Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

"Βιογραφικό σημείωμα" της Ευσέβειας Χατζηχαραλάμπους


Τα συναισθήματα μεταγγίζονται όπως το αίμα, οι χαμένες πατρίδες κληρονομούνται μαζί με τα χαρακτηριστικά και οι αγαπημένοι νεκροί ζωντανεύουν στην ποίηση της Ευσέβειας Χατζηχαραλάμπους, όπως στα όνειρα. Οι λέξεις της είναι φτιαγμένες με σκηνές και κομμάτια υφάσματος από την παιδική ηλικία, έχουν τη γεύση από ψωμί βουτηγμένο στο γάλα, την πληρότητα ενός συναισθήματος αγάπης που ταξιδεύει μέσα από τους διαύλους του χρόνου για να συναντήσει τους αγαπημένους που έφυγαν.  Η ποίησή της, ιχνηλατεί τα μονοπάτια της μνήμης, γίνεται ο ξανακερδισμένος χρόνος. 
Της γιαγιάς η ανάσα/με χάιδεψε στο μέτωπο/ πετάρισμα μικρού πουλιού/ αμέτρητες ώρες ταξίδεψε/ μπαίνοντας και βγαίνοντας/ ανάστροφα/ στο ποτάμι του χρόνου/ - άλλα σου είχα τάξει/ το ξέρω/ γιαγιά μου.

Η ποίησή της μιλάει για μια χαμένη πατρίδα που εκείνη γνώρισε και αγάπησε μέσα από τις φράσεις του παππού, τη διένυσε μέσα από τις σιωπές, το βλέμμα που απέστρεφε, τη συνοφρύωση της γιαγιάς, το κλάμα της
Ξεκινήσαμε από πολύ μακριά/ ο τόπος μας ήταν άλλος/ τον περπάτησα με δέος/ πάνω στις φράσεις του παππού/ δεν ήταν αυτή η πατρίδα μας/ μακρινές θολές εικόνες/ διάνυσα ακροπατώντας/ τις σιωπές το βλέμμα που απέστρεφε/ τη συνοφρύωση της γιαγιάς/ το κλάμα της/ -ούτε κι αυτό δεν μπορούσε να/ ευχαριστηθεί απαρατήρητη-/ κάναμε το αντίστροφο ταξίδι/ η ανάγκη/ δεν ήταν ανάγκη για ψωμί/ ήταν ανάγκη για αγάπη/ γι’ αυτό μένει/ αλύτρωτη/ μας ενώνει/ -όχι η πατρίδα/.

Είναι ο τρόπος που επιλέγει να μιλήσει για τις χαμένες πατρίδες, καταθέτοντας την προσωπική της εμπειρία για ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικοκοινωνικά ζητήματα της εποχής μας. Σκιαγραφεί έτσι με ευαισθησία και αμεσότητα τον πόνο του ξεριζωμού, τους καημούς και τις ελπίδες των ανθρώπων της προσφυγιάς στις μέρες μας, ενώνει τη φωνή της με τη δική τους φωνή. Μιλάει για εκείνο το δάκρυ που σέρνει πίσω της, για χρόνους και καιρούς, απαρηγόρητο:
…Δεν ξέρω τι να κάνω/ μ΄αυτό το δάκρυ/ το σέρνω πίσω μου χρόνους καιρούς/ δε λιγοστεύει -σκυλί σκέτο/
 τρέμω φοβάμαι/ γίνομαι όλη ένα τόξο/
οι τόποι που αγάπησα είναι μακρυά/ κάθομαι εδώ περιμένοντας/όσα δεν έρχονται/ ενώ οι απώλειες γίνονται/ -ξανά-/ ποτάμι/

Η χαμένη πατρίδα εξιδανικεύεται, είναι ο χαμένος παράδεισος, ένας καλύτερος κόσμος που χάθηκε ανεπιστρεπτί.
 …(τα μαγικά χαλιά που φτιάχναμε στον τόπο μας παππού στάχτες έγιναν, μάθαμε να χάνουμε και δυστυχώς αυτός ο κατήφορος δε σταματά πουθενά/ κι όλα τα ονόματα/ που άφησες/ ποιος μπορεί/ να τ΄αναστήσει ξανά;)…
Λέξεις κατακλύζουν τα όνειρά της, θραύσματα παλιών συζητήσεων, επιζητούν τη συνέχεια του χρόνου, διεκδικούν ένα χώρο για να υπάρξουν.
…Θα έπρεπε να απομακρύνω/όλες αυτές τις λέξεις/ από το προσκεφάλι μου/ όταν αποκοιμιέμαι/το σούρσιμό τους/ οι απόπειρες ν’ αλλάξουν θέσεις/ οι μπερδεμένες συλλαβές/ ήχοι πρωτόγνωροι και κρυφοί/ μου ταράζουν/ τον ύπνο/ μου κλέβουν/ τον λιγοστό ειρμό/…

Η ποίησή της στρώνει με τις λέξεις της το δρόμο, γίνεται το ιδανικό σύμπαν, όπου συζητήσεις ανολοκλήρωτες και λέξεις μισές μπορούν να ξαναβρούν το νόημά τους, να συνεχιστούν, ονόματα τόπων να μνημονευτούν. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη από τις τρεις ενότητες της ποιητικής συλλογής της έχει τον τίτλο «Ο δρόμος με τις λέξεις». …Οι λέξεις δεν υποχωρούν/ παραδίνομαι/ σ΄ένα στρόβιλο που δεν ελέγχω/ έρχονται από παντού/ άλλες μ’ αγκαλιάζουν/ άλλες με χτυπούν/ παραγγέλνουν:
-Παϊπαάν
-Έμρη Μαχαλεσί
-Εγιρδίρ
-Ερζερούμ
…Σμήνη ψυχών/ με περιβάλλουν/ επικαλούμαι την προστασία τους/ ο παλιός ο νέος ο άδικος πόνος τους/ ζητά/ αγάπη και μνήμη/
Ο παράλογος ο τρομερός/ ο αδυσώπητος/ χωρίς γυρισμό/ κι ανώφελος/ δρόμος/ προς το χάος/ απλώνεται μπροστά/ απαράλλακτος…

Στην ποίηση της Ε. Χατζηχαραλάμπους, η συλλογική απώλεια εμπλέκεται με την προσωπική απώλεια, πρώτα ενός παιδικού φίλου που η ποιήτρια αποκαλεί Αγαμέμνονα και μετά της μητέρας. Οι επικλήσεις της στον παλιό της φίλο αποζητούν μια ζωή από την αρχή και ίσως ένα νέο  ξεκίνημα του κόσμου. Οι λέξεις της χορεύουν χορό πυρρίχιο για την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο κενό και το θάνατο.
Μικροσκοπικά μηδενικά/ στη σειρά/ η χρονομέτρηση του μηδενός/ αφασική/ μηδέν και μηδέν/ μηδέν επί μηδέν/ όλα ένα άδειος κύκλος/ περιστρεφόμενη ρόδα/ σελήνη/ το άρθρο του αρσενικού/
Επιστροφή στο πρώτο/ανάμεσα σε όλα τα μηδέν/ -τότε που άγριες νεαρές λέξεις/ διεκδικούσαν την ύπαρξή τους/ κι εγώ τις άφησα/ να κείνται εκεί/… Και τα μικρά μηδενικά/ πιασμένα το ένα απ’ το άλλο/ σε πυρρίχιους/ του τίποτα…

Στην τελευταία ενότητα αποκαλύπτεται το μυστικό που την πονάει και πυροδοτεί το ονειρικό ποιητικό της ταξίδι. Η μητέρα μπαίνει στον κύκλο... Θαρρείς ότι όλες οι προηγούμενες λέξεις στήνουν το σκηνικό για να υποδεχθούν και να αποτίσουν φόρο τιμής σε αυτήν την τελευταία μεγάλη απώλεια, νωπή ακόμα πληγή… Έτσι έφυγες/ σκαρφαλώνοντας σε μια κινούμενη καμπύλη/ που λίγο λίγο/ έκλεισε…Τώρα πετάς/ κι είναι όλος ο αέρας/ δικός σου/ με τα χέρια ανοιχτά/ τη δική μου σπάνια φωλιά/ αγκαλιάζεις τ΄αστέρια/ ταξιδεύεις τώρα επιτέλους ελεύθερη/ όπως πάντα τόσο ήθελες/ μητέρα.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

1.
Στη θάλασσα
κρύβεται
ο Θεός

μα εγώ
είμαι
στις λέξεις
κλειδωμένη

2.
μέσα στη θάλασσα
κρύβεται ο Θεός
αυτός που
μολονότι αγαθός και σοφός
δεν έχει τη δύναμη
να σου παράσχει
θαύματα

ίσα ίσα
στη θάλασσα
κρύβεται ο Θεός
που από σένα ζητά
τα θαύματα:
να κάνεις το νερό κρασί
να αναστήσεις
ό,τι νεκρό βρίσκεται
μέσα σου
να πάρεις το κρεβάτι σου στον ώμο
και να περπατήσεις
πάνω στο κύμα

3.
μέσα στη θάλασσα
κρύβεται ο Θεός
και τραγουδά
το ανήκουστο τραγούδι του

το νερό μεταφέρει
 τον ρυθμό της καρδιάς Του
το αλάτι
εισχωρεί
στη μυστική σου πληγή

χορεύεις πονώντας
συλλαβίζεις τραγουδιστά
κι ύστερα δεν υπάρχεις πια

4.
μέσα στη θάλασσα
κρύβεται ο Θεός
κρυώνει
φλέγεται
αγκαλιάζει το φεγγάρι
τη νύχτα
λικνίζεται
στο απύθμενο απείκασμά της

5.
στην ατέλειωτη αγωνία
κρύβεται ο Θεός
στο ξαφνικό τίναγμα
του ποδιού
τη νύχτα
στο θολό σου βλέμμα
τρεις τα ξημερώματα
στο διπλωμένο απ’ τον πόνο
κορμί
στην προσπάθεια να σταθείς αξιοπρεπώς
-μα τι νόμιζες;
σε κάθε κουβέντα
που αλλιώς ειπώθηκε
αλλιώς ακούστηκε
αλλιώς ξεχάστηκε
στο κενό που
θα αφήσουμε

την όμορφη στιγμή
της συνάντησης
τίποτα δεν λένε οι λέξεις
ο Θεός κρύβεται
σε ό,τι δεν είναι λέξεις
ένας τυφώνας είναι
που σε αναστρέφει
καθώς σε μαθαίνει και σε ξεμαθαίνει
πώς να είσαι και πώς
να μην είσαι

και καθώς του απλώνεις το χέρι
βρέχεσαι
ο Θεός
κρύβεται στη θάλασσα

ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Ο Αγαμέμνων
Στριμώχτηκε στο παιδικό του ποδήλατο
Άνοιξε τα χέρια –αγκαλιά επικίνδυνη-
Και ξεχύθηκε

κοιτώ με θλίψη
την απόσταση
που πήραν
όσα αγαπήσαμε
Αγαμέμνονα

Οι πληγές σου έχουν κάτι οικείο
κάτι αποτρόπαιο
 και κάτι παιδικό
αυτοσχεδιάζω τους αίνους
τους αφήνω να πετάξουν  ψηλά
ανοιγοκλείνοντας
τα χάρτινα φτερά τους
ανάλαφρα όπως
τα παραμύθια που κάποτε φτιάξαμε
και πιστέψαμε τυφλά


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου