Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

"Ωδίνες της ποίησης" του Γιώργου Γκανέλη

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΤΕΙΧΟΥΣ

Ανάμεσα στη γη και σε μένα
παρεμβάλλεται ένας κρατήρας
ο Θεός απλώς τον παρατηρεί
παίρνουν φωτιά οι προβλέψεις:
Θα επιβιώσουν οι άγγελοι
απ’ την χρήση χημικών;
Ποιος είπε πως η επανάσταση
θα σταυρώσει τα χέρια της;
Εν συντομία, τι κόσμο θέλουμε;
Εγώ βέβαια δεν είμαι σίγουρος
ακόμη και για την ηλικία μου
πόσο μάλλον για την ανατροπή
τα ίδια λέγαμε σε άλλη γλώσσα
τα τείχη δεν γκρεμίζονται άλλο
να ξεκουραστούν τα τσιμέντα
κι οι ποιητές να γίνουν στάχτη
απ’ την αποτέφρωση των λαών.




Στη νέα του ποιητική συλλογή ο Γιώργος Γκανέλης επιστρατεύει έναν υπερρεαλισμό που δεν εξωραΐζει την πραγματικότητα, αντίθετα καταβυθίζεται στο τραύμα της και από την ουσία του φτιάχνει τις λέξεις του. Και αυτό το τραύμα δεν είναι άλλο από το κενό που χωρίζει τον κόσμο σε δυο μέρη· εκείνο που πεινάει και εκείνο που ευδαιμονεί, εκείνο που δυστυχεί και εκείνο που ευτυχεί. Μια άβυσσος που ολοένα μεγαλώνει και δημιουργεί μια πραγματικότητα δυστοπική, η οποία θαρρείς επιβιώνει μετά από μια πυρηνική καταστροφή. Ένα κενό δυσθεώρητο που γεννάει πολέμους, προκαταλήψεις και υψώνει τείχη μεταξύ των ανθρώπων. Η ψυχή του ποιητή σκοτεινιάζει από την ασκήμια του παρόντος, συντάσσεται με τους αδικημένους. Η ποίησή του λειτουργεί ως κομιστής του έσω μαυρισμένου κόσμου, έχει ως σημείο εκκίνησής της τη νύχτα. Οι στίχοι του γεννιούνται το βράδυ για να διαλυθούν με το πρώτο πρωινό φως, γίνονται πρόκες στο στόμα του ποιητή.

…Γιατί τίποτα δεν είναι πιο φρικτό/ απ’ τους άδειους σταθμούς/ που τουρτουρίζουν μεσάνυχτα/… Γι’αυτό και τα ποιήματα/ στριμώχνονται στις ράγες/ περιμένοντας κάποιο σφύριγμα/ όλα όμως το πρωί αυτοκτονούν/ Κατά τις οκτώ περνάει το τρένο/ και στρίβει για να μην τα πατήσει/…

Οι λέξεις του οργίζονται από τα πεινασμένα στόματα, τα ανθρώπινα ράκη που τρέφονται τη νύχτα από τα σκουπίδια, το κρύο, την παγωνιά, τη γυμνότητα των συναισθημάτων. Η θλίψη, ο θυμός, η αγανάκτηση, η απελπισία εκρήγνυνται, σκορπίζονται μέσα στην ποίησή του. Τα ποιήματα είναι προκηρύξεις που καρφώνονται στα τοιχώματα της καρδιάς και του μυαλού, σιτίζονται από τα σκουπίδια...

Το έμαθες το τροπάριο/ να κόβεις φέτες τη μέρα/ γιατί το παν δεν είναι/ η κολλητή σου μπλούζα/ ή το ξυρισμένο κεφάλι/ μα η άδεια σου κοιλιά/ η πείνα δεν σβήνεται/ με τα οκτάωρα ύπνου/ δε μασιέται ο ουρανός/

Και επιπλέον οι κάδοι/ μούσκεμα απ’ τη βροχή/ άλλη μια νύχτα ασιτία/ δόντια που ακονίζονται/ στο σφύριγμα του ανέμου/

Λοιπόν τέρμα τα αστεία/ δε βγαίνεις από το ποίημα/ αν δεν σου κάνω το τραπέζι


Η ποίησή του γίνεται καυστική, σαρκαστική, γεμάτη αλληγορίες για τις κοινωνικές ανισότητες, για την οικονομική κρίση. Ο λόγος γίνεται αιχμηρός, υπάρχουν στιγμές που οι λέξεις κόβουν σαν ξυράφι και πλημμυρίζουν με αίμα το ποίημα. Ο θάνατος, πάντα παρόν, ένας άγνωστος που παραμονεύει και δεν κάνει διακρίσεις, ακονίζει τα ψαλίδια/ κι ο δρόμος ένα εμπριμέ ύφασμα/ που πωλείται με το μέτρο/…
Στην ποίησή του η ευτυχία και η χαρά είναι λέξεις εξόριστες. Η αθωότητα βρίσκεται ξεχασμένη σε έναν υπνόσακο που επιπλέει στα νερά της Αμοργού μαζί με το φεγγάρι-ταχυδρόμο. Ο ποιητής δηλώνει ότι δεν γράφει ποίηση νοσταλγική για φεγγαρόφωτα και ηλιοβασιλέματα προς τέρψιν της καθεστηκυίας τάξης. Δεν είναι όλες οι λέξεις ίδιες, δηλώνει ο ποιητής.

Μα πιο πολύ/ η συνείδηση μετράει/ σωρηδόν οι πέτρες/ λιντσάρουν το φως/

έπρεπε να τυφλώσω/ δυο τρία ποιήματα/ ―εκεί να δεις Νόμπελ―/ μελλοθάνατες λέξεις/ των μπλε σαλονιών/ μετά τα σπίρτα/ κι η αυτοπυρπόληση/…

Μόνο τις νύχτες/ μη μας ξεχνάτε/ είναι μακρύς ο δρόμος/ μέχρι τη δικαίωση…

Η ποίησή του υιοθετεί την οδύνη του κόσμου, κοιτάει την πραγματικότητα κατάματα, εντρυφεί στη βαθύτερη αλήθεια της, προσπαθεί να ανοίξει ένα δρόμο. Μιλάει για κοινωνικούς αγώνες που περιμένουν ακόμα να δικαιωθούν και υπονομεύονται από τα προσωπικά συμφέροντα των ιθυνόντων· σάπιες ρίζες δοντιών, εστίες μικροβίων που πρέπει να ξεριζωθούν... Το απόστημα όταν σπάσει/ χύνεται ποτάμι το πύον/ δηλαδή μπαίνεις κόκκινος/ και βγαίνεις ασπρομάλλης/ … Το δόντι αποικία μικροβίων/ κι η μνήμη το αντιβιοτικό/ μα εγώ προτιμώ τους ιούς/ που συχνάζουν στα βιβλία…

Ο ποιητής γίνεται και ο ίδιος παθών, συχνά νιώθει ηττημένος από τις καταστάσεις, μιας και οι λέξεις από μόνες τους δεν επαρκούν για να αλλάξουν τίποτα έξω από το ποίημα. Ωστόσο δεν παραδίνεται εύκολα, εξακολουθεί να φτιάχνει ποίηση από μια πραγματικότητα που μέσα της ο ίδιος ομολογεί ότι νιώθει νεκρός.

Δεν παραδίνομαι εύκολα/ νομίζω πως το κατάλαβες/ έτσι πεισμωμένος βγαίνω/ κατά τις δώδεκα στην πόλη/ ξεκολλάω τα ενοικιαστήρια/ από την οδό Αναπαύσεως/ κι αργεί πολύ να ξημερώσει/ Τι διάολο Ποίηση γράφω/ κι ούτε ένας αναγνώστης/ να μου θυμίζει ότι δε ζω;

Οι προβλέψεις του για το μέλλον και αυτές δυσοίωνες:

Ένα πρωί /όλος ο κόσμος θα ερημώσει/ κι αντίθετα/ το χάος θα στεριώσει/ αυτά θα γίνουν στην ψυχή/ στο σώμα/ θα πέσει μαύρη πείνα/ τα μάτια θα ψάχνουν όραση/ οι υπόλοιπες αισθήσεις ουρανό/…

…οι ομορφιές στημένα ανέκδοτα/ θα σκάσουν σαν πέτρες/ τα πουλιά ιπτάμενα τέρατα/ αλυσοδεμένα στον ήλιο/

θα προσπαθήσεις να με βρεις/ διαβάζοντας το ποίημα/ (τι κοιτάς τις λέξεις;/ κόβουν οι συλλαβές σαν ξυράφι/ πάνω στο ματωμένο χαρτί)…


Ο λόγος του επιστρατεύει έναν κυνισμό που επιθυμεί να σοκάρει, να επιφέρει μια αλλαγή συνείδησης, να αναστατώσει τον αναγνώστη, να τον κάνει να αναρωτηθεί για τον εαυτό του και για τη θέση του στον κόσμο, να αναθεωρήσει τις πεποιθήσεις του. Ο ποιητής σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται, αμφισβητώντας την ικανότητα των λέξεων να επιφέρουν την οποιαδήποτε αλλαγή, αν και βαθιά μέσα του αυτός είναι ο ευρύτερος σκοπός του. Ο ποιητής διψάει για αντι-ποίηση.
Χθες το πρωί μπήκα στο τραμ/ χιλιάδες επόμενες στάσεις/ και ποτέ δεν έμπαινε ο ήλιος/ ―πώς γίνεται να είμαι νεκρός/ και να μου ζητάνε εισιτήριο; ―

Η ποίηση του είναι ο τρόπος του να αντιστέκεται στο χάος, να μπορεί να υπάρξει, έχει το εύρος της ίδιας της ζωής του, είναι μια αντανάκλαση του εαυτού του: Οι στίχοι μου είναι ο εαυτός μου τη στιγμή της γραφής, αποφαίνεται ο ποιητής.

Η γραφή του Γιώργου Γκανέλη αναζωπυρώνει μια ντανταϊστική διάθεση. Θυμίζει εκείνη την ομάδα ανθρώπων που προσπαθούσε να αλλάξει συθέμελα τον κόσμο σε μια άλλη εποχή κρίσης, που αν και εκατό χρόνια πριν, μοιάζει τόσο πολύ στη δική μας σκληρή εποχή. Θέτει ξανά το ερώτημα για το ποιο είναι το νόημα της ποίησης στις μέρες μας. Ένα ομολογουμένως σκληρό και διαφορετικό ποιητικό εγχείρημα που εντυπωσιάζει με τη δύναμη και την ορμή του και πηγάζει κατευθείαν από τα έγκατα της ψυχής του ποιητή.

Κατερίνα Τσιτσεκλή



ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Στη δευτερολογία μου θα υποστηρίξω
ότι κάθε πρωί νυχτώνει. Εδώ και αιώνες.
Ξαφνικά θα βρεθώ καρφωμένος στο χάος
κι οι λέξεις ριγμένες στο χαρτί ανάποδα.

Υπάρχουν φόνοι που επαναλαμβάνονται
με το ίδιο θύμα, στο ίδιο ακριβώς σημείο.
Το φεγγάρι, ας πούμε, πάντα σφαγμένο
στην αυλή μου. Ανεξιχνίαστο το έγκλημα.
Ο φυσικός δικαστής είναι ο αναγνώστης.
Κάτι που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Εδώ τελειώνει κι αυτός ο κύκλος αίματος.
Η αλήθεια είναι πικρή, δεν εξωραΐζεται.


ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ

Το ποίημα δομείται με πρόκες
πρέπει να ξέρεις να καρφώνεις
αλλιώς γεμίζει το χαρτί αίματα

Και μη νομίζεις πως τελείωσες
μετά αρχίζουν τα πιο δύσκολα
να ξεκαρφώνεις μερικές λέξεις
και να τις πετάς στα σκουπίδια
να ξαλαφρώσει λίγο το ποίημα

Στο τέλος αναρωτιέσαι πότε
θα σε σταυρώσουν οι κριτικοί.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου