Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

"Ο δύτης" του Μίνωα Ευσταθιάδη


"Όλοι φοράνε τις μάσκες τους, το φως υποχωρεί. Όλοι εκτός από έναν, που πάντα παραμένει αθέατος. Οι εντολές ακούγονται ξεκάθαρα, για λίγο στέκονται απολύτως ακίνητοι. Κάποιος θα νόμιζε ότι προσεύχονται. Κι όμως".

*

Ο Δύτης είναι θεωρητικά ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα μπορούσε αυτή η φράση να ξεκινούσε το κείμενό μου και να ήταν σωστή. Αλλά θα ήταν ταυτοχρόνως και απολύτως λάθος. Ο συνήθως λαλίστατος φίλος, που μου πρότεινε το βιβλίο, μου είπε απλά «διάβασέ το». Πιστεύοντας λοιπόν -η ανυποψίαστη- την περιγραφή του οπισθόφυλλου, ξεκίνησα ανέμελα να το διαβάζω. 

Το κλασικό μοντέλο του ντετέκτιβ ήσσονος σημασίας υποθέσεων με το μπλαζέ όνομα Κρις Πάπας ανταποκρίνεται απόλυτα στο σκηνικό νουάρ όπου τον έχει τοποθετήσει ο συγγραφέας - τόσο που στο τέλος του βιβλίου συνειδητοποιείς ότι το φως της ημέρας δεν άγγιξε καμία του σελίδα. Η εναλλαγή εικόνων μεταξύ Αμβούργου και Αιγίου και μεταξύ παρελθόντος και παρόντος είναι συνεχής και η δεξιοτεχνία με την οποία χειρίζεται τα ασύνδετα φαινομενικά κομμάτια του παζλ ο συγγραφέας, κλιμακώνοντας με αυτό τον τρόπο την ένταση του κειμένου, εξαιρετική. 

Διαδοχικές αυτοκτονίες και ανεξήγητοι θάνατοι, αλλόκοτα περιστατικά, ζωές που έχουν φτάσει στο όριο της διαστροφής συνθέτουν την πλοκή και σε κάνουν να  νομίζεις ότι -εντάξει- θα καταλήξει κλασικά, όπως όλα αυτού του είδους τα αστυνομικά μυθιστορήματα, και εσύ θα έχεις περάσει καλά με αυτό το βιβλίο πριν περάσεις στο επόμενο. Όμως τελικά δεν είναι έτσι, γιατί κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι όλο αυτό το σκηνικό ήταν απλά το όχημα. Το όχημα που θα σε οδηγήσει στις τελευταίες 20 περίπου σελίδες, όπου τα πάντα μετατρέπονται σε κάτι άλλο, σε αυτό το άλλο που πιθανότατα δεν θα σε αφήσει να κοιμηθείς ήσυχα για τουλάχιστον δύο νύχτες αφού τελειώσει το βιβλίο. Δεν υπάρχει τίποτα που να  σε προετοιμάζει για αυτό, εκτός ίσως από τον τίτλο και το εξώφυλλο που, έχοντας ξεπεράσει την ανάγνωση των δύο τρίτων του βιβλίου, ακόμα ψάχνεις να βρεις πού κολλάνε. 

Και το βρίσκεις τελικά ή μάλλον σε βρίσκει αυτό σε εκείνες τις λίγες τελευταίες σελίδες που, όταν τελειώσεις την ανάγνωσή τουςσυνειδητοποιείς ότι τελικά η κόλαση είναι κάτι που εφηύραμε, γιατί μας είναι αδύνατον να πιστέψουμε ότι η χειρότερη κόλαση είμαστε εμείς οι ίδιοι. Μας λένε συνεχώς και με βεβαιότητα ότι το φως νικά πάντα το σκοτάδι. Δυστυχώς, ορισμένες φορές υπάρχουν στο ανθρώπινο μυαλό και την ψυχή κάτι μαύρες τρύπες που απορροφούν οτιδήποτε φωτεινό και οδηγούν σε πράξεις που πολύ θα θέλαμε να ήταν αποκύημα της διεστραμμένης φαντασίας ενός συγγραφέα, αλλά τελικά διαπιστώνουμε ότι είναι απλά η καταγραφή μίας πραγματικότητας.


Μαρία Γενιτσαρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου