Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Επί της αρχής: Στοιχεία για την κατανόηση του κόσμου

Μοιάζει παράλογο. Σε έναν κόσμο που επαίρεται πως "απελευθερώθηκε" από τα δεσμά του δόγματος (ωστόσο όχι από τη δυσειδαιμονία, ας παρατηρήσουμε), σε μια κοινωνία όπου έσπασαν οι "αλυσίδες" με το αυταρχικό παρελθόν, θα περίμενε κανείς ένα ξεχείλισμα χαράς. Κι όμως. Η απελπισία, η λύπη, η αγωνία κυριαρχούν και μόνο χονδροειδείς απολαύσεις είναι διαθέσιμες στις λαϊκές τάξεις. Δεν μιλούμε ειδικά για την Ελλάδα, όπου όλα όσα οικοδομήθηκαν μετά τον πόλεμο είναι πλέον συντρίμμια. Δεν είμαστε σ' ένα νησί που ταραγμένα κύματα το πολιορκούν. Είμαστε τμήμα ενός κόσμου που τρέμει και κανείς από τις ηγέτιδες τάξεις του, πουθενά, δεν τολμά να μιλήσει για τις αιτίες της κατολίσθησης. Ορκιζόμαστε βέβαια, πάντοτε, σε ένα σύστημα δικαιωμάτων που δεν είναι παρά ένας πύργος από τραπουλόχαρτα και έχουμε μάθει να θεωρούμε προσόν την αναίδεια γιορτάζοντας μάλιστα όταν μας την προσάπτουν. Φτάνουμε έτσι στο τέλος της ζωής μας παριστάνοντας πάντα τους επαναστατημένους εφήβους.

Ένα χωρίς θεό, χωρίς ιθαγένεια και χωρίς παραδεδομένες αξίες σύμπαν μπορεί να ικανοποιεί τον επαναστατημένο έφηβο, αλλά είναι γελοίο όσο και τραγικό, στη θέση ενός κόσμου που κάποτε ήτανε ναός (βρώμικος, ατελής, άδικος, αλλά πάντως ναός), να απλώνεται ένα γεμάτο ερείπια χάος, όπου ο άνθρωπος μοιάζει με καλλιτέχνη που μετακινεί συνεχώς το ξεχαρβαλωμένο καβαλέτο του. Το θέαμα της ανθρωπότητας: ένα ανούσιο είδωλο. Συμπεριφερόμαστε λοιπόν όπως τα παιδιά στο σχολείο όταν βγει έξω ο δάσκαλος. Είμαστε μια μάζα που ξεσπά, χτυπά τα πόδια, φωνάζει, αγριεύει κι ο καθένας δοκιμάζει τις χαρές της διαφυγής από την πίεση που επιβάλλει η παρουσία του δασκάλου. Τι χαρά να απορρίπτεις τον ζυγό του κανόνα, τι μέθη να αισθάνεσαι κύριος της μοίρας σου! Όταν όμως κάθε πρόγραμμα αρθεί και κάθε ουσιαστική ενασχόληση πάψει, κανένα έργο δεν γίνεται με νόημα, συνέχεια, σκοπό.

[...] Σε αυτό το χάος οι άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών θα μπορούσαν να είναι η πρωτοπορία για την αναζήτηση μιας διεξόδου. Όμως αυτοί, φαίνεται, πως έχουν αποθέσει τις ελπίδες τους στην... αθανασία. Σε μια φαιδρή, φθηνή αθανασία των υλικών πλευρών μας που θα υπάρχουν... στον αέρα, στη σκόνη, στο φως.

[...] Κάποια νύχτα, ο άνθρωπος που βαδίζει στο μηδέν γράφοντας, θ' αφήσει το στυλό ή το πληκτρολόγιο αφού θα νιώσει πως τίποτα δεν έχει σημασία. Θα είναι αδύνατο τότε να σύρει γραμμή. Η τελευταία σελίδα θα μείνει λευκή. Θα εισέλθει σε κάποιο σπίτι κλειστό, μακριά από δάση και θάλασσες, χωρίς φιλιά και χάδια. Δεν θ' ακουμπά σε κάποιο δέντρο αλλά σ' ένα φτηνό ξύλο. Χρώματα, ήχοι, αρώματα, παλμοί ζωής, όλα θα έχουν αλλάξει νόημα. Μονάχος, με συναισθήματα πνιγμού και μόνο οξυγόνο τις λέξεις που δεν απλώθηκαν ποτέ στο χαρτί, θα προλάβει να θυμηθεί πώς γεννήθηκε η πρώτη έμπνευση. Να θυμηθεί την ομορφιά της ζωής, με τις μύριες πιθανότητες, πως ήταν τόσο νέος, με τόσες δυνατότητες. Τι ειρωνεία! Την ομορφιά θα την ξαναδεί όταν δεν θα είναι πια νέος. Μα αυτή είναι η καλύτερη ευχή προς όσους μεγαλώνουν. Να μην τελειώνουμε τις μέρες μας ως επαναστατημένοι έφηβοι αλλά βλέποντας, έστω και την ύστατη στιγμή, την καθαρή, την απόλυτη Ομορφιά.

Κώστας Χατζηαντωνίου


Σημ.:  Απόσπασμα από ομότιλο κείμενο που δημοσιεύθηκε αντί εκδοτικού σημειώματος στο περιοδικό Κοράλλι, τεύχος 19-20, Οκτώβριος 2018-Μάρτιος 2019. 

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

«Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα» του Βαγγέλη Αλεξόπουλου


Το βράδυ πέφτει
αργά σαν υποδόριος ήχος
ένα νάιλον ύφασμα, που
σκεπάζει το μπαλκόνι μου.
(«Νυχτερινή σκηνή»)

Η καθημερινότητα του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα, του ποιητικού υποκειμένου του Βαγγέλη Αλεξόπουλου σε αυτή την τέταρτη κατά σειρά, εξαιρετική συλλογή του, περιέχει μεγάλες δόσεις σκοταδιού και νύχτας. Μάλιστα, η νύχτα γίνεται συχνά η σκηνή μέσα στην οποία εκτυλίσσονται τα γεγονότα, απλώνονται οι επιλογές και λαμβάνονται οι αποφάσεις. Καθώς η νύχτα ή το σκοτάδι είναι αδιαφανή και οπωσδήποτε αδιάφορα για τα τεκταινόμενα, τα τελευταία λαμβάνουν ακόμη μεγαλύτερη ένταση, σαν να έχουν μπει σε έναν πολλαπλασιαστή. Από αυτή την άποψη, δεν είναι μάλλον καθόλου τυχαίο το όνομα του ποιητικού υποκειμένου: Ντε Λα Βέγα, που σημαίνει «από τον Βέγα» και θυμίζω ότι ο Βέγας είναι ο άλφα αστέρας του αστερισμού της Λύρας και το δεύτερο λαμπερότερο αστέρι στο ουράνιο βόρειο ημισφαίριο.

Μιλούσα όμως για τη νύχτα ως σκηνή και στην ποίηση του Αλεξόπουλου οι σκηνές ή οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο (είτε είναι η νύχτα είτε το σκοτάδι ή οτιδήποτε άλλο) δεν τίθεται έτσι απλά: συνήθως ο τρόπος που παρουσιάζεται δημιουργεί αδιόρατη ανησυχία στον αναγνώστη. Στη συνέχεια, το ποιητικό υποκείμενο προβαίνει σε πράξεις που πέφτουν αδιακρίτως στο κενό. Τότε μπορεί να παρουσιαστεί μια εναλλακτική λύση, η οποία όμως επίσης οδηγεί σε αδιέξοδο κι έτσι το ποίημα τελειώνει με διπλή αποτυχία. Πρόκειται για μια εκφραστική διάταξη που έχει χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενες συλλογές του ο ποιητής, όμως σε αυτή τη συλλογή χρησιμοποιείται εν παραλλήλω προς μια δεύτερη. Η δεύτερη διάταξη είναι ουσιαστικά μια δεύτερη φωνή, που αναπτύσσεται παράλληλα με την πρώτη μέσα στα ποιήματα.

Πρόκειται για μια φωνή που παρουσιάζεται με πλάγια γράμματα και δεξιά στοίχιση, εκεί που δίπλα από τους στίχους του ποιήματος συνήθως υπάρχει κενό. Η κατάργηση του κενού ή η κατοίκησή του από αυτή τη δεύτερη φωνή είναι μια νέα σύμβαση που διαφοροποιεί την ποιητική λειτουργία. Με το κενό στα δεξιά των ποιημάτων τυπικά σηματοδοτείται μια στιγμιαία σιωπή, όπου ο αναγνώστης βρίσκει την ευκαιρία να προετοιμαστεί για τον επόμενο στίχο, την επόμενη σκέψη, την επόμενη ιδέα. Στη συλλογή του Αλεξόπουλου όμως το κενό ή η σιωπή μετατοπίζονται ενίοτε στα αριστερά και έτσι ο συνηθισμένος ποιητικός τρόπος αντιστρέφεται, ενώ ο αναγνώστης αποκομίζει με την πρώτη ματιά την αίσθηση του αντίλογου σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί. Δεν πρόκειται ωστόσο για αντίλογο: η δεύτερη φωνή συνήθως επεξηγεί και συπληρώνει την πρώτη ή τουλάχιστον βρίσκεται σε διάλογο μαζί της, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η μέσα μας φωνή συζητά με τον εαυτό της στην προσπάθειά της να κατανοήσει και να αποσαφηνίσει τα επιμέρους στοιχεία της καθημερινότητας. Γίνεται, με αυτό τον τρόπο η συλλογή βαθιά ανθρώπινη και αποκτά μια διάσταση που, ενώ ξενίζει, την ίδια στιγμή δημιουργεί οικειότητα στον αναγνώστη.

Μία άλλη καινοτομία που απαντάται σε αυτή τη συλλογή είναι η εισαγωγή του ερωτικού στοιχείου, το οποίο στις προηγούμενες συλλογές του Αλεξόπουλου σημείωνε εκκωφαντική απουσία. Εδώ απαντάται περισσότερο σαν αισθησιασμός και μάλιστα καθαγιασμένος, κάτι που ενδεχομένως αντανακλά την υποσυνείδητη ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου (ή του ίδιου του ποιητή) να συμβαδίζει με τα καλώς κείμενα και τα καθώς πρέπει:

Η ευλογία
Ηλεκτρικές γροθιές σφυροκοπούν το σπίτι
Στην ασφάλεια του μικρού μας δωματίου
υπό το φως χιλίων κηρίων, δοκιμάζουμε
όλες τις στάσεις του Kama Sutra
[…]
Στους τοίχους οι κρεμασμένοι άγιοι
μας παρακολουθούν και χαμογελάνε
ευχαριστημένοι

Σε αυτό το ποίημα, όπως και σε πολλά άλλα, δημιουργείται στον αναγνώστη απορία για το πώς είναι δυνατό να συμβαίνουν αυτά που εξιστορούνται, αφού κάτι στην όλη σύνθεση δεν είναι αναμενόμενο ή αποτελεί παραδοξότητα. Σε αυτό το αναπάντεχο ή την παραδοξότητα έχει τις ρίζες της και η λεπτή ειρωνεία που διέπει τα περισσότερα ποιήματα, όπως και η αίσθηση της συμπαγούς, αδιαπέραστης μάζας που δημιουργούν πολλά από αυτά και που τα μετατρέπει τελικά σε δυσεπίλυτο γρίφο. Μήπως όμως και η ίδια η καθημερινότητα δεν λειτουργεί ακριβώς έτσι; Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, ο Αλεξόπουλος δεν την περιγράφει απλώς ούτε την αναπαριστά· τη μιμείται. Μιμείται τους τρόπους με τους οποίους η καθημερινότητα καθορίζει την ύπαρξή μας.

Ο βασικός προβληματισμός του παραμένει και σε αυτή τη συλλογή το μυστήριο της ύπαρξης. Η φαντασία, που παρεισδύει στις επαναλαμβανόμενες καθημερινές δραστηριότητες, κάνει το μυστήριο ακόμη πιο βαθύ, ενώ οι ίδιες οι δραστηριότητες παρουσιάζονται σαν σειρές από προδικασμένες ακολουθίες που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μια λυπηρή κατάληξη. Τα στοιχεία είναι ελλιπή κι έτσι είναι τελικά η αμφισημία, και η συνακόλουθη αβεβαιότητα την οποία αυτή προκαλεί, που καθορίζουν την αντίληψή μας για τη ζωή και τον κόσμο:

Στην Αθήνα δε βλέπουν
ακούν μονάχα τους διερχόμενους διαβάτες

Έτσι τους νομίζουν άλλοτε αγγέλους
και άλλοτε τέρατα
(«Πώς γράφονται στην Αθήνα τα ποιήματα»)

Η εν λόγω αντίληψη διαμορφώνεται ενίοτε από μικρές αυταπάτες:

Ο κουμπαράς
Ποτέ δεν χορταίνει την πείνα του
Έχει έναν κουμπαρά
ο κουμπαράς είναι πήλινος
τον αγόρασε πριν από χρόνια
Ρίχνει μέσα μικρά κέρματα
Νομίζει πως έτσι θα εξασφαλίσει
τις επόμενες γενιές

Τα ποιήματα είναι στιγμιότυπα γεγονότων που συμβαίνουν σε μια παρένθεση στο μεταίχμιο των πραγμάτων και σε χρόνο που είναι συχνά μετατοπισμένος: λίγο πριν ή λίγο μετά από το καθαυτό γεγονός. Συχνά αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα κρυφή, πέρα από εκείνη που γίνεται άμεσα αντιληπτή – μια πραγματικότητα σε αναβρασμό, η οποία εκδηλώνεται στην πρώτη ευκαιρία. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ο κόσμος παρουσιάζεται σαν ένας τόπος εξορίας «στο καμένο χωράφι του σύμπαντος». Πολλές φορές, οι συνειρμοί είναι εύθραυστοι, το νήμα τους λεπτό και δημιουργείται η εντύπωση πως μπορεί ανά πάσα στιγμή να σπάσει, καθώς τα επιμέρους στοιχεία παρατίθενται σε χαλαρή σύνδεση. Ωστόσο, το ποίημα πατάει πάντα γερά.

Θεματικά, δεν λείπει ο προβληματισμός για την ιδιότητα του ποιητή («οι ποιητές είναι/ οι χειρότερες περιπτώσεις/ κανείς θεραπευτής δεν τις αναλαμβάνει» – από το ποίημα «Οι εξαρτήσεις»), την ίδια στιγμή που διάφορα ζώα (λύκοι, ενυδρίδες), κυρίως όμως γάτες, μπαινοβγαίνουν στα ποιήματα. Η γάτα παρουσιάζεται σαν ένα πονηρούτσικο ον που αντιπροσωπεύει μια ομορφιά αποστασιοποιημένη, ανεξάρτητη και νωχελική. Είναι μια ομορφιά που ίσως «θα έρθει κουρασμένη, να ξαποστάσει στα πόδια» του Αλέξιου Ντε Λα Βέγα και τότε εκείνος θα την τραυματίσει, όπως ακριβώς ο Ρεμπώ που την βρήκε πικρή. Η ομορφιά επομένως δεν αποτελεί έξοδο από την παραδοξότητα της πραγματικότητας, όπως βλέπουμε σε άλλους ποιητές, ο έρωτας όμως, καίτοι συνυφασμένος με τον θάνατο, μπορεί να δώσει τη δύναμη για μια τέτοια έξοδο:

Να παραδοθούμε άνευ όρων
στον ταυτόχρονο οργασμό
Η κάθε μας κορύφωση θα είναι
ένας μικρός χαρούμενος θάνατος

Και έτσι, απόλυτα ευχαριστημένοι
απόλυτα εξαγνισμένοι,

θα επιτεθούμε στο εργοστάσιο
(«Όταν δυο υβριδικές ενυδρίδες παραγωγής 2018, από το εργοστάσιο ΜΠΥΕ Θ & Υιός ΙΚΕ, κάνουν έρωτα»)

Πέραν του ερωτικού στοιχείου, αρκετά ποιήματα λειτουργούν σαν πικρά σχόλια της αντίθεσης ανάμεσα στον μύθο ή την παράδοση και αναδεικνύουν τη φθίνουσα πορεία της σημασίας τους για τον σύγχρονο άνθρωπο και συγχρόνως την απομάγευση που έχει συντελεστεί στο πλαίσιο της σημερινής ζωής:

Η Σαρακοστή
Ήχοι από κλασικά λαϊκά άσματα
εμπλέκονται με αυτούς από πιρούνια
που χτυπάνε πάνω σε πιάτα

[...]
Ο Ιησούς ξεκινάει
την πορεία στην έρημο

Ταυτόχρονα, αποτελούν έναν προβληματισμό για την ισχύ των μύθων πάνω στους οποίους μαθαίνουμε να χτίζουμε τη ζωή μας, όπως στο ποίημα «Λένε πολλά ψέματα για τους λύκους», όπου παρουσιάζεται μια διαφορετική ανάγνωση του παραμυθιού της Κοκκινοσκουφίτσας.

Κι αν η Χάρις δίνεται («Βρέχει αστραφτερό φως/ από τον ουρανό/ Ξεδιψάνε οι μυστικοί κήποι/ τα εσωτερικά τοπία φωτίζονται» από το ποίημα «Φυσικές καταστροφές και άλλες επαναλαμβανόμενες σκηνές»), πέφτει κι αυτή στο κενό, είτε επειδή στο μεταξύ επισυμβαίνει κάποια, φυσική ή άλλη, καταστροφή («τρεις νύχτες τώρα ουρλιάζει ο θάνατος/ στα λιθόστρωτα σοκάκια/ της Πομπηίας/ της Κωνσταντινούπολης/ του Σαν Μιγκέλ Λος Λότες» από το ίδιο ποίημα) είτε επειδή ο άνθρωπος είναι απορροφημένος στον μικρόκοσμό του («Η γυναίκα γυμνή, κοιμάται στο πλευρό της/ αμέριμνη ονειρεύεται/ Του τυφλού υπνοβάτη το παράπονο/ Κατακαλόκαιρο και βλέπει μάλλινα όνειρα» από το ίδιο ποίημα). Το πολύτιμο αντικαθίσταται από το ευτελές και η αντικατάσταση αυτή έχει αλλάξει τον κόσμο. Εντέλει, το υπερφυσικό και το μεταφυσικό εκθρονίζονται και οι ρόλοι θεού και ανθρώπου αντιστρέφονται:

Ο χειμώνας είναι μια άλλη ιστορία
Ο Θεός ζητάει βοήθεια
κάθε απόγευμα, το καλοκαίρι,
κάπου μεταξύ οκτώ με εννέα η ώρα

[...] Ο Θεός κάθε απόγευμα το καλοκαίρι
ζητάει βοήθεια και οι άσπλαχνοι
άνθρωποι του την αρνούνται

Χωρίς θεό, χωρίς κάποια υπερφυσική δύναμη που θα μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, με μόνη την τυφλή δύναμη της φύσης, ο άνθρωπος στέκεται αβοήθητος μέσα σε σκηνές φρίκης:

Το υπόγειο έχει πλημμυρίσει
αίμα και αλκοόλ
ή αλκοόλ και αίμα
- δεν ξέρω –

Στον κήπο πάντως έχει φυτρώσει
ένας ροδώνας κατακόκκινος
(«Σκοτάδι που στάζει φως»)

Τελικά, ο κόσμος είναι ένα μέρος σκοτεινό, ένα βαρύ φορτίο, μια πέτρα στο στήθος:

Η τζαζ ανήκει στους αγγέλους
που πίνουν πρώτα τον οίνο τον καλό
μετά τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο

[Αυξάνεται η ορμή με την ταχύτητα
θαμπώνει το γυαλί στον καταψύκτη
Σκουραίνει η φωτογραφία]

Το σκοτάδι, ένα βαρύ σακί στους ώμους τους
(«Οι σκοταδο-κουβαλητές»)

Θα ήθελα, για το τέλος, να σημειώσω την αίσθησή μου ότι τελικά ο Αλέξιος ντε λα Βέγα είναι ένα προσωπείο του ίδιου του ποιητή, ο οποίος έχει συμπεριλάβει αυτοβιογραφικά στοιχεία σε πολλά ποιήματά του, κυρίως όμως σε σε τρία: «Τα γενέθλια», “Killing floor” και «Είναι κάποια βαθιά νυχτωμένα απογεύματα γενεθλίων». Σε αυτά μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον ίδιο, μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε και τον εαυτό μας να κάνει τα τυποποιημένα, καθημερινά του βήματα που, σαν αλγόριθμοι, μετατρέπουν τη ζωή σε έναν επαναλαμβανόμενο χορό από τον οποίο είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ξεφύγουμε. Εγκλωβισμένοι σε μια τέτοια καθημερινότητα, με όλες τις μεγάλες αφηγήσεις να έχουν διαψευστεί, ζούμε σε μια πραγματικότητα τεχνητών και όχι φυσικών στοιχείων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή καθενός μας:

Περπατάω στον άσηπτο διάδρομο του σφαγείου που οδηγεί στο killing floor
και ανάβω διαδοχικά τα φωτιστικά σώματα ψευδοροφής με τους λαμπτήρες
φθορισμού κυανού χρώματος. Η αντανάκλαση του ήχου των βημάτων μου
αναμιγνύεται με τον ήχο των starters των φωτιστικών σωμάτων.
(“Killing floor”)

Το σκοτάδι με κάθε λέξη βαθαίνει.



Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο "Στα σκοτάδια της καθημερινότητας".

Δευτέρα, 27 Μαΐου 2019

Τρόμος και γοτθικό μυθιστόρημα

Πηγή φωτογραφίας: menshouse.gr

Για την ελληνική σκέψη που παραδοσιακά αναζητεί το μέτρο και την αρμονία, η ατμόσφαιρα του γοτθικού μυθιστορήματος φαντάζει ξένη και ακατανόητη. Ποιο το όφελος από την αναμόχλευση του τρόμου στην ανθρώπινη ψυχή; Κι όμως, υπάρχει όφελος, εάν ο τρόμος δεν είναι αυτό καθεαυτό το ζητούμενο, ούτε από την πλευρά του συγγραφέα ούτε από την πλευρά του αναγνώστη. Εάν ο τρόμος δεν είναι το κέντρο –ούτε καν η αφετηρία– αλλά το μέσον για την επίτευξη άλλων, ευρύτερων σκοπών.

Το γοτθικό μυθιστόρημα, το οποίο συνόδευσε το ρομαντικό κίνημα (μάλιστα, συγγραφείς έργων τρόμου όπως ο Hoffman τοποθετούνται στο κέντρο του γερμανικού ρομαντισμού), ήρθε σε ρήξη με τον ορθολογισμό του 18ου αι., πλήττοντας τον Διαφωτισμό στην αχίλλειο πτέρνα του με την εξερεύνηση ενός σύμπαντος απ’ το οποίο απουσίαζε η λογική. Στο μικροσκόπιο του γοτθικού μυθιστορήματος μπήκαν οι μοχθηρές, διεστραμμένες και σκοτεινές περιοχές της ανθρώπινης φαντασίας. Ξεκάθαρες είναι οι αναφορές της Anne Radcliff στις φιλοσοφικές/αισθητικές θεωρίες για το “sublime”. Αναδύθηκε λοιπόν το γοτθικό μυθιστόρημα ως αντίδραση στη βιομηχανοποίηση και την επιστημονική επανάσταση που είχε προηγηθεί. Ήταν μια απόπειρα αρπαγής της πρωτοκαθεδρίας της μηχανής προς όφελος μιας εκ των βασικών ουσιών της ανθρώπινης ψυχής: του πάθους ή έστω του αισθήματος.

Όταν θέλουμε να προσελκύσουμε την προσοχή κάποιου, φωνάζουμε, χειρονομούμε, θορυβούμε. Η κραυγή εκείνων που προσπάθησαν να επανεισαγάγουν τον άνθρωπο στο προσκήνιο τον 18ο αι. ήταν το γοτθικό μυθιστόρημα. Η κραυγή τους συμπυκνώθηκε στην ανάκληση του τρόμου. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο αιτήθηκαν την προσοχή του κοινού. Και την έλαβαν.

Όμως, γιατί; Εάν το δόλωμα ήταν ο τρόμος, το ψάρι γιατί τσίμπησε; Γιατί το γοτθικό μυθιστόρημα έγινε τόσο δημοφιλές και γιατί συνεχίζει να επηρεάζει τη λογοτεχνική και κινηματογραφική παραγωγή (στις μέρες μας υπάρχουν ακόμη και sites που αναπαράγουν ιστορίες τρόμου, όπως το creepypasta.com);

Η ψυχαναλυτική θεωρία θα μας παραπέμψει ενδεχομένως στην προϊστορία του ανθρώπου και το στοιχείο του «τερατώδους» που χαρακτήριζε το περιβάλλον του (γιγάντια και απειλητικά ζώα, οικοσυστημικές ανακατατάξεις, ανεξήγητα φυσικά φαινόμενα). Μια φιλοσοφική ανάλυση θα διέκρινε τη σύγκρουση του ορθολογικού με το ανορθολογικό στοιχείο και θα τη συνέδεε ενδεχομένως με την ανάγκη μεταστοιχείωσης και αναδημιουργίας του κόσμου.

Και οι δύο αυτές προσεγγίσεις ουσιαστικά θα μιλούσαν μέσα από διαφορετικές διατυπώσεις για την ίδια και αυτή ανάγκη του ανθρώπου να ψηλαφίσει τον κόσμο που υπάρχει πίσω από τον κόσμο που φαίνεται και να προσδιορίσει μια άλλη πραγματικότητα που λειτουργεί πέρα από τον στενό ορίζοντα της καθημερινότητάς του. Ο άνθρωπος θέλει να δει το σύμπαν που τον οριοθετεί, που αναδεικνύει το πεπερασμένο της φύσης του και κρύβει την εξήγηση για τα ακατάληπτα σε αυτόν φαινόμενα της γέννησης και του θανάτου.

Η θερμότατη υποδοχή της οποίας έτυχε το γοτθικό μυθιστόρημα οφείλεται σε αυτήν ακριβώς την ανάγκη του ανθρώπου, την οποία είχε απωθήσει ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού. Το γοτθικό μυθιστόρημα έγινε το εισιτήριο για τον χώρο του φανταστικού, τον προθάλαμο αυτού του «άλλου σύμπαντος». Προκαλώντας πλούσιες εκκρίσεις αδρεναλίνης, έδωσε ένα πρόσωπο (καίτοι παραμορφωμένο) στην άλλη πλευρά, στο σφόδρα επιθυμητό Άγνωστο.

Η αλήθεια είναι ότι η ανάγνωση των έργων καθόλου δεν εγείρει το Υψηλό στον άνθρωπο. Αντιθέτως, αποτελεί ευθεία αναφορά στα ζωώδη του ένστικτα, στο ίδιο είδος δίψας που κάνει ορισμένους να σταματούν στη σκηνή ενός δυστυχήματος ή καθηλώνει άλλους μπροστά στην τηλεοπτική οθόνη με την αναγγελία κάποιας θηριωδίας. Πρόκειται για το περίφημο Schadenfreude?

Η Virginia Wolf όρισε το γοτθικό μυθιστόρημα ως ένα λογοτεχνικό είδος που ικανοποιεί την «παράξενη λαχτάρα του ανθρώπου για τον φόβο». Η Mary Shelley ως μια ιστορία «που συνομιλεί με τους μυστηριώδεις φόβους της φύσης μας και προκαλεί συναρπαστικό τρόμο, το είδος δηλ. του τρόμου που κάνει τον αναγνώστη να φοβάται να κοιτάξει γύρω του, παγώνει το αίμα και αυξάνει τους παλμούς της καρδιάς.

Ανάμεσα σε πόρτες που τρίζουν χωρίς λόγο, σε ήχους βημάτων που πλησιάζουν απειλητικά, κάπου σε ένα ερειπωμένο κάστρο, εκεί που αλυσίδες κτυπούν, σκυλιά αλυχτούν όλη νύχτα, εκεί που το γέλιο ξέρει μονάχα τον τόνο της τρέλας και οι αστραπές φωτίζουν έναν ουρανό που τίποτε καλό δεν προμηνύει, εκεί βρίσκουμε τους ήρωες του γοτθικού μυθιστορήματος να κατεργάζονται τον τρόμο, τον θάνατο και το σκοτάδι.

Μια περισσότερο φορμαλιστική προσέγγιση του γοτθικού μυθιστορήματος, θα μας οδηγούσε να διακρίνουμε διαφορετικούς τύπους προσέγγισης:
1. επιστημονική: το υπερφυσικό απασχολεί το μεγαλύτερο τμήμα του έργου, όμως με την αποκάλυψη στο τέλος δηλώνεται ρητά ότι για όλα υπάρχει επιστημονική εξήγηση (πβλ. ιδίως τα μυθιστορήματα της Anne Radcliffe. Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και στη σειρά κινουμένων σχεδίων Scooby Doo),
2. υπερφυσική: δεν υπάρχει λογική εξήγηση, ο κόσμος των πνευμάτων είναι υπαρκτός και δρα ανεξέλεγκτα,
3. ψυχολογική: το παράδοξο δεν είναι υπερφυσική, αλλά ψυχολογική εκδήλωση, με άλλα λόγια ένας τρόπος προβολής και ενσάρκωσης των στοιχείων φόβων που ενυπάρχουν στον ψυχισμό του ανθρώπου,
4. σκεπτικιστική: το αίτιο για όσα συμβαίνουν δεν μπορεί να προσδιοριστεί, μπορεί να ισχύει οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες εξηγήσεις.

Όσον αφορά την ιστορία του γοτθικού μυθιστορήματος, τα πρώτα σπέρματά του είναι ανιχνεύσιμα στον Smolett (ιδίως στο έργο του “Ferdinand Count Fathom”, 1753). Αυτός όμως στον οποίο αποδίδεται η πατρότητα του συγκεκριμένου είδους είναι ο Horace Walpole με πρώτο δείγμα το μυθιστόρημά του “Castle of Otranto” (1764), το οποίο φέρει και τον εύγλωττο υπότιτλο “A Gothic Story”. Ως ερέθισμα ο συγγραφέας αναφέρει έναν εφιάλτη, ο οποίος με την παρέμβαση του ταλέντου του μετουσιώθηκε σε ιστορία σφετερισμού εξουσίας και θείας δίκης. Το “Arabian Tale” (1786) του William Beckford ήρθε να εμπλουτίσει το είδος με το στοιχείο της ανατολίτικης πολυτέλειας και αίγλης. Τα πέντε αισθηματικά μυθιστορήματα (1789-1797) της Anne Radcilffe, ιδίως το “Mysteries of Udolpho”, αύξησαν κατακόρυφα τη δημοτικότητα του είδους. Μεταξύ όσων ακολούθησαν τα βήματα των παραπάνω συγκαταλέγονται οι: Matthew (“Monk”) Lewis, William Goodwin και Mary Wollstonecraft Shelley, ο “Frankenstein” της οποίας αποτελεί σημείο αναφοράς μέχρι τις μέρες μας. Η φόρμουλα παρεισέφρησε στο σύνολο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής στη Γερμανία. Στην Αμερική, το είδος καλλιέργησε νωρίς ο Charles Brockden Brown.

Το γοτθικό μυθιστόρημα, πέραν του ενδιαφέροντος που προσέλκυσε, επηρέασε πολλά άλλα είδη. Ιδιαίτερα αισθητή ήταν η επίδρασή στου στην ποίηση της ρομαντικής περιόδου (πβλ. “Cristabel” και “Kubla Khan” του Coleridge, “Guilt and Sorrow” του Wordsworth, “Giaour” του Byron, “Eve of St. Agnes” του Keats). Τα μυθιστορήματα των Scott, Charlotte Bronte κ.ά., όπως επίσης το μυστήριο και ο τρόμος των διηγημάτων του Poe και των διαδόχων του, περιλαμβάνουν στοιχεία και τεχνάσματα που αντανακλούν το γοτθικό μυθιστόρημα. Ακόμη και στην εποχή μας ο όρος χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό έργων που, αν και δεν διαδραματίζονται σε «γοτθικό» σκηνικό ή μεσαιωνική ατμόσφαιρα, επιχειρούν να αναπαραγάγουν το κλίμα του τρόμου με τον τρόπο του γοτθικού μυθιστορήματος. Η ανάγκη του ανθρώπου να ψηλαφήσει τον «κόσμο που υπάρχει πίσω από τον κόσμο που φαίνεται» παραμένει αδήριτη στο διηνεκές.
Χριστίνα Λιναρδάκη 



Σημ.: Διορθωμένο απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 69, Ιούνιος-Αύγουστος 2005.

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

Για την ποίηση του Κ.Π. Καβάφη

Πηγή: greek-language.gr
Κατά κάποιον παράξενο τρόπο –εμφατικό θα μπορούσε να πει κανείς αποτολμώντας ένα ήπιο παράδοξο-, τα συνηθισμένα εργαλεία ενός ποιητή απουσιάζουν από τους στίχους του Καβάφη. Μάταια αναζητάμε εξεζητημένο λεξιλόγιο, σύνθετη σύνταξη ή πολύπλοκη εικονοποιία, κι αυτός είναι ο λόγος που το πρώτο ελληνικό κοινό του, το οποίο ανατράφηκε με τον πομπώδη λόγο του Παλαμά και του Σικελιανού, συχνά τον απέρριπτε ως πεζό και εγκεφαλικό. Ωστόσο, η μοναδική δύναμη του Καβάφη, που κάνει τους αναγνώστες να νιώθουν κι οι ίδιοι τις ψυχολογικές διαθέσεις που επινοεί, να ανασαίνουν μονομιάς την ατμόσφαιρα που δημιουργεί και να βλέπουν με κάθε λεπτομέρεια τις εικόνες που εκείνος απλώς υπονοεί, είναι υπαρκτή πέρα για πέρα – αν και παραμένει μυστηριώδες από πού εκπηγάζει. Ο Γ. Χ. Ώντεν είχε αντιληφθεί το μυστήριο αυτό, αλλά δυστυχώς έσπευσε να το ονομάσει: «Τι είναι, λοιπόν, εκείνο που, στα ποιήματα του Καβάφη, επιζεί της μετάφρασης και συναρπάζει;» αναρωτήθηκε. Και απάντησε: «Κάτι που δεν μπορώ να το χαρακτηρίσω αλλιώς -και πάλι ανεπαρκέστατα- παρά: «ένας τόνος φωνής, μια προσωπική ομιλία». Αναπόφευκτα, οι αναγνώστες του Καβάφη ανατρέχουν στα λόγια του Ώντεν ξανά και ξανά, με αποτέλεσμα η ονομασία του φαινομένου να θεωρείται πλέον και η ερμηνεία του.

Όμως το ερώτημα είναι τι είναι αυτό που δημιουργεί τον «τόνο φωνής», την «προσωπική ομιλία» του Καβάφη; Δεν χωρά αμφιβολία, οι παρομοιώσεις του είναι συχνά παιδιάστικες:

Του μέλλοντος η μέρες στέκοντ’ εμπροστά μας
Σα μια σειρά κεράκια αναμμένα-
Χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
Μια θλιβερή γραμμή κεριών σβυσμένων

(Κεριά, 1893/1899)

Οι μεταφορές του είναι απλοϊκές:

Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα;
Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια;
(Απ’ τες Εννιά, 1917/1918)

Σπάνια χρησιμοποιεί επίθετα, κι αυτά που χρησιμοποιεί τα επαναλαμβάνει ξανά και ξανά. Στο ποίημα «Καισαρίων» (1914/1918), βρίσκουμε μια σαρκαστική περιγραφή της κοινότοπης γλώσσας που επιλέγουν οι Πτολεμαίοι για να υμνήσουν εαυτούς στα δημόσια μνημεία τους:

Οι άφθονοι έπανοι κ’ η κολακείες
Εις όλους μοιάζουν. Όλοι είναι λαμπροί,
Ένδοξοι, κραταιοί, αγαθοεργοί·
Κάθ’ επιχείρησίς των σοφοτάτη.
Αν πεις για τες γυναίκες της γενιάς, κι αυτές,
Όλες η Βερενίκες κ’ η Κλεοπάτρες θαυμαστές.


Όμως το ίδιο ακριβώς μπορεί να ειπωθεί και για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Καβάφης αναφερόμενος στους πολλούς νεαρούς εραστές που απαντούν τα ποιήματά του: είναι όλοι νέοι, όμορφοι, συμπαθητικοί, λεπτοί, αισθηματικοί, ηδονικοί και ερωτικοί, αλλά τίποτα παραπάνω· σε ό,τι επιχειρούν, συνήθως αποτυγχάνουν· και πολλές φορές πεθαίνουν (όσο για τις γυναίκες, αυτές είναι εντελώς απούσες). Λες και ο Καβάφης θέλει οι εικόνες του να μην έχουν σαφή περιγράμματα ή συγκεκριμένο περιεχόμενο. Και όταν στο ποίημα «Καισαρίων», οι βαρετές επιγραφές των Πτολεμαίων τελικά εγκαταλείπονται, η εικόνα του γιου του Καίσαρα και της Κλεοπάτρας που τις αντικαθιστά είναι στην πραγματικότητα εντελώς γενική ή, για να χρησιμοποιήσω την ίδια τη λέξη του Καβάφη, «αόριστη»:

Α, να, ήρθες συ με την αόριστη
Γοητεία σου. Στην ιστορία λίγες
Γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα,
Κ’ έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου.
Σ’ έπλασα ωραίο κ’ αισθηματικό.
Η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει
Μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά.


Κανένας άλλος ποιητής δεν έχει γράψει τόσα ερωτικά ποιήματα για όμορφους νεαρούς άντρες, για τους οποίους το μόνο σχεδόν που έχει να πει είναι ότι είναι όμορφοι και νεαροί. Οι άνθρωποι, τα αντικείμενα, τα τοπία εισέρχονται στους στίχους του Καβάφη ακροπατώντας, με την πιο αδιόρατη γοητεία [... ].

Ασάφειες στην ποίηση του Καβάφη υπάρχουν πολλές. Στον «Τεχνουργό κρατήρων» (1903/1921), για παράδειγμα είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τι μπορεί να φαντάζεται κανείς κρυφακούοντας έναν αργυροχόο, που ξεναγεί έναν πελάτη στο μαγαζί και του περιγράφει ένα από τα έργα του:

Εις τον κρατήρα αυτόν    από αγνό ασήμι –
Που για τον Ηρακλείδη     έγινε την οικία
Ένθα καλαισθησία     πολλή επικρατεί –
Ιδού άνθη κομψά,     και ρύακες, και θύμοι,
Κ’ έθεσα εν τω μέσω     έναν ωραίον νέον,
Γυμνόν, ερωτικόν·     μες στο νερό την κνήμη
Την μια του έχει ακόμη. –

Η ασάφεια του Καβάφη δεν έχει ταίρι, κι όμως, τα ποιήματά του είναι βαθιά συγκινητικά και έντονα υπαινικτικά. Πώς εξηγείται άραγε αυτό;

Καμιά μονοσήμαντη απάντηση, κανένα μαγικό κλειδί δεν μπορεί να ξεκλειδώσει το μυστήριο αυτής της παράφωνης πολυφωνίας – το πλήθος των φωνών, των διαθέσεων, των τεχνοτροπιών, των θεμάτων, των προσώπων και των παθών, που συνθέτουν την ποιητική παραγωγή του Καβάφη.


Αλέξανδρος Νεχαμάς 



Σημ.: Απόσπασμα από το κείμενο «Όχι κείμενο, αλλά ύφανση: Ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη άγραφα, ατελή, αδιάβαστα» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου του 2018 της Athens Review of Books. Η ζητούμενη απάντηση, με την οποία κλείνει το απόσπασμα που παραθέτουμε, επιχειρείται στη συνέχεια του κειμένου να απαντηθεί με μία αναδίφηση στην «οικογένεια ιδιότυπων “πεζών” ποιημάτων» του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή. Ο Αλέξανδρος Νεχαμάς είναι Καθηγητής ανθρωπιστικών σπουδών, φιλοσοφίας και συγκριτικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον.

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

"Γεωγραφίες των Φριτς και των Λανγκ" του Θωμά Τσαλαπάτη

Αιφνιδιασμός· αυτό είναι το κυρίαρχο στοιχείο της νέας ποιητικής συλλογής του Θωμά Τσαλαπάτη, που εισάγει τον αναγνώστη στο νέο, αναπάντεχο σύμπαν μιας sui generis λογικής – τετράγωνης, μα και ανώφελης, σε ίσες ποσότητες.

Καθένα από τα τέσσερα τμήματα στα οποία χωρίζεται το βιβλίο εκπορεύεται από την ανατροπή, στην οποία και επιστρέφει. Στα κλασικά ποιήματα, αλλά και τα πεζοποιήματα του Τσαλαπάτη, οι Φριτς και οι Λανγκ μοιάζουν με ανθρωπόμορφους συμβιωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι στην αρχή του βιβλίου βρίσκονται σε κατάσταση αμοιβαίας αποδοχής και ειρήνης. Τους παρακολουθούμε ωστόσο να κάνουν πράγματα χωρίς νόημα, π.χ. να «ονειρεύονται, συνεχώς ονειρεύονται τις τόσες διαδρομές», τις οποίες κάνουν νοερά ακίνητοι μέσα στα αμάξια τους, για να αλλάξουν αμάξι και να επιστρέψουν σπίτι αμέσως μόλις «ακίνητοι φτάσουν στον προορισμό». Η ζωή τους είναι μία μυσταγωγική σχεδόν ενορχήστρωση τέτοιων άσκοπων συνηθειών, χωρίς νόημα εθίμων και κινήσεων που οδηγούν σε μια ατέρμονη ακινησία (αφού, για παράδειγμα, «συνεχώς μεταμορφώνονται/ σε αυτό που ήδη είναι»). Είναι τόσο έντονο αυτό, που οι αναγνώστες δεν μπορούν να μην υποψιαστούν ότι ο ποιητής συνθέτει μια φαύλη, εξωφρενική ενίοτε, μα δίκαιη προσωπογραφία του σύγχρονου ανθρώπου.

Στη δεύτερη ενότητα, αρχίζει η καμπή. Ο ποιητής δείχνει τα αδιέξοδα, τις τιμωρίες, την απανθρωπιά που συνέχει αυτήν την κοινότητα ανθρωπόμορφων όντων, τα οποία είναι βυθισμένα στα βασικά τους ένστικτα, αναπτύσσοντας σποραδικά φαινόμενα κανιβαλισμού και αγνοώντας συστηματικά την έννοια της αγάπης. Όμως ο κόσμος τους πάντοτε διέπεται από την τετράγωνη λογική. Είναι βέβαια μια λογική του παραλόγου, όπως αυτή που συνέχει τον κόσμο μας («Και το τραπέζι υπάρχει για να αποδεικνύει το άλλο τραπέζι. Το κάθε άλλο τραπέζι. Και οι καρέκλες για να αποδεικνύουν πως το τραπέζι δεν είναι καρέκλα […] Χωρίς όλα αυτά, θα ήταν αδύνατο απόψε να φάμε μπριζόλες»). Πρόκειται για το είδος της λογικής η οποία, παρ’ ότι μοιάζει ακλόνητη, όχι μόνο δεν οδηγεί πουθενά, αλλά και δεν έχει τελικά κανένα νόημα.

Σιγά, αλλά σταθερά, το υποκείμενο αρχίζει να διασπάται: «Το σώμα σπάει. Κολλάς κομμάτια από την αρχή. Μα είσαι άλλος. Ψάχνεις το πρόσωπό σου στους τοίχους. Κολλάς τυχαία κομμάτια ακατάσταστα». Η ένταση κλιμακώνεται με αριστοτεχνικό τρόπο, καθώς οι Φριτς και οι Λανγκ αρχίζουν να υφίστανται και εξωτερικά πλήγματα, πέρα από τη διάσπαση του εαυτού: για παράδειγμα, κάποιοι ένα βράδυ κλέβουν όλες τις πόρτες της πόλης και μένουν «κτήρια ορθάνοιχτα, παραβιασμένη ιδιωτικότητα» ή «παντού στην επικράτεια» κυκλοφορούν «άνθρωποι χωρίς μέλη», οι οποίοι ήταν κάποτε αρτιμελείς, όμως κοιμήθηκαν με κάποιο μέλος έξω από το σεντόνι και «κατά τη διάρκεια του ύπνου/ ό,τι εξέχει/ κόβεται». Με τέτοιες φρικαλέες λεπτομέρειες, που εστιάζουν στις πράξεις, αγνοώντας συστηματικά τις συνέπειές τους και το συναισθηματικό τους φορτίο, φθάνουμε σε ένα σημείο όπου η σύγκρουση μοιάζει αναπόφευκτη: «Λεπίδα και αίμα στους Φριτς και τους Λανγκ».

Και κάπως έτσι, ανήσυχοι, εισαγόμαστε στην τρίτη ενότητα: τον πόλεμο. Οι Φριτς, των οποίων ο σωματότυπος τους τοποθετεί αυτόχρημα σε θέση ισχύος, αρχίζουν να ξεκάνουν τους Λανγκ.Τους θάβουν «μέχρι τη μέση στο κοκκινόχωμα. Ολόκληρος ο κορμός, τα χέρια, το πρόσωπο εξέχουν», κλαίγοντας και θρηνώντας τους, τη στιγμή που οι Λανγκ είναι ζωντανοί. Οι Φριτς επιστρέφουν, τους ποτίζουν, τους καλλωπίζουν. «Ενίοτε κλαδεύουν τη δυσθυμία τους». Φρίκη, μαρτύριο και φόνος. Η ανησυχία μεγεθύνεται και η ποιητική συλλογή μετατρέπεται σε ιστορία νουάρ ή θρίλερ, καθώς εμποτίζεται αργά μα σταθερά σε κάτι φρικτό, κάτι άγνωστο που αφήνει τα ανθρωπόμορφα αυτά όντα, τον ίδιο τον άνθρωπο, μονίμως εκτεθειμένο. Στο ποίημα «Στρατηγικές πολέμου», κάποιος σηκώνει το τηλέφωνο για να ακούσει την ίδια του τη φωνή να λέει το όνομά του, λες κι αυτός είναι κάποιος άλλος, κάποιος μη πραγματικός – ποιος είναι τελικά; Ποια είναι η πραγματικότητα; Υπάρχει έλεος; Τέτοιου είδους ερωτήματα διατρέχουν ολόκληρο το τρίτο μέρος.

Και στο τέταρτο, έρχεται το πρώτο πρόσωπο σαν άλλη πληγή. Όλα όσα μέχρι τώρα ήταν απλή τριτοπρόσωπη, ή έστω δευτεροπρόσωπη, περιγραφή καταρρέουν σε μια ατομική αφήγηση που συνιστά προσωπική μαρτυρία. Εκείνου που είναι «μισός άνθρωπος, μισός κτήνος» ή «μισός χώμα και μισός χώμα» ή «μισός μουγκρητό, μισός προπαίδεια». Τελικά, εκείνου που είναι «μισός Θησέας, μισός μινώταυρος/ κάτω απ’ το φεγγάρι». Παράλληλα, η ανώφελη λογική εξακολουθεί να διέπει τα πάντα και ο παραλογισμός να κυριαρχεί: «Και οι νεκροί. Συνεχίζουν τη ροή προς τη θάλασσα./ Τρεις ώρες μετά το δείπνο./ Να έχουν χωνέψει».

Τελικά, δεν υπάρχει σωτηρία.

Χριστίνα Λιναρδάκη


 Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literture.gr με τίτλο "Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες".

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

"Πορτατίφ" της Νιόβης Ιωάννου

κι εκείνο το λουλούδι 
μες στα αίματα 
ήθελε να πετάξει 


Υπάρχει ποίηση που απλώνεται στον χρόνο, τον σέβεται ή τον καθιστά διάτρητο, αναιρώντας τον. Υπάρχει και ποίηση που απλώνεται στον χώρο, όπως άκουσα έκπληκτη να λέει σε πρόσφατη συζήτησή μας τη φίλη Μαρία Γενιτσαρίου που γράφει καμιά φορά στο ιστολόγιο. Το Πορτατίφ της Νιόβης Ιωάννου ανήκει σε αυτήν τη δεύτερη κατηγορία. Τα ποιήματα που περιλαμβάνει τοποθετούνται πάντοτε σε κάποιον χώρο, ένα κάδρο: δεν είναι απαραίτητα ευρύ, πολλές φορές εξαντλείται σε ένα μόνο δωμάτιο, όμως είναι απαραίτητο να υπάρχει. Συχνά είναι η θάλασσα, άλλες φορές είναι απλώς ένα μονοπάτι που οδηγεί στο σπίτι. Και βέβαια το ίδιο το σπίτι. Το σπίτι της μνήμης ή το σπίτι που κατοικείται. Το σπίτι όπου θα ήθελε το ποιητικό υποκείμενο να κατοικεί.

Το σπίτι είναι κάτι περισσότερο από χώρος, είναι όλες οι δυνητικές του σημασίες – ιστορία, ταυτότητα, άνθρωποι:
το σπίτι που αφήσαμε
δυο λέξεις προσευχή
μπροστά από πιάτα λευκά
[...]
κάποιοι είπαν
πως ευθύνονται οι Κυριακές
το κυριακάτικο μπάρμπεκιου
τα κόκκινα ίχνη των αμνών
στις γάμπες των γειτόνων
η φωτιά που τσίριζε πάνω στο δέρμα
η ομπρέλα στο γρασίδι
που έμενε πάντα ανοιχτή
οι στάχτες
που σκέπαζαν τα καλοκαίρια μας

(«Το σπίτι που αφήσαμε»)

Ένα πρόσωπο που ολοένα επανέρχεται, η Μαρία -όνομα κοινότατο, ίσως και μοίρα- «περπατούσε χιλιόμετρα για να διανύσει την απόσταση ενός βλέμματος»:
...με λένε Μαρία ψιθύριζε
είναι δικό μου το καλοκαίρι
αν θες για λίγο
σ’ αφήνω ν’ ακούσεις τη θάλασσα

(«Με λένε Μαρία»)

Ή

Η Μαρία δεν έχει πρόσωπο να φοβάται
όταν βραδιάζει φοράει ένα φόρεμα λευκό
κρύβεται στις παλιές φωτογραφίες
χορεύει ανάμεσα σε ασπρόμαυρους ανθρώπους...

(«Κι έτσι περνάνε τα χρόνια»)

Αλλού, η Κατερίνα. Μαζί με «νεκρά σαλιγκάρια της βροχής», πουλιά, σκύλους και κάθε λογής άλλα ζώα, αναπάντεχα γεγονότα που βασανίζουν το ποιητικό υποκείμενο (και τον αναγνώστη) και βεβαιότητες που τίθενται συνέχεια εν αμφιβόλω ή αίρονται ολωσδιόλου:
...εχθές
κάποιος κρυμμένος άνθρωπος
της έκλεψε
τα μαλλιά και τα μάτια
το πρωί
όταν ξύπνησε
ο κόσμος δεν ήταν εκεί 

(«Κι εκείνο κλαίει»)

Η παιδική ηλικία μοιάζει ανατριχιαστική, στο πλαίσιο μιας φροϋδικής σχεδόν ερμηνείας:
...δε μάζεψα τα παιχνίδια σου απ’ το πάτωμα
τώρα που μεγάλωσα δε μ’ ενοχλεί η ακαταστασία
μόνο
τα στρατιωτάκια που αιμορραγούν
τρέχοντας στα δωμάτια
φοβάμαι

(«Στον Αλέξανδρο»)

Εξαιρετικό από αυτή την άποψη είναι και το ποίημα «Όμως εγώ» που παρουσιάζει τρεις γυναικείους ρόλους: τη μητέρα, την κόρη, την αδελφή. Παραθέτω ένα απόσπασμα, αποκαλυπτικό των δύο πρώτων:
ακούω τη μητέρα
απλώνει τα ρούχα της
τα μαλλιά της ανεμίζουν
κάποιος της ψιθυρίζει στο αυτί
εκείνη γελάει [...]
όμως εγώ
αρνούμαι να προδώσω τα μυστικά της
τυλίγομαι γύρω από ένα πράσινο κυπαρίσσι
φτιάχνω ρυτίδες με τα χέρια μου
να κρατηθώ
συλλαβίζω τα τακούνια της...


Η Ιωάννου αναπαριστά την πραγματικότητα σε διάθλαση («η πραγματικότητα φθίνει», όπως γράφει άλλωστε), σκαρώνοντας παιχνίδια μαζί της και με τον αναγνώστη:
τα δέντρα ευθύνονται
δε μένουν
ποτέ σταθερά
αλλάζουν τοπία
ρίζες
ονόματα
κι όταν νυχτώνει
κρύβονται
στους έρημους κήπους
των σπιτιών
κρυφοκοιτάζουν
απ’ τα σπασμένα παράθυρα
το φεγγάρι
τη μουσική που μόλις σταμάτης
τα παιδιά που στέκουν ασάλευτα
στο σαλόνι

(«Τα δέντρα»)

Στο δελτίο τύπου που συνοδεύει τη συλλογή αναγράφεται ότι το χρώμα που χαρακτηρίζει το βιβλίο είναι το κόκκινο, όμως το μαύρο και το άσπρο εμφανίζονται εξίσου συχνά. Το κόκκινο, βέβαια, είναι το χρώμα του αίματος και σαν στοιχείο με ροή σχετίζεται με τη Μαρία, που είδαμε πιο πριν. Το κεφαλαίο Μ αναπαριστά τα κύματα της θάλασσας, επομένως την ατέρμονη ροή του νερού, το υγρό στοιχείο. Η θάλασσα διαποτίζει τη συλλογή, είτε σαν ολότητα είτε σαν απειροελάχιστη μονάδα – μια σταγόνα:
να φοβάσαι τα καράβια
που επιστρέφουν σταγόνα-σταγόνα
αλλάζοντας τον άνεμο
στ’ άδεια μαντίλια των ματιών
κι όλο γδέρνονται και σωπαίνουν
σαν ομιλίες παλιές
ξεχασμένες
που αιμορραγούν τρυφερά στο σκοτάδ
ι
(«Ομιλίες παλιές»)

Η πληγή είναι πανταχού παρούσα συνθήκη. Οι ρίζες της βρίσκονται στην παιδική ηλικία ή σε κατοπινές καταστάσεις, σε πράγματα που συνέβησαν σχεδόν ανεπαίσθητα, χωρίς να μπορεί το ποιητικό υποκείμενο να αρθρώσει κάποια αντίσταση. Σαν αποτέλεσμα, η θλίψη διαπερνά τα πάντα:
...αυτό που δε νιώσαμε
ξέρει καλά την πληγή μας
ακίνητοι φεύγουμε
τόσο μικρός ο αέρας που ανοίγει την πόρτα
ίσως και να χωρέσουμε στο τράνταγμα του φύλλου
την ώρα που αγγίζει το χώμα

(«Ακίνητοι φεύγουμε»)

Πέρα από τη θεματολογία, αυτό που είναι εξαιρετικό στη συλλογή είναι η έκφραση, αφού οι μετασχηματισμοί είναι πραγματικά παραδειγματικοί και η ροή εξαιρετική, ενώ οι λέξεις και τα νοήματα συνδυάζονται αναπάντεχα, μα άψογα. Ωστόσο, η ποιήτρια δεν κραυγάζει, μάλλον ψιθυρίζει, σαν να αναστοχάζεται. Και είναι μέσα σε αυτόν τον αναστοχασμό που κρύβεται η ανάγκη για επικοινωνία, η έκκληση στην αθωότητα και η επίκληση ενός ονείρου που, αν και τραυματισμένο, επιμένει να υπάρχει. Για όλους αυτούς τους λόγους, το Πορτατίφ της Νιόβης Ιωάννου είναι μια αυθεντικά καλή ποιητική στιγμή.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθούν δύο ακόμη ποιήματα από τη συλλογή:

ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ 
εδώ θα μείνω 
μόνη και ξένη απ’ τον χρόνο 
με τ’ όνομά μου ανυπεράσπιστο στη γωνία 
απόδειξη πως κανένας δε με πρόφερε σωστά 
εδώ θα μείνω 
να καίω τ΄ απογεύματα 
λιβάνι γιασεμιού στις χούφτες μου 
κι ο θεός να γίνεται έγκαυμα γαλάζιο 
και ν’ αγαπάει στα ψέματα 
τον σκύλο που πρόφερε εύκολα τον θάνατο 
την ώρα που με κοίταζε στα μάτια 


[ΑΤΙΤΛΟ] 
κι εκείνο που νοστάλγησα 
ήτανε μια σελίδα λευκή 
ν’ αφήσω πάνω της 
ολομόναχο δικό μου 
το υδάτινο αποτύπωμα 
απ’ το ποτήρι που διψούσες 

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Αζαλέες ανάμεσα στους βράχους - 12 ανοιξιάτικα ποιήματα της Izumi Shikibu (Ιαπωνία, 10ος αι.)

Η Izumi Shikibu (976 μ. Χ. - ;) ήταν μια θυελλώδης προσωπικότητα της μεσαιωνικής Ιαπωνίας. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην αυτοκρατορική αυλή του Κιότο κι έχει περιγραφεί ως μοιραία γυναίκα, με αμέτρητους εραστές στο ενεργητικό της, εκτός από τους δύο συζύγους και τους δυο πρίγκιπες με τους οποίους είχε σχέσεις ερωτικές. H Shikibu έγραψε ποίηση waka χρησιμοποιώντας την ιαπωνική γλώσσα, σε αντίθεση με την παλιότερη μορφή (kanshi), που ήταν γραμμένη στην κλασική κινεζική γλώσσα. Οι ποιητικές αναμνήσεις της περιλαμβάνουν 647 (ή 902) ποιήματα και αποτελούν την σημαντικότερη εργασία του είδους που αφορά την μεσαιωνική Ιαπωνία. Τα ποιήματά της χαρακτηρίζονται από γυναικεία λεπτότητα, απλότητα και χρήση εννοιών και λέξεων γεμάτων με διφορούμενα νοήματα και λογοπαίγνια, πολλά από τα οποία δεν μπορούν να μεταφραστούν. Εκτός όμως από τις ερωτικές περιπέτειες που αποτέλεσαν την κύρια πηγή έμπνευσής της, η φύση, ιδιαίτερα την άνοιξη, έδωσε αφορμές στην Shikibu να συνθέσει πολλούς στίχους. 

Σε κάποιο μακρινό προσκύνημα που πραγματοποίησε σ’ ένα ορεινό μέρος,   την προσοχή της τράβηξαν κερασιές ανθισμένες:

Αν οι άνθρωποι της πόλης
Ρωτήσουν "Πώς ήταν;"
Θα προτιμούσα να τους δείξω
Τις κερασιές του βουνού εκεί πέρα
Όπου επιθυμώ μια πηγή μόνο.


Τοπία ορεινά συναντούμε κι αλλού στην ποίησή της:

Απ’ τους χείμαρρους του βουνού
Ανεβαίνει πλέον μόνο
Η ανοιξιάτικη ομίχλη
Απ’ τις σταλαγματιές στις ρωγμές των βράχων
Ήχοι ακούγονται.


Το ποίημα αυτό το συνέθεσε την πρώτη μέρα του τέταρτου μήνα (Deutzia) σύμφωνα με το γιαπωνέζικο ημερολόγιο (ο κούκος είναι ένα από τα αγαπημένα πουλιά των Ιαπώνων):

Ρούχα στο χρώμα
Της χλωμής ροζ κερασιάς
Βάζω στην άκρη και
Περιμένω τούτη τη μέρα
Τον κούκο του βουνού.
Το θέμα τούτου του ποιήματος (λύπη για τον αέρα που σκορπά τα λουλούδια τη2 κερασιάς) είναι εξαιρετικά σπάνιο σύμφωνα με τους ειδικούς:

Ελπίζω πως ο άνεμος
Δεν θα παρασύρει
Τα άνθη της κερασιάς του κήπου μου
Αν και πεσμένα, καθώς η άνοιξη
Κρατά, θα ξεκούραζα το βλέμμα μου πάνω τους.


Κάθε φορά η άνοιξη ξυπνούσε τα αισθήματα της. Εδώ οι αζαλέες της δίνουν έμπνευση :

Αζαλέες ανάμεσα στους βράχους:
Αυτές που έκοψες, που κράτησες, που είδες·
Ο αγαπημένος μου φορούσε
Τέτοια σκούρα βυσσινιά
Χρώματα.


Σε κάποια άλλα κομμάτια το θέμα είναι άγνωστο,  το σκηνικό πάντως είναι το ίδιο:

Μονάχα την Άνοιξη
Όταν ήμουν μόνη στο σπίτι μου
Άνθιζαν οι δαμασκηνιές
Τότε τουλάχιστον, αυτός που μ’ άφησε
Ίσως έρθει να τις κοιτάξει
.

"…ωσεί άνθος του αγρού, ούτως εξανθήσει", έγραψε ο Δαυίδ στους Ψαλμούς του κι εδώ βλέπουμε κάτι αντίστοιχο:

"Τώρα ζούμε αληθινά" είπες, όμως
Πώς μπορώ νάμαι σίγουρη;
Αυτόν τον φευγαλέο κόσμο
Τον ξέρουν καλά
Τα λουλούδια με τις καμπανούλες.


Κι ένα ακόμα ποίημα στο ίδιο ύφος, γραμμένο για κάποιον που δεν της χάρισε τίποτα άλλο εκτός από θλίψη:

Ασημένιες δροσοσταλίδες,
Όνειρα, αυτός ο φευγαλέος κόσμος
Ακόμα κι οι ψευδαισθήσεις
Αν ήταν να συγκριθούν με την αγάπη μας
Θα φαίνονταν αιώνια.


Ο νους της Γιαπωνέζας πριγκίπισσας με τα ερωτύλα μάτια, όπως η ίδια τα περιγράφει, στρεφόταν όλη την ώρα γύρω από τους άνδρες που σημάδεψαν τη ζωή της. Κάποιος απ’ αυτούς της έστειλε λουλούδια με το μήνυμα "Συγχώρα με που δεν σού' γραψα τίποτα τόσον καιρό". Η απάντηση της έχει το νόημα "Δεν σε πιστεύω!":

"Έλα να με δεις", μου μήνυσες
[Στέλνοντας αγριολούλουδα
Δε νομίζω πως αυτό εννοούσες
Στέλνοντας διπλά ανθισμένους τρόλλιους
Κι αν συμφωνούσα
θα ερχόσουν, αναρωτιέμαι;


Στον ίδιο άνδρα όμως αργότερα, όταν έμαθε ότι έρχεται από κάπου,  θα στείλει τα ίδια λουλούδια επισυνάπτοντας αυτό:

Σκέψεις δυσάρεστες
Γεμίζουν το μυαλό μου·
Ολομόναχη μες την ανία
βαστώντας ανθισμένα αγριολούλουδα απ’ το Ide
(εσύ είσαι ;).


(το Ide ήταν μια περιοχή νότια του σημερινού Κιότο, πασίγνωστη για τους τρόλλιους της - λουλούδι-σφαίρα, στα αγγλικά globeflower).

Εκτός από τα μεμονωμένα ποιήματα, περίφημο είναι και το ημερολόγιο των ετών 1002-1003,   όπου κατέγραψε την ερωτική της αλληλογραφία με τον πρίγκηπα Atsumitshi. Όταν αυτός της έστειλε άνθη πορτοκαλιάς (tachibana) για να δει την αντίδρασή της, η Izumi σκέφτηκε ένα παλιό ποίημα:

Η οσμή των λουλουδιών της πορτοκαλιάς τον Μάιο
Θυμίζει τα αρωματισμένα μανίκια αυτού που δεν είναι πια εδώ.


Όταν κατάλαβε ότι τα συναισθήματα του πρίγκιπα δεν ήταν ανάλογα με τα δικά της, απάντησε: "Παρακαλώ να με σκέφτεσαι σαν την ασταθή σταγόνα που δεν θα μπορούσε με τίποτα να υπάρξει δίχως το φύλλο που την βαστά", προσθέτοντας τους στίχους :

Είμαι μια στάλα δροσιάς
Κρεμασμένη απ’ το φύλλο ενός δένδρου
Όμως αυτό δεν μ’ αναστατώνει
Γιατί σε τούτο το κλαδί φαίνεται ότι υπήρχα
Πριν απ’ την γέννηση του κόσμου.


Απόστολος Σπυράκης

Πηγές: 
1. http://www.wakapoetry.net/poets/mid-heian-poets/izumi-shikibu/
2. https://en.wikisource.org/wiki/Diaries_of_Court_Ladies_of_Old_Japan/3
3. https://www.poetryfoundation.org/poets/izumi-shikibu


Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

"Στάση λυσσιατρείου" του Αντώνη Ζέρβα

Αλλά δεν ξέρω τι είναι αυτή 
η θέληση που θέλει να μη θέλει 
η νοσταλγία χωρίς σκοπό επιστροφής, 
η ορμή προς κάτι ανθρώπινο, 
όπου δεν μοιάζει με τίποτε ανθρώπινο. 

Συμβαίνει σπάνια πλέον, αλλά είναι ανακουφιστικό: το να γράψει κάποιος για ορισμένα βιβλία ισοδυναμεί με το να αναμετρηθεί μαζί τους και να νικήσει ή να ηττηθεί. Το πιο πρόσφατο, ολοκαίνουργιο πόνημα του Αντώνη Ζέρβα είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Ο κεντρικός του άξονας είναι η «εκδιαίτηση» ή η φυγή από την αλήθεια: την παραδεδεγμένη αλήθεια, την αλήθεια μέσα στην οποία μεγαλώσαμε, την αλήθεια των πολλών – ή και των λίγων, πάντως την αλήθεια των άλλων, την ξένη αλήθεια, εκείνη που μας επιβάλλουν ή που – ακόμη χειρότερα – επιβάλλουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας, μεταβαλλόμενοι σε «συλλογικό υποκείμενο, συλλογιστικό, παρελθοντοδεμένο». 

Παντρευόμαστε εντέλει την αλήθεια που μας μοιάζει πιο ποθητή και μετακομίζουμε στο σπίτι της, σώγαμπροι, αμελώντας να κρατήσουμε ένα δικό μας. Κατόπιν, υφιστάμεθα τα δεινά ενός γάμου που συνάπτεται πάνω στον ενθουσιασμό και τις παγίδες που κρύβουν οι μεγάλες διάρκειες. Διότι τελικώς αποδεικνύεται πως αυτή η ποθητή αλήθεια είναι μια πορνοστάρ σαν τη Βγενουσάν του βιβλίου, με «πολυθωπευμένα σκέλια» που επιδίδεται σε σεξ με ένα φίδι – τον παντοτινό φταίχτη που οδήγησε μεν τον άνθρωπο στη γνώση, όμως έγινε αιτία του διωγμού του από τον παράδεισο. 

Τω όντι αλήθεια είναι μόνο ο Ήλιος. Στο φως του όλα θαμπώνουν και ξεθωριάζουν, οι ορίζοντες συμπυκνώνονται, τα βουνά διαλύονται, οι αντανακλάσεις περισσεύουν. Όλα γίνονται διάφανα, ακόμη κι εμείς οι ίδιοι: «Στην κηδεία του παππού, η γιαγιά ήθελε να ‘μαι καλοντυμένος κι εμφανίσιμος, όπως εκείνος στα νειάτα του, για να καμαρώνει. Καμάρωνα κι εγώ στην κηδεία που ήμουν ένα εγώ του προγόνου. Έτσι με ζούσε η επιθυμία σώγαμπρο της αλήθειας μέσα στο πρέπον». 

Το πρέπον βέβαια συχνά ανατινάζεται. Με δυναμίτη τον έρωτα, κυρίως τον σαρκικό. Αυτόν, τον πιο δυνατό, που ωθεί πέρα από τις ντροπές και τις δυνατότητες. Η «τάση προς κοινογαμία», η κτηνοβασία, το πάθος που ξεπερνά τα φύλα: τέτοιες στιγμές σχίζουν το πέπλο της παραδεδεγμένης αλήθειας και αφήνουν να διαφανεί κάτι άλλο. Είναι άραγε κάτι πιο αυθεντικό ή απλώς πιο κοντινό στη ζωώδη μας φύση; 

Ας είναι ό,τι θέλει. Η γενική αισχύνη μέσα στην οποία ζούμε («σκέπτομαι όσους ανακουφίζονται με την κλάψα τους για τη ζωή/ την ασκούριαστη μηχανή που παράγει μικρούς μικρούς εσταυρωμένους εσαεί/ τους μηχανοποιούς των κοινωνικών επαναστάσεων καθώς ολοκληρώνεται σιχαμός τον σιχαμό»), καθώς και τα διαδοχικά ασβεστώματα του παρελθόντος και του παρόντος με νέες έννοιες και αλήθειες θα ήταν υπέροχο αν μπορούσαν να καούν στο «ωραίο τίποτε της φωτιάς μες στο τζάκι», όπου τα πάντα αναλώνονται. «Δεν μένει τίποτε στη φωτιά, ούτε καν η ίδια». Μια εξόχως απορροφητική τρύπα όπου μπορούμε ενδεχομένως να πετάξουμε τα πάντα, εκτός ίσως από τη μνήμη – τη μόνη πραγματική πατρίδα, εκείνη που δεν μεταβάλλεται ποτέ. 

Γιατί ακόμη και οι τόποι, όπου ζούμε ή ζήσαμε, αλλάζουν. Η Στάση Λυσσιατρείου είναι ένας απ’ αυτούς. Δεν αντιπροσωπεύει πια την prestigious περιοχή που ήταν κάποτε η Πατησίων: έχει μεταβληθεί σε ένα «πολύγλωσσο σημείο ανοχής», από ένα ρετιρέ του οποίου το ποιητικό υποκείμενο ατενίζει το όρος Αιγάλεω, τη μοναδική σταθερά της προσωπικής του κιβωτού μέσα στον χρόνο. 

Όλα αλλάζουν, ακόμη και η γλώσσα: τα νοήματά της, οι αλήθειες της, «αχρηστεύοντας κάθε ιδέα χρήσεως». Οι λέξεις «μένουν ίδιες χωρίς να λένε το ίδιο», γίνονται πεδίο βολής, όπου προσέρχονται οι φαντάροι για να ασκηθούν στην ευθυβολία. Οι περισσότεροι όμως είναι άστοχοι και τότε «μέγας ο τρόμος της αφιλόλογης γλώσσας, παγώνει τα σωθικά σαν ζωντανή ανθρωποφαγία». 

Ναι, το βιβλίο διαπνέεται από πικρία. Είναι η πικρία που γεννά η επίγνωση της ματαιότητας. Τι κι αν το ποιητικό υποκείμενο ήθελε να πάει «κόντρα στη ζωή, αγκιστρωμένος πάνω της»; Όταν περπατά στους δρόμους της γειτονιάς του, ακούγοντας γλώσσες που δεν ξέρει τι σημαίνουν, είναι «άγνωστος μεταξύ αγνώστων, εκεί όπου άρχιζε ο δρόμος του υποσχόμενου θριάμβου». Γιατί άρχιζε; Γιατί η γραφή του Ζέρβα δεν είναι απλά ρηξικέλευθη, είναι μοναδική – δεν μοιάζει με κανενός και γι’ αυτό είναι σαν να ξεκινά μια νέα παράδοση μέσα από την παράδοση. 

Όσο για τούτο το βιβλίο, αποτελεί ποίημα, χωρίς όμως να είναι με τον γνωστό τρόπο. Είναι ρυθμός και σκέψη αντισυμβατική: όλοι ψάχνουν να ριζώσουν, ενώ αυτό προκρίνει το ξερίζωμα στη ζωή και την τέχνη. 

Στο τελευταίο, δέκατο έκτο κείμενο, βλέπουμε το ποιητικό υποκείμενο να κάθεται στον κήπο του παλαιού Μουσείου και να παρατηρεί τα τρόλεϊ που περνούν. «Οι επιβάτες όλοι ξένοι, σαν κι αυτόν/ που πίστευε στο σόι, στη γλώσσα, στη φυλή». Η πίστη έχει ξεριζωθεί, όπως και καθετί γνωστό γύρω, την ίδια στιγμή που όλα παραμένουν ζωντανά, σε αυτό το έντονα αυτοβιογραφικό, ολοκαίνουργιο βιβλίο του Αντώνη Ζέρβα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο "Το χειρότερο θεριό της πόλης".

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

"Σώματα ασφαλείας" της Νένας Φιλούση

Σώματα ασφαλείας είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Νένας Φιλούση, εκδόσεις Κύμα 2019. Πρόκειται για το πέμπτο βιβλίο της, μετά από τρεις ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων. Πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα το 2002 με το ποιητικό έργο Μνημοροή. Το εξώφυλλο κοσμεί θαυμάσια σύνθεση από κυπριακά ειδώλια του Άκανθου, που μαζί με τον υπαινικτικό και διφορούμενο τίτλο Σώματα ασφαλείας μας προδιαθέτουν για τα 33 ποιήματα που ακολουθούν. Tα ποιήματα έχουν το δικό της προσωπικό στίγμα και αρκετά από αυτά είναι ανοιχτά σε πολλές ερμηνείες.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής, ένα ποιητικό αφήγημα, με τον τίτλο «Αναμνήσεις» είναι κάτι σαν εισαγωγή και σηματοδοτεί το περιεχόμενο. Υπάρχει ο χώρος της Κύπρου, θίγει τον πόλεμο, τις παραδόσεις, τον γάμο, τη θέση της γυναίκας, τους άλλους που μας περιβάλλουν και μας πιέζουν, υιοθετεί τη γυναικεία ματιά.

Μια ζωή γεμάτη μικρά χαρτάκια που τα μεταφέρει ο άνεμος, κομμάτια της μνήμης και του γενέθλιου τόπου και σκιές, γενικά σκιές. Η ποιήτρια αποκαθηλώνει την πραγματικότητα, δεν την εξιδανικεύει, δεν την ωραιοποιεί. Θέλει να τη διαχειριστεί, μα συχνά εμποδίζεται από το γεγονός ότι πρόκειται για μια πραγματικότητα ανεπιθύμητη της φθοράς. Στο ποίημα «Ειδική προσφορά» γράφει: Με κάθε δυο θλίψεις παίρνετε ένα σίριαλ εντελώς δωρεάν… Και στο ποίημα «Salto mortale»: …Απίστευτο πόσα αδέλφια μας κυκλοφορούν/ με μαχαίρια στη ζώνη οριζόντια/ γυμνά σαν περισπωμένες… 

Αναμετράται με το χρόνο σε ένα ανελέητο ρεαλισμό τον οποίο η ποιήτρια υποσκάπτει: …οι βεβαιότητες βγάζουν τακούνια, πανωφόρια, κολιέ/και κάθονται μετά φόβου θεού στη βεράντα/… H ίδια βρίσκεται μέσα σε περίκλειστους χώρους και έχει πληγές, όπως διαφαίνεται στο ποίημα «Mύγες»: 
Ενοχλητικές σαν μνήμη πόνου
επιμένουν σε ανοιχτές πληγές 
απειλούν το δείπνο και την ειρήνη μας. 
Συχνά κολλούν τα ισχνά τους κάτω άκρα
σε άχρηστες συνήθειες
και τα μάτια τους από κληρονομιά θλίψης μεγάλα
μεταμορφώνονται σε πλαϊνά, τεράστια για το σώμα 
μάτια αντοχής. 
Η αρχηγός θορυβεί –δεν είναι πάντα η μητέρα, 
αντιθέτως μπορεί να είναι και η πλάνη της φυλής. 
Συνήθως τις ακολουθώ στο νέο πέταγμα μ’ εμμονή 
σ’ άδεια δωμάτια ζέστης 
αφύλακτα 
όπου όλοι κοιτάν αλλού 
και το φαΐ ζεστό, παρατημένο,
αχνίζει.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ποίηση της είναι σαν ένα σώμα που κουβαλά φορτία που δεν του ανήκουν, μα τα χρεώνεται για πάντα σε μια αμετάκλητη πραγματικότητα. Η προσμονή και η προσδοκία είναι γεμάτες διαψεύσεις, όνειρα που εξανεμίζονται σε ένα κόσμο με αδιευκρίνιστες προθέσεις. Όπως λέει η ίδια, Όλες οι μέρες Μεγάλα Σάββατα τεράστιας διάρκειας... Αναμονή για μια Ανάσταση που δεν έρχεται.

Αυτή η ποίηση αρθρώνεται με ένα ιδιαίτερο τρόπο και λόγο που διακρίνεται για την ευρηματικότητά του. Μέσα από τη δική της φωνή τα πρόσωπα και τα πράγματα αφηγούνται την ιστορία τους με ένα τρόπο έμμεσο και συγκαλυμμένο. …Αγόρια από φωσφόρο σε μηχανάκια πιτσαρίας/ τρέχουν σ’ όλη την πόλη επειδή πεινάμε/ Νιάτα γεμάτα καφετέριες…

Στο ποίημα «I’d rather go real», παρατηρεί με σαρκασμό τα πρόσωπα που είναι κοντά της. Αυτά τα πρόσωπα θαρρείς συμβολίζουν το παρελθόν και το μέλλον, ενώ ταυτόχρονα αναιρούνται από ένα παρόν που φαίνεται να διαρκεί εις το διηνεκές. 
Ο από πάνω είναι ομορφάντρας, δυνατός ευγενικός 
ακούει μουσική
κολυμπά καταχείμωνο, τα χέρια του φτιάχνουν πράγματα 
χαμογελά στο κλιμακοστάσιο. 
Ο δίπλα είναι σοφός, ήσυχος, διδάσκει. Δεν μάθαμε πού
διαβάζει συνέχεια και περπατά τα απογεύματα 
για την υγεία της καρδιάς 
μας κοιτάει απαλά μέσα από κομψά γυαλιά. 
-Ααα, το μέλλον και το παρελθόν! είπαμε 
Μέχρι που έφτασε ο διαχειριστής (ψηφίζει εμμονικά έχει καταθέσεις) 
και ανακοίνωσε ότι δεν έχουμε γείτονες
και να πληρώσουμε τα κοινόχρηστα 
τώρα αμέσως.

Τα ποιήματά της είναι θραύσματα που συνθέτουν την εικόνα της φθοράς των πραγμάτων, φανερώνουν το τέλμα του σύγχρονου ανθρώπου. Άνθρωποι και καταστάσεις περνάνε μέσα από το προσωπικό βίωμα η τα βιώματα των άλλων. Αφήνουν κάτι σαν υπόλοιπο ένα ίζημα. Αυτό το ίζημα είναι το υλικό, η πρώτη ύλη της ποίησης της. Μετράει τις απώλειες σε αντιδιαστολή με το όραμα για μια καλύτερη ζωή.

Ποίημα είναι να φοράς ένα ρούχο πολυκαιρισμένο 
χαμένο απ΄όλες τις φρονιμάδες 
και γίνεται δέρμα. 
Το φοράς σαν πρωτόπλαστος 
το βγάζεις σαν αθώος 
και δεν είμαι καθόλυ προληπτική.[…] 
Μ΄άξαφνα βλέπω έναν εαυτό με προσδοκίες 
συγκινήσεις, ευρυαγγείες 
σχεδόν κοινωνικό…

Σ’ ένα ταξίδι μνήμης που περνάει μέσα από γενιές ολόκληρες, μιλάει για την ιστορία του τόπου της και φτάνει ως την σύγχρονη σκληρή πραγματικότητα. Μιλάει για την αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου και για μια συνεχή διάψευση προσδοκιών. 
…Το καλοκαίρι βρίσκαμε κλαδιά και φύλλα 
από το δένδρο μας 
των Χριστουγέννων παντού 
και το χειμώνα κάτι ξεφτισμένα ψαθάκια 
απομεινάρια άλλης εποχής…

Η ποίησή της παρουσιάζει το χρόνο που τρέχει. …Οδηγώ ένα παλιό αμάξι με φτερά που φοβάμαι…

Μέσα από το προσωπικό βίωμα η ποίησή της αποκτά κοινωνικές διαστάσεις, επιστρατεύει συχνά το εμείς.

Η ποιήτρια διαθέτει οξυμένη όραση, λόγο σαρκαστικό και συχνά αυτοσαρκαστικό. Όπως στο ποίημα «Διπλωματικό σώμα», όπου με αυτοσαρκασμό δίνει εικόνες από τη θηλυκή παρουσία, σαν κόρη, σαν μητέρα, σαν γυναίκα…
Πάω στους γονείς μου, είναι μεγάλοι 
όταν γεράσετε λέω, επειδή φοβάμαι ότι τους φτάνω 
πάω στα παιδιά μου, όταν μεγαλώσετε λέω 
αφού ολοένα φεύγουν και δεν τα φτάνω 
ακούμε μαζί μουσική αλλά έρχονται και φεύγουν 
η μέση ηλικία μου τους πάει στο αεροδρόμιο 
ενώ στο βάθος κλαίει σαν προσφυγάκι 
πάω στο θέατρο, ξεχνώ εκεί το φουστάνι μου 
σταθμεύω σε κάθετα τείχη 
περνώ από μικρά νεκροταφεία 
αλλά μυρίζω ωραία, ξεγελώ τους τροχονόμους 
πάω στο φαρμακείο αγοράζω αλοιφές 
εξωτερική χρήση γράφουν 
για οσφυαλγίες, ρευματοπάθειες 
επιμένω κάθε φορά: σίγουρα δεν τρώγονται 
πάω στη δουλειά μου κάθε πρωί νέα 
με άλλο όνομα όμως 
και φεύγω γριά.

Μέσα από συνεχείς αντιθέσεις αποκαλύπτει τα προσωπεία της πραγματικότητας, τις συμβάσεις. Είναι σαν να τις ξεφλουδίζει για να ανακαλύψει αυτό που κρύβεται στο εσωτερικό τους, την ουσία τους. Αναφέρομαι στο πιο κάτω απόσπασμα που ταυτόχρονα διακρίνεται για την εξαιρετική εικαστικότητά του: 
...μήλο ή κεράσι που καίγεται στη γειτονιά
και ζουμί κόκκινο σαν αίμα
βάφει τα γυμνά μας πόδια
-στις παραλιακές πόλεις βλέπεις πολλά γυμνά πόδια-
αλλά μόνο οι ξένοι περπατάνε
και κοιταζόμαστε όλοι πολύ φοβισμένοι γιατί 
στο νησί ο ουρανός είναι πάντα λευκός 
πατικωμένος στις νεφέλες. 
Το δε αίμα, μια ανάμνηση που πάει να ξεθωριάσει. 

Η ποιήτρια παρατηρεί την πραγματικότητα υπό λοξή οπτική γωνία. Η ποίηση της πυροδοτεί την έκπληξη. Έχει δύναμη, πρωτοτυπία, ευρηματικότητα, είναι καινοτόμος. Σχολιάζει τα γεγονότα, συχνά με ειρωνική διάθεση, σαν μέσο άμυνας για την εποχή του παραλογισμού, σαν αντίβαρο και σαν αντίσταση στην απογοήτευση και τη μελαγχολία που αποπνέουν. Η ειρωνεία αυτή αρχίζει ήδη από τον τίτλο της συλλογής, με τους σωματοφύλακες να εξελίσσονται σε δεσμοφύλακες και αυτή η ειρωνεία κυριαρχεί ως το τέλος του βιβλίου: …όλες οι νύφες είχαν πράσινα μάτια η πράσινα βαμμένα μάτια/ Μια νύφη έκλαιγε πιο πολύ από τις άλλες./… και σε άλλο ποίημα: …Μεσάνυχτα ακούγεται το πιάνο μες στο άδειο σπίτι/ποντίκια, αράχνες, ιδέες κρατούν την ανάσα τους / γύρισε η Μαρία,/οι φωτογραφίες της σκόνης χαμογελούν…

Η ποίηση της Φιλούση έχει μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, πένθιμη: …Γράφουμε ποιήματα σαν τα φαναράκια/ που μαζεύουν ήλιο/ για να ανάψουν μόνα τους το βράδυ, θα πει. …Είναι και τα ποιήματα των πεθαμένων φίλων/ κάνουν έφοδο μες στα μεσάνυχτα…

και αλλού: …Πιο θλιβερή από την ατολμία να φύγεις/ η σιωπή των γηροκομείων./Γι αυτό κρατούν μπαστούνια. Για να ακούγονται στο πάτωμα…

Ο λόγος της εκφράζεται με πλαστικότητα και ευελιξία ξαφνιάζει και προκαλεί μια απρόσμενη κατάληξη: …Μας βλέπουν μόνο οι μελλοθάνατοι/ ατάραχοι πια/ και οι βουβές γυναίκες/…

Ένα προσωπικό σύμπαν με στοχασμό τολμηρό και επίκαιρο διεκδικεί μια ύστατη δικαίωση. Αναζητώντας το αληθινό πρόσωπο της τέχνης, η ποίηση της Φιλούση είναι σαν μια παράσταση που εκτυλίσσεται κρυφά και φανερά, θέλει να δώσει ανάσα σε ό,τι θεωρείται ζωή.


Φροσούλα Κολοσιάτου 


Επισκέψεις
Η ποίηση σ’ ένα παράθυρο με ξύλο φαγωμένο
Όπου στέκομαι για ν’ ανασαίνω φτερουγίσματα ρυθμού
Ακούω τις εικόνες και αγγίζω τα θροΐσματα.

Όταν σιγεί από μέσα η πλάση
Τα δέντρα περιορίζονται στα καθιερωμένα:
φιλοξενίες πουλιών, αποδέσμευση οξυγόνου, τα γνωστά.
Έκανα ένα έτσι να πιάσω το ποίημα απ΄την ιδέα
Αλλά έμεινα με φτερά στα δάχτυλα.

Αργά τη νύχτα, ότι είχα πλύνει σώμα και πιάτα
χτυπά η πόρτα και μπαίνει η κυρία αμίλητη
με τις άγριες ματάρες της υγρές
και κάθεται.

Είμαι πολύ κουρασμένη όμως
κι έτσι, αμίλητες και οι δύο τρώμε ό,τι έμεινε απ΄ το μεσημέρι.


Παρασκευή, 10 Μαΐου 2019

"Κατερίνα Γώγου – Μου μοιάζει ο άνθρωπος μ’ έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του" της Ευτυχίας Παναγιώτου (επιμ.)

Θα ήταν απλώς ένα τεκμηριωτικό βιβλίο για την ποίηση και τη ζωή της Κατερίνας Γώγου, ακριβώς 25 χρόνια μετά τον θάνατό της, αν δεν ήταν πολλά περισσότερα. Η ευφυέστατη επιλογή των συνεντεύξεων, που προσφέρουν τον φυσικό λόγο της ίδιας της Γώγου σε πρώτο πρόσωπο, δεν καταφέρνει να παρουσιάσει μόνο το έργο της από μια εκ των έσω σκοπιά, αλλά κατά κύριο λόγο την ίδια τη δημιουργό και τις διαφορετικές όψεις του χαρακτήρα της, όπως μάλιστα αλλάζουν μέσα στον χρόνο, καθώς η ίδια μεγαλώνει. Από αυτήν την άποψη, το βιβλίο αποκτά σχεδόν τον χαρακτήρα της αυτοβιογραφίας, παρ’ ότι αναπόφευκτα πρόκειται για μια αυτοβιογραφία περιορισμένης εμβέλειας, αφού ο χώρος που επιτρέπει μια συνέντευξη με αφορμή την εκάστοτε ποιητική συλλογή της είναι συγκεκριμένος – όσο κι αν ο χαρακτήρας και η αυθεντικότητα της Γώγου τον διευρύνουν και τον επεκτείνουν σημαντικά.

Η πρόκριση του συγκεκριμένου έναντι άλλου πιθανού υλικού δημιουργεί ένα καθεστώς σχεδόν μηδενικής παρείσδυσης (σχεδόν, επειδή πάντοτε υπάρχει το φίλτρο του δημοσιογράφου που κατευθύνει τη συνέντευξη) ανάμεσα στην ίδια και το σημερινό αναγνωστικό κοινό, με αποτέλεσμα η χρονική και η ψυχική απόσταση ουσιαστικά να εκμηδενίζονται και να μοιάζει σαν να έχουμε μπροστά μας τη Γώγου ολοζώντανη να μιλά με κείνο το ιδιαίτερο «λαχάνιασμα του επείγοντος», όπως γράφει η Παναγιώτου στον πρόλογο, καθώς πάντοτε ήθελε να προλάβει να μιλήσει, να αρθρώσει τις λέξεις που θα αποδομήσουν το κοινωνικοπολιτικό οικοδόμημα και θα φέρουν την επανάσταση, μια επανάσταση που η ίδια ένιωθε ως προσωπικό καθήκον.

Πέρα από τις αναπόφευκτες διακυμάνσεις του τόνου στις συνεντεύξεις (η Γώγου είναι άλλοτε εξομολογητική, άλλοτε πιο συγκρατημένη, άλλοτε ακραία αντικομφορμιστική, άλλοτε πιο ήρεμη) που εξαρτώνται προφανώς από τη συγκυρία, αλλά και από τον δημοσιογράφο που έχει απέναντί της, καθώς και από το δέσιμο που κτίζεται ανάμεσά τους – ή την απουσία του, ένα σημαντικό γνώρισμα των συνεντεύξεων είναι ότι η ποιητικότητα δεν απουσιάζει ποτέ από τα λεγόμενά της. Είτε μιλά για την τέχνη («Τέχνη σημαίνει έρωτας. (...) Έρωτας σημαίνει ν΄ αγαπήσεις παράφορα τον στραπατσαρισμένο εαυτό σου», 16.1.1982) είτε για τη ζωή («Δεν φαντάζομαι μια ζωή χωρίς το ποίημα, γιατί η ζωή είναι ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ», 26.3.1987) είτε για τη μουσική (στην ερώτηση «τι είναι μουσική για σένα» απαντά: «ΝΕΡΟ. Ή σαν ψιχάλες γλιστερές, σε χειμωνιάτικες ασφάλτους, ή μπόρες κάθαρσης, καλοκαιρινές, ή γάργαρες -αν μείνανε- πηγές, θάλασσες», 8.7.1991), ο λόγος της είναι ποτισμένος στην ποίηση ή περιστρέφεται γύρω της. Ήταν αυθεντική ποιήτρια.

Ωσόσο, η Γώγου δεν μιλά μόνο για την τέχνη, τη ζωή και τη μουσική στις συνεντεύξεις της. Δεν μιλά καν μόνο για την ποίηση. Μιλά κυρίως για την πολιτική, την κοινωνία και τον άνθρωπο. Γίνεται έτσι ο λόγος της επίκαιρος στο διηνεκές, γεγονός που εξηγεί την ολοένα επαναλαμβανόμενη μνεία του ονόματος και του έργου της στον σημερινό λόγο, δημόσιο και ιδιωτικό.

Στο συγκεκριμένο βιβλίο, η απόσυρση της Παναγιώτου, που είχε την επιμέλεια, από οποιαδήποτε προσωπική άποψη αφήνει τον καίριο χώρο ώστε να αναδυθεί με σαφήνεια η αίσθηση του ανθρώπου που ήταν η Γώγου. Η Παναγιώτου έχει περιορίσει την παρουσία της στο βιβλίο σε έναν ολιγόλογο πρόλογο και σε λιγοστές σημειώσεις με τα πολύ απαραίτητα διευκρινιστικά σχόλια στο τέλος του βιβλίου. Η προσεκτική φροντίδα της ωστόσο, η οποία εκτείνεται στην επιλογή του υποστηρικτικού υλικού, δηλαδή των εξωφύλλων των βιβλίων της Γώγου, των δημοσιευμένων της κείμενων (με εξαίρεση ένα σχετικά άγνωστο πεζό και ένα ποίημα που δημοσιεύθηκαν εκτός βιβλίων) και των φωτογραφιών των αντίστοιχων εφημερίδων ή των περιοδικών, επιτρέπει μια ματιά στα αισθητικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα, αλλά και την ανάδυση μιας πολύπλευρης αφήγησης όχι μόνο της ζωής και της ποίησης της Γώγου, αλλά και του μύθου που τελικά αποτελεί.

Τις συνεντεύξεις συμπληρώνει ένα τμήμα με αδημοσίευτες παραλλαγές ποιημάτων, ιδιόχειρες διορθώσεις κ.λπ. που επιτείνει την «επί των τύπων των ήλων» αίσθηση, η οποία διέπει ολόκληρο το βιβλίο. Ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στο σώμα ενός υλικού που δεν του επιτρέπει απλώς, τον ωθεί να διαμορφώσει ιδία άποψη και να συγκλονιστεί από την ανεμπόδιστη ειλικρίνεια – ωμότητα σχεδόν – με την οποία προσφέρεται. Εξαιρετική είναι επίσης η παράθεση της σύντομης ενότητας «Για τις συνεντεύξεις» που προσφέρει τα παραλειπόμενά τους μέσα από τη ματιά τριών δημοσιογράφων και με την οποία κλείνει το βιβλίο.

Για να επανέλθω στο υλικό των συνεντεύξεων καθεαυτό, αίσθηση προκαλεί η αποκήρυξη της πράξης της αυτοκτονίας από την ίδια τη Γώγου δύο φορές: την πρώτη στη συνέντευξη με ημερομηνία 11.9.1991 («Είμαι εναντίον των αυτοκτονιών») και τη δεύτερη σε κείνη που δημοσιεύθηκε μετά θάνατον, στις 13.12.1993 («Μ’ αγαπάνε πραγματικά οι άνθρωποι και δε γίνεται. Δεν μου επιτρέπουν ν’ αυτοκτονήσω»). Είναι κρίμα που γράφουμε τους επιλόγους της ζωής μας, αψηφώντας τους ίδιους μας τους εαυτούς: όπως είναι γνωστό, η Γώγου αυτοκτόνησε σε ηλικία 53 ετών και το πτώμα της αναγνωρίστηκε τρεις ολόκληρες μέρες αργότερα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στις "Αναγνώσεις" της εφημερίδας Αυγή, φύλλο της 24.2.2019 με τίτλο "Εκρήξεις αυτοκτονημένων αστεριών...".

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2019

Στη συμβολή των οδών Λογοτεχνίας και Επικοινωνίας

Δύο μεγάλες επιστημονικές αγάπες στη ζωή μου: η επικοινωνία και η λογοτεχνία. Πώς συνδέονται; Πώς συσχετίζονται; Σε ποιο βαθμό υπάρχει η μία μέσα στην άλλη και με ποιο τρόπο μπορούμε να εξετάσουμε τη μεταξύ τους σχέση; Ο προβληματισμός αυτός, αυτονόητος για κάποιον που «πατώντας σε δύο βάρκες» αναζητεί τον τρόπο να τις ενώσει έτσι ώστε να μην πέσει στη θάλασσα, μετουσιώθηκε σε τρεις ερωτήσεις οι οποίες καθοδήγησαν την έρευνα μου:

1. Ποιος βαθμός συνάφειας υπάρχει ανάμεσα στις θεωρίες; 
2. Είναι εφικτή η σύγκριση των δύο επιστημονικών πεδίων; 
3. Με ποιον τρόπο επιτυγχάνεται ο εμπλουτισμός τόσο της λογοτεχνικής θεωρίας όσο και της θεωρίας της επικοινωνίας μέσω της συστηματικής διερεύνησης της διαλεκτικής μεταξύ τους; 

Προσπάθειες συνδυασμού και επιμέρους ανάλυσης των δύο επιστημονικών πεδίων έχουν γίνει στο παρελθόν, ενδεικτικά αναφέρεται η διασταύρωση της δημοσιογραφίας και της λογοτεχνίας στη σύγχρονη αρθρογραφία γνώμης και η ανάλυση του αφηγηματικού λόγου στα δύο πεδία. Κανένας από αυτούς τους δρόμους όμως δεν ήταν ο δικός μου, κανένας δεν απαντούσε στα ερωτήματα που με απασχολούσαν με πειστικό τρόπο. Ποτέ δεν είχε επιχειρηθεί η απ’ ευθείας σύγκρισή των δύο πεδίων, η συστηματοποιημένη αναζήτηση των εννοιολογικών εργαλείων και των θεωρητικών μοντέλων του ενός πεδίου εντός των θεωριών του άλλου. Πράγμα παράξενο αν σκεφτούμε ότι η διεπιστημονικότητα έχει αναδειχθεί σε νέο μοντέλο εργασίας.

Η μεταπτυχιακή μου διατριβή

Διαπιστώνοντας αυτό το κενό, η μεταπτυχιακή διατριβή που εκπόνησα το 2018 προσπάθησε να συγκρίνει τη θεωρία της επικοινωνίας με τη θεωρία της λογοτεχνίας, ξεκινώντας από μία απλή παρατήρηση: και τα δύο πεδία βασίζονται στο ίδιο από αναλυτικό σχήμα το οποίο απλά εκφράζεται με διαφορετικούς όρους. Στο πεδίο της επικοινωνίας παίρνει τη μορφή:

πομπός -> μήνυμα -> δέκτης 

ενώ στο πεδίο της λογοτεχνίας εκφράζεται με τους όρους:

συγγραφέας -> λογοτεχνικό έργο -> αναγνώστης

Παράλληλα και τα δύο πεδία εμπεριέχουν αφηγήσεις.

Βέβαια οι ομοιότητες φαίνεται αρχικά να σταματούν εδώ: Η επικοινωνία ενδιαφέρεται για τα πραγματικά γεγονότα και τους τρόπους με τους οποίους μπορούν αυτά να αναπαρασταθούν σε μια αφήγηση, ενώ η λογοτεχνία εφορμάται από αυτά και θέτει σε κίνηση τη φαντασία για να δημιουργήσει κατασκευασμένους κόσμους, εξερευνώντας έτσι τα όρια του ανθρώπινου. Η θεωρία της επικοινωνίας αναζητεί όλους τους παράγοντες που συντελούν στη διαδικασία της επικοινωνίας, ενώ η θεωρία της λογοτεχνίας αναζητεί μόνο τον παράγοντα εκείνον που νοηματοδοτεί το λογοτεχνικό έργο. Η θεωρία της επικοινωνίας είναι συστηματική και πιο σχηματοποιημένη, καθώς ανά τις εποχές διάφοροι θεωρητικοί προσπάθησαν να αποτυπώσουν τη διαδικασία της μέσα από μοντέλα – σχήματα των τρόπων με τους οποίους αυτή λειτουργεί και πραγματώνεται· αντίθετα, η θεωρία της λογοτεχνίας είναι πιο χαοτική, καθώς δεν έχει γίνει επισταμένη προσπάθεια συστηματοποίησής της και η περιγραφή της είναι κατά κύριο λόγο καταγραφική.

Ωστόσο, η σύγκριση των δύο πεδίων έγινε και ήταν επιτυχημένη! Αποδείχθηκε ότι η Λογοτεχνία και η Επικοινωνία έχουν πολύ μεγάλη συνάφεια, τόση μάλιστα που η δυνατότητα εμπλουτισμού του ενός πεδίου από το άλλο είναι πολύ περιορισμένη και εξαντλείται στις ρωγμές των δύο θεωριών για τις οποίες δεν υπάρχει επικάλυψη. Η διαδικασία που ακολούθησα στη διατριβή μου θα δημοσιευθεί στα πρακτικά του 5ου Διεθνούς Συνεδρίου του ΙΑΚΕ με θέμα τη διεπιστημονικότητα, στο οποίο επίσης την παρουσίασα. Φλερτάρω επίσης με την ιδέα της έκδοσης ενός βιβλίου σχετικά...

Μερικές ακόμη σκέψεις

Ολοκληρώνοντας την αποτίμηση της ερευνητικής μου προσπάθειας, καταλήγω σε λίγες σκέψεις που θέλω να μοιραστώ: Πρώτον, το ταξίδι στην γνώση μέσω της έρευνας είναι μαγικό, η προσπάθεια είναι εργώδης, αλλά αξίζει τον κόπο. Δεύτερον, η διεπιστημονική έρευνα, η συστηματική σύνθεση δύο πεδίων με διαφορετικές λογικές είναι μία πορεία δύσκολη, αλλά εξαιρετικά αποδοτική. Τρίτον, η κατάλληλη μεθοδολογία επιτρέπει να διερευνήσουμε τα όρια ενός πεδίου (ή δύο, εν προκειμένω), αλλά και των αναλυτικών και συνθετικών ικανοτήτων του ίδιου μας του εαυτού. 

 «Η διατριβή, μεταπτυχιακή ή διδακτορική, δεν είναι κάτι που γράφεις, είναι κάτι που γίνεσαι. Ή είναι μία μετασχηματιστική εμπειρία του ερευνητή ή δεν είναι τίποτα», όπως μου είπε όταν τον πρωτογνώρισα ο επιβλέπων καθηγητής μου, κ. Αθ. Ν. Σαμαράς. Ευτυχώς, για μένα αποδείχθηκε το πρώτο από τα δύο: μια μετασχηματιστική (μεταμορφωτική, ουσιαστικά) εμπειρία.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

"Είπαμε ψέματα πολλά" του Θεοχάρη Παπαδόπουλου

Η συλλογή διηγημάτων του Θεοχάρη Παπαδόπουλου είναι νέα, ονομάζεται Είπαμε ψέματα πολλά και μας μιλά για αλήθειες… Μικρές συγκαλυμμένες αλήθειες που αιφνιδιαστικά αποκαλύπτονται στο τέλος κάθε διηγήματος.

Ο συγγραφέας παραθέτει μικρές ιστορίες, άλλοτε κοντινές στην πραγματικότητα κι άλλοτε φανταστικές. Σε πολύ σύντομες αφηγήσεις ολοκληρώνεται η πλοκή, σκιαγραφείται ο χαρακτήρας, αλλά κυρίως πλάθεται το μήνυμα που κατευθύνεται με ταχύτητα προς τον αναγνώστη. Έτσι χτίζεται ανάμεσα στο συγγραφέα και τον αναγνώστη μια αμφίδρομη μορφή επικοινωνίας. Ο πρώτος στέλνει ένα μήνυμα και ο δεύτερος το λαμβάνει και γελά, μειδιά ή νιώθει μιαν ελαφρά πικρία… Είπαμε ψέματα πολλά… Λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στο κωμικό και το δραματικό σε μια ευφάνταστη πικρή κωμωδία διεσπαρμένη σε μικρές ή πολύ μικρές ιστορίες.

Οι ήρωές του είναι πλασμένοι κατ’ εικόνα μας, τίποτα σπουδαίο, τίποτε ιδιαίτερο, άνθρωποι καθημερινοί με αδυναμίες και προβλήματα. Οι καταστάσεις στα μικρά αυτά διηγήματα συχνά αποδίδονται με σαρκαστική διάθεση. Η αστεία οπτική μοιάζει πολλές φορές να υπερτερεί -εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον- και μάλιστα ορισμένες φορές εκτείνεται και σε σουρεαλιστικά σκηνικά. Κάποια από τα διηγήματα είναι αμιγώς αστεία, καθώς μοιάζουν με κωμωδίες παρεξηγήσεων, όπως το «κηδειόσημο», άλλα όμως πίσω από τη φαιδρή εικόνα υποκρύπτουν κύματα εσωτερικής μελαγχολίας και συναισθηματικών αδιεξόδων. Κάποιες φορές μάλιστα ο σαρκασμός ξεδιπλώνεται αδυσώπητος για να καλύψει συναισθηματικά κενά, ατομικά ή δημιουργήματα μιας κατά κάποιο τρόπο στρεβλής εποχής.

Πίσω από κάθε ευτράπελη αντιμετώπιση κρύβεται η δύσκολη συμπόρευση του ανθρώπου με την εποχή του, η μαγνητική επενέργεια της σύγχρονης εποχής στον ψυχισμό του ανθρώπου, η τεχνολογική ευκαμψία και δυσκαμψία, η πικρή αλήθεια της ζωής μας που συχνά είναι γεμάτη λάθη, αστοχίες ή διαψεύσεις. Και όλα αυτά γίνονται πιο ορατά με το πέρασμα του χρόνου που πολλές φορές συμπαρασύρει μαζί του σαν ρεύμα δυνατό έρωτες και όνειρα και μοιάζει ο άνθρωπος στο μέσον της ζωής του να αναμετράται με τον ίδιο του τον εαυτό. Και πλάι στα δικά μας αδιέξοδα, άνθρωποι που περνούν πιο δύσκολη ζωή…

Το πρώτο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή είναι το «Είπαμε ψέματα πολλά». Η υπαινικτική διάθεση κάνει ευθύς εξαρχής αισθητή την παρουσία της, καθώς ο πρώτος ήρωας του βιβλίου, ο ίδιος ο γεννήτορας των ιστοριών, έρχεται πανηγυρικά στον κόσμο τούτο, έπειτα από ένα παραληρηματικό προγεννητικό ταξίδι μέσα σε ένα αβγό, στο βάθος μιας μεγάλης πολιτείας. «Με γέννησαν! Δεν θα ΄πρεπε πρώτα να με ρωτήσουν; Τι αγένεια κι αυτή. Μάλλον κάτι ήθελαν να κερδίσουν με τη γέννησή μου, αλλά αυτό θα το μάθουμε ίσως, σε μια επόμενη αληθινή ιστορία…».

Και οι αληθινές ιστορίες ξεκινούν, χωρίς να συνδέονται μεταξύ τους, καθ΄ όλα αυτόνομες, ιστορίες διαφορετικών ανθρώπων που αναδεικνύουν τις δικές τους αλήθειες.

Το διήγημα «η εποχή των κλειδάριθμων» αποδίδει πιστά την εποχή μας, μια εποχή που προσφέρει απλόχερα παροχές, διευκολύνσεις, υπεραπλουστεύσεις και ατελείωτες άλλες δυνατότητες μέσα από την τεχνολογική εξέλιξη, με μόνο αντάλλαγμα την ελάχιστη γνώση και τη σωστή χρήση του κλειδαρίθμου. Σαφείς υπαινιγμοί στην αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου, στη μόνιμα εξαρτημένη σχέση που αναπτύσσει με την τεχνολογία, στην απομάκρυνση από το φυσικό περιβάλλον, τη φυσική ζωή, τους κανονικούς ανθρώπους. «Πληκτρολόγησα τον κλειδάριθμο και το αμάξι ξεκίνησε. Με την αυτόματη επιλογή ταχυτήτων έφτασα στο σπίτι στα γρήγορα. Στην πόρτα του σπιτιού μου, πληκτρολόγησα τον κλειδάριθμο και η πόρτα άνοιξε. Μπήκα στο σπίτι και λίγο αργότερα πληκτρολόγησα τον κλειδάριθμο για την τηλεόραση».

Στο διήγημα «Ιστορική μαρτυρία», που αναφέρεται σε μια ιστορία μυρμηγκιών, με μια πρωτότυπη αλλαγή οπτικής, μέσα από μια αλληγορία που θυμίζει παραμύθι, ο κόσμος αντιμετωπίζεται από την πλευρά του μικροσκοπικού, όπου ο αδύναμος έρχεται αντιμέτωπος με την πλευρά των δυνατών και θραύεται ανεπανόρθωτα, καταστρέφεται, χωρίς τίποτα να διασαλεύεται στην τάξη των πραγμάτων. «Πριν από μερικούς μήνες όλα πήγαιναν καλά. Ζούσαμε σε ένα χωριό, στην αυλή ενός σπιτιού γιγάντων. Συγκεκριμένα, είχαμε το σπίτι μας στη ρίζα ενός πλατάνου. Όλο το καλοκαίρι μεταφέραμε τροφή για να μην πεινάσουμε τον χειμώνα…».

Εξαιρετικά σύντομη και πολύ ενδιαφέρουσα «Η ανηφόρα μιας ζωής», όπου η πορεία της ζωής του Άχμετ από το Πακιστάν σμίγει με τη ζωή της Γκρέτας από την Αλβανία, και μέσα σε δυο σελίδες μόνο αναδεικνύεται ένα τεράστιο πρόβλημα του κόσμου τούτου, πως τίποτα δεν είναι αυτονόητο για όλους, καθώς υπάρχουν άνθρωποι πολλοί που παλεύουν για πράγματα που για άλλους είναι δεδομένα και στην ελληνική πραγματικότητα πλέον έχουν ενταχθεί και άλλοι άνθρωποι με πολύ πιο περίπλοκα προβλήματα. «Πέρασαν δυο μήνες και ήρθε η μέρα να πληρωθεί. Το αφεντικό του έδωσε τα μισά. –Αυτά και βλέπουμε, του είπε. Δεν πάνε καλά οι δουλειές. –Μα αφεντικό, εγκώ έχει ντουλέψει πολύ, τόλμησε να πει αυτός. –Αν δεν σ’ αρέσει, φύγε. Μήπως υπογράψαμε συμβόλαιο;».

Και κάποιες στιγμές στις ιστορίες διεισδύει γλυκά-γλυκά η νοσταλγία, όπως στο διήγημα « Μια βόλτα στον Πειραιά», ιδιαίτερα στο σημείο που ο υπερήλικας ήρωας επισκέπτεται γνώριμα μέρη από παλιά που έχει χρόνια να τα επισκεφτεί, με το βάρος των χρόνων στην πλάτη του να τον κάνει περισσότερο ευσυγκίνητο. «Είχε αποκοιμηθεί μέσα στον σταθμό του Πειραιά. Βγήκε από τον σταθμό, αντίκρισε ένα καράβι που σφύριζε. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του κι εκείνος κίνησε με βήμα αργό προς την Κρεμμυδαρού».

Ήρωες με ατέλειες, σκηνικά φανταστικά, ευτράπελα ή πικρά, σε μια εποχή που κινείται ταχύτατα τεχνολογικά για να εξυπηρετήσει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος, πάλι, έρχεται αντιμέτωπος με όλες αυτές τις ευκολίες και εξυπηρετήσεις που γίνονται για χάρη του –επιτέλους όχι άλλες διευκολύνσεις- και πολλές φορές τον φέρνουν σε δύσκολη θέση. Μία επίπεδη εποχή που κάτι προσφέρει, κάτι παίρνει ως αντάλλαγμα. Μια εποχή όπου τα προβλήματα συμπορεύονται με ανέσεις, επιθέσεις, διαθέσεις… Και ο χρόνος να κυλά από την παιδική ηλικία, στη μέση, στα γηρατειά. Μωσαϊκό εποχής, με εναλλαγές ηλικιών, με ποικιλία συναισθημάτων και προβλημάτων… Ο κόσμος που κινούνται τα ψέματα και οι αλήθειες της εποχής μας!

Ήλια Λούτα