Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

"Ο Φοίνικας" του Χ.Α. Χωμενίδη

Πρώτα απ΄ όλα ένας μύθος. Η προσωπικότητα του Άγγελου Σικελιανού που γοήτευσε το συγγραφέα. Κι έπειτα μια μυθοπλασία με έρωτα, ποίηση, πλοκή, δολοφονία και θάνατο, σε μια Ελλάδα που από το 1860 έως το 1927 αγωνίζεται να βρει τον εαυτό της και να ανταποκριθεί στις δυσκολίες των ιστορικών της στιγμών. Πώς ενώνονται αυτά τα δύο; Στο Φοίνικα του Χ.Α. Χωμενίδη.

Ένα αξιόλογο κομμάτι της λογοτεχνικής ιστορίας της χώρας μας ανήκει στον Άγγελο Σικελιανό, ποιητή πολύ γνωστό, όχι τόσο προβεβλημένο όμως στην εποχή μας, μια φυσιογνωμία ενδιαφέρουσα, προκλητική, αμφιλεγόμενη και άκρως εντυπωσιακή, που μέρα με τη μέρα μοιάζει να περνά στη λήθη, ίσως λόγω της ιδιόμορφης ποίησής του και της δυσκολίας που παρουσιάζει ως προς τον αφηγηματικό της ειρμό. Αυτή την αγέρωχη μορφή, που εκπροσώπησε την ελληνική ποίηση με επάρκεια και επιτυχία και είχε μάλιστα πέντε υποψηφιότητες για Νόμπελ, θέλησε να ανασύρει από την αχλή του χρόνου ο Χ.Α. Χωμενίδης και να την αναπλάσει εξαρχής σε σχέση με την εποχή της, στην Ελλάδα που μέσα σε ένα διάστημα σχεδόν 70 χρόνων περνούσε από την απογοήτευση στην ελπίδα και πάλι στην απογοήτευση, και μετά ξανά σε νέα σκιρτήματα ενθουσιασμού…

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο Βενιζέλος, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η Μικρασιατική καταστροφή. Προσωπικότητες και γεγονότα που απαρτίζουν την ελληνική ιστορία και μοιράζονται δόξες, λάθη, οπαδούς και αντιπάλους. Και πλάι σε αυτούς, οι καλλιτεχνικοί και λογοτεχνικοί κύκλοι της εποχής.

Αθήνα του 1910. Μια πρωτεύουσα μικρή, που γυρεύει να βρει μια ευρωπαϊκή εικόνα για να βγει από τη φτώχεια, τις κακουχίες και τον τελευταίο πόλεμο του 1897 και να αναπτυχθεί με ένα νέο προφίλ σε έναν καινούριο αιώνα που, αρχικά τουλάχιστον, μοιάζει πολλά υποσχόμενος. Στο Μπάγκειον ξενοδοχείο της Ομόνοιας, έργο του Τσίλλερ, αντιπροσωπευτικό της νέας εποχής που χαράσσει η παιδεμένη Ελλάδα βρίσκονται δύο νέα κορίτσια. Η Ήβη Σπρίνγκφιλντ και η Ηλέκτρα, η αδερφή του Πάρη Κερκινού. Οι δυο κοπέλες είχαν γνωριστεί σε μια μικροσκοπική παραλία στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα και από τότε αποκαλούνταν αδελφούλες. “Καθώς η Ήβη ανέβαινε χοροπηδώντας σαν το κατσίκι τη στριφογυριστή σκάλα του ξενοδοχείου, η Ηλέκτρα παρατήρησε ότι τα πέλματά της ήταν κατάμαυρα. Δε γίνεται να κυκλοφορεί άλλο έτσι, σκέφτηκε. Θα πατήσει κανένα καρφί. Πρέπει να της παραγγείλω παπούτσια. Έστω σανδάλια”.

Η Ήβη και ο Πάρης είναι ένα ερωτευμένο ζευγάρι . Εκείνη Νεοϋορκέζα αριστοκράτισσα, ιδιαίτερα ευκατάστατη, που έζησε σε ένα περιβάλλον με κουλτούρα και ελεύθερες ιδέες. Φεύγει από τη χώρα της, ζει χρόνια στην Ευρώπη και έπειτα έρχεται στην Ελλάδα. Εκείνος νόθος γιος ενός ισχυρού Αρβανίτη μεγαλογαιοκτήμονα στα βοσκοτόπια της Πάρνηθας, μεγαλωμένος σε μια οικογένεια με θετό πατέρα, που προσπάθησε να τον μορφώσει όσο περισσότερο μπορούσε και να του εμφυσήσει την αγάπη για τη γνώση, βρίσκεται νεαρός στην Αθήνα, προσπαθώντας να βρει τον προορισμό του και να χτίσει τη σταδιοδρομία του, προσεγγίζοντας το χώρο του θεάτρου και το περιβάλλον του Χρηστομάνου, τότε που διηύθυνε τη "Νέα Σκηνή". Σμίγουν δύο πληθωρικές προσωπικότητες με διαφορετικές προσλαμβάνουσες για να δημιουργήσουν ένα δίπολο που στα άκρα του έχει από τη μια το εγχώριο, ευφυές, ποιμενικό και λυρικό στοιχείο και από την άλλη το αριστοκρατικό, δεμένο με μια πολύ διευρυμένη κουλτούρα και λατρεία προς τον ελληνικό πολιτισμό. Πώς θα εξελιχθεί αυτός ο ιδιόμορφος έρωτας που ενώνει δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους;

Πριν προχωρήσουμε, όμως, χρειάζεται μια κατατοπιστική διευκρίνιση. Ο συγγραφέας θα αφήσει ανέπαφο το βιογραφικό ιστορικό του Σικελιανού, την πραγματική του ζωή, ακόμα και την καταγωγή του και θα πλάσει για χάρη του ποιητή μια μυθιστορηματική φιγούρα που αποτελεί αντανάκλαση της πραγματικής. Η Ήβη από την άλλη πλευρά είναι πιο κοντά στην ιδιόμορφη και αρκετά παράξενη για τα τότε δεδομένα της Ελλάδας εκκεντρική και εξαιρετικά καλλιεργημένη σύζυγο του ποιητή, Εύα Πάλμερ.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ξεκινά ένα μυθοπλαστικό οδοιπορικό δύο νέων που αγαπιούνται, παντρεύονται, ζουν έντονα, με καλές και κακές στιγμές στην Αμερική και στην Ελλάδα, ανήσυχοι και οι δύο πνευματικά και εκείνος σιγά-σιγά διαμορφώνεται σε ποιητή. «Η Ηλέκτρα σιώπησε για μερικές στιγμές, προσπάθησε να βάλει σε τάξη τη σκέψη της. "Αντιλαμβάνεσαι τι το πρωτοφανές, τι το καταπληκτικό έχει το ποίημά σου; Οι λέξεις στη σειρά που τις τοποθετείς γίνονται πυροκροτητές αισθήσεων και αισθημάτων…"».

Οι προσωπικότητες και των δυο νέων εκρηκτικές, τους φέρνουν να σκέφτονται και να δρουν συχνά έξω από την πεπατημένη. Ολοένα και δυναμώνουν και αυτονομούνται στο δικό τους μυθιστορηματικό περιβάλλον. Έτσι η αφήγηση σταδιακά ξεπερνά τη βιογραφική συνδεσιμότητα των ηρώων με το πραγματικό ζεύγος και μας παρασύρει σαν να ΄ναι κάποιοι άλλοι. Κυρίως ο Πάρης Κερκινός, που καλπάζει μυθιστορηματικά… ασυγκράτητος, απρόοπτος, ατίθασος.

Κι εκεί που ο αναγνώστης εξοικειώνεται πια με την ιδέα ότι διαβάζει ένα μυθιστόρημα που ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματική ζωή του Σικελιανού, έρχονται στιγμές που τον αφυπνίζουν με την ιστορική τους εγγύτητα. Ο Αλαφροΐσκιωτος στην ποίηση, το Παναρμόνιον στη μουσική, και τέλος η Δελφική ιδέα, η ιδιαίτερη προσωπική φιλοδοξία του Σικελιανού. Κι όταν πλέον εκδηλώνεται το μεταφυσικό όραμα του ζεύγους, ατόφιο και ακραιφνές, η ιστορία και ο μύθος χάνουν πια τις διαχωριστικές τους γραμμές και οι αποστάσεις μεταξύ τους ολοένα μικραίνουν.

Και όλα τελικά μοιάζουν να οδηγούν στο ίδιο όραμα από άλλον δρόμο!

Όλα συγκλίνουν εκεί. Στους Δελφούς. «Ο Πάρης Κερκινός δεν φιλοδοξούσε τίποτα λιγότερο από το να πυροδοτήσει μια επανάσταση». «Πίσω από τον εφηβικό του στόμφο, το σκεπτικό του Κερκινού ήταν ευθύς εξαρχής σαφές. Πίστευε ότι, εάν βγάλεις τους ανθρώπους από τη ρουτίνα τους και τους καταιγίσεις με καλλιτεχνικά αριστουργήματα –ενώ τους εκθέτεις ταυτόχρονα στην ομορφιά και στην αγριότητα της φύσης-, θα αφυπνιστούν οι ναρκωμένες τους αισθήσεις. Θα θεριέψει η υποταγμένη τους βούληση. Θα ξαναφυτρώσουν τα ακρωτηριασμένα τους φτερά» .

Υπήρξε επιτυχημένο το δελφικό όραμα άραγε ή παταγωδώς αποτυχημένο; Σίγουρα συγκινησιακά φορτισμένο, με νεανική ορμή, φιλόδοξο και ματαιόδοξο, μαζί ρεαλιστικό και ουτοπικό. Πώς το αντιμετώπισε ο κόσμος στην εποχή του; Ταυτίστηκε το κοινό με το όραμα του ποιητή; Οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής συνεπάρθηκαν από το μεταφυσικό οραματισμό; Και τι έδειξε τελικά η ιστορία που πάντα γράφει τις σελίδες της μετά τα γεγονότα;

Η γραφή του Χωμενίδη είναι ώριμη, με αυτοπεποίθηση χειρίζεται τα ιστορικά στοιχεία και τελικά καταφέρνει να στήσει ένα μυθιστόρημα που αποπνέει την αύρα του Σικελιανού και την αύρα μιας ολόκληρης εποχής. Με επιδέξιους χειρισμούς δημιουργεί μια περίεργη μείξη ιστορίας και μύθου και με ακροβατικό σχεδόν τρόπο καταφέρνει να διατηρεί τις λεπτές ισορροπίες, καθώς σκαρφίζεται μια σύνθεση αρχικά ακαθόριστη και περίεργη, τελικά όμως αρκετά γοητευτική. Διαρκείς υπαινιγμοί διαπερνούν το έργο του προσδίδοντας σε κάποια σημεία πιο σαρκαστικό ύφος.

Πάντως, η παραποίηση των στοιχείων της βιογραφίας του Α. Σικελιανού σίγουρα εξιτάρει τον αναγνώστη να ψάξει περαιτέρω για τα αληθινά στοιχεία. Η μόνη αποκατάσταση, στο λυρισμό του ποιητή που έχει τις ρίζες του στο Ιόνιο πέλαγος, στην όμορφη Λευκάδα. Κι όλα τ’ άλλα ας κινούνται ανέμελα στην πλοκή της φαντασίας. Ο αναγνώστης θα βρει τις συνδέσεις που τον ενδιαφέρουν.

Κι ίσως τελικά να μην έχει καμιά σημασία η απόκλιση, καθώς πίσω από τις πράξεις και τα γεγονότα, βρίσκεται η ίδια ταραχή της ψυχής που ωθεί τους ανθρώπους να δρουν, ο καθένας με τον τρόπο του, διαιωνίζοντας την πίστη, την προδοσία, τις μεταφυσικές αγωνίες και δίνοντας ζωή στα οράματά τους, υπηρετώντας πιστά το σκοπό που επιτακτικά ζητά την υλοποίησή του.

«Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
Μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
Σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός»

(Άγγελος Σικελιανός)

Ήλια Λούτα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου