Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

Τρία βιβλία του εξαιρετικού Ιταλού συγγραφέα Erri de Luca

Τη γραφή του Erri de Luca την πρωτογνώρισα πέρυσι, γύρω στο Πάσχα, από έναν συνάδελφο. Είχε εκδοθεί τότε Το βάρος της πεταλούδας του από τον μικρό εκδοτικό οίκο Κέλευθος, από τον οποίο κυκλοφορούν και τα υπόλοιπα βιβλία του. Τότε, δεν είχα διαβάσει τίποτε απ’ όσα είχαν γραφτεί για Το βάρος της πεταλούδας, όταν όμως το είδα στο βιβλιοπωλείο αποφάσισα να το πάρω εξαιτίας του μικρού του σχήματος. Ήταν τέλειο για να το έχω μέσα στην τσάντα μου και να το διαβάζω στο μετρό.

Λίγο αφότου ξεκίνησα να διαβάζω Το βάρος της πεταλούδας κατάλαβα ότι το βιβλίο είχε πολλά περισσότερα από το βολικό του σχήμα να προσφέρει. Ο de Luca γράφει από την καρδιά του και στοχεύει στην καρδιά του αναγνώστη, καταφέρνοντας να δημιουργήσει στην απόσταση ανάμεσα στις δύο μια όμορφη αχλύ που μαγεύει. Αχλύ είναι η σωστή λέξη, γιατί η ατμόσφαιρα στα γραπτά του είναι ονειρική:
Είχε χωθεί κάτω από ένα πεύκο την πρώτη φορά, για να μην τον μυριστεί ένας άνθρωπος εκεί κοντά. Όταν εκείνος προσπέρασε, ξεσκάλισε κάμποσες πέτρες με τα πόδια και σκάρωσε ένα καλό απάγκιο. Κάτω από ένα σκέπαστρο πλεγμένο με κλαδιά σήκωνε το μουσούδι τη νύχτα ψηλά στον ουρανό – μια κατολίσθηση από φωταγωγημένα λιθαράκια. Με μάτια ορθάνοιχτα και αχνιστή ανάσα, στύλωνε το βλέμμα στους αστερισμούς, όπου οι άνθρωποι λαθεμένα βλέπουν μορφές ζώων, τον αετό, την αρκούδα, τον σκορπιό, τον ταύρο.Αυτός έβλεπε τα θραύσματα που είχαν ξεκολλήσει από τους κεραυνούς, και τις χιονονιφάδες πάνω στο μαύρο τρίχωμα της μάνας του, τη μέρα που έφυγε μακριά μαζί με την αδελφή του, μακριά από το σκοτωμένο σώμα της.Το καλοκαίρι τ’ αστέρια έπεφταν θρύψαλα, φλέγονταν κατά την πτήση τους κι έσβηναν στα λιβάδια. Τότε πήγαινε σ’ εκείνα που είχαν πέσει κοντά, για να τα γλείψει. Ο βασιλιάς γευόταν το αλάτι των αστεριών.
Το αγριόγιδο στο απόσπασμα κοιτάζει τα άστρα ακριβώς όπως ένας άνθρωπος... Ολόκληρο το διήγημα είναι μια σπουδή πάνω στη φύση του ζώου και του ανθρώπου και τα στοιχεία του καθενός που παρεισδύουν μέσα στον άλλο. Είναι επίσης μια σπουδή πάνω στη δύναμη και την αντοχή, την υπερηφάνεια και την τιμή, αλλά και τη φθορά που φέρνουν ο χρόνος και τη μοναξιά. Η δράση παρουσιάζεται αργά, καρέ-καρέ, η προσοχή στρέφεται στη λεπτομέρεια και η λεπτομέρεια οξύνει περαιτέρω την ήδη οξύτατη ευαισθησία του συγγραφέα.

Εντέλει, ο επίλογος του ανταγωνισμού ανάμεσα στον βασιλιά αγριόγιδο και στον κυνηγό, ο οποίος είχε οιονεί θέση βασιλιά στο βουνό από την πλευρά των ανθρώπων, γράφεται από κάτι ασήμαντο: το βάρος μιας λευκής πεταλούδας που στέκεται μια στιγμή στο αριστερό κέρατο του αγριόγιδου. Διόλου παράξενο: σύμφωνα με τη θεωρία του χάους, η κίνηση των φτερών μιας πεταλούδας που πετάει στη Βραζιλία μπορεί να προκαλέσει ανεμοστρόβιλο στο Τέξας...

Το βιβλίο συμπληρώνει ένα δεύτερο, πολύ μικρότερο, διήγημα, με τίτλο «Επίσκεψη σ’ ένα δέντρο» που επιτρέπει την αποφόρτιση από την ένταση του πρώτου. Σε αυτό, ο συγγραφέας στοχάζεται για τη φύση και την αντοχή των απομονωμένων δέντρων:
Όταν το σύννεφο πυκνώνει μολυβί, όταν μπερδεύεται αναμαλλιασμένο γύρω από το βουνό, ένα ρεύμα σαν ανατριχίλα περνάει στην επιφάνεια. Ο αναρριχητής, αν βρίσκεται εκεί, το αισθάνεται να σέρνεται πάνω του, χαϊδεύοντάς το σαν το μουσκεμένο βαμβάκι που τρίβει την επιδερμίδα πριν από την ένεση. Κι αφού ο ουρανός τριφτεί πάνω στη γη, ακολουθεί ο κεραυνός.Η κέμβρη γνωρίζει την ταραχή που της φωτίζει με μια άλω τα κλαδιά. Εκείνη τη στιγμή παύει ν’ ανασαίνει, ν’ αφήνει τους οπούς ν’ ανεβαίνουν πάνω: χαμηλώνει τις βελόνες της και προσμένει. Τυχαίνει το σύννεφο να μετακινηθεί και να ξεθυμάνει αλλού τον πυρετό του. Η έκρηξη πάνω σε άλλα βράχια ειδοποιεί πως μπορεί να ξαναπάρει ανάσα.
Η φύση είναι και πάλι στον πυρήνα, το ίδιο και η ευαισθησία του συγγραφέα που του επιτρέπει να αφουγκράζεται όλα όσα δεν μιλούν και τα ακούει να μιλάνε.

Το δεύτερο βιβλίο του Erri de Luca που διάβασα είναι το Είσαι δικός μου, εσύ. Η ιστορία που αφηγείται αφορά, σε πρώτη ανάγνωση, τον έρωτα ενός έφηβου για μια λίγο μεγαλύτερή του κοπέλα. Σε δεύτερη ανάγνωση όμως, υπάρχει ένα έντονα μεταφυσικό στοιχείο: ο νεαρός δεν είναι ο εαυτός του, κατοικείται προσωρινά από το πνεύμα του πεθαμένου πατέρα της κοπέλας που επιθυμεί να ξαναδεί και να ξαναγγίξει την κόρη του. Τα αισθήματα είναι και των δύο. Ή μήπως είναι η αγάπη και η νοσταλγία της κόρης που θέλει να ξανανιώσει κοντά της τον νεκρό της πατέρα από τη μία και από την άλλη ο εφηβικός έρωτας που ζητά να εκπληρώσει την επιθυμία της αγαπημένης;
Μου τραβούσε το χέρι, ήθελε να τρέξει μες στο πλήθος. Εγώ έκανα πως κουτσαίνω, βαριανάσαινα και σκούπιζα το μέτωπό μου με την παλάμη του δεξιού χεριού, απ’ τα μηνίγγια μου ως πίσω στον λαιμό. Κάποια στιγμή εκείνη κούνησε το κεφάλι και μου επίπε στο αυτί: «Τάτε, ξέρω πως είσαι εδώ, δε χρειάζεται να κάνεις τίποτ’ άλλο».Μου ήρθε να γελάσω μ’ εκείνο το παιχνίδι της μαζί μου κι απ’ το λαρύγγι μου βγήκε ένα γέλιο που δεν το ‘χα ξανακούσει. Ήταν ζεστό, αργό, διακεκομμένο. Το ένιωσα μέσα μου πηχτό, γεμάτο τρυφερότητα για τη δική μου Χάιλε, στη μέση της γιορτής. Με άκουσε που γελούσα κι ακούμπησε αστραπιαία το κεφάλι της στον ώμο μου.
Η ανθρώπινη συνθήκη πολλές φορές παίρνει απρόσμενους δρόμους και τότε κανείς δεν ξέρει πόσο και πώς μπορεί να την αλλάξει η βαθιά επιθυμία. Μέσα από το παράδοξο της ιστορίας που αφηγείται, αναδύεται ανάγλυφα το βάθος του πένθους και της απώλειας, της νοσταλγίας και του θρήνου που ορισμένες φορές εκφράζεται μέσα από τη χαρά.

Το τρίτο βιβλίο του Erri de Luca, την ανάγνωση του οποίου ολοκλήρωσα μόλις πριν λίγες μέρες, είναι Η ιστορία της Ειρήνης. Περιέχει κι αυτό δύο διηγήματα: το πρώτο, ομότιτλο του βιβλίου, είναι η ιστορία μιας κωφάλαλης κοπέλας που μιλά με τα δελφίνια και ζει τη μισή μέρα μαζί τους, χωρίς να το υποψιάζεται κανείς. Η αφήγηση είναι εκπληκτική και ανακαλεί αυτή τη βαθιά επιθυμία να μπορούσαμε κι εμείς να καταλαβαίναμε τα ζώα, να ζούσαμε με τον δικό τους, βαθιά διαισθητικό, τρόπο, να ήμασταν ένα με τη φύση:
Ξέρεις πως τα δελφίνια κλαίνε; Όχι, ξέρω πως τα δάκρυα πάνε μαζί με τις απώλειες και σπάνια με τις χαρές.

Αποδιώχνω τη σκέψη, αλλά ξαναβλέπω τα δάκρυα της γιαγιάς που πέφτουν χωρίς ούτ’ ένα λυγμό πάνω στο γιο της και κυλάνε ανώφελα πάνω του. Είναι σωστότερα τα δάκρυα των δελφινιών γιατί παραμένουν στη θάλασσα. Έχεις δίκιο, Ειρήνη, στη στεριά πέφτουν πάνω στα χέρια, στο πάτωμα, ή μέσα στον κινηματογράφο.

Γυρίζω προς το μέρος της και βλέπω για πρώτη φορά ένα ορφανό κοριτσάκι στη στεριά που αναγκάστηκε ν’ αναζητήσει στ’ ανοιχτά, μέσα στη θάλασσα, τη στοργή και την οικογένεια. Η στεριά ήταν μητριά γι’ αυτήν, ενώ η θάλασσα την αγκαλιάζει και τη χαϊδεύει.

Η Ειρήνη, που με ταράζει όταν με κοιτάζει καταπρόσωπο, κάνει τα μάτια μου να υγραίνονται. Και μένω ασάλευτος, χωρίς ν’ ανοίγω τα λιπόσαρκα χέρια μου να την αγκαλιάσω.Έτσι κυλάνε απ’ τα μάτια μου δυο δάκρυα. Εκείνη τα μαζεύει αμέσως και τα βάζει στο στόμα της. Είναι καλά, λέει.
Νομίζω ότι, για τον Erri de Luca, η ζωή είναι όπως η Ειρήνη. Ακατανόητη για τους πολλούς, με βαθιά ενσυναίσθηση, υπομονή και αντοχή για όσα προκαλεί και αγκαλιάζει, αλλά και έντονα γοητευτική, καθώς περιέχει μια διάσταση άρρητη και κρυφή, που όμως καθορίζει τον άνθρωπο.

Το βιβλίο συμπληρώνει μια άλλη μικρή ιστορία, που έχει τίτλο «Ένα πολύ χαζό πράγμα». Σε αυτήν ο συγγραφέας διηγείται τις τελευταίες μέρες ενός γέρου που είχε πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και πλέον ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα με τα παιδιά και τον εγγονό του. Η δυσφορία της συγκατοίκησης, αλλά και η λαχτάρα του γέρου για μια λιγοστή στιγμή ευτυχίας προτού μπορέσει να κλείσει τα μάτια του, περιγράφονται με χειρουργική ακρίβεια στο ολιγοσέλιδο διήγημα:
Ένας ποιητής έγραψε: "Υπάρχει ανταγωνισμός στο χάος, ένα πολύ χαζό πράγμα". Κάθε άλλο: η μάχη για την επιβίωση, από την κούρσα των σπερματοζωαρίων μέχρι την περιπετειώδη διάσωση από ένα ναυάγιο, ήταν φυγή, λύσσα, αγωνία, τύχη και κάτι παραπάνω, αλλά χαζή όχι. Στο σιδερένιο κουτί του εγγλέζικου πλοίου είχε μακαρίσει εκείνο το παρεξηγημένο πολύ χαζό πράγμα, τη ζωή στην καθαρή της υπόσταση.
Γι' αυτήν ακριβώς τη ζωή στην καθαρή της υπόσταση μιλάει στα βιβλία του ο de Luca, επιλέγοντας να την κοιτάξει μέσα από την περισσότερο αθέατη, και γι' αυτό ακριβή και πολύτιμη, οπτική γωνία, ξανασυστήνοντάς μας έτσι τον κόσμο.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Διαβάστε και το κείμενο της μεταφράστριας των δύο πρώτων βιβλίων, Άννας Παπασταύρου, για τον συγγραφέα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου