Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Η μαρτυρική αρμενική ψυχή και η αρμενική ποίηση


Η αρμενική ποίηση μετρά περισσότερα από 2.000 χρόνια ζωής. Από το 301 που η Αρμενία ανακηρύχθηκε χριστιανικό κράτος παρατηρήθηκε αναβάθμισή της, δυστυχώς όμως η εκκλησία επιδόθηκε σε εκτεταμένη προσπάθεια απάλειψης των παγανιστικών στοιχείων από την κουλτούρα του λαού, με αποτέλεσμα σήμερα να μην έχουν διασωθεί πολλά τεκμήρια προχριστιανικής ποίησης. Ωστόσο, η δημιουργία του αρμενικού αλφαβήτου στα 406 μετέτρεψε τον 5ο αιώνα στον «χρυσό αιώνα» των αρμενικών γραμμάτων. Δυστυχώς λίγο αργότερα, στα χρόνια περίπου του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, η Αρμενία κατακτήθηκε από τους Άραβες, γεγονός που ανέκοψε τη λογοτεχνική παραγωγή της, όμως το λυρικό σκέλος της ποίησής της κατάφερε να ενισχυθεί με τη συμβολή των τροβαδούρων, την ίδια στιγμή που τα γράμματα και οι τέχνες εξακολούθησαν να ανθίζουν στα μοναστήρια.

Η αναγέννηση των αρμενικών γραμμάτων συντελέστηκε τον 12ο αιώνα, αλλά η επίδρασή της δεν κατάφερε να είναι μακρόβια, αφού τον 16ο η Αρμενία κατακτήθηκε ξανά, αυτήν τη φορά από τους Πέρσες, οι οποίοι κατέστειλαν δραστικά τη λογοτεχνική παραγωγή. Προκαλώντας κύματα μετανάστευσης, η περσική κυριαρχία είχε και μια αναπάντεχη φωτεινή πλευρά, αφού οι Αρμένιοι βρέθηκαν σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Ιδρύοντας τυπογραφεία που τύπωναν παραδοσιακά, αλλά και σύγχρονα λογοτεχνικά έργα κατάφεραν να διασπείρουν τον αρμενικό λόγο στη γηραιά ήπειρο.

Στην Ελλάδα, οι Αρμένιοι είχαν βρεθεί ήδη από τον 17ο αιώνα, όπως μαρτυρεί το έργο του Εβλιγιά Τσελεμπή Narrative of travels in Europe, Asia and Africa in the seventeenth century, όπου υπάρχουν αναφορές για την παρουσία τους στη Θεσσαλονίκη. Ανάλογα στοιχεία υπάρχουν και για τον 18ο αιώνα. Η ύπαρξη ενός σταθερού αριθμού όμως τεκμηριώνεται από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά. Ένας από τους κύριους τόπους εγκατάστασής τους υπήρξε η Θεσσαλονίκη, ενώ μικρότερη παρουσία τους καταγράφεται και σε άλλες πόλεις, κυρίως της Βόρειας Ελλάδας.

Τον 19ο αιώνα η Αρμενία διαμελίζεται ανάμεσα στη Ρωσία, την Περσία και την Τουρκία. Στη Ρωσία οι Αρμένιοι έζησαν κάτω από ένα σχετικά ανεκτικό καθεστώς, από το οποίο βέβαια δεν έλειψαν οι μαζικοί εκρωσισμοί. Στην Περσία σημειώθηκε καταστολή της εθνικής ταυτότητας των Αρμενίων, όμως στην Τουρκία το σκηνικό ήταν σαφώς δυσμενέστερο: οι Αρμένιοι υφίσταντο διώξεις κάθε λογής, ίδιους με αυτούς που υπέστησαν και οι άλλοι χριστιανικοί λαοί της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή οι Πόντιοι, οι Έλληνες, οι Ασσύριοι κ.λπ.

Η γενοκτονία των Αρμενίων
Με την ανάδυση των εθνικιστικών αισθημάτων του 19ου αιώνα, οι Αρμένιοι βρέθηκαν σε έναν κυκλώνα: ο σουλτάνος τούς υποπτευόταν για αποσχιστικές τάσεις, την ίδια στιγμή που οι Ρώσοι, εποφθαλμιώντας τα εδάφη της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας, υπέθαλπαν τις αυτονομιστικές φιλοδοξίες τους. Έτσι, ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β’ προέβη σε άγριους διωγμούς εναντίον των Αρμενίων της επικράτειάς του, με αποκορύφωμα τις ανατριχιαστικές σφαγές στο Σασούν (1894) και τις μαζικές εκτελέσεις της διετίας 1895-1896, που στοίχισαν τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες Αρμενίους.

Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύτηκε στο newsbeast.gr στις 26.4.2015 με τίτλο «Το ανατριχιαστικό χρονικό της Γενοκτονίας των Αρμενίων», η σφαγή στο Σασούν και η διετία εκτελέσεων που την ακολούθησε συνιστούν την πρώτη από τις τρεις περιόδους της γενοκτονίας που αναγνωρίζουν οι ιστορικοί. Πρόκειται ουσιαστικά για τρεις τραγικές φάσεις ενός σχεδίου για τον αφανισμό του αρμενικού πληθυσμού από την ίδια του την πατρίδα. Καμία διάκριση δεν γινόταν μεταξύ ανδρών, γυναικών, παιδιών και ηλικιωμένων. Σφαγές, κακοποιήσεις και βιασμοί λάμβαναν χώρα καθημερινά, καθώς οι Αρμένιοι έπρεπε να εξαφανιστούν ολοκληρωτικά, στο πλαίσιο του δόγματος του «παντουρκισμού», της επιδίωξης δηλαδή δημιουργίας ομοιογενούς τουρκικού πληθυσμού στην πολυσύνθετη, καίτοι αποσυντιθέμενη αυτοκρατορία.

Η επικράτηση των Νεότουρκων τον Ιούλιο του 1908 δεν άλλαξε καθόλου την κατάσταση. Αντί να υλοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις που είχαν υποσχεθεί, οι Νεότουρκοι έγιναν αυταρχικοί, συγκεντρωτικοί και «εκτουρκιστικοί» και προχώρησαν σε νέους διωγμούς των Αρμενίων τον Απρίλιο του 1909 στα Άδανα, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Κιλικίας, σε αυτό που θεωρήθηκε η δεύτερη φάση της γενοκτονίας.

«Οι χριστιανοί καίγονταν σαν τα ζωύφια», έγραφε στην ολοσέλιδη ανταπόκρισή της η βρετανική εφημερίδα The Graphic, όπως αναφέρει στο βιβλίο 1915: The Armenian Genocide ο Τούρκος ιστορικός Χασάν Τζεμάλ. Ο απεσταλμένος του The Graphic στα Άδανα, J.L.C. Booth, περιέγραψε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τη δράση του μαινόμενου όχλου που σφαγίασε χιλιάδες συμπολίτες του αρμενικής καταγωγής: «Ομάδες αντρών έμπαιναν στα σπίτια, τα περιέλουζαν με κηροζίνη και άναβαν φωτιές. Οι περισσότεροι άνθρωποι καίγονταν ζωντανοί. Δεν μπορούσαν ούτε να διαφύγουν από τα φλεγόμενα κτίρια. Στις εξόδους τούς περίμεναν οπλισμένοι στρατιώτες που πυροβολούσαν όσους έβγαιναν. Αρκετοί πηδούσαν από τα μπαλκόνια και τα παράθυρα για να γλιτώσουν. Όσοι δεν σκοτώνονταν από την πτώση, εκτελούνταν επιτόπου».

Η τρίτη φάση της γενοκτονίας, που είναι και η πιο γνωστή, άρχισε με τις ομαδικές σφαγές των Αρμενίων στην ανατολική Μικρά Ασία. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα του Ταλαάτ Πασά της 28ης Απριλίου 1915 προς τους κυβερνήτες των περιοχών αυτών: «Αποφασίστηκε να τεθεί τέρμα στο ζήτημα των Αρμενίων με εκτόπισή τους στις ερήμους και εξόντωση αυτού του ξενικού στοιχείου». Έως το 1918 και την οριστική συνθηκολόγηση των Τούρκων, 1,5 εκατ. Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους. Όσοι αθώοι δεν εξοντώθηκαν άμεσα, πέθαναν στις πορείες του θανάτου στην έρημο της Συρίας, αποκαμωμένοι από την πείνα, τις κακουχίες και τις επιδημίες.

Η γενοκτονία του 1915 παρέμεινε ατιμώρητη από τη διεθνή κοινότητα, παρά το γεγονός ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων, βρισκόταν στους ηττημένους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τουρκία δεν έχει καν αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων μέχρι σήμερα: αντίθετα, υποστηρίζει ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση καταστολής και εκτοπισμού όσων Αρμενίων είχαν συνεργαστεί ανοιχτά με τις ρωσικές δυνάμεις εισβολής στην ανατολική Τουρκία.

Μέχρι σήμερα, 29 χώρες έχουν αναγνωρίσει επισήμως τη γενοκτονία των Αρμενίων (Αργεντινή, Αρμενία, Αυστρία, Βατικανό, Βέλγιο, Βενεζουέλα, Βολιβία, Βραζιλία, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία, Ελλάδα, Ιταλία, Καναδάς, Κύπρος, Λιθουανία, Λίβανος, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Ουρουγουάη, Παραγουάη, Πολωνία, Ρωσία, Σλοβακία, Σουηδία, Συρία, Τσεχία, Χιλή), αλλά και διεθνείς οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ο δρόμος όμως είναι ακόμη μακρύς.

Η αρμενική ποίηση στα ελληνικά
Όπως αναφέρει ο Θανάσης Μουσόπουλος σε άρθρο του στην εφημερίδα της Θράκης Αγώνας (φύλλο 7.9.2016), αξιόλογη ανθολογία αρμενικής ποίησης στα ελληνικά παρουσίασε το 1939 ο Κούλης Αλέπης. Υπάρχει ακόμη η ανθολόγηση της Ρίτας Μπούμη-Παππά στη Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία (τ. Γ΄, σελ. 1257-1277), ενώ σημαντική είναι και η Αρμενική ανθολογία του Αγκόπ Τζελαλιάν (έκδοση 1982), όπου σε 300 περίπου σελίδες παρουσιάζεται η ποίηση 2.500 χιλιάδων ετών, μαζί με βιογραφικά στοιχεία των ποιητών και συναφείς φωτογραφίες.

Η βιβλιογραφία όσον αφορά την ιστορία, τον πολιτισμό και τη λογοτεχνία των Αρμενίων στα ελληνικά αυξάνεται, μαζί με το ενδιαφέρον του κοινού. Στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, για παράδειγμα, καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια. Ας αναφερθεί ο τόμος Από το Αραράτ στον Όλυμπο: θέματα Αρμενικής λαογραφίας (εκδ. Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2015) σε επιμέλεια των  Μ. Γ. Σέργη, Ελ. Κ. Χαρατσίδη και Γ. Γ. Θεοδωρίδου, που αριθμεί σχεδόν 800 σελίδες.

Η νεότερη αρμενική ποίηση
Όπως είναι φυσικό, η αρμενική ποίηση αντανακλά τα πάθη της αρμενικής ψυχής. Ας δούμε μερικά παραδείγματα από την προαναφερθείσα ανθολογία του Κούλη Αλέπη (η οποία έχει κυκλοφορήσει σε τέσσερεις εκδόσεις από το 1936 που πρωτοδημοσιεύθηκε, προσωπικά έχω στα χέρια μου την τελευταία, του 2014, η οποία έχει ήδη εξαντληθεί), όπου φιλοξενούνται πολλοί Αρμένιοι ποιητές. Τη (συχνά έμμετρη) μετάφραση στα ελληνικά έχει κάνει ο ίδιος ο Αλέπης, ακολουθώντας την προτροπή του Κωστή Παλαμά. Ο Αλέπης μελέτησε τις γαλλικές μεταφράσεις των αρμενικών ποιημάτων, ωστόσο δεν μετέφρασε από τα γαλλικά: έχοντας έφεση στις γλώσσες, προτίμησε να μάθει αρμενικά για να μεταφράσει από το πρωτότυπο. Ας σταθούμε σε μερικούς από τους ανθολογούμενους ποιητές:

Ο Σιαμαντό (1878-1915), ψευδώνυμο του Αντάμ Γιαρτζανιάν, είναι από τους επιφανέστερους ποιητές και ο πρώτος αντιπρόσωπος του συμβολισμού στην αρμενική ποίηση. Γεννήθηκε στο Άγκιν και βρήκε τραγικό θάνατο, στα ενδότερα της Μικράς Ασίας όπου είχε εξοριστεί μαζί με τον ποιητή Ντανιέλ (Δανιήλ) Βαρουζιάν. Η ποίησή του είναι επικολυρική, δοσμένη σε αρμονικούς ελεύθερους στίχους και γεμάτη από πλούσιες εικόνες και δυνατή φαντασία. Έγραψε συνολικά περί τις δέκα ποιητικές συλλογές. Γνωστός στους Τούρκους για το βαθύ πατριωτισμό και ανθρωπισμό του καθώς και για την επίδραση που ασκούσαν οι στίχοι του στους συμπατριώτες του, υπήρξε από τα πρώτα θύματα της γενοκτονίας των Αρμενίων την περίοδο 1915 – 1920. Ιδού ένα απόσπασμα από το ποίημά του «η Προσευχή»:

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ (απόσπασμα)

Οι κύκνοι των δηλητηριασμένων λιμνών
Μετανάστεψαν το βράδι αυτό
Με απελπισία.
Μελαγχολικές αδελφές
Ονειροπολούν τους αδελφούς των
Κάτω απ’ τους τοίχους των φυλακών.
Οι μάχες ετελείωσαν
Επάνω στους κρινόσπαρτους
Τους κάμπους,
Και, μες τις κατακόμβες, οι παρθένες,
Συνοδεύοντας τα λείψανα,
Με το κεφάλι τους γερτό
Στο χώμα, ψαλμωδούν.

Ο κορυφαίος των Αρμένιων ποιητών Δανιήλ Βαρουζιάν (1884-1915) σπούδασε στη Βενετία κοντά στους Αρμένιους Μεχιταριστές μοναχούς και συνέχισε τις σπουδές του στο Βέλγιο. Ο ίδιος έλεγε ότι «τα χρώματα των ποιημάτων του τα άντλησε από τις παλέττες του Τιτσιάνο και Βαν Ντάυκ, αφού όμως πρώτα τα μούσκεψε στο κόκκινο χρώμα της γης του και στην αιματοβαμένη της θάλασσα». Η ποίησή του εμπνέεται και τροφοδοτείται από τα ισχυρά πάθη των αισθημάτων και των ιδεών. Ο Βαρουζιάν, ο οποίος βρήκε τραγικό θάνατο στις σφαγές του 1915, καταπλήσσει με τον λυρισμό του, τη θερμή του γλώσσα και την πρωτοτυπία του:

ΓΡΑΜΜΑ ΝΟΣΤΟΥ (απόσπασμα)

Ξενιτεμένε γιόκα μου – μου γράφει η μάνα η έρμη,
Ως πότε τάχα οι μέρες σου στα ξένα θα κυλούν;
Ως πότε το κεφάλι σου, στου κόρφου μου τη θέρμη,
Τα χέρια μου να σφίξουν θα ποθούν;

Φτάνει πια ν’ ανεβαίνουμε σε ξένη, φως μου, σκάλα,
Τα πόδια σου που οι χούφτες μου ζεστάναν μια φορά,
Φτάνει η καρδιά σου, όπου άδειασα του στήθους μου το γάλα,
Να μου πικρομαραίνεται μακρυά.

Στ’ αδράχτι πια κουράστηκαν τα χέρια τα τραχειά μου,
Κι είν’ ως να υφαίνω σάβανο στα ολάσπρα μου μαλλιά,
Αχ! Ας σε δουν τα μάτια μου σαν άλλοτε σιμά μου
Κι ας σφαλιστούν, κι ας μην ανοίξουν πια.

Έπεται δείγμα και από μια γυναίκα ποιήτρια, τη Σιμπύλ, φιλολογικό ψευδώνυμο της μεγαλύτερης και πιο αγαπητής ποιήτριας των Αρμενίων, Ζαμπέλας Χραντ Ασαντούρ (1893-1934):

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Μες στη σιωπή της σκοτεινής της νύχτας βυθισμένη,
Γερτή πλάι στο παράθυρο, πικρά ονειροπολώ.
Η θάλασσα ατελείωτη μακρυά μου είν’ απλωμένη
Και το κυματοφλοίσβημα γρικώ δε το γρικώ.

Κι όμως, το νιώθω το νερό, που αμίλητο κυλάει
Γι’ ακρογιαλιές ατέρμαντες, στου απείρου την ψυχή,
Τα κρύφια τα παφλάσματα που μέσα του κρατάει,
Και τη βαθιά, τα σπλάχνα του που δέρνει, ταραχή.

Και στην ψυχή μου ανέλπιδα τα μάτια μου βυθίζω,
Παράξενα της θάλασσας που μοιάζει της βαθιάς,
Και ψιθυρίζω: «Ω! θάλασσα γλυκιά, σε μακαρίζω
Που τον αγέρα, ελεύθερα, σαν σε τραβά, ακλουθάς…».

Ακολουθεί ένα ποίημα του Μιγκίρντιτς Μπεσικτσαλιάν (1828-1868). Τα περισσότερα ποιήματά του πάλλονται από θερμό πατριωτικό αίσθημα, συγκερασμένο τις περισσότερες φορές με βαθιά μελαγχολία για τα ατυχήματα της πατρίδας του και την πίκρα της ξενιτιάς:

ΑΝΟΙΞΗ

Ω! Τι γλυκιά και δροσερή
Που αύρα φυσάς τη χαραυγή!
Και τους ανθούς χαϊδολογάς
Και τα μαλλιά της κορασιάς!
Μ’ απ’ την πατρίδα, ω αύρα εσύ, δεν είσαι τη δική μου.
Να παιχνιδίσεις σύρε αλλού, μακριά από την ψυχή μου!

Ω! Τι θερμή και τρυφερή
Πουλί η λιαλιά σου στο κλαρί!
Οι ώρες στα δάση οι ερωτικές
Μάγια απ’ τις τρίλλιες σου γλυκές!
Μ’ απ’ την πατρίδα, εσύ πουλί, δεν είσαι τη δική μου.
Να κελαϊδήσεις σύρε αλλού, μακριά από την ψυχή μου!

Ω! Λαλοφλοίσβητα τερπνό,
Πράο μου ρυάκι, φωτεινό!
Κόρη και ρόδο μια χαρά
Βλέπουν εντός σου τη θωριά.
Μ’ απ’ την πατρίδα, ρυάκι εσύ, δεν είσαι τη δική μου.
Να αργοκυλήσεις σύρε αλλού, μακριά από την ψυχή μου!

Κι αν πουλί και αύρα Αρμενικά
Πετούν σ’ ερείπια τραγικά,
Τα ρυάκια, αν τρέχουνε σιμά
Σε κυπαρίσσια σκοτεινά,
Στενάγματα είν’ απ’ τη γλυκιά πατρίδα, τη χρυσή μου.
Ποτές τους ας μη φύγουνε μακριά από την ψυχή μου!

Από τη Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία της Ρίτας Μπούμη-Παπά σταχυολογούμε τους ποιητές Ναχαμπέντ Κουτσάγκ, Αβεντίκ Ισαακιάν και Ελισαίο Τουριάν.

Ο Ναχαμπέντ Κουτσάγκ γεννήθηκε στην πόλη Ιεγκίν και ανήκει στην κατηγορία των αυτοσχέδιων λαϊκών ποιητών, των ασσιούγκ, που ζώντας φτωχά και πλανώμενοι, όπως επισημαίνει και η Παπά στην ποιητική της ανθολογία, δεν είχαν ανάγκη να στιχουργούν ποιήματα για να υμνούν τους ισχυρούς της ημέρας και διατήρησαν έτσι, σε μεσαιωνική εποχή, την ανεξαρτησία τους. Ο Κουτσάγκ φέρεται να έχει ζήσει τον 16ο αιώνα. Άλλοι όμως ερευνητές το αμφισβητούν και τον τοποθετούν σε προηγούμενες εποχές, μεταξύ του δωδέκατου και δέκατου έκτου αιώνα. Τα σύντομα τραγούδια του, έντονα λυρικά, έχουν τα χαρακτηριστικά των περσικών τετράστιχων. Μοιάζουν μ΄ αυτά σε συγκίνηση και εκφραστικότητα. Ο τόνος του, ωστόσο, είναι λαϊκός και άμεσος.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Απ΄ τη στιγμή που ήρθα στον κόσμο τούτο δω
δεν πήγα σε παπάδες να ξομολογηθώ.
Αν δω παπά περαστικό κρύβομαι, λες τρομάζω,
κι αν έρχεται από καρσί αμέσως δρόμο αλλάζω.

Μα αν δω ένα κορίτσι όμορφο να περνά
ευθύς κοντά του πάω, το βλέπω ως εκκλησιά.

Βλέπω σαν Άγια Τράπεζα στήθη της και λαιμό
και θέλω κει να σκύψω να ξομολογηθώ.


(μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά)

Ο Αβεντίκ Ισαακιάν (1875-;) γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη του Καυκάσου και σπούδασε στο Αρμενικό Κολλέγιο του Ετσμιατζίν και στη συνέχεια στη Γερμανία. Είναι ποιητής τρυφερός και μελαγχολικός. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, έγραψε το έπος Απουλαλαμαχαρί, που θεωρείται αριστούργημα για τον επικολυρικό πλούτο του, τη δύναμή του και τα λαογραφικά στοιχεία του.

ΑΔΕΡΦΟΥΛΗ ΚΥΝΗΓΕ ΜΟΥ (απόσπασμα)

-Αδερφούλη κυνηγέ μου, ροβολάς απ΄ το βουνό,
του βουνού τ΄ αλάφι ψάχνεις να ΄βρείς.
Μην είδες, Θέ μου, πές μου, μην αγνάντεψες
τ΄ αλαφάκι και παιδάκι μου της μαύρης;

Από το ντέρτι μού ΄φυγε και βουνά σκαπέτησε
το παιδάκι μου, ο ήλιος κι η φωτίτσα μου.
Πήρε τα μάτια κι έφυγε και πάει πια το λουλούδι μου
και πάει η παπαρουνίτσα μου…

-Είδα αδερφούλα τ΄ όμορφο παιδάκι σου το πράσινο
και τ΄ άλικο στολίζανε τη χάρη της μορφής του
κι ένα τριαντάφυλλο άνθιζεν απάνω στην καρδούλα του
αντί για τα φιλάκια της καλής του.

(μετάφραση: Κούλης Αλέπης)

Ο ποιητής Ελισαίος Τουριάν (186-1932) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Σπούδασε θεολογία και γρήγορα ανέβηκε την κλίμακα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας για να φτάσει στον πατριαρχικό θρόνο των Αρμενίων πρώτα στην γενέτειρά του και αργότερα στα Ιεροσόλυμα όπου και πέθανε. Η ποίηση του Τουριάν, αυστηρή στη μορφή, είναι πλούσια σε στιχουργική, ρυθμούς και οράματα, μεγαλόπρεπη κι επιβλητική.

ΜΗ Μ΄ ΑΓΓΙΖΕΙΣ (απόσπασμα)

Τα δάκρυα που απ΄ τα μάτια σου τα υγρά κατρακυλούνε
των φτιασιδιών σου το παλιό το σφράγισμα κρατούνε.
Άνθος του παραδείσου μου να γίνεις δεν αξίζεις.
            Μη μ΄ αγγίζεις.

Έχεις ακόμα στεναγμούς που ηχώ ΄ναι μιας αβύσσου.
Έρως και χάρες χίμαιρες στη μάταιη την ψυχή σου.
Ύμνος εσύ της δόξας μου να γίνεις δεν αξίζεις.
            Μη μ΄ αγγίζεις.

Τα δάχτυλά σου η ευωδιά της σμύρνας πνίγει ακόμα
παίρνεις, ως πας, του ζαρκαδιού τα σείσματα στο σώμα,
και τ΄ αραχνό φουστάνι σου σαν κύμα ανεμίζεις.
           Μη μ΄ αγγίζεις.

Κάτι σα μέλι ολόγλυκο, μα που της γης είν΄ ύλη,
πλανιέται ακόμα επίμονα στα δυο σου πάνω χείλη
που ηδονικά ναρκώνονται σμιχτά σαν τα τρεμίζεις.
           Μη μ΄ αγγίζεις.

(μετάφραση: Κούλης Αλέπης).

Κείμενο και επιλογή: 
Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε εμπλουτισμένο στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 43(4).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου