Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Βόρειες καταπτώσεις του Πάρνωνα - Στοιχεία από την πρόζα του Θανάση Βαλτινού

Ο Θανάσης Βαλτινός είναι σίγουρα ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πεζογράφους. Η γραφή του είναι στέρεη, πηγαία, με πολλές παύσεις και μια ιδιαίτερη θεατρικότητα, και φανερώνει άνθρωπο που κατέχει βαθιά την ελληνική γλώσσα σε όλη την έκτασή της. Αυτό βέβαια έχει φανεί και στις μεταφράσεις αρχαίων τραγωδιών που έκανε για τον Κάρολο Κουν. Ο Βαλτινός ξεκίνησε με κλασικά αφηγηματικά σχήματα για να καταλήξει σε ένα εντελώς προσωπικό ύφος, στο οποίο χρησιμοποιεί μονολόγους, ημερολογιακές καταγραφές, συνεντεύξεις και διάφορες μορφές ποίησης προκειμένου να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο. Ο κόσμος του αυτός διαμορφώθηκε μέσα στο μεταπολεμικό κλίμα, όπου κυριαρχούσε ο αντίκτυπος του ελληνικού εμφυλίου που σφράγισε τους διανοούμενους, ειδικά αυτούς που προέρχονταν από την αριστερά. Στο έργο του Θανάση Βαλτινού υπάρχουν ακόμα τολμηρά ερωτικά στοιχεία, καθώς και η αβεβαιότητα της νεοελληνικής πραγματικότητας. Αν μπορούσε να βρει κάποιος ένα χαρακτηριστικό που λείπει από τις ιστορίες του,  αυτό θα ήταν μια σχετική αδυναμία αφηγηματικής ανάπτυξης. Η κάθοδος των Εννιά αποτελεί εξαίρεση, γι' αυτό και έγινε σενάριο μιας πετυχημένης ταινίας.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να ιδωθεί ως αδυναμία του έχει να κάνει με την μεταφορά στα έργα του ενός κλίματος κάπως νοσηρού, όποτε καλείται να μιλήσει για το θέμα του εμφυλίου που εμπεριέχει την δική του βιαιότητα, όπως και κάθε εμφύλιος.  Στον Ανάπλου, που είναι μια μορφή αυτοβιογραφίας, υπάρχουν ίσως οι καλύτερες σελίδες του Θανάση Βαλτινού και κάποιες στιγμές καταπληκτικής πρόζας, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Αφορούν την παιδική του ηλικία στην ελληνική ύπαιθρο και η αφήγηση του Βαλτινού, ραφιναρισμένη μέσα από την αναπόληση και τον στοχασμό χρόνων, παράγει ένα αποτέλεσμα μαγικό, γεμάτο ποίηση. Το βιβλίο είναι στην ουσία μια απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη του συγγραφέα στην Κρίστα Στρατήγη για τη διατριβή της στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Επέλεξα μερικά αποσπάσματα. Το πρώτο αφορά το τοπίο των παιδικών του χρόνων:

Για εφτά χρόνια ο ήλιος έβγαινε από τη Δύση. Έδυε στην Ανατολή – κατά λογική συνέπεια… Μετά φύγαμε από κει. Το σπίτι βρισκόταν στην κοιλάδα του Τάνου ποταμού. Μια βαθιά γραμμή κατά τη στρατιωτική ορολογία. Ορεινή Αρκαδία, βόρειες καταπτώσεις του Πάρνωνα. Οι δυο πλαγιές που έκλειναν αυτή την κοιλάδα ήσαν αρκετά άγριες- ιδιαίτερα η δεξιά. Πετρώδης με σκληρή βλάστηση. Πρίνους και αγραπιδιές. Όχι τις αγραπιδιές του Καρυωτάκη. Γκορτσιές. Πριν να φανεί ο δίσκος του ήλιου στον ουρανό, το φως του κατέβαινε ήδη σαρώνοντας την αριστερή πλαγιά. Ο ήλιος έβγαινε λοιπόν από κει. Από τη Δύση.

Τα πράγματα αποκαταστάθηκαν στην πρώτη δημοτικού από τον δάσκαλο. Ήταν η πρώτη σκληρή ακύρωση μιας ποιητικής πλάνης…


Μια άλλη στιγμή έμεινε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του συγγραφέα :

Εκεί λοιπόν σε κείνο το πανηγύρι χάθηκα κάποτε, πέντε ή έξι χρονών. Εξερευνούσα το χώρο και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στην πίσω πλευρά. Υπήρχε κει μια κλειστή θολωτή στέρνα. Το έδαφος ήταν επικλινές η καμάρα της οροφής της ήταν στο ίδιο επίπεδο με τις απολήξεις του αυλόγυρου. Χρειαζόταν απλώς να δρασκελίσεις ένα μικρό χάσμα ανάμεσά τους, ένα πήδημα που το αποτόλμησα. Στην κορυφή της καμάρας ήταν το μοναδικό άνοιγμα, ένα στόμιο πηγαδιού. Πήγα έσκυψα μέσα. Η στέρνα ήταν το λεγόμενο χωνευτήριο, το οστεοφυλάκιο. Μετά τις ανακομιδές, τα κόκαλα των νεκρών πλένονταν με κρασί, διαβάζονταν από τον παπά και ρίχνονταν εκεί μέσα. Τόσο δημοκρατικά. Γενεών οστά. Κρανία, ωλένες. Σηκώθηκα άλαλος.

Το πανηγύρι από την άλλη μεριά συνεχιζόταν. Αναζήτησα τη μητέρα μου. Χόρευε μπροστά. Την χόρευε ο πατέρας μου, χόρευε ωραία, χόρευε ερωτευμένη. Πήγα πιάστηκα από το φουστάνι της και κείνη σταμάτησε. Έσκυψε με αγκάλιασε και με κράτησε ανάμεσα στα πόδα της. Ανάμεσα στις μεταξωτές της κάλτσες. Τι είχε καταλάβει; Ο πατέρας μου παραμέρισε, δίνοντας σειρά στον επόμενο χορευτή. Με επήρε στην αγκαλιά του και με ακούμπησε σ’ έναν μικρό όχτο, στον ίσκιο μιας μουριάς. Δεν με ρώτησαν τίποτα. Μου χαμογελούσαν καθησυχαστικά και κάποια στιγμή η μητέρα μου με αγκάλιασε πάλι, με αγάπη. Κρατήθηκα για να μη με πάρουν τα κλάματα. Αισθανόμουν ότι έπρεπε να τους προστατέψω αυτούς τους δυο, να τους προστατέψω εγώ, και ταυτόχρονα ήξερα ότι δεν μπορούσα να το κάνω. Τη σκηνή την κουβαλώ μέσα μου χρόνια. Δεν μπόρεσα ποτέ να τη γράψω, τώρα όμως ξέρω ότι προσδιόρισε την πορεία μου.


Η οικογένεια του και ειδικά ο πατέρας του ήταν ο κόσμος του μικρού παιδιού που παρακολουθούσε με δέος όλα όσα συνέβαινε γύρω του, κάποια στιγμή χρειάστηκε να μετοικήσουν:

- Κανένας άγγελος δεν μας ειδοποίησε εμάς. Ήταν απόφαση του πατέρα μου. Εκείνος ίσως είχε κάποια βιβλικά χαρακτηριστικά. Όχι άσπρη γενειάδα και τέτοια. Ξυριζόταν δυο φορές τη βδομάδα. Ήταν οστεώδης κι έπαιρνε τις αποφάσεις του μόνος. Μόνος του σήκωνε και το βάρος τους φυσικά. Είχε διαισθανθεί τι θα ακολουθούσε. Έτσι βρεθήκαμε σ’ εκείνη τη σούστα να πηγαίνουμε. Ο Βασίλης, ο Γιώργος, εγώ, η Μάρθα. Σκάλα προς τα κάτω. Η Μαρία δεν είχε γεννηθεί ακόμα. Δυο μπόγοι με σκεπάσματα, άλλο ένα με αλλαξιές ρούχα, και ένα κιβώτιο εκστρατείας με πιατικά. Όλη η οικοσκευή μας. Το κιβώτιο το είχε κουβαλήσει ο πατέρας μου από τον Σαγγάριο. Αναμνηστικό εκείνου του κλέους.

Επηλύτες χιλιάδες χρόνια. Στο ρυθμό της πορείας του αλόγου, με τα πέταλα του να ηχούν στο σκυρόστρωτο δρόμο. Τώρα σε μακρινές υπερπόντιες πτήσεις, αναγκαστικά καθηλωμένος επί ώρες, δεν μπορώ να διαβάσω, να ακούσω μουσική, να γράψω. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Παροπλισμένος παρακολουθώ στην ηλεκτρονική οθόνη την πορεία του αεροσκάφους – και ξαναγυρίζω σ’ εκείνο το ταξίδι. Κράτησε 7-8 ώρες.

Ενώ γύρω μαίνονται η κατοχή και προετοιμαζόταν ο εμφύλιος τα παιδιά είχαν άλλες προτεραιότητες:

Έσβηνα το λαδοφάναρο και πήγαινα απάγκιαζα στις κόγχες του ερειπωμένου Αγίου Κωνσταντίνου. Καμιά φορά έρχονταν και άλλοι εκεί και περιμέναμε αυτόν τον μικρό πρώτο κελαϊδισμό του κοκκινολαίμη, που ήταν το πέρασμα από τη νύχτα στη μέρα...

Δεν υπάρχουν άλλα παιδιά για να παίξουμε παρά μονάχα περιστασιακά. Είμαστε όμως τρεις και η Μάρθα. Εγώ διανύω την εποχή της άγνοιας. Και ο κόσμος είναι ακόμα ένας αναπεπταμένος λειμώνας. Μπροστά από το σπίτι που στεγαστήκαμε πέρναγε ένα μεγάλο αρδευτικό αυλάκι. Έφτιαξα μια σχεδία από ξερούς αθανάτους, αγαύες. Το ποτάμι ήταν λίγο πιο κάτω. Ο Ευρώτας. Ο Ίρις. Διακόσια – τρακόσια μέτρα ή πεντακόσια. Εκεί έμαθα να κολυμπάω. Πηγαίναμε ψηλότερα στο γεφύρι του Κοπανίτσα. Δεν υπήρχε γεφύρι, κάποια κατεβασιά το είχε σαρώσει. Είχε μείνει το τοπωνύμιο. Υπήρχε μια απλωμένη λιμνούλα. Την αριστερή της όχθη την έκλειναν συμπαγείς λειασμένοι από το νερό βράχοι. Ο βυθός δεν φαινόταν. Πάνω στους βράχους διακρίνονταν τα κατάλοιπα από τα βάθρα του γεφυριού.

Την πρώτη φορά που διέσχισα εκείνη την επιφάνεια σαν κουτάβι με το κεφάλι έξω από το νερό ένιωσα μια σκοτεινή ανατριχίλα. Αλλά το έκανα. Μια άλλη φορά – αυτό όμως ήταν αργότερα, μάλλον τον επόμενο χρόνο-, κόψαμε το ρέμα σ’ ένα μικρό παρακλάδι. Δηλαδή βοηθήσαμε δυο-τρεις άλλους, μεγαλύτερους από μας, για να γίνει αυτό. Ο Μιχάλης , ο Νεκτάριος, ένας τρίτος , χωρίς όνομα αυτός. Νεαροί άντρες της περιοχής. Τώρα πια ίσκιοι. Και ο Κούλης. Κάπου διχάλωνε το ποτάμι και ξανάσμιγε λίγο πιο κάτω, δημιουργώντας μια στενόμακρη σύρτη στη μέση. Κόψαμε το νερό, βάλαμε αφάνες στην εκροή του και μαζέψαμε τα ψάρια που σκάλωσαν εκεί. Μεγάλες μινίδες και χέλια. Αυτά ήσαν πρωτόγνωρα πράγματα...


Η κατοχή των Γερμανών στοίχισε πολλές ζωές. Σε κάποια περιστατικό που περιγράφεται, ο θείος του συγγραφέα σώζεται την τελευταία στιγμή από τύχη. Το περιστατικό γίνεται αφορμή για τον Bαλτινό να χρωματίσει με τρόπο θαυμάσιο τον χαρακτήρα της μητέρας του:

- Η μάνα μου πίστευε πάντα ότι ήταν θαύμα. "Παναγία μου", επικαλέστηκε την Παναγιά. Χωρίς να πιστεύω, το πιστεύω και εγώ.
- Ότι ήταν θαύμα.
- Ναι.
- Εκείνη η νύχτα στοίχισε μια εκατόμβη νεκρών.
- Εσείς γλυτώσατε πάντως.
- Είχαμε άγγελο.
- Αλλά δεν πιστεύεις.
- Όχι.
- Η μάνα σου πίστευε.
- Η πίστη είναι χάρις. Και η μάνα μου την είχε.
- Χάρις. Τι άλλο;
- Έρως.
- Φόρτωσε πορτοκάλια και έφυγε. Φώναζε, πήγαμε να τον πάρουμε στο λαιμό μας, τέτοια.
- Ως παιδί πίστευες;
- Ως παιδί. Είχα ένα φυλαχτό. Το φορούσα κατάσαρκα. Σταυρολούλουδα, λιβάνι, ένα δάκρυ αγιασμός, ραμμένα σ’ ένα πανί. Στο πανί ένας σταυρός κεντητός. Το καρφίτσωνα με μια μικρή παραμάνα στο φανελάκι μου. Φτιαγμένο από τη μητέρα μου, κουβάλαγε την αγάπη της και με φύλαγε από κάθε κακό.


Σε μια ακόμα πολύ όμορφη ιστορία τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα έχουν μια υφή παραμυθένια:

Στον Καραβά πίναμε νερό από τα πηγάδια. Είχαμε μια αιγινήτικη στάμνα, τη βάζαμε κάπου να κάνει ρεύμα και το νερό δρόσιζε. Ίδρωνε ο πηλός. Τα μεσημέρια στρώναμε τραπέζι έξω, κάτω από μια μουριά. Ένα τέτοιο μεσημέρι, παραμονή της Παναγιάς. Λέει η μητέρα "να 'χαμε κανένα αυγουστάχλαδο". Τι της τα θύμισε; Δεν είχε εκφράσει ποτέ της κανενός είδους νοσταλγία. Τα αυγουστάχλαδα. Ωρίμαζαν στο τέλος του μήνα. Υπόχρυσα, λίγο στυφή σάρκα με ένα λεπτότατο άρωμα. Ήταν αυτό το άρωμα ίσως. Κάτι θα είχε σαλέψει στο φως "θα πάω εγώ να τα φέρω", είπε ο Βασίλης. Νομίζω ανταποκρίθηκε στη λαχτάρα της μητέρας μας. Είχαμε μια αχλαδιά στο χωριό. Η μισή στον τοίχο μια μεγάλης πεζούλας. Υπάρχει ακόμα, πνιγμένη στα βάτα, μοναδική σε όλη την περιοχή. Τα δικά μας αυγουστάχλαδα…

Μας πήρε λίγες μέρες μέχρι να το αποφασίσουμε. Η μητέρα αρνιόταν , δεν ήθελε. Τη σιωπή του πατέρα μας την εκλαμβάναμε ως συγκατάθεση. "Πού τα αφήνεις να παν, θα χαθούν". "Να χαθούν", έλεγε εκείνος. Τελικά φύγαμε. Μετά τον Βουρλιά κατηφορίσαμε για τη ρεματιά των Βρεσθένων. Δεν ακολουθήσαμε τη δημοσιά, δεν θα φτάναμε ποτέ έτσι. Η ρεματιά ήταν ξερή. Θα μας έβγαζε στην Αράχοβα. Ξερή και έρημη μες το καταμεσήμερο. Εκεί φοβηθήκαμε, ήταν οι ετήσιοι άνεμοι. Ήταν η εποχή τους. Φυσούσαν και κόπαζαν. Είχαμε μεγαλώσει με ιστορίες για φαντάσματα. Και νεράιδες. Τίποτα ζωντανό δεν ακουγόταν γύρω μας. Τα κλαριά των δίεδρων ανεβοκατέβαιναν, μικροί ανεμοστρόβιλοι σηκώνονταν κάθε τόσο όπου υπήρχε λίγη άμμος. Χόρευαν Αυτές. Ο Βασίλης με έπιασε από το χέρι. Μοιραζόμασταν την τρομάρα μας. Αμίλητοι. Αν μιλάγαμε, θα μας έπαιρναν τη φωνή. Λίγο ψηλότερα φτάσαμε σε μια μεγάλη λούμπα με στάσιμο νερό. Η επιφάνεια της ήταν πετσιασμένη από τον μπουχό. Μια νερόκοτα πετάχτηκε μπροστά μας. "Ιησούς Χριστός νικά". Σε ένα τέτοιο κόσμο περπατάγαμε, κατοικημένο από τέτοια πολυμήχανα πλάσματα.



Απόστολος Σπυράκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου