Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

"Κατερίνα Γώγου – Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του" της Ευτυχίας Παναγιώτου (επιμ.)

Θα ήταν απλώς ένα τεκμηριωτικό βιβλίο για την ποίηση και τη ζωή της Κατερίνας Γώγου, ακριβώς 25 χρόνια μετά τον θάνατό της, αν δεν ήταν πολλά περισσότερα. Η ευφυέστατη επιλογή των συνεντεύξεων, που προσφέρουν τον φυσικό λόγο της ίδιας της Γώγου σε πρώτο πρόσωπο, δεν καταφέρνει να παρουσιάσει μόνο το έργο της από μια εκ των έσω σκοπιά, αλλά κατά κύριο λόγο την ίδια τη δημιουργό και τις διαφορετικές όψεις του χαρακτήρα της, όπως μάλιστα αλλάζουν μέσα στον χρόνο, καθώς η ίδια μεγαλώνει. Από αυτήν την άποψη, το βιβλίο αποκτά σχεδόν τον χαρακτήρα της αυτοβιογραφίας, παρ’ ότι αναπόφευκτα πρόκειται για μια αυτοβιογραφία περιορισμένης εμβέλειας, αφού ο χώρος που επιτρέπει μια συνέντευξη με αφορμή την εκάστοτε ποιητική συλλογή της είναι συγκεκριμένος – όσο κι αν ο χαρακτήρας και η αυθεντικότητα της Γώγου τον διευρύνουν και τον επεκτείνουν σημαντικά.

Η πρόκριση του συγκεκριμένου έναντι άλλου πιθανού υλικού δημιουργεί ένα καθεστώς σχεδόν μηδενικής παρείσδυσης (σχεδόν, επειδή πάντοτε υπάρχει το φίλτρο του δημοσιογράφου που κατευθύνει τη συνέντευξη) ανάμεσα στην ίδια και το σημερινό αναγνωστικό κοινό, με αποτέλεσμα η χρονική και η ψυχική απόσταση ουσιαστικά να εκμηδενίζονται και να μοιάζει σαν να έχουμε μπροστά μας τη Γώγου ολοζώντανη να μιλά με κείνο το ιδιαίτερο «λαχάνιασμα του επείγοντος», όπως γράφει η Παναγιώτου στον πρόλογο, καθώς πάντοτε ήθελε να προλάβει να μιλήσει, να αρθρώσει τις λέξεις που θα αποδομήσουν το κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα και θα φέρουν την επανάσταση, μια επανάσταση που η ίδια ένιωθε ως προσωπικό καθήκον.

Πέρα από τις αναπόφευκτες διακυμάνσεις του τόνου στις συνεντεύξεις (η Γώγου είναι άλλοτε εξομολογητική, άλλοτε πιο συγκρατημένη, άλλοτε ακραία αντικομφορμιστική, άλλοτε πιο ήρεμη) που εξαρτώνται προφανώς από τη συγκυρία, αλλά και από τον δημοσιογράφο που έχει απέναντί της, καθώς και από το δέσιμο που κτίζεται ανάμεσά τους – ή την απουσία του, ένα σημαντικό γνώρισμα των συνεντεύξεων είναι ότι η ποιητικότητα δεν απουσιάζει ποτέ από τα λεγόμενά της. Είτε μιλά για την τέχνη («Τέχνη σημαίνει έρωτας. (...) Έρωτας σημαίνει ν΄ αγαπήσεις παράφορα τον στραπατσαρισμένο εαυτό σου», 16.1.1982) είτε για τη ζωή («Δεν φαντάζομαι μια ζωή χωρίς το ποίημα, γιατί η ζωή είναι ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ», 26.3.1987) είτε για τη μουσική (στην ερώτηση «τι είναι μουσική για σένα» απαντά: «ΝΕΡΟ. Ή σαν ψιχάλες γλιστερές, σε χειμωνιάτικες ασφάλτους, ή μπόρες κάθαρσης, καλοκαιρινές, ή γάργαρες -αν μείνανε- πηγές, θάλασσες», 8.7.1991), ο λόγος της είναι ποτισμένος στην ποίηση ή περιστρέφεται γύρω της. Ήταν αυθεντική ποιήτρια.

Ωσόσο, η Γώγου δεν μιλά μόνο για την τέχνη, τη ζωή και τη μουσική στις συνεντεύξεις της. Δεν μιλά καν μόνο για την ποίηση. Μιλά κυρίως για την πολιτική, την κοινωνία και τον άνθρωπο. Γίνεται έτσι ο λόγος της επίκαιρος στο διηνεκές, γεγονός που εξηγεί την ολοένα επαναλαμβανόμενη μνεία του ονόματος και του έργου της στον σημερινό λόγο, δημόσιο και ιδιωτικό.

Στο συγκεκριμένο βιβλίο, η απόσυρση της Παναγιώτου, που είχε την επιμέλεια, από οποιαδήποτε προσωπική άποψη αφήνει τον καίριο χώρο ώστε να αναδυθεί με σαφήνεια η αίσθηση του ανθρώπου που ήταν η Γώγου. Η Παναγιώτου έχει περιορίσει την παρουσία της στο βιβλίο σε έναν ολιγόλογο πρόλογο και σε λιγοστές σημειώσεις με τα πολύ απαραίτητα διευκρινιστικά σχόλια στο τέλος του βιβλίου. Η προσεκτική φροντίδα της ωστόσο, η οποία εκτείνεται στην επιλογή του υποστηρικτικού υλικού, δηλαδή των εξωφύλλων των βιβλίων της Γώγου, των δημοσιευμένων της κείμενων (με εξαίρεση ένα σχετικά άγνωστο πεζό και ένα ποίημα που δημοσιεύθηκαν εκτός βιβλίων) και των φωτογραφιών των αντίστοιχων εφημερίδων ή των περιοδικών, επιτρέπει μια ματιά στα αισθητικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα, αλλά και την ανάδυση μιας πολύπλευρης αφήγησης όχι μόνο της ζωής και της ποίησης της Γώγου, αλλά και του μύθου που τελικά αποτελεί.

Τις συνεντεύξεις συμπληρώνει ένα τμήμα με αδημοσίευτες παραλλαγές ποιημάτων, ιδιόχειρες διορθώσεις κ.λπ. που επιτείνει την «επί των τύπων των ήλων» αίσθηση, η οποία διέπει ολόκληρο το βιβλίο. Ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στο σώμα ενός υλικού που δεν του επιτρέπει απλώς, τον ωθεί να διαμορφώσει ιδία άποψη και να συγκλονιστεί από την ανεμπόδιστη ειλικρίνεια – ωμότητα σχεδόν – με την οποία προσφέρεται. Εξαιρετική είναι επίσης η παράθεση της σύντομης ενότητας «Για τις συνεντεύξεις» που προσφέρει τα παραλειπόμενά τους μέσα από τη ματιά τριών δημοσιογράφων και με την οποία κλείνει το βιβλίο.

Για να επανέλθω στο υλικό των συνεντεύξεων καθεαυτό, αίσθηση προκαλεί η αποκήρυξη της πράξης της αυτοκτονίας από την ίδια τη Γώγου δύο φορές: την πρώτη στη συνέντευξη με ημερομηνία 11.9.1991 («Είμαι εναντίον των αυτοκτονιών») και τη δεύτερη σε κείνη που δημοσιεύθηκε μετά θάνατον, στις 13.12.1993 («Μ’ αγαπάνε πραγματικά οι άνθρωποι και δε γίνεται. Δεν μου επιτρέπουν ν’ αυτοκτονήσω»). Είναι κρίμα που γράφουμε τους επιλόγους της ζωής μας, αψηφώντας τους ίδιους μας τους εαυτούς: όπως είναι γνωστό, η Γώγου αυτοκτόνησε σε ηλικία 53 ετών και το πτώμα της αναγνωρίστηκε τρεις ολόκληρες μέρες αργότερα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στις "Αναγνώσεις" της εφημερίδας Αυγή, φύλλο της 24.2.2019 με τίτλο "Εκρήξεις αυτοκτονημένων αστεριών...".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου