποντίκια, αράχνες, ιδέες κρατούν την ανάσα τους / γύρισε η Μαρία,/οι φωτογραφίες της σκόνης χαμογελούν…

Η ποίηση της Φιλούση έχει μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, πένθιμη: …Γράφουμε ποιήματα σαν τα φαναράκια/ που μαζεύουν ήλιο/ για να ανάψουν μόνα τους το βράδυ, θα πει. …Είναι και τα ποιήματα των πεθαμένων φίλων/ κάνουν έφοδο μες στα μεσάνυχτα…

και αλλού: …Πιο θλιβερή από την ατολμία να φύγεις/ η σιωπή των γηροκομείων./Γι αυτό κρατούν μπαστούνια. Για να ακούγονται στο πάτωμα…

Ο λόγος της εκφράζεται με πλαστικότητα και ευελιξία ξαφνιάζει και προκαλεί μια απρόσμενη κατάληξη: …Μας βλέπουν μόνο οι μελλοθάνατοι/ ατάραχοι πια/ και οι βουβές γυναίκες/…

Ένα προσωπικό σύμπαν με στοχασμό τολμηρό και επίκαιρο διεκδικεί μια ύστατη δικαίωση. Αναζητώντας το αληθινό πρόσωπο της τέχνης, η ποίηση της Φιλούση είναι σαν μια παράσταση που εκτυλίσσεται κρυφά και φανερά, θέλει να δώσει ανάσα σε ό,τι θεωρείται ζωή.


Φροσούλα Κολοσιάτου 


Επισκέψεις
Η ποίηση σ’ ένα παράθυρο με ξύλο φαγωμένο
Όπου στέκομαι για ν’ ανασαίνω φτερουγίσματα ρυθμού
Ακούω τις εικόνες και αγγίζω τα θροΐσματα.

Όταν σιγεί από μέσα η πλάση
Τα δέντρα περιορίζονται στα καθιερωμένα:
φιλοξενίες πουλιών, αποδέσμευση οξυγόνου, τα γνωστά.
Έκανα ένα έτσι να πιάσω το ποίημα απ΄την ιδέα
Αλλά έμεινα με φτερά στα δάχτυλα.

Αργά τη νύχτα, ότι είχα πλύνει σώμα και πιάτα
χτυπά η πόρτα και μπαίνει η κυρία αμίλητη
με τις άγριες ματάρες της υγρές
και κάθεται.

Είμαι πολύ κουρασμένη όμως
κι έτσι, αμίλητες και οι δύο τρώμε ό,τι έμεινε απ΄ το μεσημέρι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου