Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Βόρειες καταπτώσεις του Πάρνωνα - Στοιχεία από την πρόζα του Θανάση Βαλτινού

Ο Θανάσης Βαλτινός είναι σίγουρα ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πεζογράφους. Η γραφή του είναι στέρεη, πηγαία, με πολλές παύσεις και μια ιδιαίτερη θεατρικότητα, και φανερώνει άνθρωπο που κατέχει βαθιά την ελληνική γλώσσα σε όλη την έκτασή της. Αυτό βέβαια έχει φανεί και στις μεταφράσεις αρχαίων τραγωδιών που έκανε για τον Κάρολο Κουν. Ο Βαλτινός ξεκίνησε με κλασικά αφηγηματικά σχήματα για να καταλήξει σε ένα εντελώς προσωπικό ύφος, στο οποίο χρησιμοποιεί μονολόγους, ημερολογιακές καταγραφές, συνεντεύξεις και διάφορες μορφές ποίησης προκειμένου να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο. Ο κόσμος του αυτός διαμορφώθηκε μέσα στο μεταπολεμικό κλίμα, όπου κυριαρχούσε ο αντίκτυπος του ελληνικού εμφυλίου που σφράγισε τους διανοούμενους, ειδικά αυτούς που προέρχονταν από την αριστερά. Στο έργο του Θανάση Βαλτινού υπάρχουν ακόμα τολμηρά ερωτικά στοιχεία, καθώς και η αβεβαιότητα της νεοελληνικής πραγματικότητας. Αν μπορούσε να βρει κάποιος ένα χαρακτηριστικό που λείπει από τις ιστορίες του,  αυτό θα ήταν μια σχετική αδυναμία αφηγηματικής ανάπτυξης. Η κάθοδος των Εννιά αποτελεί εξαίρεση, γι' αυτό και έγινε σενάριο μιας πετυχημένης ταινίας.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να ιδωθεί ως αδυναμία του έχει να κάνει με την μεταφορά στα έργα του ενός κλίματος κάπως νοσηρού, όποτε καλείται να μιλήσει για το θέμα του εμφυλίου που εμπεριέχει την δική του βιαιότητα, όπως και κάθε εμφύλιος.  Στον Ανάπλου, που είναι μια μορφή αυτοβιογραφίας, υπάρχουν ίσως οι καλύτερες σελίδες του Θανάση Βαλτινού και κάποιες στιγμές καταπληκτικής πρόζας, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Αφορούν την παιδική του ηλικία στην ελληνική ύπαιθρο και η αφήγηση του Βαλτινού, ραφιναρισμένη μέσα από την αναπόληση και τον στοχασμό χρόνων, παράγει ένα αποτέλεσμα μαγικό, γεμάτο ποίηση. Το βιβλίο είναι στην ουσία μια απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη του συγγραφέα στην Κρίστα Στρατήγη για τη διατριβή της στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Επέλεξα μερικά αποσπάσματα. Το πρώτο αφορά το τοπίο των παιδικών του χρόνων:

Για εφτά χρόνια ο ήλιος έβγαινε από τη Δύση. Έδυε στην Ανατολή – κατά λογική συνέπεια… Μετά φύγαμε από κει. Το σπίτι βρισκόταν στην κοιλάδα του Τάνου ποταμού. Μια βαθιά γραμμή κατά τη στρατιωτική ορολογία. Ορεινή Αρκαδία, βόρειες καταπτώσεις του Πάρνωνα. Οι δυο πλαγιές που έκλειναν αυτή την κοιλάδα ήσαν αρκετά άγριες- ιδιαίτερα η δεξιά. Πετρώδης με σκληρή βλάστηση. Πρίνους και αγραπιδιές. Όχι τις αγραπιδιές του Καρυωτάκη. Γκορτσιές. Πριν να φανεί ο δίσκος του ήλιου στον ουρανό, το φως του κατέβαινε ήδη σαρώνοντας την αριστερή πλαγιά. Ο ήλιος έβγαινε λοιπόν από κει. Από τη Δύση.

Τα πράγματα αποκαταστάθηκαν στην πρώτη δημοτικού από τον δάσκαλο. Ήταν η πρώτη σκληρή ακύρωση μιας ποιητικής πλάνης…


Μια άλλη στιγμή έμεινε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του συγγραφέα :

Εκεί λοιπόν σε κείνο το πανηγύρι χάθηκα κάποτε, πέντε ή έξι χρονών. Εξερευνούσα το χώρο και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στην πίσω πλευρά. Υπήρχε κει μια κλειστή θολωτή στέρνα. Το έδαφος ήταν επικλινές η καμάρα της οροφής της ήταν στο ίδιο επίπεδο με τις απολήξεις του αυλόγυρου. Χρειαζόταν απλώς να δρασκελίσεις ένα μικρό χάσμα ανάμεσά τους, ένα πήδημα που το αποτόλμησα. Στην κορυφή της καμάρας ήταν το μοναδικό άνοιγμα, ένα στόμιο πηγαδιού. Πήγα έσκυψα μέσα. Η στέρνα ήταν το λεγόμενο χωνευτήριο, το οστεοφυλάκιο. Μετά τις ανακομιδές, τα κόκαλα των νεκρών πλένονταν με κρασί, διαβάζονταν από τον παπά και ρίχνονταν εκεί μέσα. Τόσο δημοκρατικά. Γενεών οστά. Κρανία, ωλένες. Σηκώθηκα άλαλος.

Το πανηγύρι από την άλλη μεριά συνεχιζόταν. Αναζήτησα τη μητέρα μου. Χόρευε μπροστά. Την χόρευε ο πατέρας μου, χόρευε ωραία, χόρευε ερωτευμένη. Πήγα πιάστηκα από το φουστάνι της και κείνη σταμάτησε. Έσκυψε με αγκάλιασε και με κράτησε ανάμεσα στα πόδα της. Ανάμεσα στις μεταξωτές της κάλτσες. Τι είχε καταλάβει; Ο πατέρας μου παραμέρισε, δίνοντας σειρά στον επόμενο χορευτή. Με επήρε στην αγκαλιά του και με ακούμπησε σ’ έναν μικρό όχτο, στον ίσκιο μιας μουριάς. Δεν με ρώτησαν τίποτα. Μου χαμογελούσαν καθησυχαστικά και κάποια στιγμή η μητέρα μου με αγκάλιασε πάλι, με αγάπη. Κρατήθηκα για να μη με πάρουν τα κλάματα. Αισθανόμουν ότι έπρεπε να τους προστατέψω αυτούς τους δυο, να τους προστατέψω εγώ, και ταυτόχρονα ήξερα ότι δεν μπορούσα να το κάνω. Τη σκηνή την κουβαλώ μέσα μου χρόνια. Δεν μπόρεσα ποτέ να τη γράψω, τώρα όμως ξέρω ότι προσδιόρισε την πορεία μου.


Η οικογένεια του και ειδικά ο πατέρας του ήταν ο κόσμος του μικρού παιδιού που παρακολουθούσε με δέος όλα όσα συνέβαινε γύρω του, κάποια στιγμή χρειάστηκε να μετοικήσουν:

- Κανένας άγγελος δεν μας ειδοποίησε εμάς. Ήταν απόφαση του πατέρα μου. Εκείνος ίσως είχε κάποια βιβλικά χαρακτηριστικά. Όχι άσπρη γενειάδα και τέτοια. Ξυριζόταν δυο φορές τη βδομάδα. Ήταν οστεώδης κι έπαιρνε τις αποφάσεις του μόνος. Μόνος του σήκωνε και το βάρος τους φυσικά. Είχε διαισθανθεί τι θα ακολουθούσε. Έτσι βρεθήκαμε σ’ εκείνη τη σούστα να πηγαίνουμε. Ο Βασίλης, ο Γιώργος, εγώ, η Μάρθα. Σκάλα προς τα κάτω. Η Μαρία δεν είχε γεννηθεί ακόμα. Δυο μπόγοι με σκεπάσματα, άλλο ένα με αλλαξιές ρούχα, και ένα κιβώτιο εκστρατείας με πιατικά. Όλη η οικοσκευή μας. Το κιβώτιο το είχε κουβαλήσει ο πατέρας μου από τον Σαγγάριο. Αναμνηστικό εκείνου του κλέους.

Επηλύτες χιλιάδες χρόνια. Στο ρυθμό της πορείας του αλόγου, με τα πέταλα του να ηχούν στο σκυρόστρωτο δρόμο. Τώρα σε μακρινές υπερπόντιες πτήσεις, αναγκαστικά καθηλωμένος επί ώρες, δεν μπορώ να διαβάσω, να ακούσω μουσική, να γράψω. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Παροπλισμένος παρακολουθώ στην ηλεκτρονική οθόνη την πορεία του αεροσκάφους – και ξαναγυρίζω σ’ εκείνο το ταξίδι. Κράτησε 7-8 ώρες.

Ενώ γύρω μαίνονται η κατοχή και προετοιμαζόταν ο εμφύλιος τα παιδιά είχαν άλλες προτεραιότητες:

Έσβηνα το λαδοφάναρο και πήγαινα απάγκιαζα στις κόγχες του ερειπωμένου Αγίου Κωνσταντίνου. Καμιά φορά έρχονταν και άλλοι εκεί και περιμέναμε αυτόν τον μικρό πρώτο κελαϊδισμό του κοκκινολαίμη, που ήταν το πέρασμα από τη νύχτα στη μέρα...

Δεν υπάρχουν άλλα παιδιά για να παίξουμε παρά μονάχα περιστασιακά. Είμαστε όμως τρεις και η Μάρθα. Εγώ διανύω την εποχή της άγνοιας. Και ο κόσμος είναι ακόμα ένας αναπεπταμένος λειμώνας. Μπροστά από το σπίτι που στεγαστήκαμε πέρναγε ένα μεγάλο αρδευτικό αυλάκι. Έφτιαξα μια σχεδία από ξερούς αθανάτους, αγαύες. Το ποτάμι ήταν λίγο πιο κάτω. Ο Ευρώτας. Ο Ίρις. Διακόσια – τρακόσια μέτρα ή πεντακόσια. Εκεί έμαθα να κολυμπάω. Πηγαίναμε ψηλότερα στο γεφύρι του Κοπανίτσα. Δεν υπήρχε γεφύρι, κάποια κατεβασιά το είχε σαρώσει. Είχε μείνει το τοπωνύμιο. Υπήρχε μια απλωμένη λιμνούλα. Την αριστερή της όχθη την έκλειναν συμπαγείς λειασμένοι από το νερό βράχοι. Ο βυθός δεν φαινόταν. Πάνω στους βράχους διακρίνονταν τα κατάλοιπα από τα βάθρα του γεφυριού.

Την πρώτη φορά που διέσχισα εκείνη την επιφάνεια σαν κουτάβι με το κεφάλι έξω από το νερό ένιωσα μια σκοτεινή ανατριχίλα. Αλλά το έκανα. Μια άλλη φορά – αυτό όμως ήταν αργότερα, μάλλον τον επόμενο χρόνο-, κόψαμε το ρέμα σ’ ένα μικρό παρακλάδι. Δηλαδή βοηθήσαμε δυο-τρεις άλλους, μεγαλύτερους από μας, για να γίνει αυτό. Ο Μιχάλης , ο Νεκτάριος, ένας τρίτος , χωρίς όνομα αυτός. Νεαροί άντρες της περιοχής. Τώρα πια ίσκιοι. Και ο Κούλης. Κάπου διχάλωνε το ποτάμι και ξανάσμιγε λίγο πιο κάτω, δημιουργώντας μια στενόμακρη σύρτη στη μέση. Κόψαμε το νερό, βάλαμε αφάνες στην εκροή του και μαζέψαμε τα ψάρια που σκάλωσαν εκεί. Μεγάλες μινίδες και χέλια. Αυτά ήσαν πρωτόγνωρα πράγματα...


Η κατοχή των Γερμανών στοίχισε πολλές ζωές. Σε κάποια περιστατικό που περιγράφεται, ο θείος του συγγραφέα σώζεται την τελευταία στιγμή από τύχη. Το περιστατικό γίνεται αφορμή για τον Bαλτινό να χρωματίσει με τρόπο θαυμάσιο τον χαρακτήρα της μητέρας του:

- Η μάνα μου πίστευε πάντα ότι ήταν θαύμα. "Παναγία μου", επικαλέστηκε την Παναγιά. Χωρίς να πιστεύω, το πιστεύω και εγώ.
- Ότι ήταν θαύμα.
- Ναι.
- Εκείνη η νύχτα στοίχισε μια εκατόμβη νεκρών.
- Εσείς γλυτώσατε πάντως.
- Είχαμε άγγελο.
- Αλλά δεν πιστεύεις.
- Όχι.
- Η μάνα σου πίστευε.
- Η πίστη είναι χάρις. Και η μάνα μου την είχε.
- Χάρις. Τι άλλο;
- Έρως.
- Φόρτωσε πορτοκάλια και έφυγε. Φώναζε, πήγαμε να τον πάρουμε στο λαιμό μας, τέτοια.
- Ως παιδί πίστευες;
- Ως παιδί. Είχα ένα φυλαχτό. Το φορούσα κατάσαρκα. Σταυρολούλουδα, λιβάνι, ένα δάκρυ αγιασμός, ραμμένα σ’ ένα πανί. Στο πανί ένας σταυρός κεντητός. Το καρφίτσωνα με μια μικρή παραμάνα στο φανελάκι μου. Φτιαγμένο από τη μητέρα μου, κουβάλαγε την αγάπη της και με φύλαγε από κάθε κακό.


Σε μια ακόμα πολύ όμορφη ιστορία τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα έχουν μια υφή παραμυθένια:

Στον Καραβά πίναμε νερό από τα πηγάδια. Είχαμε μια αιγινήτικη στάμνα, τη βάζαμε κάπου να κάνει ρεύμα και το νερό δρόσιζε. Ίδρωνε ο πηλός. Τα μεσημέρια στρώναμε τραπέζι έξω, κάτω από μια μουριά. Ένα τέτοιο μεσημέρι, παραμονή της Παναγιάς. Λέει η μητέρα "να 'χαμε κανένα αυγουστάχλαδο". Τι της τα θύμισε; Δεν είχε εκφράσει ποτέ της κανενός είδους νοσταλγία. Τα αυγουστάχλαδα. Ωρίμαζαν στο τέλος του μήνα. Υπόχρυσα, λίγο στυφή σάρκα με ένα λεπτότατο άρωμα. Ήταν αυτό το άρωμα ίσως. Κάτι θα είχε σαλέψει στο φως "θα πάω εγώ να τα φέρω", είπε ο Βασίλης. Νομίζω ανταποκρίθηκε στη λαχτάρα της μητέρας μας. Είχαμε μια αχλαδιά στο χωριό. Η μισή στον τοίχο μια μεγάλης πεζούλας. Υπάρχει ακόμα, πνιγμένη στα βάτα, μοναδική σε όλη την περιοχή. Τα δικά μας αυγουστάχλαδα…

Μας πήρε λίγες μέρες μέχρι να το αποφασίσουμε. Η μητέρα αρνιόταν , δεν ήθελε. Τη σιωπή του πατέρα μας την εκλαμβάναμε ως συγκατάθεση. "Πού τα αφήνεις να παν, θα χαθούν". "Να χαθούν", έλεγε εκείνος. Τελικά φύγαμε. Μετά τον Βουρλιά κατηφορίσαμε για τη ρεματιά των Βρεσθένων. Δεν ακολουθήσαμε τη δημοσιά, δεν θα φτάναμε ποτέ έτσι. Η ρεματιά ήταν ξερή. Θα μας έβγαζε στην Αράχοβα. Ξερή και έρημη μες το καταμεσήμερο. Εκεί φοβηθήκαμε, ήταν οι ετήσιοι άνεμοι. Ήταν η εποχή τους. Φυσούσαν και κόπαζαν. Είχαμε μεγαλώσει με ιστορίες για φαντάσματα. Και νεράιδες. Τίποτα ζωντανό δεν ακουγόταν γύρω μας. Τα κλαριά των δίεδρων ανεβοκατέβαιναν, μικροί ανεμοστρόβιλοι σηκώνονταν κάθε τόσο όπου υπήρχε λίγη άμμος. Χόρευαν Αυτές. Ο Βασίλης με έπιασε από το χέρι. Μοιραζόμασταν την τρομάρα μας. Αμίλητοι. Αν μιλάγαμε, θα μας έπαιρναν τη φωνή. Λίγο ψηλότερα φτάσαμε σε μια μεγάλη λούμπα με στάσιμο νερό. Η επιφάνεια της ήταν πετσιασμένη από τον μπουχό. Μια νερόκοτα πετάχτηκε μπροστά μας. "Ιησούς Χριστός νικά". Σε ένα τέτοιο κόσμο περπατάγαμε, κατοικημένο από τέτοια πολυμήχανα πλάσματα.



Απόστολος Σπυράκης

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

"Σελάνα" του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Δωρικός, απογυμνωμένος, επιβλητικός και ανθεκτικός στο πέρασμα των αιώνων, ο Παρθενώνας ακολουθεί με συνέπεια τα βήματα της Αθήνας, σφραγίζοντας με την παρουσία του την πορεία της, την εικόνα της στο χρόνο, τον πάλαι ποτέ, μα και τον τωρινό. Κι αν δίνει μια διαρκή υπόμνηση της Κλασικής Ελλάδας ανά τον κόσμο, είναι εδώ κοντά μας, χαρίζεται απλόχερα στην πόλη, στέκει δίπλα μας, με ένα βλέμμα μας, σχεδόν τον αγγίζουμε. Η αρμονική συνύπαρξη του αρχαίου ναού με τη σύγχρονη μορφή της πόλης είναι ένα δώρο των αιώνων στη ζωή που διανύουμε.

Στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα η Αθήνα ήταν ήδη ισχυρή, είχε ήδη σταθεροποιήσει τη θέση της ως επικεφαλής μιας μεγάλης συμμαχίας. Όταν μάλιστα το ταμείο μεταφέρθηκε στην Αθήνα, ο Περικλής, ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης, αποφάσισε να χρησιμοποιηθεί κάποιο μέρος των εσόδων για την ανοικοδόμηση της πόλης. «Τα τάλαντα του συμμαχικού ταμείου τα χρειαζόταν για την ολοκλήρωση του μεγάλου του σχεδίου, την κυριαρχία της Αθήνας σε όλον τον ελληνικό κόσμο. Η οικοδόμηση του Μεγάλου Ναού ήταν το σημείο εκκίνησης».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της οικοδομικής και πολιτιστικής ανθοφορίας χτίστηκε ο Παρθενώνας. Η ιστορία αναφέρει πως ο ένας από τους δύο αρχιτέκτονες ήταν ο Καλλικράτης και ο άλλος ο Ικτίνος. Τι ξέρουμε όμως αληθινά γι’ αυτόν, για την προσωπικότητά του; Απολύτως τίποτα. Είναι μονάχα ένα όνομα χαραγμένο στη ραχοκοκαλιά της ιστορίας, μονάχα μια πληροφορία που δονεί το γνωστικό μας πεδίο. Έργα που αποδίδονται σε αυτόν είναι ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες της Αρκαδίας, ενώ πηγές του αποδίδουν και τον πρώτο όροφο του Τελεστηρίου στην Ελευσίνα. «Ή μήπως το πέρασμά σου από το Τελεστήριο της Ελευσίνας είναι επινόηση όσων επεξεργάστηκαν την υστεροφημία σου; Όσων επιχείρησαν να φτιάξουν μια βιογραφία για τον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα –όπως αργότερα ονομάστηκε ο ναός– ο οποίος άφησε μόνο ένα όνομα. Ικτίνος, και ένα αρχιτεκτονικό ύφος. Δεν ξέρουμε ούτε πότε και πού γεννήθηκε ούτε πού και πότε πέθανε. Ποιος ήταν; Πώς έμαθε την τέχνη του; Γιατί τον επέλεξαν; Τίποτα. Ανιχνεύουν το πέρασμά σου στο μερίδιο της σκιάς».

Με αφορμή αυτήν την έλλειψη στοιχείων ο συγγραφέας ανατρέχει σε διάφορα ιστορικά κείμενα που, πέρα από τις πολύτιμες πληροφορίες που του δίνουν, τον βοηθούν να ανασυνθέσει την ατμόσφαιρα και τη συλλογική νοοτροπία της κοινωνίας που δημιούργησε τον Παρθενώνα. Έτσι λοιπόν μετά από εμπεριστατωμένη έρευνα, δημιουργεί μια εξ ολοκλήρου επινοημένη ιστορία με πολύ ενδιαφέρουσα αφετηρία. Να δώσει μορφή σε ένα ιστορικό πρόσωπο για το οποίο δεν υπάρχουν καθόλου βιογραφικά στοιχεία κι έχει ένα έργο καταχωρημένο στους αιώνες. Και κάπως έτσι ξεκινά ένα ταξίδι στα βάθη του χρόνου και η αρχαία ελληνική ιστορία παραδίδεται ενίοτε στη μυθολογία και ενίοτε στη μυθοπλασία…

Όλα αρχίζουν όταν ο Ικτίνος συναντά τη Σελάνα, τη γυναίκα της ζωής του. Την είχε ανακαλύψει ο Ιππόδαμος στη Μίλητο, και την είχε χρίσει επίσημη αυλητρίδα των παραστάσεών του, να συνοδεύει με μουσική την έκθεση στο κοινό των πολεοδομικών του σχεδίων. Και από κει βρέθηκε στην Αθήνα. Πώς μοιάζει ο έρωτας πριν αρχίσει; Στα πρώτα βλέμματα, στις πρώτες εντυπώσεις; Στα πρώτα λόγια; Όταν την πρωτοείδε θαμπώθηκε κι όταν την αναζήτησε και τη βρήκε στο σπίτι του Πωρινού, εκείνη του ψιθύρισε: «Χρειάζομαι βοήθεια».

Από ένα περιφλεγές ειδύλλιο που οδηγεί σε μια δεκαπενταετή περιπλάνηση στην Αίγυπτο, την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, κι έπειτα πάλι πίσω, ωριμάζει μέσα στο μυαλό του αρχιτέκτονα η δημιουργία. Στην Αίγυπτο έζησαν τρία χρόνια, εκεί που οι πυραμίδες χώριζαν το φως από τη σκιά σε μια αρχιτεκτονική που προστάτευε την ιδιωτικότητα του θανάτου. Το παιχνίδι φωτός-σκιάς ήταν αρκετό για να χαραχτεί στο μυαλό του αρχιτέκτονα η ιδέα, μονάχα που η κατεύθυνσή του θα κινούνταν προς την εξωστρέφεια. Οι Έλληνες έχτιζαν ναούς «περίπτερους για να ρουφούν το φως του ήλιου και να το προσφέρουν στους θεούς τους». Αρχιτεκτονική ζωής…

Από τις εκβολές του Νείλου, με το πρώτο πλοίο που βρήκαν, προκειμένου να ξεφύγουν από τους διώκτες της Σελάνας, –ίσως άνθρωποι του Ιππόδαμου που ήθελαν να την απαγάγουν– έφτασαν στη Σύβαρη. Τοπίο πιο οικείο, ανάμεσα σε ελαιόδεντρα, κλήματα και πεύκα, θύμιζε τη δική του γη, και πάλι η ίδια εμμονή: το φως. Το φως και η σκιά! Εκείνη ολοένα και τον παρέσυρε σε μια δίνη προσήλωσης, σε ένα συγκεκριμένο σκοπό κι εκείνος, σαν προορισμένος να γίνει αξεπέραστος αρχιτέκτονας, μελετούσε τα μυστικά των δωρικών ναών. Μα πώς έφτασε σε αυτήν την αρμονία; Εκ του αποτελέσματος κρινόμενα, τα πάντα λειτούργησαν εξαιρετικά. Πριν φτάσουν όμως σε αυτό το σημείο, πριν διαμορφωθεί το τέλειο και διαχρονικό, υπήρξαν σαφείς επιρροές που τον ώθησαν εκεί.

«Τι έψαχνες φεύγοντας από την Αθήνα και γιατί πήρες μαζί σου το χειρόγραφο του Πωρινού; Ήθελες να δεις τις πυραμίδες ή μήπως να μελετήσεις την αρχιτεκτονική των δωρικών ναών στη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία; Έλα τώρα. Δεν μπορούσες να ζήσεις μια μέρα χωρίς την τρυφερή αγκαλιά της Σελάνας, χωρίς τη φωνή της να σου ψιθυρίζει μες στη νύχτα, χωρίς την καυτή δροσιά του σώματός της, χωρίς τη μουσική της».

Ο συγγραφέας αφηγείται συχνά σε β’ πρόσωπο, μοιάζει σαν να απευθύνεται στον αρχιτέκτονα, στο μεγάλο δημιουργό, που η μορφή του παραμένει ένα αξεδιάλυτο μυστήριο. Μια «βιογραφική» εικασία που εμπνέεται από τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο δημιουργό, τη ζωή του, το έργο του και την εποχή του. Ποιοι ήταν οι συνειρμοί του, οι διαθέσεις έκφρασης, η έρευνα, όλα τα στοιχεία εκείνα που δείχνουν την εξέλιξη και την πορεία προς το μεγάλο δημιούργημα; Πώς έφτασε σε αυτήν την τόσο επεξεργασμένη απλότητα και καθαρότητα; Με ποιους συνομιλεί άραγε ο δημιουργός; Με κοινούς θνητούς ή ακροβατεί στο υπερβατικό στερέωμα; Ή μήπως στ’ αλήθεια η κορύφωση της δημιουργίας μοιάζει με θεόσταλτο προορισμό; Κι όμως, οι προθέσεις, οι υπολογισμοί και τα άγχη που τον περιζώνουν στο τέλος χάνονται, τα απορροφά η στερεότητα του υλικού του έργου. Μονάχα το αποτέλεσμα μένει ατόφιο, εκτείνεται σε κρίση και απλώνεται χρονικά στις χιλιετίες.

Και ο δημιουργός ένα πρόσωπο ιστορικό, μαζί με ανώνυμους και άσημους ανθρώπους που προσέφεραν κι αυτοί κάτι από τον ίδιο τους τον εαυτό. «Όταν άκουσες ένα βουητό. Κι αμέσως μετά το κλάμα ενός σκύλου. Ήταν ένα νέο παιδί, από τους εργάτες του Καλλικράτη, πεσμένο ανάσκελα. Το αριστερό του πόδι το είχε καταπλακώσει ένα κομμάτι μάρμαρο ως το γόνατο».

Το πολιτικό προσκήνιο της εποχής έρχεται να επενδύσει ιστορικά την υπόθεση. Ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμωνας, ο Εφιάλτης, ο Περικλής, ο καθένας από την πλευρά του, δίνει στο έργο το στίγμα της παρουσίας του. Μα πάνω απ’ όλα, η γυναικεία παρουσία είναι εκείνη που παίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης, πρωτίστως η Σελάνα που χαράσσει δρόμο, αλλά και η ίδια η θεά που μοιάζει να κινεί τα νήματα προκειμένου να γίνει ο ναός της ένα έργο ανεξίτηλο στο χρόνο.

Εικόνες όμορφες που μας ταξιδεύουν από την αττική γη ως το νυχτερινό ουρανό της Αιγύπτου και τον ορίζοντα της Αίτνας που τον σκίζουν φωτιές, περιγραφές γεμάτες λυρισμό, λόγος προσεγμένος, όλα μαζί συλλειτουργούν και δίνουν ένα ωραίο αισθητικά αποτέλεσμα που στοχεύει να μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα «ιστορικό παραμύθι», όπου ενίοτε οι θεοί του Ολύμπου εξακολουθούν να παρεμβαίνουν στις τύχες των ανθρώπων.

Η δημιουργία του Παρθενώνα, βέβαια, δεν παρήχθη αυτοφυώς, αλλά γεννήθηκε και εξελίχθηκε σε ένα περιβάλλον πρωτοπορίας, πνευματικής ελευθερίας και πληρότητας. Όλη αυτή η χρυσή εποχή φαίνεται να αναστατώνει κάποιες ευαίσθητες χορδές του συγγραφέα, που τον κάνουν να θέλει να ξαναγυρίσει σε αυτόν τον αιώνα ο οποίος μοιάζει διαρκώς να ανοίγει νέα κεφάλαια αναζήτησης. Και γι’ αυτό στο τέλος μας αφήνει μια υπόσχεση:

Πως έπεται συνέχεια… Μετά την αφήγηση της οικοδόμησης του ναού ξεκινά η αφήγηση της Βιογραφίας του Παρθενώνα.

Ήλια Λούτα

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

Μικρό αφιέρωμα για την παγκόσμια ημέρα ποίησης

Το στίγμα λόγου συνεχίζει τον εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας ποίησης, με ποιήματα από τις νέες ποιητικές συλλογές των ποιητών Φιλέα Τετράζη Το χρηματοκιβώτιο της μνήμης και Ανδρέα Καρακόκκινου Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό.

Φιλέας Τετράζης

Στη νέα ποιητική συλλογή του ο Φιλέας Τετράζης μιλάει για τα τιμαλφή που διαφυλάσσει στο χρηματοκιβώτιο της μνήμης, τις αγαπημένες συνήθειες, τη μοναξιά, τον έρωτα και φυσικά την ποίηση, με τη γνωστή εξομολογητική του διάθεση.


Η ΡΟΥΤΙΝΑ
Πάρκαρε το αυτοκίνητο δεξιά
περπάτησε μέχρι την παραλία
η θάλασσα πάντα χρώμα μπλε βαθύ.
Άφησε δυο τρία αποτυπώματά του
στη βρεγμένη άμμο
να γυρίσει πίσω είναι νωρίς για μεσημέρι
κι ώσπου να πάρει την απόφασή του
ένα μικρό κύμα που έπαιζε στο γιαλό
του έβρεξε τα παπούτσια
και
«Κάτσε καλά» του είπε θυμωμένος
Πηδώντας ένα βήμα πίσω στα στεγνά.

Μετά έριξε ένα λοξό βλέμμα
στη θάλασσα που’ χε χρώμα μπλε βαθύ
και αναστέναξε ευχαριστημένος
ωραία βόλτα σήμερα σκέφτηκε
έσπασα την πεζή ρουτίνα
και ψιθύρισε πικρά μετανιωμένος
«Λάθος μου να μαλώσω το μικρό κύμα
που ‘θελε με τα παπούτσια μου να παίξει».


ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΡΟΣΜΕΝΩ 
Τίποτε δεν προσμένω πια
κάθε μέρα κάτι χάνω
ένα γεγονός, ένα φίλο, μια ανάμνηση.
Γίνομαι πιο μοναχικός, θα έλεγα
μίκρυνα τόσο που καμμιά φορά
σαν περπατώ στην πόλη
κανένας δεν με βλέπει.
Μου’ ρχεται να φωνάξω «Ε, υπάρχω».

Μπορεί να είναι φαντασίες όλα
νομίζω πάντως πως κάποιος με κρυφοκοιτά
ο αδελφός του Ύπνου ίσως
παμπόνηρος ως είναι γυροφέρνει
και πάντα του αρέσει να αιφνιδιάζει.

Αλλά εγώ τον γελοιοποίησα μια μέρα
άσε το κρυφτούλι του είπα
κι έλα σπίτι όποτε θέλεις
να σε κεράσω ένα κρασί
και μιλάμε για τις διαφορές μας ντόμπρα.


ΤΟ ΚΕΡΙ
                  Στην Άννα
Τόσα χρόνια πέρασαν
και το κερί στο μανουάλι της καρδιάς της
είναι ακόμα αναμμένο
σημάδι αναμφισβήτητο πως μ’ αγαπά.
Το είχα εγώ με θαύμα ανάψει
Όταν μπορούσα τότε
που ήμουν είκοσι χρονών.
Θα σβήσει κάποτε
αναρωτήθηκα με δέος ένα βράδυ!
Διαισθάνθηκε το ερώτημα εκείνη
και «όχι» μου είπε αποφασιστικά
στρέφοντας σε μένα τη ματιά της.

Για τη γυναίκα μου σας λέω
που ήρεμη κάθεται και ονειροπολεί
Χριστουγεννιάτικα
με τη φωτογραφία των εγγονιών στο χέρι
στο ζεστό μας τζάκι δίπλα.


ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
Κι αν γέρασα
τίποτε δεν μ’ εμποδίζει να θυμάμαι
στο χρηματοκιβώτιο της μνήμης εξάλλου
φυλάω τον θησαυρό μου.

Ένα περίπατο στην Ακρόπολη
την σελήνη με το κίτρινο φουστάνι
τα κορίτσια που αμίλητα σαν τις Καρυάτιδες
μας μοίραζαν προσδοκίες τον Απρίλη
τα χρόνια
που απροσδόκητα μας πρόδωσαν
και απέδρασαν τόσο ξαφνικά.

Τίποτε αληθινά δεν μ’ εμποδίζει
να θυμάμαι
φυλαγμένα καλά ως είναι όλα
στο χρηματοκιβώτιο της μνήμης.


ΚΑΚΟΒΟΥΛΕΣ ΔΙΑΔΟΣΕΙΣ
Παραπαίει η Ποίηση διαδίδουν
σαν μεθυσμένος που βγαίνει από ταβέρνα
μεσάνυχτα να πάει σπίτι.

Άλλοτε σπαθί κρατούσε κοφτερό
στον πόλεμο σαν έκανε γιουρούσι
και ήταν αυτή που σήκωνε ψηλά
τη ματωμένη μας σημαία όταν
έπεφτε από τα χέρια του νεκρού σημαιοφόρου.
Οι παλιοί την θυμούνται αντάρτισσα
και οι νέοι ακόμα στο πλευρό των πληγωμένων.

Εγώ τη γνώρισα μετά τον πόλεμο
ως έμορφο σεμνό κορίτσι
πουλούσε λουλούδια στους περαστικούς
στους ερωτευμένους τα χάριζε χαμογελώντας.
Μου εξομολογήθηκε μια νύχτα
που αγρυπνούσα
πως ζει μαζί μας τρεις χιλιάδες χρόνια
είναι ελληνικής καταγωγής
φίλη της Σαπφώς και του Αισχύλου.

Γι’ αυτό σας λέω
μην ακούτε κακόβουλες διαδόσεις
η Ποίηση στέκει ορθή, δεν παραπαίει.


Ανδρέας Καρακόκκινος

Η ποίηση του Ανδρέα Καρακόκκινου έχει έναν μοντέρνο ρομαντισμό που πηγάζει από αρχαίες ρίζες, εκεί που γεννήθηκαν οι πρώτοι όρκοι και οι έννοιες παραμένουν ατόφιες. Ο ποιητής, θαρρείς λαθρεπιβάτης σε πειρατικό, τις νύχτες κλέβει από τους πειρατές της ζωής τους θησαυρούς εκείνους που δίνουν στην ύπαρξη μας νόημα. Στην ποίησή του πρωτοστατεί ο έρωτας εκείνος που δοξάζει τη στιγμή, ακυρώνει το θάνατο και ξεγελάει το χρόνο. Το όραμα του ποιητή είναι να εκκινήσει απαρχής τον κόσμο.


ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ
Τις νύχτες ταξιδεύουμε
λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι
κρυμμένοι πίσω από ξύλινα βαρέλια
περιμένουμε τους πειρατές
ν’ απλώσουν τα κλεμμένα
στο κατάστρωμα.

Ψάχνουμε στα σκοτεινά για κείνα
τα χαμένα όνειρα, το γέλιο μας
και το ασημένιο δαχτυλίδι,
τ’ αστέρια που έπεσαν
τις καλοκαιρινές βραδιές
και το μεταξωτό μαντήλι της κόρης.

Πριν το ξημέρωμα κατεβαίνουμε στ’ αμπάρι
αναζητούμε χάρτες με το νησί των θησαυρών
κι εκείνο το παλιό βιβλίο ποιημάτων.

Ύστερα κλέβουμε ρακί
μεθάμε μάταιες ελπίδες
και κοιμόμαστε στο ίδιο όνειρο λαθρεπιβάτες.


TANGO ARGENTINO
Κόκκινη φλόγα
στροβιλίζεται στους ρυθμούς
ενός tango argentino
και φλεγόμενες καρδιές
καίγονται
στους εξώστες του μεσονυκτίου.
Εσύ αιωρείσαι αγέρωχη
πύρινη οπτασία.

ΜΕΣΟΝΥΧΤΙ
Ένα βιβλίο ανοιχτό
στα πόδια σου
κι εσύ ταξιδεύεις
σ΄απόκρυφους πολιτισμούς
παίζοντας με τις λέξεις.
Μια πεταλούδα πολύχρωμη
κάθεται στα μαλλιά σου
νομίζοντας είσαι η άνοιξη.
Κάπου μακριά ένα ακορντεόν
Στολίζει τις σελίδες
κι ένα φως αχνό
χορεύει στα μάτια σου
στη ράχη της βελόνας
που δείχνει μεσονύχτι.


ΑΝΤΙΦΕΓΓΙΣΜΑ
Το αντιφέγγισμα
της εικόνας σου
ένα αστέρι ροδοπέταλο
που ξημερώνει ανατολή
πριν γεννηθεί ο ήλιος
το πρώτο φιλί
στα χείλη του καλοκαιριού
πριν χαράξει η μέρα
το σκίρτημα
του ερωτευμένου ονείρου
που αναζητά το φως
πριν ανοίξουν τα μάτια.

Το αντιφέγγισμα
της εικόνας σου
ένα ασημένιο δάκρυ
σε νυχτερινή πολιορκία
που κυλά στις χορδές του ουρανού
και αφήνει ήχους μουσικούς
να γίνουν κελάδισμα αηδονιού
τραγούδι εωθινό και μελωδία
αέναο σφιχταγκάλιασμα
σ’ ένα μοναδικό χορό
αρχέγονο, ερωτικό
στο πλάτωμα του Αποσπερίτη.


ΚΟΚΚΙΝΗ HARLEY
Απόδραση
μ’ ένα όνειρο στη τσέπη
σε μια Harley κόκκινη
να γίνω ένα με τον αγέρα.

Σε μια διαδρομή
χωρίς προορισμό κι υποχωρήσεις,
χωρίς το ανελέητο κυνηγητό
των πεπραγμένων.

Στην άσφαλτο
που θα κοχλάζει ερωτηματικά
σαν καζάνι της κόλασης,
απάντηση καμιά.

Σε δυο ρόδες
θ’ αναζητήσω την ταχύτητα
που έχει το φως
πριν έρθει το σκοτάδι.

Η ελευθερία της ψυχής
σε μια βελόνα του καντράν
που όλο ανεβαίνει ν’ αγγίξει
τέρμα της ζωής.

Επιλογή για το στίγμαΛόγου:
Κατερίνα Τσιτσεκλή

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

"Στο τέλος μιας προσημειωμένης μέρας" της Ιωάννας Διαμαντοπούλου

Δεν είναι πολύς καιρός που έγραψα για τη συλλογή της Ιωάννας Διαμαντοπούλου Στρατός ξυπόλητων λέξεων που περιείχε μόλις 21 ποιήματα, εκφράζοντας την επιθυμία να διαβάσω επόμενη συλλογή της. Και να που στην αρχή του 2019 όντως κυκλοφόρησε η επόμενη συλλογή της Διαμαντοπούλου με τίτλο Στο τέλος μιας προσημειωμένης μέρας και 37 ποιήματα αυτή τη φορά. Ιδιαίτερος ο τίτλος αυτής της νέας συλλογής, παραπέμπει στην έννοια της προσημείωσης που αποτελεί ένα είδος υποθήκης υπό αίρεση. Και δημιουργείται αμέσως στον αναγνώστη η απορία: υπέρ ποιου άραγε προσημειώνεται η μέρα;

Η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη ούτε έρχεται αβίαστα. Τα ποιήματα δεν είναι οργανωμένα γύρω από συγκεκριμένους θεματικούς άξονες, αρχικά δίνουν την εντύπωση της τυχαιότητας, δεν αργεί όμως να καταλάβει ο αναγνώστης ότι τα θέματα εναλλάσσονται: η μνήμη, ο φόβος, ο θάνατος, η απώλεια. Τελικά, μάλλον η προσημείωση αφορά πολλές συνθήκες της ζωής, συγχρόνως. Τα θέματα στα ποιήματα όχι μόνο εναλλάσσονται, αλλά αναδεικνύονται και μέσα από τα αντίθετά τους, καθώς οι ιστορίες που αφηγείται η Διαμαντοπούλου στα ποιήματά της (η ποιήτρια παραμένει αφηγηματική και σε αυτή τη συλλογή, είναι προφανώς ο δικός της τρόπος γραφής) οργανώνονται σε δίπολα: λέξεις-σιωπή, απώλεια-παρουσία, θάνατος-ζωή, ψέμα-αλήθεια.

Έτσι, στο ποίημα «Οι τελευταίες επιθυμίες του κυρίου Π.», για παράδειγμα, μόνο ο τίτλος και ο τελευταίος στίχος μαρτυρούν ότι ο κύριος Π. πέθανε, ενώ στο ποίημα «Κάτω από στέγαστρα σιωπής», από το οποίο το ακόλουθο απόσπασμα, όλοι μιλάνε:

Μιλάνε.
Σιωπή!
Μιλάνε συνοδεύοντας το νερό
Και με γλυκιά φωνή μου φαίνεται νουθετούν τον άνεμο.
Να ‘ναι τραγούδι;

Μα δε θέλω να ακούσω
Και καταφεύγω κάτω από στέγαστρα σιωπής.
Για ασφάλεια. Πάντα όταν τελειώνει ακόμα μια μέρα.
Και εδώ τελειώνει ακόμα μια μέρα.
Με την έλευση σιωπής.
Στον κόρφο της πρόλαβα κι έκρυψα χρυσό
Το απόγευμα.


Η μητέρα και η μητρική φιγούρα έχουν έντονη παρουσία, όπως π.χ. στους στίχους «μια φωνή τύπου μητρική/ τύπου ελλείψει μητέρας την επινοούμε» του ποιήματος «Μια καθαρή ανάμνηση» και ολόκληρο το ποίημα «Ταύτιση κόρης και πεθαμένης μητέρας» που παρατίθεται στο τέλος της ανάρτησης.

Επειδή ίσως ζει στη Γερμανία, η Διαμαντοπούλου στην ποίησή της εμφανίζει με ένταση και την πατρίδα, όπως στο ποίημα «Πατριδοπαράπονο» ή το ποίημα «Ελληνικά καλοκαίρια», απ’ όπου το ακόλουθο απόσπασμα:

Κάθε μέρα εδώ μπροστά ξεφορτώνει η ζωή
Τελάρα περαστικών, τελάρα εικόνων,
Έναν λαό που έφαγε την ιστορία του
Και του κάθισε βαριά.
Το παραβλέπουμε.

Έναν λαό που στο μυαλό του
Ανθίζουν μπουκαμβίλιες και πορτοκαλιές
Χαρές και στενοχώριες που νανουρίζουν τις θάλασσες
Έναν τρελό λαό που αναμετριέται με τον χρόνο
Και ολοένα λιγοστεύει
Θάβει τα ταλέντα του
Γυαλίζει την αμηχανία του και τη νομίζει όπλο
Έναν λαό που κάποτε επαναστάτησε και τώρα τι τον νοιάζει
Και ψηλώνουν και ομορφαίνουν τα παιδιά του
Και παίρνουν αέρα τα μυαλά του
Και αφέθηκε σαν ορφανό στα χέρια του Ιδρύματος


Πέρα από τα βαθιά νοήματα και τα ευρέα εκφραστικά μέσα, η ποίηση της Διαμαντοπούλου χαρακτηρίζεται από αποφθεγματικότητα: «Μεγάλα λόγια/ κάτι σαν σκιές μικρών πράξεων» («Φωτογραφίες»), «Καθημερινώς μάχες δίνονται για μια θέση στην ανυπαρξία» («Για μια θέση στην ανυπαρξία»), «μεγάλα φτερά για μικρές πτήσεις» («Μάρτιοι ειδοί»), κ.ά.

Οι περιγραφές των χαρακτήρων στα ποιήματά της είναι επίσης εκπληκτικές, είτε αφορούν μεμονωμένα άτομα («Μαρία», «Σε ‘λέγαν Άννα») είτε ομάδες ανθρώπων («Φωτογραφίζονται.. παντού φωτογραφίζονται»):

...δεν είχε ηλικία
Ένας αριθμός πτυσσόμενος ανοιγόκλεινε
Όταν την κοιτούσες
Κι έλεγες
Εδώ ήταν κάποτε άνθρωπος κι εκεί οι πληγές του.

Ξέρω μια Μαρία με ζωή αδέξια
Κι επιδέξια αγκαλιά
Με όχι πρόσωπο μα βλέμμα

(«Μαρία», απόσπασμα)

Γυναίκες που η ζωή τις ξέπλυνε από επιθυμίες
[...] ένα βεβιασμένο χαμόγελο
Ο συμβιβασμός κρύβεται κάπου στα μάτια
Η έλλειψη
Στη ρινική κοιλότητα
Η ελπίδα κάπου εδώ
Προς το παρόν αγνοείται

(«Φωτογραφίζονται... παντού φωτογραφίζονται», απόσπασμα).

Τέλος, στους στίχους υπάρχουν σπαράγματα μιας ερωτικής ιστορίας με όχι αίσιο τέλος, μιας ιστορίας που σημάδεψε αλλά και πλήγωσε το ποιητικό υποκείμενο («Καλπάζοντας πάνω σε πλάσματα μιας μέρας», «Αεράκι στο επίνειο της νύχτας», «Είναι νωρίς», «Δεκαεπτά κανάτια νερό»). Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από τα «Δεκαεπτά κανάτια νερό»:

Ήμουν
Κάτεχα
Είχα στην κατοχή μου
Δεκαεπτά κανάτια νερό
Μα τα πάγωσε ο θάνατος.
Στους αιώνιους πάγους
Πλέουν κομμάτια της μορφής σου.


Καθώς κλείνω το βιβλίο, στο μυαλό μου μένουν λίγοι στίχοι από το ποίημα «Για μια θέση στην ανυπαρξία»: Σαν πούσι η σκιά του χρόνου/ πάνω στις μέρες.

Χριστίνα Λιναρδάκη 



Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

ΤΑΥΤΙΣΗ ΚΟΡΗΣ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ
Παραφράζοντας τη Μαρία Βοναπάρτη...

Η μαμά μου, λένε όλοι,
Είναι χρόνια νεκρή.

Εγώ όμως ξέρω
Πως είναι κάπου ημιλιπόθυμη μέσα μου,

Μερικά βράδια ξεδιπλώνει μόνη της τα μέλη της
Και με εκλιπαρεί να την αφήσω να πεθάνει.

Θα ‘ναι καλύτερα έτσι και για τις δυο, μου λέει για να με πείσει.

Εγώ όμως, συνεχίζω τον αγώνα κατά της λήθης,
Μεγαλώνοντας τους φόβους της, σαν να’ ταν δικοί μου.


Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ (απόσπασμα)

ΙΙ. Ο φόβος να αφήσεις μόνο τον εαυτό σου με τον Θεό
Γιατί είναι Θεός
Και αρχίζει με ερωτήσεις
Μπορεί να ξεκινήσει απλά
Με το πώς βρίσκετε σήμερα τη θερμοκρασία των νερών
    Του ποταμού Neckar
Ζητώντας ίσως μια επιβράβευση για το έργο του..
Κανείς όμως δεν ξέρει πώς τέτοιες κουβέντες εξελίσσονται
Κι αν καμιά φορά φθάσουν
Στον Κάιν που είναι ο αδελφός σου
Κάπως ταράζεσαι κι ας ήξερες την απάντηση
Κι είσαι αυτόματα πότε φονιάς πότε αδιάβαστος μαθητής
Με ένα βάρος στην καρδιά
Που πότε με ένα κερί για τους ζωντανούς
Πότε για τους νεκρούς,
Πας να το απιθώσεις
Σ’ έναν βωμό κρίσεως
Σαν νεογέννητο παρατημένο
Που δεν θα το ‘θελες να μεγαλώσει στα χέρια σου.

Ο καιρός σήμερα στην πόλη μας εκπληκτικός
Ο ουρανός κι η γη
Μοιράζοντας δίκαια το άρωμα της μέρας
Το ποτάμι πλέει
Συμπαρασύροντας
Αλήθειες και ψέματα
Φλογερές ματιές εραστών
Πλην όμως στιγμιαίες,
Φτυσιές αστέγων...
Στις όχθες ξενιτεμένα θαλασσοπούλια κι εγώ.
Μετρώ τη θερμοκρασία των υδάτων,
Τη βρίσκω κανονική
Και πνίγω μέσα μια ιστορία μου.

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

"Μαρία Πολυδούρη" στο θέατρο Αλκμήνη

Τι πιο φυσικό από το να πάει μία φαν της ποίησης σαν εμένα να παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση με θέμα την Πολυδούρη (και να τραβολογήσει την Κατερίνα Τσιτσεκλή και την Ήλια Λούτα μαζί της)! Να σημειώσω ότι το έργο παίζεται στη μικρή σκηνή του Αλκμήνη ("The secret room") η οποία χωράει περίπου 50 άτομα και ότι, το απόγευμα της Τετάρτης που πήγα, ήταν ζήτημα να υπήρχαν 2-3 κενές θέσεις.

Η συγκεκριμένη παράσταση βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο της Βιβής Κοψιδά-Βρεττού που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις vakxikon. Το βιβλίο περιέχει το κείμενο στο οποίο βασίστηκε η παράσταση, καθώς και σκηνοθετικές οδηγίες, ενώ προβλέπει πέντε πρόσωπα επί σκηνής. Όπως σημειώνει η συγγραφέας, ήθελε να δώσει "ρόλο πρωταγωνιστή στη Μαρία αυτήν τη φορά. Και τον άξιζε, τον δικαιούταν, η απίστευτη δύναμή της να ενθουσιάζεται και να υποφέρει. Ν' αγαπά και ν' απορρίπτει. Να ψηλώνει την αλήθεια της μέχρι ν' ακουστεί...".Το κείμενο είναι "ένα πυκνό ελεγείο, γραμμένο με την αυθεντική φωνή της ηρωίδας, με θραύσματα από δικά της κείμενα και αισθαντικές εξομολογήσεις σ' επιστολές και στα ημερολόγιά της". Αυτό εξηγεί την αποσπασματικότητα που χαρακτηρίζει τα επιμέρους στοιχεία του, η οποία στο βιβλίο δεν ξενίζει, γιατί υπάρχει διάκριση με τις πράξεις και τις σκηνές - μια διάκριση που στην παράσταση χάνεται και έτσι βλέπουμε ξαφνικά την πρωταγωνίστρια, εκεί που αφηγείται κάτι, να γυρίζει αδικαιολόγητα το κεφάλι και να αρχίζει να αφηγείται κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτή βέβαια δεν είναι η μόνη ασυμβατότητα μεταξύ βιβλίου και παράστασης.

Στην παράσταση παίζουν  δύο μόνο ηθοποιοί, η Φωτεινή Φιλοσόφου (Μ. Πολυδούρη) και ο Νίκος Γιάννακας (Κ. Καρυωτάκης). Εμφανίζεται επί σκηνής όμως και ο σκηνοθέτης, ο οποίος κρατά τον ρόλο του αφηγητή, μένοντας όρθιος πίσω από ένα αναλόγιο καθ' όλα τα 75 λεπτά που διαρκεί η παράσταση και αφηγούμενος, κατά διαστήματα, βιογραφικά και πραγματολογικά στοιχεία που αφορούν την πρωταγωνίστρια, όπως ακριβώς στο βιβλίο. Το πιο αξιοσημείωτο όμως είναι ότι μεταξύ των τριών ανθρώπων που βρίσκονται στη σκηνή, κυρίως δε των δύο ηθοποιών, η διάδραση είναι ελάχιστη! Η Πολυδούρη δεν υποδύεται ακριβώς τον εαυτό της, μάλλον παρουσιάζεται απλώς να αφηγείται τη ζωή της, κάνοντας ουσιαστικά έναν απολογισμό. Το ίδιο και ο Καρυωτάκης. "Τρέχουν", επομένως, τρεις παράλληλες αφηγήσεις επί σκηνής, κάτι που ξενίζει αρκετά.

Φταίει γι' αυτό η πηγή του υλικού με το οποίο δούλεψε η Βιβή Κοψιδά-Βρεττού. Τα αποσπάσματα από τα ημερολόγια και τις επιστολές διασώζουν μεν την "αυθεντική φωνή της ηρωίδας", της στερούν όμως τη δυνατότητα να ζωντανέψει τη ζωή της επί σκηνής, μια και αυτό που εντέλει κάνει η πρωταγωνίστρια είναι να αφηγείται τη ζωή της, αντί να τη ζει, με τον ίδιο αποστασιοποιημένο τρόπο που αναστοχαζόμαστε όταν γράφουμε μια επιστολή ή ένα ημερολόγιο. Το σημείο εκκίνησης δηλαδή δεν είναι η ζωή που βιώνεται, αλλά ο απολογισμός της. Αυτό είναι που ευθύνεται στην παράσταση για το έντονα απόκοσμο στοιχείο, την έλλειψη αλληλεπίδρασης και το στιλιζαρισμένο αποτέλεσμα. Επιπλέον, το γεγονός ότι η Φιλοσόφου δεν κλήθηκε να παίξει έναν "ζωντανό" ρόλο, αλλά μάλλον να ερμηνεύσει μια αφήγηση, έχει ως αποτέλεσμα να προβαίνει σε πράξεις που μοιάζουν παράλογες. Για παράδειγμα, στο τέλος, που η Πολυδούρη έχει προσβληθεί από φυματίωση και είναι ετοιμοθάνατη, διατηρεί την ίδια στεντόρεια φωνή όπως στην αρχή του έργου που ήταν ακόμη κοριτσάκι! Ένας άνθρωπος που έχει καταβληθεί από μια τόσο σοβαρή ασθένεια, όμως, δεν μπορεί να έχει τη δύναμη να μιλάει έτσι...

Ωστόσο, είναι μια καλή παράσταση. Η υποκριτική δεινότητα και το εκφραστικό βάθος της Φιλοσόφου σώζουν το στοίχημα και διευκολύνουν τον θεατή, ο οποίος δεν μπορεί να μην προσέξει ότι ηλικιακά η ηθοποιός δεν μπορεί να αντιστοιχεί στην Πολυδούρη. Πολύ περισσότερο, ο Γιάννακας δεν μπορεί να αντιστοιχεί στον Καρυωτάκη, όχι μόνο ηλικιακά αλλά και ιδιοσυγκρασιακά. Ο Καρυωτάκης ήταν πολύ χθόνιος (τόσο που τελικά τον ρούφηξε άκαιρα η γη), ενώ ο Γιάννακας είναι αέρινος και αποστασιοποιημένος. Παρ' όλ' αυτά, ο θεατής φεύγει ευχαριστημένος και χορτάτος από το θέατρο...

Όσο για το βιβλίο σαν βιβλίο, είναι πολύ καλό (για όσους τους αρέσει να διαβάζουν θεατρικά κείμενα). Ο λόγος της συγγραφέως, η οργάνωση των αποσπασμάτων, ο σεβασμός προς τις δύο πρωταγωνιστικές προσωπικότητες και εν γένει η καλλιέπεια που το χαρακτηρίζουν, αποτελούν στοιχεία που το καθιστούν όχι μόνο ελκυστικό κι ενδιαφέρον, αλλά ένα εξαιρετικό τεκμήριο του χαρακτήρα της Μαρίας Πολυδούρη, η οποία "ήξερε να πράττει την ομορφιά, να μεταμορφώνει την ποίηση σε ηθική, υπερβαίνοντας με τόλμη ό,τι η εποχή της ήταν ανάπηρη να δεχτεί και να κατανοήσει". Αυτό ήταν το δυνατότερο ποίημά της... Γιατί, τι άλλο είναι η ποίηση παρά "ο άνθρωπος στρατευμένος στην αλήθεια";



Χριστίνα Λιναρδάκη


Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Η πρώιμη ποίηση της Χάννα Άρεντ (Hannah Arendt)

Hannah Arendt

Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατο της Χάννα Άρεντ (1906-1975) ανακαλύψαμε κάποιες πλευρές της που δεν γνωρίζαμε. Σε γενικές γραμμές, γνωρίζουμε την Άρεντ ως Γερμανοεβραία διανοουμένη και πολιτική φιλόσοφο. Είναι κυρίως γνωστή χάρη στα σημαντικά έργα της για τον ολοκληρωτισμό, την πολιτική φιλοσοφία, την εβραϊκή της ταυτότητα και την «κοινοτοπία του κακού». Πριν από [τέσσερα] χρόνια όμως εκδόθηκε στα γερμανικά μια συλλογή ποιημάτων της με τίτλο Ich selbst, auch ich tanze (Κι εγώ, κι εγώ χορεύω). Η Άρεντ είναι εδώ μια λυρική ποιήτρια, που αφήνει χώρο στα αισθήματα, την αμφισβήτηση και τον σπαραγμό, στοιχεία που σχεδόν δεν υπάρχουν στον φιλοσοφικό της στοχασμό. Από τη συλλογή ποιημάτων της μαθαίνουμε επίσης για την τόσο περίπλοκη προσωπικότητα αυτής της μεγάλης διανοουμένης.

Μετά το Ολοκαύτωμα, σε αντίθεση με φίλους της που υιοθέτησαν τον σιωνισμό, η ίδια πήρε διαφορετική θέση. Έγραψε για τους πρόσφυγες και την προσφυγιά, αλλά επέλεξε να μην κάνει τη σύνδεση με την προσωπική της εμπειρία, την εμπειρία μιας Εβραίας που μετά την άνοδο του Χίτλερ επέδρασε από τη Γερμανία. Στο Παρίσι έμαθε εβραϊκά και έκρυψε στο διαμέρισμά της στελέχη της οργάνωσης για τη μετανάστευση στην Παλαιστίνη. Όταν όμως μετανάστευσε στην Αμερική, στράφηκε σε πιο διεθνιστική κατεύθυνση.

Θεωρούσε πάντα πως ήταν Εβραία. Και αυτός ίσως είναι ο λόγος που στην παρατήρηση του Γκέρσον Σόλεμ, ότι δεν έχει σταγόνα Ahavat Israel (αγάπης προς τον λαό του Ισραήλ), απάντησε:

«...Ποτέ δεν προσποιήθηκα ότι είμαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι, δεν ένιωσα όμως και την τάση να συμπεριφερθώ έτσι… πάντα έβλεπα την εβραϊκή μου ταυτότητα ως ένα πραγματικά αναμφισβήτητο στοιχείο, και ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να αλλάξω κάτι σχετικά με αυτό… δεν μπορείς να με ρωτάς αν έχω αγάπη προς τον λαό του Ισραήλ…, όπως δεν μπορείς να με ρωτάς αν αγαπώ τον εαυτό μου. Είμαι Εβραία και ποτέ δεν το αρνήθηκα…».

Κράτησε όμως αποστάσεις από τον ενθουσιασμό που επικρατούσε για το σιωνιστικό όραμα του κράτους: «Παραδέχομαι πως είναι μια θέση που είναι δύσκολο να την αφομοιώσεις, και, κατά κάποιον τρόπο, δεν μπορείς ούτε να την ανεχτείς». Ήταν ένα θύμα του πολέμου που επέζησε, και έβλεπε τα πράγματα απ’ έξω, και ίσως αυτός να ήταν ο τρόπος της να επιβιώσει.

[…] Εβδομήντα ένα ποιήματά της βρέθηκαν μετά τον θάνατό της στο αρχείο της. Ένα μέρος από αυτά ήταν συνδεδεμένα στα φύλλα του ημερολογίου που έγραφε επιμελώς επί είκοσι χρόνια (από τη δεκαετία του 1950 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970), ενώ άλλα είχαν επισυναφθεί σε επιστολές που έστελνε στους φίλους και τους αγαπημένους της. Μέχρι σήμερα δεν είναι σαφές αν σκόπευε να τα δημοσιεύσει και να τα εκδώσει ή να τα κρατήσει ως προσωπική πνευματική ιδιοκτησία.

[…] «Η ποίηση είχε πάντα μεγάλη σημασία στη ζωή μου», είπε η Χάννα Άρεντ, σε τηλεοπτική συνέντευξή της στον Γκίντερ Γκάους, το 1964. […] Η μεγάλη της αγάπη για την ποίηση δεν αποτελούσε μόνο μια πλευρά του έργου της, αλλά ένα θεμελιώδες συστατικό στοιχείο της, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τα λόγια της: «Μόνο από τους ποιητές περιμένουμε την αλήθεια, όχι από τους φιλοσόφους, από τους οποίους περιμένουμε τη σύλληψη της αληθινής έννοιας».

Η Άρεντ έγραψε τα πρώτα της ποιήματα μεταξύ 17 και 20 χρονών, τα έτη 1923-1926. […] Όλα της τα ποιήματα τα έγραψε στη μητρική της γλώσσα (Muttersprache) [τα γερμανικά]. Στα πρώιμα ποιήματά της διατηρεί την ομοιοκαταληξία και μια κλασική ποιητική δομή με ρομαντικά στοιχεία, όχι όμως με ερμητικό τρόπο. Στα ποιήματά της για τη φύση και τον έρωτα αντανακλάται πολλές φορές το συναίσθημα της απώλειας και του αποχωρισμού. Διαβάζοντας αυτά τα ποιήματα, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι τα έγραψε τόσο νέα, αφού το βλέμμα της στον κόσμο είναι πολύ ώριμο, βαθύ και οδυνηρά νηφάλιο. Τα χρόνια εκείνα, που μόνο λίγοι προέβλεπαν τι επρόκειτο να ακολουθήσει, έγραψε:

Δεν υπάρχει λέξη που σκίζει το σκοτάδι
Δεν υπάρχει Θεός που σηκώνει το χέρι του
Όπου κοιτάξω
Στοιβάζεται γη.

Δεν υπάρχει σχήμα που ξετυλίγεται μόνο του
Δεν υπάρχει σκιά που αιωρείται.
Και ακόμα ακούω:
Πολύ αργά, πολύ αργά. 

Ίσως ο αργός θάνατος του πατέρα της από σύφιλη, όταν εκείνη ήταν ακόμα παιδί, να της προκάλεσε τη βαθιά εμπειρία της έλλειψης κάποιου προστάτη, και ίσως μια διαρκή αναζήτηση εναλλακτικού πατρικού προτύπου. […] Παράλληλα, τα πρώιμα ποιήματά της αντανακλούν την πίστη μιας νέας κοπέλας, ασυγκράτητης στον έρωτα, με δυνατό πόθο για στενή και προσφιλή επαφή, χωρίς τον αρνητικό χαρακτήρα ενός αναμενόμενου αποχωρισμού. […] Η Χάννα Άρεντ ήταν, παρά τη νεαρή ηλικία της, πολύ ρεαλίστρια. Η πρώιμη εμπειρία του απαγορευμένου έρωτα [με τον καθηγητή της, Γερμανό φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ] συνοδεύτηκε από μεγάλο πόνο και βάσανα, που βρήκαν την έκφρασή τους στα πρώιμα ποιήματά της:

Καλοκαιρινή ώριμη αφθονία
Τα χέρια μου θα αφήσω να αιωρούνται
Προς μια σκούρα, βαριά γη,
Τα μέλη μου μέχρι πόνου διαστέλλονται.

Αγροί λυγίζουν, θροΐζουν,
Το δάσος χύνεται στα μονοπάτια
Όλα προστάζουν σιωπή:
Να ερωτευόμαστε, ενώ υποφέρουμε.


Πέρα από την αγάπη και τον πόνο της, η ποίησή της ασχολείται και με ερωτήματα ταυτότητας και ένταξης, και σε μερικά από τα ποιήματά της σκιαγραφεί την αυτοπροσωπογραφία της. Κάποτε περιγράφει εμπειρίες απενσωμάτωσης και διάλυσης και ακραία αισθήματα αποξένωσης, όπως στο ποίημα «Βυθισμένη στον εαυτό μου»:

Όταν κοιτάζω τα χέρια μου
– μέλη ξένα κοντινά μου –
Στέκομαι στο πουθενά,
Σε κανένα εδώ και τώρα
Σε τίποτε αυτονόητο.

Ιακώβ Σίμπη 



Σημ.: Απόσπασμα από το άρθρο «Η ποίηση της Χάννα Άρεντ» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2018 της Athens Review of Books και συζητά την ποίηση της Άρεντ στο σύνολό της. Ο Ιακώβ Σίμπη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μετανάστευσε στο Ισραήλ το 1964. Έχει μεταφράσει Ισραηλινούς συγγραφεἰς απευθείας από τα εβραϊκά.


Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

Δύο ποιήματα της Ενέσα Μάχμιτς


Η Ενέσα Μάχμιτς (Enesa Mahmić, 1989) εμπνέεται από τα ταξίδια και είναι μέλος του Κέντρου PEN της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, τουρκικά, σλοβενικά, αλβανικά και ουγγρικά, και έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, όπως: Social Justice and Intersectional Feminism, University of Victoria (Καναδάς),  I am strenght (ΗΠΑ), αντιπολεμική και ειρηνευτική ανθολογία IFLAC (Ισραήλ),  QUEEN Global voices of 21th century female Poets (Ινδία), Writing Politics and Knowledge Production (Ιρλανδία/Ζιμπάμπουε), Διαχύστε ποίηση, όχι φόβο (Σλοβενία), Ποιητές από ξύλο (Κροατία), Le Voci della poesia; Imagine & Poesia (Ιταλία), World for peace, World Institute for Peace (Νιγηρία) κ.α. Έχει επίσης λάβει διεθνή βραβεία: χρυσό μετάλλιο Neigbour of your shore 2017 καλύτερης ποίησης για τους μετανάστες, Ratković's Evenings of Poetry 2016, και Aladin Lukač Award 2016 καλύτερης πρώτης ποιητικής συλλογής.



SHE EXISTS
There is an invisible history
Hipparchia, the wife of the Crates of Thebes
Life without property, without conventions
Naked bodies in the squares 
Disturbing as the truth itself
In the squares mobs are lynching 
Hypatia of Alexandria 
Peeling off her flesh and skin with sharp shells 
Sinestus, 
You can not question your beliefs 
I have to.
Conical sections, neoplatonic books 
Vanishing in flames 
Rosa Parks refuses to get up on the bus 
For a White man
There is a violent history
Life and death in Sorghaghtan's hands
Great Emirs and Mongolian troops
They were not allowed to step out of the line
Which she set out.
Ahhotep, empress of all lands
She guarded the soldiers, returned the deserters,
Transformed the prisoners
Zoe with the poison
Lucrezia Borgia, more poison
Magic, revenge and meaningless fights
The latest archaeological discoveries
The bones of a mighty Viking warrioress
Age: 30 years, Height: 170 cm
There is an unwritten history
Saartie Baarkman, Venus Hotentotkin
An exotic behind exposed
In the cage, in London
Black skin, myths of savages
Woman cunt
All possibilities vanish
All she could have been
Before they pushed her into the cage
There were human gardens
In Brussels in 1958
Nineteen fifty-eight!
Like a monkey, a child tries
To get milk from a skinny tit.
The elite observes
The ticket is cheap.
There is Nadia Anjuman
Verses alienated by the hands of a husband
Professor of Literature
Without any penalty and judgment.
There is my courage
To live as if I did not know anything
To shake hands with people as if
Any human never harmed another.



ΕΚΕΙΝΗ ΥΠΑΡΧΕΙ
Υπάρχει μια αόρατη ιστορία
Η Ιππαρχία, σύζυγος του Κράτη του Θηβαίου
Ζωή χωρίς περιουσία, χωρίς συμβάσεις
Γυμνά κορμιά στις πλατείες
Ενοχλητικά όπως η αλήθεια
Στις πλατείες ο όχλος λιντσάρει
Την Υπατία από την Αλεξάνδρεια
Γδαίρνοντας τη σάρκα και το δέρμα της με αιχμηρά κοχύλια.
Σίνεστε,
Δεν μπορείς να αμφισβητήσεις τις πεποιθήσεις σου
Εγώ πρέπει να το κάνω.

Κωνικές τομές, νεοπλατωνικά βιβλία
Χάνονται στις φλόγες
Η Ρόζα Παρκς αρνείται να σηκωθεί στο λεωφορείο
Για έναν λευκό
Υπάρχει βίαιη ιστορία
Ζωή και θάνατος στα χέρια της Σοργκακτάν
Μεγάλοι Εμίρηδες και μογγολικά στρατεύματα
Δεν επιτρεπόταν να φύγουν από τη γραμμή
Που εκείνη όριζε.
Η Αχοτέπ, βασίλισσα όλων των εδαφών
Αστυνόμευε τους στρατιώτες, γύριζε πίσω τους λιποτάκτες
Μεταμόρφωνε τους αιχμαλώτους
Η Ζωή* με το δηλητήριο
Η Λουκρητία Βοργία, περισσότερο δηλητήριο
Μαγεία, εκδίκηση και ανούσιες μάχες
Οι πιο πρόσφατες αρχαιολογικές αποκαλύψεις
Τα οστά μιας τρομερής πολεμίστριας των Βίκινγκ
Ηλικία: 30 ετών, Ύψος: 170 εκ.
Υπάρχει άγραφη ιστορία
Σάρα Μπάρτμαν, Βένους Χότεντοτ,
Εξωτικά οπίσθια εκτεθειμένα
Σε κλουβί, στο Λονδίνο
Μαύρο δέρμα, μύθοι περί αγρίων
Καριόλα
Όλες οι πιθανότητες εξαφανίζονται
Όλα όσα θα μπορούσε να είχε γίνει
Προτού τη χώσουν στο κλουβί
Υπήρχαν ζωολογικοί κήποι με ανθρώπους
Στις Βρυξέλλες το 1958
Χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ!
Σα να ’ταν μαϊμού, ένα παιδί προσπαθεί
Να πιει γάλα από ένα αποστεωμένο βυζί.
Η άρχουσα τάξει παρατηρεί
Το εισιτήριο είναι φτηνό.
Υπάρχει η Νάντια Άνζουμαν
Στίχοι αποξενωμένοι από τα χέρια ενός συζύγου
Καθηγητή Λογοτεχνίας
Χωρίς καμιά ποινή και δίκη.
Υπάρχει το κουράγιο μου
Να ζω σαν να μην ξέρω τίποτα
Να δίνω το χέρι μου σε ανθρώπους σαν
Κανένας άνθρωπος να μην έχει κάνει ποτέ κακό σε κανέναν.


*


LETTER FROM SYRIA
My friend,
One complately plain morning
While drinking tea and carelessly reading the newspaper
The dogs of war knocked on my door

From that moment on there are no newspapers
No bread, no tea on my desk anymore
The laughtter of my children is gone

Now
In the middle of the chaos we are constantly trying to find
New survival tactics

Here-
        Death steadily increase
There -
          Heartless politicians
          And academics bury their heads in the sand.


ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΙΑ
Φίλε μου,
Ένα εντελώς κοινό πρωινό
Ενώ έπινα τσάι και διάβαζα αμέριμνος εφημερίδα
Τα σκυλιά του πολέμου χτύπησαν την πόρτα μου

Από εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχουν πια εφημερίδες
Ψωμί, τσάι στο τραπέζι μου
Το γέλιο των παιδιών μου χάθηκε

Τώρα
Στη μέση του χάους προσπαθούμε συνέχεια να βρούμε
Νέες τακτικές επιβίωσης

Εδώ-
       Ο θάνατος συνεχώς αυξάνεται
Εκεί-
       Άσπλαχνοι πολιτικοί
       Και ακαδημαϊκοί κρύβουν τα κεφάλια στην άμμο.


Μετάφραση:
Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Οι μεταφράσεις πρωτοδημοσιεύθηκαν στο τεύχος αρ. 44 του vakxikon.gr.



* Αναφέρεται στη Zωή την Πορφυρογέννητη.

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2019

Ποίηση της Καθαράς Δευτέρας και των χαρταετών

Αλέκος Φασιανός, "Χαρταετός"
Επετειακή η ανάρτηση σήμερα, καθότι τα στοιχεία της Καθαράς Δευτέρας, με εξέχοντα τον χαρταετό, έγιναν σύμβολα στην ποίηση πολλών Ελλήνων δημιουργών. Τα ποιήματα που ακολουθούν εμφανίζονται κατ' αλφαβητική σειρά των επνωνύμων των δημιουργών τους:



«Ποίηση»
ανάμνηση από φίλντισι
περίπατος τα ξημερώματα
άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι
χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού
κλάμα παιδιού στη μέση πανηγυριού
φιλιά ανάμεσα σε δυο προδοσίες
κλωνάρι που ταξιδεύει
δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα
ένα βιολί που παίζει μοναχό του
αριθμός 7
της καρδιάς τα μέσα φυλλώματα
χαλκός χαλκωματένια χαλκωματάς-όλα τα παλιά γυαλίζω
χρυσάφι για όλους ή για κανένα
πόλη που κυριεύτηκε άδεια μετά μακρά πολιορκία
παλιές φωτογραφίες και μακρυμπάνι της μνήμης
πεταλούδα που γλιτώνει απ’ τη φωτιά
φωτιά που γλιτώνει απ’ τα νερά
χαρά που γλιτώνει απ’ τα γεράματα
βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό
άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό
μαύρος ήλιος καλοκαιρινός
άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος
λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού
νύχτα στρωμένη τσιγάρα
λέξεις.

Θωμάς Γκόρπας



«Ο χαρταετός»
Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη
και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη ώρες και ώρες.
ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε-
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες
σαν όρχεις και να χάνομαι...

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελουσανε·
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:
«δεσποινίς» φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»·είχανε γενειάδες
και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια
«μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι « Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
«Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο
το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα»
Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο
κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·
φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου
ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη καί
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες
όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε
και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν.
Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας
από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα
και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν
-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό
πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

Οδυσσέας Ελύτης (Μαρία Νεφέλη, εκδ. Ίκαρος)

Πηγή: itzikas.wordpress.com (ανάρτηση 26.2.2017)


«Οι χαρταετοί»
Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-
κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-
σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-
τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.
Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι
Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω
Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-
νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους
χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι
πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-
μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις
αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,
από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:
ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Ανδρέας Εμπειρίκος (Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος)

Πηγή: itzikas.wordpress.com (ανάρτηση 26.2.2017)


«Χαρταετοί στον ουρανό»
Κάθε Καθαρή Δευτέρα
ανοιξιάτικέ μου αέρα,
στα παιδιά μας λες: εντάξει
ο αετός σας θα πετάξει.

Φύσα αγέρα λεβεντιά
παίξ’ αετό με τα παιδιά
φεύγει ο αετός ψηλά
και στον άνεμο μιλά.

Φρρρ! Ακολουθούν κι άλλοι,
πιο μικροί και πιο μεγάλοι.
Ένας χάρτινος στρατός
ξάφνου κολυμπάει στο φως.

Του αγέρα οι καλεσμένοι,
τα πολύχρωμα ντυμένοι,
παν σε ουρανού γιορτάσι,
σκουλαρίκια, ουρά, κεφάλι.

Φύσα, λεβεντιά μου αγέρα!
Κάθε Καθαρή Δευτέρα,
των παιδιών ψυχή και νους
χαρταετός στους ουρανούς.

Ρένα Καρθαίου



«Γαλάζια σπλάγχνα»
Κάτοικε τοῦ ὀνείρου
μαζεύω τὴ φωνή μου ἀπὸ κάθε ἄκρη
καὶ τὸ ὑπόλειμμά της αὐτὸ στὴ σινδόνη τῶν δέντρων
κ᾿ ἐκεῖνο κεῖ ψηλὰ στὸ σκουριασμένο βράχο
ὅπου ὀργίζεται ὁ γερο-κόρακας
συγκεντρώνομαι
γιὰ τὴ μεγάλη ἀποκάλυψη
ρίχνω στὸν ἄνεμο μακρόσυρτη ἀγάπη:
Τὴν θέλω ἐγὼ τὴν ἀπελπισία μου
δὲν τὴν ἀνταλλάσσω μὲ θαλπωρὴ ἄλλη
ἔχασα.
Μὰ χάνουν καὶ τ᾿ ἄνθη
τ᾿ ἄνθη ἀνοίγουν τὸ μοναδικὸ παράθυρο...
Κάλλιο νὰ πλανηθεῖ ὁ χαρταετός μου
δὲ θέλω πιὰ ν᾿ ἀγγίξω τὰ χρώματά του
κλείνω τὰ μάτια μου γιὰ νὰ δῶ.
Εἶναι ἡ φωνὴ ποὺ μὲ διασχίζει
κι ἄλλοτε ποὺ χτυπᾷ στὸν ἄκμονα
χίλιες φορές.
Εἶναι ἡ φωνὴ ἀπὸ ἕνα βάθος:
Γιὰ πάντα νὰ μὴν ἔχεις
τίποτα γιὰ τ᾿ ἀληθινὰ χέρια
μονάχος
ἀνήμπορος ἐκστατικὸς
σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄξαφνη γιορτὴ τοῦ δευτερολέπτου
ποὺ παραδίδεται ὁ κόσμος.

Νίκος Καρούζος (Τα ποιήματα Α’ (1961-1978), εκδ. Ίκαρος)



«Χαρταετοί»
Χαρταετοί, χαρταετοί είμαστε
χαρταετοί πιασμένοι στα ηλεχτρικά σύρματα.
Μ’ εκείνους τους κομμένους σπάγγους,
μ’ εκείνα τα ξεσχισμένα χαρτιά,
μ’ εκείνη την εγκατάλειψη στον άνεμο,
μ’ εκείνη την εγκατάλειψη στον εμπαιγμό,
μ’ εκείνη την εγκατάλειψη στο τέλος.

Κώστας Μόντης



«Ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα»
Ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ' τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ' τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια.

Τόλης Νικηφόρου



Ηρώ Νικοπούλου, "Μικρή Αριάδνη"
 «Καθαρά Δευτέρα»
σχόλιο σ’ ἓναν πίνακα
τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου

Ὃταν ξυπνήσεις
Καθαρά Δευτέρα
καί δεῖς
σκοτεινιασμένο οὐρανό
μέ σύντομες βροχές
καί μέ ἀέρα
τήν εὐκαιρία
μή φοβηθεῖς
καί χάσεις
νά ἀμολήσεις πάλι
τόν χαρταετό
κρατώντας
απ’ τα μέσα
την καλούμπα

Γιάννης Πατίλης





«Ορέστης» (απόσπασμα)
Άκου την, — η φωνή της τη σκεπάζει σα βαθύβουος θόλος
κι είναι ή ίδια κρεμασμένη μέσα στη φωνή της
σα γλωσσίδι καμπάνας, και χτυπιέται και χτυπάει την καμπάνα,
ενώ δεν είναι μήτε σκόλη μήτε ξόδι, μόνο ή άσπιλη ερημιά των βράχων
και κάτω η ταπεινή ησυχία του κάμπου, υπογραμμίζοντας
αυτή την αδικαίωτη παραφορά, πού γύρω της
σαλεύουν σαν αθώοι παιδικοί χαρταετοί τ’ αναρίθμητα αστέρια

με το χάρτινο αείροο θρόισμα της μεγάλης ουράς τους.

Γιάννης Ρίτσος (Ορέστης, εκδ. Κέδρος)



«Ο ελεγκτής»
Ένας μπαξές γεμάτος αίμα
είν’  ο ουρανός
και  λίγο χιόνι
έσφιξα τα σκοινιά μου
πρέπει και πάλι να ελέγξω
τ’ αστέρια
εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω.

Μίλτος Σαχτούρης (Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο)

Πηγή: ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C132/638/4102,18795/index_1_10.html


«Καρναβάλι»
Τι θέλει ο λαός αυτός ο αποβλακωμένος,
που μασκαράς ξεκάλτσωτος εβγήκε στο σεργιάνι,
κι εδώ κι εκείθε πιλαλά καταμουντζουρωμένος;
Δεν θέλει τίποτα, καλό μουντζούρωμα του φθάνει
Μουντζούρα για τη μούρη του και άλλο δεν γυρεύει,
ο ίδιος μασκαρεύεται αντί να μασκαρεύει.

Ποτέ τους Κυβερνήτας του δεν θέλει να πειράξει,
κι αν κάποτε με τ’ όνομα του κλέφτη τους στολίζει,
όμως ως κάτω χαιρετά του κλέφτη το αμάξι,
και με τα δυο του γόνατα εμπρός του γονατίζει.
Έπειτα ο κυρίαρχος έχει κι αυτή τη χάρη,
να τρέμει για τη φυλακή, να φεύγει το στιλιάρι.

Μπορεί να μουντζουρώνεται με τιγανιού μουντζούρα,
να γίνεται και γάδαρος, να σέρνεται, να σέρνει,
αλλ’ όχι να φορεί ποτέ και άρχοντος φιγούρα….
δεν αγαπά να δέρνεται, δεν αγαπά να δέρνει.
Αφού αφήνει φανερά καθένας να τον κλέβει,
τι θα κερδίσει τάχατε και αν τους μασκαρεύει;

Για δέτε τι ξεκάλτσωτοι, για δέτε τι μουντζούρα!
για δέτε κι έναν απ’ εδώ με μια κοντή βελάδα,
για δέτε κι άλλον απ’ εκεί με ψεύτικη καμπούρα…
Μπορεί κανείς να μη γελά σε τόση εξυπνάδα;
Γελά ο τάδε κύριος κι η δείνα η κυρία,
μα ξεκαρδίζομαι κι εγώ από την… αηδία.

Γιώργος Σουρής

Πηγή: itzikas.wordpress.com (ανάρτηση 26.2.2017)


«Καθαρά Δευτέρα»
Δεν πετούν χαρταετοί
πια εδώ,
αδειάσαν οι αλάνες
από μπερδεμένα κουβάρια
σε σπασμένους σκελετούς
από καλάμι,
φύγαν απ’ τα σύρματα
οι κομμένες ουρές.
Μόνο κάτι
μαύρα πουλιά χοροπηδούν,
και άνθρωποι σκυθρωποί
τρέχουν γρήγορα
σε ασανσέρ
τηλεοπτικής αγωνίας.

Δήμος Χλωπτσιούδης

Πηγή: vakxikon.gr (τεύχος 31)


Καλή Σαρακοστή!!!


 Επιλογή για το στίγμαΛόγου:
Χριστίνα Λιναρδάκη



Νικόλαος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, "Στέγες και αετοί"