Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Η πρώιμη ποίηση της Χάννα Άρεντ (Hannah Arendt)

Hannah Arendt

Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατο της Χάννα Άρεντ (1906-1975) ανακαλύψαμε κάποιες πλευρές της που δεν γνωρίζαμε. Σε γενικές γραμμές, γνωρίζουμε την Άρεντ ως Γερμανοεβραία διανοουμένη και πολιτική φιλόσοφο. Είναι κυρίως γνωστή χάρη στα σημαντικά έργα της για τον ολοκληρωτισμό, την πολιτική φιλοσοφία, την εβραϊκή της ταυτότητα και την «κοινοτοπία του κακού». Πριν από [τέσσερα] χρόνια όμως εκδόθηκε στα γερμανικά μια συλλογή ποιημάτων της με τίτλο Ich selbst, auch ich tanze (Κι εγώ, κι εγώ χορεύω). Η Άρεντ είναι εδώ μια λυρική ποιήτρια, που αφήνει χώρο στα αισθήματα, την αμφισβήτηση και τον σπαραγμό, στοιχεία που σχεδόν δεν υπάρχουν στον φιλοσοφικό της στοχασμό. Από τη συλλογή ποιημάτων της μαθαίνουμε επίσης για την τόσο περίπλοκη προσωπικότητα αυτής της μεγάλης διανοουμένης.

Μετά το Ολοκαύτωμα, σε αντίθεση με φίλους της που υιοθέτησαν τον σιωνισμό, η ίδια πήρε διαφορετική θέση. Έγραψε για τους πρόσφυγες και την προσφυγιά, αλλά επέλεξε να μην κάνει τη σύνδεση με την προσωπική της εμπειρία, την εμπειρία μιας Εβραίας που μετά την άνοδο του Χίτλερ επέδρασε από τη Γερμανία. Στο Παρίσι έμαθε εβραϊκά και έκρυψε στο διαμέρισμά της στελέχη της οργάνωσης για τη μετανάστευση στην Παλαιστίνη. Όταν όμως μετανάστευσε στην Αμερική, στράφηκε σε πιο διεθνιστική κατεύθυνση.

Θεωρούσε πάντα πως ήταν Εβραία. Και αυτός ίσως είναι ο λόγος που στην παρατήρηση του Γκέρσον Σόλεμ, ότι δεν έχει σταγόνα Ahavat Israel (αγάπης προς τον λαό του Ισραήλ), απάντησε:

«...Ποτέ δεν προσποιήθηκα ότι είμαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι, δεν ένιωσα όμως και την τάση να συμπεριφερθώ έτσι… πάντα έβλεπα την εβραϊκή μου ταυτότητα ως ένα πραγματικά αναμφισβήτητο στοιχείο, και ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να αλλάξω κάτι σχετικά με αυτό… δεν μπορείς να με ρωτάς αν έχω αγάπη προς τον λαό του Ισραήλ…, όπως δεν μπορείς να με ρωτάς αν αγαπώ τον εαυτό μου. Είμαι Εβραία και ποτέ δεν το αρνήθηκα…».

Κράτησε όμως αποστάσεις από τον ενθουσιασμό που επικρατούσε για το σιωνιστικό όραμα του κράτους: «Παραδέχομαι πως είναι μια θέση που είναι δύσκολο να την αφομοιώσεις, και, κατά κάποιον τρόπο, δεν μπορείς ούτε να την ανεχτείς». Ήταν ένα θύμα του πολέμου που επέζησε, και έβλεπε τα πράγματα απ’ έξω, και ίσως αυτός να ήταν ο τρόπος της να επιβιώσει.

[…] Εβδομήντα ένα ποιήματά της βρέθηκαν μετά τον θάνατό της στο αρχείο της. Ένα μέρος από αυτά ήταν συνδεδεμένα στα φύλλα του ημερολογίου που έγραφε επιμελώς επί είκοσι χρόνια (από τη δεκαετία του 1950 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970), ενώ άλλα είχαν επισυναφθεί σε επιστολές που έστελνε στους φίλους και τους αγαπημένους της. Μέχρι σήμερα δεν είναι σαφές αν σκόπευε να τα δημοσιεύσει και να τα εκδώσει ή να τα κρατήσει ως προσωπική πνευματική ιδιοκτησία.

[…] «Η ποίηση είχε πάντα μεγάλη σημασία στη ζωή μου», είπε η Χάννα Άρεντ, σε τηλεοπτική συνέντευξή της στον Γκίντερ Γκάους, το 1964. […] Η μεγάλη της αγάπη για την ποίηση δεν αποτελούσε μόνο μια πλευρά του έργου της, αλλά ένα θεμελιώδες συστατικό στοιχείο της, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τα λόγια της: «Μόνο από τους ποιητές περιμένουμε την αλήθεια, όχι από τους φιλοσόφους, από τους οποίους περιμένουμε τη σύλληψη της αληθινής έννοιας».

Η Άρεντ έγραψε τα πρώτα της ποιήματα μεταξύ 17 και 20 χρονών, τα έτη 1923-1926. […] Όλα της τα ποιήματα τα έγραψε στη μητρική της γλώσσα (Muttersprache) [τα γερμανικά]. Στα πρώιμα ποιήματά της διατηρεί την ομοιοκαταληξία και μια κλασική ποιητική δομή με ρομαντικά στοιχεία, όχι όμως με ερμητικό τρόπο. Στα ποιήματά της για τη φύση και τον έρωτα αντανακλάται πολλές φορές το συναίσθημα της απώλειας και του αποχωρισμού. Διαβάζοντας αυτά τα ποιήματα, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι τα έγραψε τόσο νέα, αφού το βλέμμα της στον κόσμο είναι πολύ ώριμο, βαθύ και οδυνηρά νηφάλιο. Τα χρόνια εκείνα, που μόνο λίγοι προέβλεπαν τι επρόκειτο να ακολουθήσει, έγραψε:

Δεν υπάρχει λέξη που σκίζει το σκοτάδι
Δεν υπάρχει Θεός που σηκώνει το χέρι του
Όπου κοιτάξω
Στοιβάζεται γη.

Δεν υπάρχει σχήμα που ξετυλίγεται μόνο του
Δεν υπάρχει σκιά που αιωρείται.
Και ακόμα ακούω:
Πολύ αργά, πολύ αργά. 

Ίσως ο αργός θάνατος του πατέρα της από σύφιλη, όταν εκείνη ήταν ακόμα παιδί, να της προκάλεσε τη βαθιά εμπειρία της έλλειψης κάποιου προστάτη, και ίσως μια διαρκή αναζήτηση εναλλακτικού πατρικού προτύπου. […] Παράλληλα, τα πρώιμα ποιήματά της αντανακλούν την πίστη μιας νέας κοπέλας, ασυγκράτητης στον έρωτα, με δυνατό πόθο για στενή και προσφιλή επαφή, χωρίς τον αρνητικό χαρακτήρα ενός αναμενόμενου αποχωρισμού. […] Η Χάννα Άρεντ ήταν, παρά τη νεαρή ηλικία της, πολύ ρεαλίστρια. Η πρώιμη εμπειρία του απαγορευμένου έρωτα [με τον καθηγητή της, Γερμανό φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ] συνοδεύτηκε από μεγάλο πόνο και βάσανα, που βρήκαν την έκφρασή τους στα πρώιμα ποιήματά της:

Καλοκαιρινή ώριμη αφθονία
Τα χέρια μου θα αφήσω να αιωρούνται
Προς μια σκούρα, βαριά γη,
Τα μέλη μου μέχρι πόνου διαστέλλονται.

Αγροί λυγίζουν, θροΐζουν,
Το δάσος χύνεται στα μονοπάτια
Όλα προστάζουν σιωπή:
Να ερωτευόμαστε, ενώ υποφέρουμε.


Πέρα από την αγάπη και τον πόνο της, η ποίησή της ασχολείται και με ερωτήματα ταυτότητας και ένταξης, και σε μερικά από τα ποιήματά της σκιαγραφεί την αυτοπροσωπογραφία της. Κάποτε περιγράφει εμπειρίες απενσωμάτωσης και διάλυσης και ακραία αισθήματα αποξένωσης, όπως στο ποίημα «Βυθισμένη στον εαυτό μου»:

Όταν κοιτάζω τα χέρια μου
– μέλη ξένα κοντινά μου –
Στέκομαι στο πουθενά,
Σε κανένα εδώ και τώρα
Σε τίποτε αυτονόητο.

Ιακώβ Σίμπη 



Σημ.: Απόσπασμα από το άρθρο «Η ποίηση της Χάννα Άρεντ» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2018 της Athens Review of Books και συζητά την ποίηση της Άρεντ στο σύνολό της. Ο Ιακώβ Σίμπη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μετανάστευσε στο Ισραήλ το 1964. Έχει μεταφράσει Ισραηλινούς συγγραφεἰς απευθείας από τα εβραϊκά.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου