Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

"Μαρία Πολυδούρη" στο θέατρο Αλκμήνη

Τι πιο φυσικό από το να πάει μία φαν της ποίησης σαν εμένα να παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση με θέμα την Πολυδούρη (και να τραβολογήσει την Κατερίνα Τσιτσεκλή και την Ήλια Λούτα μαζί της)! Να σημειώσω ότι το έργο παίζεται στη μικρή σκηνή του Αλκμήνη ("The secret room") η οποία χωράει περίπου 50 άτομα και ότι, το απόγευμα της Τετάρτης που πήγα, ήταν ζήτημα να υπήρχαν 2-3 κενές θέσεις.

Η συγκεκριμένη παράσταση βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο της Βιβής Κοψιδά-Βρεττού που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις vakxikon. Το βιβλίο περιέχει το κείμενο στο οποίο βασίστηκε η παράσταση, καθώς και σκηνοθετικές οδηγίες, ενώ προβλέπει πέντε πρόσωπα επί σκηνής. Όπως σημειώνει η συγγραφέας, ήθελε να δώσει "ρόλο πρωταγωνιστή στη Μαρία αυτήν τη φορά. Και τον άξιζε, τον δικαιούταν, η απίστευτη δύναμή της να ενθουσιάζεται και να υποφέρει. Ν' αγαπά και ν' απορρίπτει. Να ψηλώνει την αλήθεια της μέχρι ν' ακουστεί...".Το κείμενο είναι "ένα πυκνό ελεγείο, γραμμένο με την αυθεντική φωνή της ηρωίδας, με θραύσματα από δικά της κείμενα και αισθαντικές εξομολογήσεις σ' επιστολές και στα ημερολόγιά της". Αυτό εξηγεί την αποσπασματικότητα που χαρακτηρίζει τα επιμέρους στοιχεία του, η οποία στο βιβλίο δεν ξενίζει, γιατί υπάρχει διάκριση με τις πράξεις και τις σκηνές - μια διάκριση που στην παράσταση χάνεται και έτσι βλέπουμε ξαφνικά την πρωταγωνίστρια, εκεί που αφηγείται κάτι, να γυρίζει αδικαιολόγητα το κεφάλι και να αρχίζει να αφηγείται κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτή βέβαια δεν είναι η μόνη ασυμβατότητα μεταξύ βιβλίου και παράστασης.

Στην παράσταση παίζουν  δύο μόνο ηθοποιοί, η Φωτεινή Φιλοσόφου (Μ. Πολυδούρη) και ο Νίκος Γιάννακας (Κ. Καρυωτάκης). Εμφανίζεται επί σκηνής όμως και ο σκηνοθέτης, ο οποίος κρατά τον ρόλο του αφηγητή, μένοντας όρθιος πίσω από ένα αναλόγιο καθ' όλα τα 75 λεπτά που διαρκεί η παράσταση και αφηγούμενος, κατά διαστήματα, βιογραφικά και πραγματολογικά στοιχεία που αφορούν την πρωταγωνίστρια, όπως ακριβώς στο βιβλίο. Το πιο αξιοσημείωτο όμως είναι ότι μεταξύ των τριών ανθρώπων που βρίσκονται στη σκηνή, κυρίως δε των δύο ηθοποιών, η διάδραση είναι ελάχιστη! Η Πολυδούρη δεν υποδύεται ακριβώς τον εαυτό της, μάλλον παρουσιάζεται απλώς να αφηγείται τη ζωή της, κάνοντας ουσιαστικά έναν απολογισμό. Το ίδιο και ο Καρυωτάκης. "Τρέχουν", επομένως, τρεις παράλληλες αφηγήσεις επί σκηνής, κάτι που ξενίζει αρκετά.

Φταίει γι' αυτό η πηγή του υλικού με το οποίο δούλεψε η Βιβή Κοψιδά-Βρεττού. Τα αποσπάσματα από τα ημερολόγια και τις επιστολές διασώζουν μεν την "αυθεντική φωνή της ηρωίδας", της στερούν όμως τη δυνατότητα να ζωντανέψει τη ζωή της επί σκηνής, μια και αυτό που εντέλει κάνει η πρωταγωνίστρια είναι να αφηγείται τη ζωή της, αντί να τη ζει, με τον ίδιο αποστασιοποιημένο τρόπο που αναστοχαζόμαστε όταν γράφουμε μια επιστολή ή ένα ημερολόγιο. Το σημείο εκκίνησης δηλαδή δεν είναι η ζωή που βιώνεται, αλλά ο απολογισμός της. Αυτό είναι που ευθύνεται στην παράσταση για το έντονα απόκοσμο στοιχείο, την έλλειψη αλληλεπίδρασης και το στιλιζαρισμένο αποτέλεσμα. Επιπλέον, το γεγονός ότι η Φιλοσόφου δεν κλήθηκε να παίξει έναν "ζωντανό" ρόλο, αλλά μάλλον να ερμηνεύσει μια αφήγηση, έχει ως αποτέλεσμα να προβαίνει σε πράξεις που μοιάζουν παράλογες. Για παράδειγμα, στο τέλος, που η Πολυδούρη έχει προσβληθεί από φυματίωση και είναι ετοιμοθάνατη, διατηρεί την ίδια στεντόρεια φωνή όπως στην αρχή του έργου που ήταν ακόμη κοριτσάκι! Ένας άνθρωπος που έχει καταβληθεί από μια τόσο σοβαρή ασθένεια, όμως, δεν μπορεί να έχει τη δύναμη να μιλάει έτσι...

Ωστόσο, είναι μια καλή παράσταση. Η υποκριτική δεινότητα και το εκφραστικό βάθος της Φιλοσόφου σώζουν το στοίχημα και διευκολύνουν τον θεατή, ο οποίος δεν μπορεί να μην προσέξει ότι ηλικιακά η ηθοποιός δεν μπορεί να αντιστοιχεί στην Πολυδούρη. Πολύ περισσότερο, ο Γιάννακας δεν μπορεί να αντιστοιχεί στον Καρυωτάκη, όχι μόνο ηλικιακά αλλά και ιδιοσυγκρασιακά. Ο Καρυωτάκης ήταν πολύ χθόνιος (τόσο που τελικά τον ρούφηξε άκαιρα η γη), ενώ ο Γιάννακας είναι αέρινος και αποστασιοποιημένος. Παρ' όλ' αυτά, ο θεατής φεύγει ευχαριστημένος και χορτάτος από το θέατρο...

Όσο για το βιβλίο σαν βιβλίο, είναι πολύ καλό (για όσους τους αρέσει να διαβάζουν θεατρικά κείμενα). Ο λόγος της συγγραφέως, η οργάνωση των αποσπασμάτων, ο σεβασμός προς τις δύο πρωταγωνιστικές προσωπικότητες και εν γένει η καλλιέπεια που το χαρακτηρίζουν, αποτελούν στοιχεία που το καθιστούν όχι μόνο ελκυστικό κι ενδιαφέρον, αλλά ένα εξαιρετικό τεκμήριο του χαρακτήρα της Μαρίας Πολυδούρη, η οποία "ήξερε να πράττει την ομορφιά, να μεταμορφώνει την ποίηση σε ηθική, υπερβαίνοντας με τόλμη ό,τι η εποχή της ήταν ανάπηρη να δεχτεί και να κατανοήσει". Αυτό ήταν το δυνατότερο ποίημά της... Γιατί, τι άλλο είναι η ποίηση παρά "ο άνθρωπος στρατευμένος στην αλήθεια";



Χριστίνα Λιναρδάκη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου