Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

"Σελάνα" του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Δωρικός, απογυμνωμένος, επιβλητικός και ανθεκτικός στο πέρασμα των αιώνων, ο Παρθενώνας ακολουθεί με συνέπεια τα βήματα της Αθήνας, σφραγίζοντας με την παρουσία του την πορεία της, την εικόνα της στο χρόνο, τον πάλαι ποτέ, μα και τον τωρινό. Κι αν δίνει μια διαρκή υπόμνηση της Κλασικής Ελλάδας ανά τον κόσμο, είναι εδώ κοντά μας, χαρίζεται απλόχερα στην πόλη, στέκει δίπλα μας, με ένα βλέμμα μας, σχεδόν τον αγγίζουμε. Η αρμονική συνύπαρξη του αρχαίου ναού με τη σύγχρονη μορφή της πόλης είναι ένα δώρο των αιώνων στη ζωή που διανύουμε.

Στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα η Αθήνα ήταν ήδη ισχυρή, είχε ήδη σταθεροποιήσει τη θέση της ως επικεφαλής μιας μεγάλης συμμαχίας. Όταν μάλιστα το ταμείο μεταφέρθηκε στην Αθήνα, ο Περικλής, ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης, αποφάσισε να χρησιμοποιηθεί κάποιο μέρος των εσόδων για την ανοικοδόμηση της πόλης. «Τα τάλαντα του συμμαχικού ταμείου τα χρειαζόταν για την ολοκλήρωση του μεγάλου του σχεδίου, την κυριαρχία της Αθήνας σε όλον τον ελληνικό κόσμο. Η οικοδόμηση του Μεγάλου Ναού ήταν το σημείο εκκίνησης».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της οικοδομικής και πολιτιστικής ανθοφορίας χτίστηκε ο Παρθενώνας. Η ιστορία αναφέρει πως ο ένας από τους δύο αρχιτέκτονες ήταν ο Καλλικράτης και ο άλλος ο Ικτίνος. Τι ξέρουμε όμως αληθινά γι’ αυτόν, για την προσωπικότητά του; Απολύτως τίποτα. Είναι μονάχα ένα όνομα χαραγμένο στη ραχοκοκαλιά της ιστορίας, μονάχα μια πληροφορία που δονεί το γνωστικό μας πεδίο. Έργα που αποδίδονται σε αυτόν είναι ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες της Αρκαδίας, ενώ πηγές του αποδίδουν και τον πρώτο όροφο του Τελεστηρίου στην Ελευσίνα. «Ή μήπως το πέρασμά σου από το Τελεστήριο της Ελευσίνας είναι επινόηση όσων επεξεργάστηκαν την υστεροφημία σου; Όσων επιχείρησαν να φτιάξουν μια βιογραφία για τον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα –όπως αργότερα ονομάστηκε ο ναός– ο οποίος άφησε μόνο ένα όνομα. Ικτίνος, και ένα αρχιτεκτονικό ύφος. Δεν ξέρουμε ούτε πότε και πού γεννήθηκε ούτε πού και πότε πέθανε. Ποιος ήταν; Πώς έμαθε την τέχνη του; Γιατί τον επέλεξαν; Τίποτα. Ανιχνεύουν το πέρασμά σου στο μερίδιο της σκιάς».

Με αφορμή αυτήν την έλλειψη στοιχείων ο συγγραφέας ανατρέχει σε διάφορα ιστορικά κείμενα που, πέρα από τις πολύτιμες πληροφορίες που του δίνουν, τον βοηθούν να ανασυνθέσει την ατμόσφαιρα και τη συλλογική νοοτροπία της κοινωνίας που δημιούργησε τον Παρθενώνα. Έτσι λοιπόν μετά από εμπεριστατωμένη έρευνα, δημιουργεί μια εξ ολοκλήρου επινοημένη ιστορία με πολύ ενδιαφέρουσα αφετηρία. Να δώσει μορφή σε ένα ιστορικό πρόσωπο για το οποίο δεν υπάρχουν καθόλου βιογραφικά στοιχεία κι έχει ένα έργο καταχωρημένο στους αιώνες. Και κάπως έτσι ξεκινά ένα ταξίδι στα βάθη του χρόνου και η αρχαία ελληνική ιστορία παραδίδεται ενίοτε στη μυθολογία και ενίοτε στη μυθοπλασία…

Όλα αρχίζουν όταν ο Ικτίνος συναντά τη Σελάνα, τη γυναίκα της ζωής του. Την είχε ανακαλύψει ο Ιππόδαμος στη Μίλητο, και την είχε χρίσει επίσημη αυλητρίδα των παραστάσεών του, να συνοδεύει με μουσική την έκθεση στο κοινό των πολεοδομικών του σχεδίων. Και από κει βρέθηκε στην Αθήνα. Πώς μοιάζει ο έρωτας πριν αρχίσει; Στα πρώτα βλέμματα, στις πρώτες εντυπώσεις; Στα πρώτα λόγια; Όταν την πρωτοείδε θαμπώθηκε κι όταν την αναζήτησε και τη βρήκε στο σπίτι του Πωρινού, εκείνη του ψιθύρισε: «Χρειάζομαι βοήθεια».

Από ένα περιφλεγές ειδύλλιο που οδηγεί σε μια δεκαπενταετή περιπλάνηση στην Αίγυπτο, την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, κι έπειτα πάλι πίσω, ωριμάζει μέσα στο μυαλό του αρχιτέκτονα η δημιουργία. Στην Αίγυπτο έζησαν τρία χρόνια, εκεί που οι πυραμίδες χώριζαν το φως από τη σκιά σε μια αρχιτεκτονική που προστάτευε την ιδιωτικότητα του θανάτου. Το παιχνίδι φωτός-σκιάς ήταν αρκετό για να χαραχτεί στο μυαλό του αρχιτέκτονα η ιδέα, μονάχα που η κατεύθυνσή του θα κινούνταν προς την εξωστρέφεια. Οι Έλληνες έχτιζαν ναούς «περίπτερους για να ρουφούν το φως του ήλιου και να το προσφέρουν στους θεούς τους». Αρχιτεκτονική ζωής…

Από τις εκβολές του Νείλου, με το πρώτο πλοίο που βρήκαν, προκειμένου να ξεφύγουν από τους διώκτες της Σελάνας, –ίσως άνθρωποι του Ιππόδαμου που ήθελαν να την απαγάγουν– έφτασαν στη Σύβαρη. Τοπίο πιο οικείο, ανάμεσα σε ελαιόδεντρα, κλήματα και πεύκα, θύμιζε τη δική του γη, και πάλι η ίδια εμμονή: το φως. Το φως και η σκιά! Εκείνη ολοένα και τον παρέσυρε σε μια δίνη προσήλωσης, σε ένα συγκεκριμένο σκοπό κι εκείνος, σαν προορισμένος να γίνει αξεπέραστος αρχιτέκτονας, μελετούσε τα μυστικά των δωρικών ναών. Μα πώς έφτασε σε αυτήν την αρμονία; Εκ του αποτελέσματος κρινόμενα, τα πάντα λειτούργησαν εξαιρετικά. Πριν φτάσουν όμως σε αυτό το σημείο, πριν διαμορφωθεί το τέλειο και διαχρονικό, υπήρξαν σαφείς επιρροές που τον ώθησαν εκεί.

«Τι έψαχνες φεύγοντας από την Αθήνα και γιατί πήρες μαζί σου το χειρόγραφο του Πωρινού; Ήθελες να δεις τις πυραμίδες ή μήπως να μελετήσεις την αρχιτεκτονική των δωρικών ναών στη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία; Έλα τώρα. Δεν μπορούσες να ζήσεις μια μέρα χωρίς την τρυφερή αγκαλιά της Σελάνας, χωρίς τη φωνή της να σου ψιθυρίζει μες στη νύχτα, χωρίς την καυτή δροσιά του σώματός της, χωρίς τη μουσική της».

Ο συγγραφέας αφηγείται συχνά σε β’ πρόσωπο, μοιάζει σαν να απευθύνεται στον αρχιτέκτονα, στο μεγάλο δημιουργό, που η μορφή του παραμένει ένα αξεδιάλυτο μυστήριο. Μια «βιογραφική» εικασία που εμπνέεται από τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο δημιουργό, τη ζωή του, το έργο του και την εποχή του. Ποιοι ήταν οι συνειρμοί του, οι διαθέσεις έκφρασης, η έρευνα, όλα τα στοιχεία εκείνα που δείχνουν την εξέλιξη και την πορεία προς το μεγάλο δημιούργημα; Πώς έφτασε σε αυτήν την τόσο επεξεργασμένη απλότητα και καθαρότητα; Με ποιους συνομιλεί άραγε ο δημιουργός; Με κοινούς θνητούς ή ακροβατεί στο υπερβατικό στερέωμα; Ή μήπως στ’ αλήθεια η κορύφωση της δημιουργίας μοιάζει με θεόσταλτο προορισμό; Κι όμως, οι προθέσεις, οι υπολογισμοί και τα άγχη που τον περιζώνουν στο τέλος χάνονται, τα απορροφά η στερεότητα του υλικού του έργου. Μονάχα το αποτέλεσμα μένει ατόφιο, εκτείνεται σε κρίση και απλώνεται χρονικά στις χιλιετίες.

Και ο δημιουργός ένα πρόσωπο ιστορικό, μαζί με ανώνυμους και άσημους ανθρώπους που προσέφεραν κι αυτοί κάτι από τον ίδιο τους τον εαυτό. «Όταν άκουσες ένα βουητό. Κι αμέσως μετά το κλάμα ενός σκύλου. Ήταν ένα νέο παιδί, από τους εργάτες του Καλλικράτη, πεσμένο ανάσκελα. Το αριστερό του πόδι το είχε καταπλακώσει ένα κομμάτι μάρμαρο ως το γόνατο».

Το πολιτικό προσκήνιο της εποχής έρχεται να επενδύσει ιστορικά την υπόθεση. Ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμωνας, ο Εφιάλτης, ο Περικλής, ο καθένας από την πλευρά του, δίνει στο έργο το στίγμα της παρουσίας του. Μα πάνω απ’ όλα, η γυναικεία παρουσία είναι εκείνη που παίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης, πρωτίστως η Σελάνα που χαράσσει δρόμο, αλλά και η ίδια η θεά που μοιάζει να κινεί τα νήματα προκειμένου να γίνει ο ναός της ένα έργο ανεξίτηλο στο χρόνο.

Εικόνες όμορφες που μας ταξιδεύουν από την αττική γη ως το νυχτερινό ουρανό της Αιγύπτου και τον ορίζοντα της Αίτνας που τον σκίζουν φωτιές, περιγραφές γεμάτες λυρισμό, λόγος προσεγμένος, όλα μαζί συλλειτουργούν και δίνουν ένα ωραίο αισθητικά αποτέλεσμα που στοχεύει να μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα «ιστορικό παραμύθι», όπου ενίοτε οι θεοί του Ολύμπου εξακολουθούν να παρεμβαίνουν στις τύχες των ανθρώπων.

Η δημιουργία του Παρθενώνα, βέβαια, δεν παρήχθη αυτοφυώς, αλλά γεννήθηκε και εξελίχθηκε σε ένα περιβάλλον πρωτοπορίας, πνευματικής ελευθερίας και πληρότητας. Όλη αυτή η χρυσή εποχή φαίνεται να αναστατώνει κάποιες ευαίσθητες χορδές του συγγραφέα, που τον κάνουν να θέλει να ξαναγυρίσει σε αυτόν τον αιώνα ο οποίος μοιάζει διαρκώς να ανοίγει νέα κεφάλαια αναζήτησης. Και γι’ αυτό στο τέλος μας αφήνει μια υπόσχεση:

Πως έπεται συνέχεια… Μετά την αφήγηση της οικοδόμησης του ναού ξεκινά η αφήγηση της Βιογραφίας του Παρθενώνα.

Ήλια Λούτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου