Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

"Ο Φοίνικας" του Χ.Α. Χωμενίδη

Πρώτα απ΄ όλα ένας μύθος. Η προσωπικότητα του Άγγελου Σικελιανού που γοήτευσε το συγγραφέα. Κι έπειτα μια μυθοπλασία με έρωτα, ποίηση, πλοκή, δολοφονία και θάνατο, σε μια Ελλάδα που από το 1860 έως το 1927 αγωνίζεται να βρει τον εαυτό της και να ανταποκριθεί στις δυσκολίες των ιστορικών της στιγμών. Πώς ενώνονται αυτά τα δύο; Στο Φοίνικα του Χ.Α. Χωμενίδη.

Ένα αξιόλογο κομμάτι της λογοτεχνικής ιστορίας της χώρας μας ανήκει στον Άγγελο Σικελιανό, ποιητή πολύ γνωστό, όχι τόσο προβεβλημένο όμως στην εποχή μας, μια φυσιογνωμία ενδιαφέρουσα, προκλητική, αμφιλεγόμενη και άκρως εντυπωσιακή, που μέρα με τη μέρα μοιάζει να περνά στη λήθη, ίσως λόγω της ιδιόμορφης ποίησής του και της δυσκολίας που παρουσιάζει ως προς τον αφηγηματικό της ειρμό. Αυτή την αγέρωχη μορφή, που εκπροσώπησε την ελληνική ποίηση με επάρκεια και επιτυχία και είχε μάλιστα πέντε υποψηφιότητες για Νόμπελ, θέλησε να ανασύρει από την αχλή του χρόνου ο Χ.Α. Χωμενίδης και να την αναπλάσει εξαρχής σε σχέση με την εποχή της, στην Ελλάδα που μέσα σε ένα διάστημα σχεδόν 70 χρόνων περνούσε από την απογοήτευση στην ελπίδα και πάλι στην απογοήτευση, και μετά ξανά σε νέα σκιρτήματα ενθουσιασμού…

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο Βενιζέλος, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η Μικρασιατική καταστροφή. Προσωπικότητες και γεγονότα που απαρτίζουν την ελληνική ιστορία και μοιράζονται δόξες, λάθη, οπαδούς και αντιπάλους. Και πλάι σε αυτούς, οι καλλιτεχνικοί και λογοτεχνικοί κύκλοι της εποχής.

Αθήνα του 1910. Μια πρωτεύουσα μικρή, που γυρεύει να βρει μια ευρωπαϊκή εικόνα για να βγει από τη φτώχεια, τις κακουχίες και τον τελευταίο πόλεμο του 1897 και να αναπτυχθεί με ένα νέο προφίλ σε έναν καινούριο αιώνα που, αρχικά τουλάχιστον, μοιάζει πολλά υποσχόμενος. Στο Μπάγκειον ξενοδοχείο της Ομόνοιας, έργο του Τσίλλερ, αντιπροσωπευτικό της νέας εποχής που χαράσσει η παιδεμένη Ελλάδα βρίσκονται δύο νέα κορίτσια. Η Ήβη Σπρίνγκφιλντ και η Ηλέκτρα, η αδερφή του Πάρη Κερκινού. Οι δυο κοπέλες είχαν γνωριστεί σε μια μικροσκοπική παραλία στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα και από τότε αποκαλούνταν αδελφούλες. “Καθώς η Ήβη ανέβαινε χοροπηδώντας σαν το κατσίκι τη στριφογυριστή σκάλα του ξενοδοχείου, η Ηλέκτρα παρατήρησε ότι τα πέλματά της ήταν κατάμαυρα. Δε γίνεται να κυκλοφορεί άλλο έτσι, σκέφτηκε. Θα πατήσει κανένα καρφί. Πρέπει να της παραγγείλω παπούτσια. Έστω σανδάλια”.

Η Ήβη και ο Πάρης είναι ένα ερωτευμένο ζευγάρι . Εκείνη Νεοϋορκέζα αριστοκράτισσα, ιδιαίτερα ευκατάστατη, που έζησε σε ένα περιβάλλον με κουλτούρα και ελεύθερες ιδέες. Φεύγει από τη χώρα της, ζει χρόνια στην Ευρώπη και έπειτα έρχεται στην Ελλάδα. Εκείνος νόθος γιος ενός ισχυρού Αρβανίτη μεγαλογαιοκτήμονα στα βοσκοτόπια της Πάρνηθας, μεγαλωμένος σε μια οικογένεια με θετό πατέρα, που προσπάθησε να τον μορφώσει όσο περισσότερο μπορούσε και να του εμφυσήσει την αγάπη για τη γνώση, βρίσκεται νεαρός στην Αθήνα, προσπαθώντας να βρει τον προορισμό του και να χτίσει τη σταδιοδρομία του, προσεγγίζοντας το χώρο του θεάτρου και το περιβάλλον του Χρηστομάνου, τότε που διηύθυνε τη "Νέα Σκηνή". Σμίγουν δύο πληθωρικές προσωπικότητες με διαφορετικές προσλαμβάνουσες για να δημιουργήσουν ένα δίπολο που στα άκρα του έχει από τη μια το εγχώριο, ευφυές, ποιμενικό και λυρικό στοιχείο και από την άλλη το αριστοκρατικό, δεμένο με μια πολύ διευρυμένη κουλτούρα και λατρεία προς τον ελληνικό πολιτισμό. Πώς θα εξελιχθεί αυτός ο ιδιόμορφος έρωτας που ενώνει δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους;

Πριν προχωρήσουμε, όμως, χρειάζεται μια κατατοπιστική διευκρίνιση. Ο συγγραφέας θα αφήσει ανέπαφο το βιογραφικό ιστορικό του Σικελιανού, την πραγματική του ζωή, ακόμα και την καταγωγή του και θα πλάσει για χάρη του ποιητή μια μυθιστορηματική φιγούρα που αποτελεί αντανάκλαση της πραγματικής. Η Ήβη από την άλλη πλευρά είναι πιο κοντά στην ιδιόμορφη και αρκετά παράξενη για τα τότε δεδομένα της Ελλάδας εκκεντρική και εξαιρετικά καλλιεργημένη σύζυγο του ποιητή, Εύα Πάλμερ.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ξεκινά ένα μυθοπλαστικό οδοιπορικό δύο νέων που αγαπιούνται, παντρεύονται, ζουν έντονα, με καλές και κακές στιγμές στην Αμερική και στην Ελλάδα, ανήσυχοι και οι δύο πνευματικά και εκείνος σιγά-σιγά διαμορφώνεται σε ποιητή. «Η Ηλέκτρα σιώπησε για μερικές στιγμές, προσπάθησε να βάλει σε τάξη τη σκέψη της. "Αντιλαμβάνεσαι τι το πρωτοφανές, τι το καταπληκτικό έχει το ποίημά σου; Οι λέξεις στη σειρά που τις τοποθετείς γίνονται πυροκροτητές αισθήσεων και αισθημάτων…"».

Οι προσωπικότητες και των δυο νέων εκρηκτικές, τους φέρνουν να σκέφτονται και να δρουν συχνά έξω από την πεπατημένη. Ολοένα και δυναμώνουν και αυτονομούνται στο δικό τους μυθιστορηματικό περιβάλλον. Έτσι η αφήγηση σταδιακά ξεπερνά τη βιογραφική συνδεσιμότητα των ηρώων με το πραγματικό ζεύγος και μας παρασύρει σαν να ΄ναι κάποιοι άλλοι. Κυρίως ο Πάρης Κερκινός, που καλπάζει μυθιστορηματικά… ασυγκράτητος, απρόοπτος, ατίθασος.

Κι εκεί που ο αναγνώστης εξοικειώνεται πια με την ιδέα ότι διαβάζει ένα μυθιστόρημα που ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματική ζωή του Σικελιανού, έρχονται στιγμές που τον αφυπνίζουν με την ιστορική τους εγγύτητα. Ο Αλαφροΐσκιωτος στην ποίηση, το Παναρμόνιον στη μουσική, και τέλος η Δελφική ιδέα, η ιδιαίτερη προσωπική φιλοδοξία του Σικελιανού. Κι όταν πλέον εκδηλώνεται το μεταφυσικό όραμα του ζεύγους, ατόφιο και ακραιφνές, η ιστορία και ο μύθος χάνουν πια τις διαχωριστικές τους γραμμές και οι αποστάσεις μεταξύ τους ολοένα μικραίνουν.

Και όλα τελικά μοιάζουν να οδηγούν στο ίδιο όραμα από άλλον δρόμο!

Όλα συγκλίνουν εκεί. Στους Δελφούς. «Ο Πάρης Κερκινός δεν φιλοδοξούσε τίποτα λιγότερο από το να πυροδοτήσει μια επανάσταση». «Πίσω από τον εφηβικό του στόμφο, το σκεπτικό του Κερκινού ήταν ευθύς εξαρχής σαφές. Πίστευε ότι, εάν βγάλεις τους ανθρώπους από τη ρουτίνα τους και τους καταιγίσεις με καλλιτεχνικά αριστουργήματα –ενώ τους εκθέτεις ταυτόχρονα στην ομορφιά και στην αγριότητα της φύσης-, θα αφυπνιστούν οι ναρκωμένες τους αισθήσεις. Θα θεριέψει η υποταγμένη τους βούληση. Θα ξαναφυτρώσουν τα ακρωτηριασμένα τους φτερά» .

Υπήρξε επιτυχημένο το δελφικό όραμα άραγε ή παταγωδώς αποτυχημένο; Σίγουρα συγκινησιακά φορτισμένο, με νεανική ορμή, φιλόδοξο και ματαιόδοξο, μαζί ρεαλιστικό και ουτοπικό. Πώς το αντιμετώπισε ο κόσμος στην εποχή του; Ταυτίστηκε το κοινό με το όραμα του ποιητή; Οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής συνεπάρθηκαν από το μεταφυσικό οραματισμό; Και τι έδειξε τελικά η ιστορία που πάντα γράφει τις σελίδες της μετά τα γεγονότα;

Η γραφή του Χωμενίδη είναι ώριμη, με αυτοπεποίθηση χειρίζεται τα ιστορικά στοιχεία και τελικά καταφέρνει να στήσει ένα μυθιστόρημα που αποπνέει την αύρα του Σικελιανού και την αύρα μιας ολόκληρης εποχής. Με επιδέξιους χειρισμούς δημιουργεί μια περίεργη μείξη ιστορίας και μύθου και με ακροβατικό σχεδόν τρόπο καταφέρνει να διατηρεί τις λεπτές ισορροπίες, καθώς σκαρφίζεται μια σύνθεση αρχικά ακαθόριστη και περίεργη, τελικά όμως αρκετά γοητευτική. Διαρκείς υπαινιγμοί διαπερνούν το έργο του προσδίδοντας σε κάποια σημεία πιο σαρκαστικό ύφος.

Πάντως, η παραποίηση των στοιχείων της βιογραφίας του Α. Σικελιανού σίγουρα εξιτάρει τον αναγνώστη να ψάξει περαιτέρω για τα αληθινά στοιχεία. Η μόνη αποκατάσταση, στο λυρισμό του ποιητή που έχει τις ρίζες του στο Ιόνιο πέλαγος, στην όμορφη Λευκάδα. Κι όλα τ’ άλλα ας κινούνται ανέμελα στην πλοκή της φαντασίας. Ο αναγνώστης θα βρει τις συνδέσεις που τον ενδιαφέρουν.

Κι ίσως τελικά να μην έχει καμιά σημασία η απόκλιση, καθώς πίσω από τις πράξεις και τα γεγονότα, βρίσκεται η ίδια ταραχή της ψυχής που ωθεί τους ανθρώπους να δρουν, ο καθένας με τον τρόπο του, διαιωνίζοντας την πίστη, την προδοσία, τις μεταφυσικές αγωνίες και δίνοντας ζωή στα οράματά τους, υπηρετώντας πιστά το σκοπό που επιτακτικά ζητά την υλοποίησή του.

«Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
Μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
Σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός»

(Άγγελος Σικελιανός)

Ήλια Λούτα

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Ευχετήριες κάρτες - μια αγαπημένη παράδοση του παρελθόντος

Στην αρχαία Κίνα, αλλά και στην αρχαία Αίγυπτο, ανταλλάσσονταν έγγραφα με ευχές. Στην Ευρώπη, ήδη κατά τον 15ο αιώνα, αποστέλλονταν χάρτινες κάρτες, τυπωμένες με την τέχνη της ξυλογραφίας, πολλές από τις οποίες ήταν πραγματικά έργα τέχνης. Από το 1850 περίπου η συνήθεια της αποστολής ευχετήριων καρτών άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο. Βοήθησε η δυνατότητα της μαζικής παραγωγής τους, χάρη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας, καθώς και η ελάττωση του ταχυδρομικού κόστους, αποτέλεσμα της βελτίωσης των μεταφορών. Κάρτες με ευχές άρχισαν σιγά-σιγά να τυπώνονται σε όλο και περισσότερες χώρες. Πολύ δημοφιλείς, έδιναν την ευκαιρία στον αποστολέα να προσφέρει ένα οπτικό μήνυμα μαζί με το γραπτό. Στην Ελλάδα επιστολικά δελτάρια κυκλοφορούσαν από το 1880.

Η αποστολή μιας κάρτας για το νέο έτος, για τα Χριστούγεννα, για τις ονομαστικές εορτές, τα γενέθλια, κάποιο ευχάριστο γεγονός, όπως ο γάμος, η γέννηση ενός παιδιού, η απόκτηση πτυχίου, ακόμη και φωτογραφίες νεογέννητων ή ενηλίκων - προσωπικά και οικογενειακά πορτρέτα που φιλοτεχνούνταν από φωτογραφεία κάθε μεγάλης πόλης - αλλά και κάρτες με την πένθιμη λωρίδα στην πάνω αριστερή γωνία του φακέλου με συλλυπητήριες ευχές, ήταν για χρόνια ο συνήθης τρόπος επιπκοινωνίας, πηγή πληροφοριών, εκδήλωσης αγάπης ή ενδιαφέροντος για κάποιον, συχνά όμως και υποχρέωση στα πλαίσια της διατήρησης τυπικών κοινωνικών σχέσεων.

Με την εξέλιξη του τηλεφώνου και με την ανάπτυξη των μαζικών μέσων διαδικτυακής επικοινωνίας οι καρτ ποστάλ, το ειδικό χαρτί αλληλογραφίας - ενίοτε αρωματισμένο από ρομαντικές υπάρξεις - έχασαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο τους και αποσύρθηκαν. Αποκτούν ωστόσο καλλιτεχνική (και γι' αυτό και συλλεκτική αξία), ενώ μας εφοδιάζουν με ένα πλήθος στοιχείων για τα κοινωνικά θέσφατα της εςποχής. Μετατρέπονται δηλαδή σε μια από τις σημαντικές αρχειακές πηγές διατηρώντας παράλληλα και την αισθητική τους αξία.

[...]

Ενθυμήματα και συγχρόνως ιστορικά τεκμήρια, οι παλιές ευχετήριες κάρτες μεταφέρουν συγκινησιακή φόρτιση. Τα θέματά τους είναι συνήθως νεκρές φύσεις (μπουκέτα με λουλούδια, ανθοστήλες κ.λπ.) ή νεαρά μοντέλα σε προσεκτικά στημένες πόζες, τραβηγμένες στα ατελιέ των φωτογράφων. Κάποιες φορές η καλλιτεχνική τους ποιότητα είναι αμφισβητήσιμη, αλλά η ατμόσφαιρα που μεταδίδουν διαθέτει αμεσότητα και γοητευτική αφέλεια. Οι εικόνες τους, με έντονες φωτοσκιάσεις, ρετουσαρισμένες και σε περίτεχνα φόντα, προκειμένου να επιτύχουν ένα εξιδανικευμένο αποτέλεσμα, αποπνέουν έντονη θεατρικότητα. Υπηρετούν με συνέπεια τις αισθητικές προτιμήσεις που έχει το πλατύ κοινό της εποχής τους.

Οι ευχετήριες κάρτες έδιναν το στίγμα αγαπημένων ανθρώπων και συντρόφευαν χαρούμενα τα λυπηρά γεγονότα. Διακοσμητικά αντικείμενα που κατείχαν περίοπτη θέση στον εορταστικό στολισμό του σπιτιού και πολύτιμα κειμήλια, φυλάσσονταν με ιδιαίτερη προσοχή.

Βιβή Τουρόγιαννη




Σημ.: Αναδημοσίευση αποσπάσματος άρθρου με τίτλο "Αίσιον και ευτυχές... - Ευχετήριες κάρτες" από το περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 59, Δεκέμβριος 2018.

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Το βουνό του Θεού - αρβανίτικα τραγούδια

Η πρώτη συστηματική εγκατάσταση των Αρβανιτών στην Ελλάδα ξεκινά τον δέκατο τρίτο αιώνα είτε με βυζαντινά χρυσόβουλα είτε με ειδικές άδειες των Βενετσιάνων και των Φράγκων, που έχουν διεισδύσει στον ελλαδικό χώρο. Ως επί το πλείστον, χρησιμοποιήθηκαν σαν μισθοφόροι στρατιώτες, και τοπωνύμια, όπως το Λιόπεσι, η Μαλακάσα, τα Λιόσια και τα Σπάτα, μαρτυρούν το πέρασμα τους. Οι Αρβανίτες ήταν δίγλωσσοι  έπαιξαν ρόλο πρωταγωνιστικό στους αγώνες του έθνους και πάντα ένιωθαν Έλληνες και χριστιανοί ορθόδοξοι. Μετά την κατάκτηση του Μοριά από τους Οθωμανούς το 1534, μετοίκησαν ομαδικά στην Κάτω Ιταλία, όμως ποτέ δεν ξέχασαν τον αγαπημένο τους τόπο, όπως φαίνεται στους θρήνους που τραγουδιούνται στα χωριά της Καλαβρίας μέχρι σήμερα:

Ώ, όμορφε Μοριά,
από τότε που σ’ άφησα
πια δεν σε ξανάδα.
Αυτού έχω εγώ τον αφέντη πατέρα,
αυτού έχω εγώ τη μάνα μου,
αυτού έχω εγώ τον αδερφό μου.
Ώ, όμορφε Μοριά,
από τότε που σ’ άφησα
πια δεν σε ξανάδα.

Τα καλά μας και την περιουσία μας
τ’ αφήσαμε στην Κορώνη
τη μπέσα μόνο έχουμε μαζί μας
ω! πανέμορφε Μωριά
θέλουμε να κλάψουμε με δάκρυα στα μάτια
ω! Μωριά, ώ! Αρβανιτιά

Γοργό χελιδονάκι μου
όταν ξανάρθεις
ας ερχόσουν απ την Κορώνη
όπου δε θα ’βρεις πια τα σπίτια μας
δε θα ‘βρεις τα όμορφα παλικάρια
αλλά μόνο ένα σκυλί (τον Τούρκο)
που μακάρι να τον έχουν σκοτώσει

Όταν φεύγαμε όλη αυτή τη μέρα
και τα χώματα μας έφευγαν απ τα μάτια μας
όλοι οι άντρες μ’ ένα στεναγμό
και οι γυναίκες μοιρολογώντας φώναξαν
"Φεύγουμε πάμε στην Ιταλία"
ω! Μωριά, ω! Αρβανιτιά


Η ευρύτερη περιοχή της Αττικής ήταν ένας ακόμα κατεξοχήν χώρος εγκατάστασης των Αρβανιτών. Από τα Βίλια του Κιθαιρώνα, χωριό πασίγνωστο για τα παλιά πανηγύρια του, προέρχονται οι παρακάτω στίχοι:

Στ’ αμπέλι σ’ ένα κούτσουρο
τραγουδάει ένα πουλί όμορφο

Στ’ αμπέλι σε μιαν αχλαδιά
τραγουδάει ένα πουλί άσπρο

Στ’ αμπέλι σε μια μυγδαλιά
τραγουδάει μια μελαχρινή

Στ’ αμπέλι σε μια ροδακινιά
τραγουδάει ένα πουλί μαύρο


Τα περίφημα Δερβενοχώρια της Βοιωτίας ήταν χωριά των Αρβανιτών, χτισμένα στα στρατηγικά στενά απ’ όπου περνούσαν οι διαβάσεις μεταξύ Πάρνηθας και Κιθαιρώνα που οδηγούσαν από τη Θήβα (Φήβα) και τη Χαλκίδα προς την Αθήνα. Οι ατίθασοι κάτοικοί τους είχαν αποσπάσει προνόμια από τον σουλτάνο, που τους έδιναν σχετική αυτονομία. Από τα Δερβενοχώρια προέρχεται το ακόλουθο τραγούδι του γάμου που τραγουδιόταν απ’ τους συγγενείς τη νύφης καθώς έφευγαν από το σπίτι του γαμπρού:

Κινήσαμε και πήγαμε το κορίτσι

Έλα Κώστα να σου πούμε
μας άφησαν έξω, στο δρόμο

Ο θεός το’ χει πει:
το κορίτσι κάνει άλλη μάνα

Ο θεός έχει πει και τούτο:
το κορίτσι κάνει άλλον πατέρα

Όσο κάθεται το φυλλαράκι στο δέντρο
τόσο κάθεται και το κορίτσι στο σπίτι του


Ο Κωνσταντίνος Σάθας έχει διασώσει βενετσιάνικα έγγραφα που μαρτυρούν την πρώτη εγκατάσταση Αρβανιτών στον Εύβοια (Νιγκροπόντε) το 1402. Οι άποικοι τοποθετήθηκαν στη βραχώδη και άγονη νότια Εύβοια, όπου ο Γιάννης Κ. Γκίκας που κατάγονταν από αυτήν την περιοχή, περπάτησε στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, καταγράφοντας τους ντόπιους μουσικούς. Ποιμένες οι περισσότεροι κάτοικοι αυτών των χωριών, περνούσαν την ζωή τους παρατηρώντας τα κύματα του Αιγαίου να δέρνουν τις ακτές του νησιού τους και το μόνο τους όνειρο, ειδικά των κοριτσιών, ήταν η διαφυγή στην Κάρυστο, το μεγαλύτερο και πιο όμορφο χωριό της περιοχής:

Ήρθε το καΐκι μάνα μου
απ’ τη μύτη του Καβοντόρου
ήρθε το καΐκι μάνα μου
κάτω στο ρέμα – ρέμα και μου φωνάζει :
-Έλα κορίτσι όμορφο
πίσω κάτω στη μικρή λιμνιώνα
να σε πάρω να σε πάω
κάτω στη χώρα.


Σ’ έναν τόπο όπου βασιλεύει η πέτρα, επόμενο ήταν οι κάτοικοι να εμπνευστούν απ’ αυτήν. Ο Γιάννης Γκίκας πιστεύει ότι τα τραγούδια της περιοχής του Καβοντόρο αντανακλούν πανάρχαιες παραδόσεις, όπως αυτήν που αναφέρεται στην ιερότητα της πέτρας δίπλα στην εστία (παραγώνι, στιά, τζάκι) που ζέσταινε τα σπίτια κι όπου μαγείρευαν οι άνθρωποι. Σε τούτο το τραγούδι γίνεται μνεία της πλάκας του φούρνου που ασφαλώς είναι κάτι αντίστοιχο:

Έκανα όρκο
στην πλάκα του φούρνου
να μη του μιλήσει
το κορίτσι του άντρα.
Έκανα όρκο με τις πλάκες
να μη μιλήσω με κορίτσια
πάλι ξέχασα και μίλησα

Έκανα όρκο
με πλάκες πέτρινες
να μη μιλήσει
γυναίκα με άντρα.


Περίφημοι είναι και οι καβοντορίτικοι σκοποί που συνοδεύουν χορούς εντελώς ιδιόμορφους. Πάνω σ’ έναν καβοντορίτικο σκοπό καταγράφηκαν κι αυτά τα λόγια:

Πίσω απ' το βουνό πέφτει βροχή
το κορίτσι μου γνέφει με το μάτι.
Πίσω απ το βουνό πέφτει το χιόνι
Το κορίτσι μου γνέφει με το χέρι.

Μωρή Μαρία με το λαιμό σαν χιόνι
από ποιο βουνό έβαλες στεφάνι;
- Aπ’ αυτό το βουνό του θεού
που έρχεται αγνάντια απ΄ τη θάλασσα.


Ένα τραγούδι σε παρόμοιο ύφος αναφέρεται στην ξενιτεμένη κοπέλα που γύρισε στον τόπο της :

Μωρή εσύ θαλασσοφαγωμένη
πού ήσουν τόσον καιρό;
Ήρθες τώρα που ήρθες,
μου γέμισες τα μάτια δάκρυα.

Απ' αυτά τα βουνά που ξεκίνησες
σαν λουλούδι όμορφο φαινόσουν.
Κατέβα, κατέβα
να συναντηθούμε στο πηγάδι.


Τα τραγούδια της αγάπης ήταν ιδιαίτερα αγαπητά στους Αρβανίτες. Απ’ τα Δερβενοχώρια προέρχεται το τραγούδι της αγάπης "Ζούρα δρομν" (Πήρα τον δρόμο), που τραγουδιόταν και στη Σαλαμίνα:

Πήρα το δρόμο
περπάταγα ώρες
σε θυμήθηκα, κάθισα κι έκλαψα

Πέρασα από τη Μαρία
μ’ έπιασε το κεφάλι μου

Από τότε που μπήκα
στον κήπο της αγάπης
μαύρισε η καρδιά μου, δε λέει ν’ ασπρίσει

Έλα, μίλα μου
πάνω στα χείλια μου
να μη χωρίσουμε ποτέ πέρδικά μου. 


Απ' τα χωριά της Καλαβρίας, ένα αρβανίτικο τραγούδι μιλά για τα όμορφα κορίτσια της Κάτω Ιταλίας:

Τι όμορφες κοπέλες αυτές στο Κιέουτι,
αλλά πόσο πιο όμορφες είναι αυτές από το Κάμπο Μαρίνο

Αυτές του Μόντε Τσιλιφόνε έχουν
κόκκινα χείλη και μοσχοβολάνε δενδρολίβανο

Στο Πόρτο Καννόνε είναι μελαχρινές
και – μάνα μου – πόσο ωραία χορεύουν

Έμαθα ότι θα παντρευτείς στο Ουσούρι
αλλά μη ξεχνάς το χωριό σου

Αλλά τώρα πες μου: τι έχεις
και σε μαράζωσε η μελαγχολία;


Κι ακόμα ένα από την περιοχή της νότιας Εύβοιας ( Ξελαχτός είναι ένα κίτρινο λουλουδάκι που βγάζουν κάτι αγκαθωτοί θάμνοι οι οποίοι αφθονούν στην Καρυστία):

Άνοιξε ο ξελαχτός
άνοιξε λουλούδι ο ξελαχτός
το κορίτσι πήγε στη βρύση.

Άνοιξε το στόμα
και τραγούδησε
όλες τις φλέβες
τις στέρεψε.

Άνοιξε το στόμα
και τραγούδησε
όλα τα παλληκάρια
τα τρέλανε.

Άνοιξε η κυδωνιά κι ο ξελαχτός
πήγε η όμορφη στη βρύση
άνοιξε το στόμα και τραγούδησε
όλον τον τόπο το λουλούδιασε.


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές:
1. Γιάννης Κ. Γκίκας, "Οι Αρβανίτες και το αρβανίτικο τραγούδι στην Ελλάδα".
2. Θανάσης Μωραΐτης, "Τριαντάφυλλο του βράχου" (CD και ένθετο).
3. https://www.youtube.com/watch?v=VD9a1aXrW4g&t=3861s
4. http://www.lithoksou.net/p/plithysmos-kai-xoria-ton-arbaniton-1879-%E2%80%93-1907-2005

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

«Θερινή ώρα» της Σοφίας Κουκουλά, «Ο μαραγκός» του Κώστα Κουτρουμπάκη και «Γεώργιος Μ. Βιζυηνός – Εμμανουήλ Ροΐδης: Οι αντίποδες» της Λένας Κωνσταντέλλου

Θερινή ώρα της Σοφίας Κουκουλά

H Θερινή ώρα είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Σοφίας Κουκουλά, η οποία είναι ηθοποιός. Στη Θερινή ώρα παρακολουθούμε, μέσα από τα 24 ποιήματα του βιβλίου, μία γυναίκα που μεταμορφώνεται σε δέντρο, ανθίζει και βλασταίνει. Ανάμεσα στα ποιήματα παρεμβάλλονται, σε πλάγια γράμματα, ποιητικά σημειώματα που μοιάζουν με επεξηγήσεις των σκέψεων κ.λπ. εικόνων των ποιημάτων, έτσι που όλα δένονται σε ένα αρμονικό σύνολο που προβληματίζει και ενίοτε συγκινεί με την ειλικρίνεια και την απλότητά του.

Ένα ποίημα από τη συλλογή:

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΝΟΥΜΕΡΟ 51
Ασήμαντοι άνθρωποι, μικροί.
Λούζουν τα μαλλιά τους με αεριούχο ποτό.
Πασαλείβονται τα φιλιά που τους πρόδωσαν.
Ψεκάζονται με άρωμα του κιλού και βγαίνουν.
Κρυμμένοι άνθρωποι.
Χάνονται μέσα στο πλήθος.
Περπατούν στην άκρη του δρόμου.
Ή κουτρουβαλούν στις κατηφόρες.
Πότε πότε στενάζουν αγκομαχητά.
Ανθρωπάκια.
Παραμερίζουν μόνο στους λεπρούς τους,
Στους τυφλούς και σ’ όσους αγάπησαν.
Απρόσμενοι ελεήμονες, σπανίως.
Η στιγμή της μακαριότητάς τους αυτή.
Θνητοί που αποθνήσκουν.
Σε φέρετρο μικρό τους θάβουν.
Στενά ρούχα και λουλούδι στο πέτο.
Λευκοί και άχρονοι.
Παπούτσια φορούν νούμερο 51.
Για τα μεγάλα τους βήματα, τα περιορισμένα.


Ο μαραγκός του Κώστα Κουτρουμπάκη

Πρόκειται για την πρώτη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα, η οποία αποτελείται από 16 διηγήματα-μπονσάι, γραμμένα σε ιδιαίτερη γλώσσα και σε νοσταλγικό τόνο. Η εικονοποιΐα είναι αξιοσημείωτη και ο λόγος πολλές φορές ολισθαίνει στην ποιητικότητα, όπως και η συντακτική διάταξη των προτάσεων. Πρώτες ύλες: η μνήμη, η αθωότητα, η απλότητα και η καλλιέπεια.

Ένα διήγημα:

ΤΟ ΡΥΖΟΓΑΛΟ
Μπολ φτηνής σειράς, βιομηχανικά. Δέκα χρόνια σφαλιστά στα ερμάρια του χήρου πατέρα, γυάλινοι ερημίτες.

Τα έπλυνα σήμερα. Κουδούνισαν· ανάκρουσμα των όντως όντων. Την κατσαρόλα την ανακαλώ να ανακατεύει με κυκλοτερείς κινήσειες σε σταθερό τέμπο, μην κολλήσει, κι ύστερα να τα γεμίζει με το χυλωμένο της περιεχόμενο. Άχνιζε εκείνο, το βελούδο του γάλατος αναδίνοντας, που αδέρφωνε κατόπιν με της κανέλας τη γλυκιά μυρωδιά.

Τρία απέμειναν από το σετ των έξι τεμαχίων. Αόρατη ορχήστρα, κουτσή, που μες στα ντουλάπια ολοχρονίς προβάρει το κονσέρτο της αέναης θύμησης,


Γεώργιος Μ. Βιζυηνός – Εμμανουήλ Ροΐδης: Οι αντίποδες της Λένας Κωνσταντέλλου

Μία ακόμη εμπεριστατωμένη μελέτη της αγαπητής Λένας Κωνσταντέλλου με θέμα τις δύο αυτές αντίπαλες και διαφορετικές μεταξύ τους ισχυρές προσωπικότητες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «αντίποδες», αν δεν ήταν κατά βάθος και οι δύο θύματα της ανάξιάς τους επαρχιώτικης αθηναϊκής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Ο Βιζυηνός πολεμήθηκε με μανία ως «ξενομερίτης» από το λογοτεχνικό κατεστημένο. Ο Ροΐδης, γνωστός για το σκάνδαλο της Πάπισσας Ιωάννας, διατυπώνει το 1887 την, προσβλητική για την πνευματική κοινότητα, αποστροφή του «περί περιρρέουσας ατμόσφαιρας» στην ποίηση.

Παρότι διαφέρουν ριζικά κατά την προέλευση και καταγωγή, τις σπουδές, τον τρόπο γραφής και ζωής τους, και οι δύο λογοτέχνες έπεσαν θύματα της κατάστασης που περιέγραψε ο Ροΐδης: «Πάντες οι έχοντες ονύχια αγωνίζονται να σπαράξωσι τους έχοντες πτερά». Ένα πολύ ενδιαφέρον μελέτημα για δύο κορυφαίες μορφές της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Η μαρτυρική αρμενική ψυχή και η αρμενική ποίηση


Η αρμενική ποίηση μετρά περισσότερα από 2.000 χρόνια ζωής. Από το 301 που η Αρμενία ανακηρύχθηκε χριστιανικό κράτος παρατηρήθηκε αναβάθμισή της, δυστυχώς όμως η εκκλησία επιδόθηκε σε εκτεταμένη προσπάθεια απάλειψης των παγανιστικών στοιχείων από την κουλτούρα του λαού, με αποτέλεσμα σήμερα να μην έχουν διασωθεί πολλά τεκμήρια προχριστιανικής ποίησης. Ωστόσο, η δημιουργία του αρμενικού αλφαβήτου στα 406 μετέτρεψε τον 5ο αιώνα στον «χρυσό αιώνα» των αρμενικών γραμμάτων. Δυστυχώς λίγο αργότερα, στα χρόνια περίπου του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, η Αρμενία κατακτήθηκε από τους Άραβες, γεγονός που ανέκοψε τη λογοτεχνική παραγωγή της, όμως το λυρικό σκέλος της ποίησής της κατάφερε να ενισχυθεί με τη συμβολή των τροβαδούρων, την ίδια στιγμή που τα γράμματα και οι τέχνες εξακολούθησαν να ανθίζουν στα μοναστήρια.

Η αναγέννηση των αρμενικών γραμμάτων συντελέστηκε τον 12ο αιώνα, αλλά η επίδρασή της δεν κατάφερε να είναι μακρόβια, αφού τον 16ο η Αρμενία κατακτήθηκε ξανά, αυτήν τη φορά από τους Πέρσες, οι οποίοι κατέστειλαν δραστικά τη λογοτεχνική παραγωγή. Προκαλώντας κύματα μετανάστευσης, η περσική κυριαρχία είχε και μια αναπάντεχη φωτεινή πλευρά, αφού οι Αρμένιοι βρέθηκαν σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Ιδρύοντας τυπογραφεία που τύπωναν παραδοσιακά, αλλά και σύγχρονα λογοτεχνικά έργα κατάφεραν να διασπείρουν τον αρμενικό λόγο στη γηραιά ήπειρο.

Στην Ελλάδα, οι Αρμένιοι είχαν βρεθεί ήδη από τον 17ο αιώνα, όπως μαρτυρεί το έργο του Εβλιγιά Τσελεμπή Narrative of travels in Europe, Asia and Africa in the seventeenth century, όπου υπάρχουν αναφορές για την παρουσία τους στη Θεσσαλονίκη. Ανάλογα στοιχεία υπάρχουν και για τον 18ο αιώνα. Η ύπαρξη ενός σταθερού αριθμού όμως τεκμηριώνεται από τα τέλη του 19ου αιώνα και μετά. Ένας από τους κύριους τόπους εγκατάστασής τους υπήρξε η Θεσσαλονίκη, ενώ μικρότερη παρουσία τους καταγράφεται και σε άλλες πόλεις, κυρίως της Βόρειας Ελλάδας.

Τον 19ο αιώνα η Αρμενία διαμελίζεται ανάμεσα στη Ρωσία, την Περσία και την Τουρκία. Στη Ρωσία οι Αρμένιοι έζησαν κάτω από ένα σχετικά ανεκτικό καθεστώς, από το οποίο βέβαια δεν έλειψαν οι μαζικοί εκρωσισμοί. Στην Περσία σημειώθηκε καταστολή της εθνικής ταυτότητας των Αρμενίων, όμως στην Τουρκία το σκηνικό ήταν σαφώς δυσμενέστερο: οι Αρμένιοι υφίσταντο διώξεις κάθε λογής, ίδιους με αυτούς που υπέστησαν και οι άλλοι χριστιανικοί λαοί της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή οι Πόντιοι, οι Έλληνες, οι Ασσύριοι κ.λπ.

Η γενοκτονία των Αρμενίων
Με την ανάδυση των εθνικιστικών αισθημάτων του 19ου αιώνα, οι Αρμένιοι βρέθηκαν σε έναν κυκλώνα: ο σουλτάνος τούς υποπτευόταν για αποσχιστικές τάσεις, την ίδια στιγμή που οι Ρώσοι, εποφθαλμιώντας τα εδάφη της καταρρέουσας οθωμανικής αυτοκρατορίας, υπέθαλπαν τις αυτονομιστικές φιλοδοξίες τους. Έτσι, ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β’ προέβη σε άγριους διωγμούς εναντίον των Αρμενίων της επικράτειάς του, με αποκορύφωμα τις ανατριχιαστικές σφαγές στο Σασούν (1894) και τις μαζικές εκτελέσεις της διετίας 1895-1896, που στοίχισαν τη ζωή σε δεκάδες χιλιάδες Αρμενίους.

Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύτηκε στο newsbeast.gr στις 26.4.2015 με τίτλο «Το ανατριχιαστικό χρονικό της Γενοκτονίας των Αρμενίων», η σφαγή στο Σασούν και η διετία εκτελέσεων που την ακολούθησε συνιστούν την πρώτη από τις τρεις περιόδους της γενοκτονίας που αναγνωρίζουν οι ιστορικοί. Πρόκειται ουσιαστικά για τρεις τραγικές φάσεις ενός σχεδίου για τον αφανισμό του αρμενικού πληθυσμού από την ίδια του την πατρίδα. Καμία διάκριση δεν γινόταν μεταξύ ανδρών, γυναικών, παιδιών και ηλικιωμένων. Σφαγές, κακοποιήσεις και βιασμοί λάμβαναν χώρα καθημερινά, καθώς οι Αρμένιοι έπρεπε να εξαφανιστούν ολοκληρωτικά, στο πλαίσιο του δόγματος του «παντουρκισμού», της επιδίωξης δηλαδή δημιουργίας ομοιογενούς τουρκικού πληθυσμού στην πολυσύνθετη, καίτοι αποσυντιθέμενη αυτοκρατορία.

Η επικράτηση των Νεότουρκων τον Ιούλιο του 1908 δεν άλλαξε καθόλου την κατάσταση. Αντί να υλοποιήσουν τις μεταρρυθμίσεις που είχαν υποσχεθεί, οι Νεότουρκοι έγιναν αυταρχικοί, συγκεντρωτικοί και «εκτουρκιστικοί» και προχώρησαν σε νέους διωγμούς των Αρμενίων τον Απρίλιο του 1909 στα Άδανα, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Κιλικίας, σε αυτό που θεωρήθηκε η δεύτερη φάση της γενοκτονίας.

«Οι χριστιανοί καίγονταν σαν τα ζωύφια», έγραφε στην ολοσέλιδη ανταπόκρισή της η βρετανική εφημερίδα The Graphic, όπως αναφέρει στο βιβλίο 1915: The Armenian Genocide ο Τούρκος ιστορικός Χασάν Τζεμάλ. Ο απεσταλμένος του The Graphic στα Άδανα, J.L.C. Booth, περιέγραψε με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τη δράση του μαινόμενου όχλου που σφαγίασε χιλιάδες συμπολίτες του αρμενικής καταγωγής: «Ομάδες αντρών έμπαιναν στα σπίτια, τα περιέλουζαν με κηροζίνη και άναβαν φωτιές. Οι περισσότεροι άνθρωποι καίγονταν ζωντανοί. Δεν μπορούσαν ούτε να διαφύγουν από τα φλεγόμενα κτίρια. Στις εξόδους τούς περίμεναν οπλισμένοι στρατιώτες που πυροβολούσαν όσους έβγαιναν. Αρκετοί πηδούσαν από τα μπαλκόνια και τα παράθυρα για να γλιτώσουν. Όσοι δεν σκοτώνονταν από την πτώση, εκτελούνταν επιτόπου».

Η τρίτη φάση της γενοκτονίας, που είναι και η πιο γνωστή, άρχισε με τις ομαδικές σφαγές των Αρμενίων στην ανατολική Μικρά Ασία. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα του Ταλαάτ Πασά της 28ης Απριλίου 1915 προς τους κυβερνήτες των περιοχών αυτών: «Αποφασίστηκε να τεθεί τέρμα στο ζήτημα των Αρμενίων με εκτόπισή τους στις ερήμους και εξόντωση αυτού του ξενικού στοιχείου». Έως το 1918 και την οριστική συνθηκολόγηση των Τούρκων, 1,5 εκατ. Αρμένιοι έχασαν τη ζωή τους. Όσοι αθώοι δεν εξοντώθηκαν άμεσα, πέθαναν στις πορείες του θανάτου στην έρημο της Συρίας, αποκαμωμένοι από την πείνα, τις κακουχίες και τις επιδημίες.

Η γενοκτονία του 1915 παρέμεινε ατιμώρητη από τη διεθνή κοινότητα, παρά το γεγονός ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ως σύμμαχος των Κεντρικών Δυνάμεων, βρισκόταν στους ηττημένους του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τουρκία δεν έχει καν αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων μέχρι σήμερα: αντίθετα, υποστηρίζει ότι επρόκειτο για μια επιχείρηση καταστολής και εκτοπισμού όσων Αρμενίων είχαν συνεργαστεί ανοιχτά με τις ρωσικές δυνάμεις εισβολής στην ανατολική Τουρκία.

Μέχρι σήμερα, 29 χώρες έχουν αναγνωρίσει επισήμως τη γενοκτονία των Αρμενίων (Αργεντινή, Αρμενία, Αυστρία, Βατικανό, Βέλγιο, Βενεζουέλα, Βολιβία, Βραζιλία, Βουλγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ελβετία, Ελλάδα, Ιταλία, Καναδάς, Κύπρος, Λιθουανία, Λίβανος, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Ουρουγουάη, Παραγουάη, Πολωνία, Ρωσία, Σλοβακία, Σουηδία, Συρία, Τσεχία, Χιλή), αλλά και διεθνείς οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ο δρόμος όμως είναι ακόμη μακρύς.

Η αρμενική ποίηση στα ελληνικά
Όπως αναφέρει ο Θανάσης Μουσόπουλος σε άρθρο του στην εφημερίδα της Θράκης Αγώνας (φύλλο 7.9.2016), αξιόλογη ανθολογία αρμενικής ποίησης στα ελληνικά παρουσίασε το 1939 ο Κούλης Αλέπης. Υπάρχει ακόμη η ανθολόγηση της Ρίτας Μπούμη-Παππά στη Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία (τ. Γ΄, σελ. 1257-1277), ενώ σημαντική είναι και η Αρμενική ανθολογία του Αγκόπ Τζελαλιάν (έκδοση 1982), όπου σε 300 περίπου σελίδες παρουσιάζεται η ποίηση 2.500 χιλιάδων ετών, μαζί με βιογραφικά στοιχεία των ποιητών και συναφείς φωτογραφίες.

Η βιβλιογραφία όσον αφορά την ιστορία, τον πολιτισμό και τη λογοτεχνία των Αρμενίων στα ελληνικά αυξάνεται, μαζί με το ενδιαφέρον του κοινού. Στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, για παράδειγμα, καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια. Ας αναφερθεί ο τόμος Από το Αραράτ στον Όλυμπο: θέματα Αρμενικής λαογραφίας (εκδ. Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη 2015) σε επιμέλεια των  Μ. Γ. Σέργη, Ελ. Κ. Χαρατσίδη και Γ. Γ. Θεοδωρίδου, που αριθμεί σχεδόν 800 σελίδες.

Η νεότερη αρμενική ποίηση
Όπως είναι φυσικό, η αρμενική ποίηση αντανακλά τα πάθη της αρμενικής ψυχής. Ας δούμε μερικά παραδείγματα από την προαναφερθείσα ανθολογία του Κούλη Αλέπη (η οποία έχει κυκλοφορήσει σε τέσσερεις εκδόσεις από το 1936 που πρωτοδημοσιεύθηκε, προσωπικά έχω στα χέρια μου την τελευταία, του 2014, η οποία έχει ήδη εξαντληθεί), όπου φιλοξενούνται πολλοί Αρμένιοι ποιητές. Τη (συχνά έμμετρη) μετάφραση στα ελληνικά έχει κάνει ο ίδιος ο Αλέπης, ακολουθώντας την προτροπή του Κωστή Παλαμά. Ο Αλέπης μελέτησε τις γαλλικές μεταφράσεις των αρμενικών ποιημάτων, ωστόσο δεν μετέφρασε από τα γαλλικά: έχοντας έφεση στις γλώσσες, προτίμησε να μάθει αρμενικά για να μεταφράσει από το πρωτότυπο. Ας σταθούμε σε μερικούς από τους ανθολογούμενους ποιητές:

Ο Σιαμαντό (1878-1915), ψευδώνυμο του Αντάμ Γιαρτζανιάν, είναι από τους επιφανέστερους ποιητές και ο πρώτος αντιπρόσωπος του συμβολισμού στην αρμενική ποίηση. Γεννήθηκε στο Άγκιν και βρήκε τραγικό θάνατο, στα ενδότερα της Μικράς Ασίας όπου είχε εξοριστεί μαζί με τον ποιητή Ντανιέλ (Δανιήλ) Βαρουζιάν. Η ποίησή του είναι επικολυρική, δοσμένη σε αρμονικούς ελεύθερους στίχους και γεμάτη από πλούσιες εικόνες και δυνατή φαντασία. Έγραψε συνολικά περί τις δέκα ποιητικές συλλογές. Γνωστός στους Τούρκους για το βαθύ πατριωτισμό και ανθρωπισμό του καθώς και για την επίδραση που ασκούσαν οι στίχοι του στους συμπατριώτες του, υπήρξε από τα πρώτα θύματα της γενοκτονίας των Αρμενίων την περίοδο 1915 – 1920. Ιδού ένα απόσπασμα από το ποίημά του «η Προσευχή»:

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ (απόσπασμα)

Οι κύκνοι των δηλητηριασμένων λιμνών
Μετανάστεψαν το βράδι αυτό
Με απελπισία.
Μελαγχολικές αδελφές
Ονειροπολούν τους αδελφούς των
Κάτω απ’ τους τοίχους των φυλακών.
Οι μάχες ετελείωσαν
Επάνω στους κρινόσπαρτους
Τους κάμπους,
Και, μες τις κατακόμβες, οι παρθένες,
Συνοδεύοντας τα λείψανα,
Με το κεφάλι τους γερτό
Στο χώμα, ψαλμωδούν.

Ο κορυφαίος των Αρμένιων ποιητών Δανιήλ Βαρουζιάν (1884-1915) σπούδασε στη Βενετία κοντά στους Αρμένιους Μεχιταριστές μοναχούς και συνέχισε τις σπουδές του στο Βέλγιο. Ο ίδιος έλεγε ότι «τα χρώματα των ποιημάτων του τα άντλησε από τις παλέττες του Τιτσιάνο και Βαν Ντάυκ, αφού όμως πρώτα τα μούσκεψε στο κόκκινο χρώμα της γης του και στην αιματοβαμένη της θάλασσα». Η ποίησή του εμπνέεται και τροφοδοτείται από τα ισχυρά πάθη των αισθημάτων και των ιδεών. Ο Βαρουζιάν, ο οποίος βρήκε τραγικό θάνατο στις σφαγές του 1915, καταπλήσσει με τον λυρισμό του, τη θερμή του γλώσσα και την πρωτοτυπία του:

ΓΡΑΜΜΑ ΝΟΣΤΟΥ (απόσπασμα)

Ξενιτεμένε γιόκα μου – μου γράφει η μάνα η έρμη,
Ως πότε τάχα οι μέρες σου στα ξένα θα κυλούν;
Ως πότε το κεφάλι σου, στου κόρφου μου τη θέρμη,
Τα χέρια μου να σφίξουν θα ποθούν;

Φτάνει πια ν’ ανεβαίνουμε σε ξένη, φως μου, σκάλα,
Τα πόδια σου που οι χούφτες μου ζεστάναν μια φορά,
Φτάνει η καρδιά σου, όπου άδειασα του στήθους μου το γάλα,
Να μου πικρομαραίνεται μακρυά.

Στ’ αδράχτι πια κουράστηκαν τα χέρια τα τραχειά μου,
Κι είν’ ως να υφαίνω σάβανο στα ολάσπρα μου μαλλιά,
Αχ! Ας σε δουν τα μάτια μου σαν άλλοτε σιμά μου
Κι ας σφαλιστούν, κι ας μην ανοίξουν πια.

Έπεται δείγμα και από μια γυναίκα ποιήτρια, τη Σιμπύλ, φιλολογικό ψευδώνυμο της μεγαλύτερης και πιο αγαπητής ποιήτριας των Αρμενίων, Ζαμπέλας Χραντ Ασαντούρ (1893-1934):

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Μες στη σιωπή της σκοτεινής της νύχτας βυθισμένη,
Γερτή πλάι στο παράθυρο, πικρά ονειροπολώ.
Η θάλασσα ατελείωτη μακρυά μου είν’ απλωμένη
Και το κυματοφλοίσβημα γρικώ δε το γρικώ.

Κι όμως, το νιώθω το νερό, που αμίλητο κυλάει
Γι’ ακρογιαλιές ατέρμαντες, στου απείρου την ψυχή,
Τα κρύφια τα παφλάσματα που μέσα του κρατάει,
Και τη βαθιά, τα σπλάχνα του που δέρνει, ταραχή.

Και στην ψυχή μου ανέλπιδα τα μάτια μου βυθίζω,
Παράξενα της θάλασσας που μοιάζει της βαθιάς,
Και ψιθυρίζω: «Ω! θάλασσα γλυκιά, σε μακαρίζω
Που τον αγέρα, ελεύθερα, σαν σε τραβά, ακλουθάς…».

Ακολουθεί ένα ποίημα του Μιγκίρντιτς Μπεσικτσαλιάν (1828-1868). Τα περισσότερα ποιήματά του πάλλονται από θερμό πατριωτικό αίσθημα, συγκερασμένο τις περισσότερες φορές με βαθιά μελαγχολία για τα ατυχήματα της πατρίδας του και την πίκρα της ξενιτιάς:

ΑΝΟΙΞΗ

Ω! Τι γλυκιά και δροσερή
Που αύρα φυσάς τη χαραυγή!
Και τους ανθούς χαϊδολογάς
Και τα μαλλιά της κορασιάς!
Μ’ απ’ την πατρίδα, ω αύρα εσύ, δεν είσαι τη δική μου.
Να παιχνιδίσεις σύρε αλλού, μακριά από την ψυχή μου!

Ω! Τι θερμή και τρυφερή
Πουλί η λιαλιά σου στο κλαρί!
Οι ώρες στα δάση οι ερωτικές
Μάγια απ’ τις τρίλλιες σου γλυκές!
Μ’ απ’ την πατρίδα, εσύ πουλί, δεν είσαι τη δική μου.
Να κελαϊδήσεις σύρε αλλού, μακριά από την ψυχή μου!

Ω! Λαλοφλοίσβητα τερπνό,
Πράο μου ρυάκι, φωτεινό!
Κόρη και ρόδο μια χαρά
Βλέπουν εντός σου τη θωριά.
Μ’ απ’ την πατρίδα, ρυάκι εσύ, δεν είσαι τη δική μου.
Να αργοκυλήσεις σύρε αλλού, μακριά από την ψυχή μου!

Κι αν πουλί και αύρα Αρμενικά
Πετούν σ’ ερείπια τραγικά,
Τα ρυάκια, αν τρέχουνε σιμά
Σε κυπαρίσσια σκοτεινά,
Στενάγματα είν’ απ’ τη γλυκιά πατρίδα, τη χρυσή μου.
Ποτές τους ας μη φύγουνε μακριά από την ψυχή μου!

Από τη Νέα παγκόσμια ποιητική ανθολογία της Ρίτας Μπούμη-Παπά σταχυολογούμε τους ποιητές Ναχαμπέντ Κουτσάγκ, Αβεντίκ Ισαακιάν και Ελισαίο Τουριάν.

Ο Ναχαμπέντ Κουτσάγκ γεννήθηκε στην πόλη Ιεγκίν και ανήκει στην κατηγορία των αυτοσχέδιων λαϊκών ποιητών, των ασσιούγκ, που ζώντας φτωχά και πλανώμενοι, όπως επισημαίνει και η Παπά στην ποιητική της ανθολογία, δεν είχαν ανάγκη να στιχουργούν ποιήματα για να υμνούν τους ισχυρούς της ημέρας και διατήρησαν έτσι, σε μεσαιωνική εποχή, την ανεξαρτησία τους. Ο Κουτσάγκ φέρεται να έχει ζήσει τον 16ο αιώνα. Άλλοι όμως ερευνητές το αμφισβητούν και τον τοποθετούν σε προηγούμενες εποχές, μεταξύ του δωδέκατου και δέκατου έκτου αιώνα. Τα σύντομα τραγούδια του, έντονα λυρικά, έχουν τα χαρακτηριστικά των περσικών τετράστιχων. Μοιάζουν μ΄ αυτά σε συγκίνηση και εκφραστικότητα. Ο τόνος του, ωστόσο, είναι λαϊκός και άμεσος.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Απ΄ τη στιγμή που ήρθα στον κόσμο τούτο δω
δεν πήγα σε παπάδες να ξομολογηθώ.
Αν δω παπά περαστικό κρύβομαι, λες τρομάζω,
κι αν έρχεται από καρσί αμέσως δρόμο αλλάζω.

Μα αν δω ένα κορίτσι όμορφο να περνά
ευθύς κοντά του πάω, το βλέπω ως εκκλησιά.

Βλέπω σαν Άγια Τράπεζα στήθη της και λαιμό
και θέλω κει να σκύψω να ξομολογηθώ.


(μετάφραση: Ρίτα Μπούμη-Παπά)

Ο Αβεντίκ Ισαακιάν (1875-;) γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη του Καυκάσου και σπούδασε στο Αρμενικό Κολλέγιο του Ετσμιατζίν και στη συνέχεια στη Γερμανία. Είναι ποιητής τρυφερός και μελαγχολικός. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, έγραψε το έπος Απουλαλαμαχαρί, που θεωρείται αριστούργημα για τον επικολυρικό πλούτο του, τη δύναμή του και τα λαογραφικά στοιχεία του.

ΑΔΕΡΦΟΥΛΗ ΚΥΝΗΓΕ ΜΟΥ (απόσπασμα)

-Αδερφούλη κυνηγέ μου, ροβολάς απ΄ το βουνό,
του βουνού τ΄ αλάφι ψάχνεις να ΄βρείς.
Μην είδες, Θέ μου, πές μου, μην αγνάντεψες
τ΄ αλαφάκι και παιδάκι μου της μαύρης;

Από το ντέρτι μού ΄φυγε και βουνά σκαπέτησε
το παιδάκι μου, ο ήλιος κι η φωτίτσα μου.
Πήρε τα μάτια κι έφυγε και πάει πια το λουλούδι μου
και πάει η παπαρουνίτσα μου…

-Είδα αδερφούλα τ΄ όμορφο παιδάκι σου το πράσινο
και τ΄ άλικο στολίζανε τη χάρη της μορφής του
κι ένα τριαντάφυλλο άνθιζεν απάνω στην καρδούλα του
αντί για τα φιλάκια της καλής του.

(μετάφραση: Κούλης Αλέπης)

Ο ποιητής Ελισαίος Τουριάν (186-1932) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Σπούδασε θεολογία και γρήγορα ανέβηκε την κλίμακα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας για να φτάσει στον πατριαρχικό θρόνο των Αρμενίων πρώτα στην γενέτειρά του και αργότερα στα Ιεροσόλυμα όπου και πέθανε. Η ποίηση του Τουριάν, αυστηρή στη μορφή, είναι πλούσια σε στιχουργική, ρυθμούς και οράματα, μεγαλόπρεπη κι επιβλητική.

ΜΗ Μ΄ ΑΓΓΙΖΕΙΣ (απόσπασμα)

Τα δάκρυα που απ΄ τα μάτια σου τα υγρά κατρακυλούνε
των φτιασιδιών σου το παλιό το σφράγισμα κρατούνε.
Άνθος του παραδείσου μου να γίνεις δεν αξίζεις.
            Μη μ΄ αγγίζεις.

Έχεις ακόμα στεναγμούς που ηχώ ΄ναι μιας αβύσσου.
Έρως και χάρες χίμαιρες στη μάταιη την ψυχή σου.
Ύμνος εσύ της δόξας μου να γίνεις δεν αξίζεις.
            Μη μ΄ αγγίζεις.

Τα δάχτυλά σου η ευωδιά της σμύρνας πνίγει ακόμα
παίρνεις, ως πας, του ζαρκαδιού τα σείσματα στο σώμα,
και τ΄ αραχνό φουστάνι σου σαν κύμα ανεμίζεις.
           Μη μ΄ αγγίζεις.

Κάτι σα μέλι ολόγλυκο, μα που της γης είν΄ ύλη,
πλανιέται ακόμα επίμονα στα δυο σου πάνω χείλη
που ηδονικά ναρκώνονται σμιχτά σαν τα τρεμίζεις.
           Μη μ΄ αγγίζεις.

(μετάφραση: Κούλης Αλέπης).

Κείμενο και επιλογή: 
Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε εμπλουτισμένο στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 43(4).

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

Φύσηξε βοριάς... (εις μνήμην Φάνη Κακριδή)

Σήμερα συμπληρώνεται ακριβώς ένας μήνας από τότε που έφυγε από κοντά μας ένας από τους σημαντικότερους κλασικούς φιλολόγους της εποχής μας, ο Φάνης Κακριδής. Αναδημοσιεύουμε εδώ κείμενό του που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, όπως το αναδημοσίευσε πρώτος στο ιστολόγιό του ο Νίκος Σαραντάκος

Φύσηξε βοριάς...
... και της σήκωσε το ποδοφούστανό της
και της φάνηκε ο ποδαστράγαλός της!
Να ήξερε η χιώτισσα μικρή παπαδοπούλα πόσες νιες είχαν προηγηθεί και πόσες θα την ακολουθούσαν σε παρόμοια παθήματα, και να ήξερε ο λαϊκός τραγουδιστής πόσοι ποιητές είδαν ή φαντάστηκαν και κατάγραψαν πριν και μετά από αυτόν το ίδιο βίωμα!
Είναι χαρακτηριστικό του ανέμου να γυμνώνει, πότε τους λόφους και τις επιθυμίες, όπως στη «Μαρίνα των βράχων» του Οδυσσέα Ελύτη,1 πότε τα κόκκαλα απ’ τη σάρκα, όπως στο Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, πότε τον χώρο και τα σχήματα /και τις ιδέες, όπως στην ποίηση του Μανώλη Γλέζου, πότε τις κολόνες του Ποσειδώνα, όπως στο «Σούνιο» του Κώστα Στεργιόπουλου· και πρόκειται πάντα για υπαλλαγή, όταν ο άνεμος παρουσιάζεται όχι να γδύνει αλλά να τον γδύνουν τα πόδια των κοριτσιών, όπως στο «Με τα δόντια» του ίδιου ποιητή, ή γυμνωμένος, όπως στις «Μέρες του φθινοπώρου» του Νίκου Κρανιδιώτη. Ιδιαίτερα αγαπητή στους ποιητές περίπτωση, όταν φυσώντας ο άνεμος αποκαλύπτει κάποιο από τα μυστικά του γυναικείου κορμιού.
Χρονολογικά, πρώτο γνωστό μας κείμενο είναι το αδέσποτο αλεξανδρινό ελεγειακό δίστιχο της Ελληνικής Ανθολογίας (5,38):
Εἴθ’ ἄνεμος γενόμην, σὺ δὲ δὴ στείχουσα παρ’ αὐγὰς
στήθεα γυμνώσαις καί με πνέοντα λάβοις.
Αγέρας να γινόμουνα, κι εσύ φωτολουσμένη
να γύμνωνες τα στήθη σου, να πάρεις την πνοή μου.
Αιώνες αργότερα, ο ίδιος λαϊκός τύπος της ανεκπλήρωτης ευχής2 απαντά και στην τρίτη στροφή από το ιδιότυπο ερωτικό ποίημα “Πόθος”, που δημοσίεψε το 1811 ο Αθανάσιος Χριστόπουλος:
Ας ήμουν αεράκης / και όλος να κινήσω
στα στήθη σου να πέσω / να σου τα αερίσω
.
Στην αρχαία λογοτεχνία ανήκουν ακόμα τα Διονυσιακά του Νόννου, επικού ποιητή από την αιγυπτιακή Πανόπολη, που τον 6° μ.Χ. αιώνα, ανάμεσα σε πολλά άλλα μυθολογικά επεισόδια, περίγραψε και το θαλασσινό ταξίδι της Ευρώπης, τότε που ως ταύρος ο Δίας την άρπαξε και την οδήγησε από τη Φοινίκη στην Κρήτη. Τη φαντάστηκε καθισμένη στην πλάτη του μεταμορφωμένου θεού, να κρατιέται φοβισμένη από ένα του κέρατο...
καὶ δολόεις Βορέης γαμίῃ δεδονημένος αὔρῃ
φᾶρος ὅλον κόλπωσε δυσίμερος, ἀμφοτέρῳ δὲ   
ζῆλον ὑποκλέπτων ἐπεσύρισεν ὄμφακι μαζῷ
.
Κι ο δολερός Βοριάς, από την αύρα τη γαμήλια ερεθισμένος,
το ρούχο της εκόλπωσε ο κακόγαμπρος, και με κλεμμένο πόθο
τ’ άγουρα στήθια εχάιδεψε σφυρίζοντας, κρυφά, τα διδυμάρια.
Η εικόνα της Ευρώπης να ταξιδεύει στη θάλασσα απαντά συχνά σε λογοτέχνες, και όχι μόνο σ’ αυτούς· ήταν όμως αποκλειστική έμπνευση του Νόννου ν’ αποδώσει στον Βοριά πρόθεση, και μάλιστα πονηρή.3
Πολύ κοντά στο δημοτικό της προμετωπίδας βρέθηκε ο Δημοσθένης Βουτυράς, όταν στο διήγημα «Το παιδί της βουβής» (1920) ξάγρυπνος ο Φύκος φαντάζεται πως μια κόρη με θαλασσί φόρεμα περνά· ο άνεμος της φυσά το φόρεμα καί φαίνεται ένα μεσοφοράκι άσπρο... Λιγότερο συγκρατημένος, αλλά πάλι υπαινικτικός, ο Κωνσταντίνος Σταλίδης στο «Εικόνα» μιλά για τα κορίτσια: ορθόστηθες Αφροδίτες / κόρφος αναχυτός / και ... / το μισάνοιχτο πουκάμισο / ανεμίζει παντού / την κρυμμένη λαχτάρα.4 Παρόμοια ο κύπριος συνθέτης Μιχάλης Χατζηγιάννης τραγούδησε στην «Εκδρομή» (2002) τους στίχους της Ελεάνας Βραχάλη: Θα ’θελα ξανά να με θες / θα ’θελα αέρας να γίνεις / να περνάω τις νύχτες που καις / το πουκάμισό μου ν' ανοίγεις.
Αναμφίβολα, όσα συμβαίνουν στη ζωή είναι πάντα πιο άμεσα και δραστικά. Η γνωστή σκηνή από το κινηματογραφικό Επτά χρόνια φαγούρα (Seven years itch, 1955), όπου η Marilyn Monroe πασχίζει να συγκρατήσει τη φούστα της, ξεσηκωμένη από τον ζεστό αέρα που αναδίνουν οι σχάρες του Μετρό, ανήκει ακόμα στην έντεχνη μίμηση·5 όμως το βοριαδάκι που αποκάλυψε πρόσφατα τα πριγκιπικά οπίσθια της Kate Middleton (Καθημερινή, 1.6.2014) ήταν πραγματικό.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1 Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους /Γύμνωσε την επιθυμία σου το κόκαλο... Αυτή η εικόνα θα τριγύριζε και στον νου του Κ. Στεργιόπουλου, όταν στο “Χωρίς τα πρόσωπα” έγραψε ότι Άνεμος ποντοπόρος πάνω απ’ τα κεφάλια μας / γυμνώνει τις αητοφωλιές...
2 Βλ. Φ. Κακριδής, «Ευχή ανεκπλήρωτη», Πεπραγμένα Συνεδρίου Η κρητική μαντινάδα, Ακρωτήρι, Δήμος Ακρωτηρίου, 2002, σσ. 131-141.
3 Μόσχος, Ευρωπ. 129, Λουκιανός, Ενάλ. διάλ. 15,2, Αχιλλ. Τάτ. 1,1,12, κ.ά.· βλ. τη σημείωση του F. Vian στην έκδοση των Διονυσιακών, Παρίσι, Belles Lettres, 1976, σ. 139.
4 «Στην Πυρκαγιά των υδάτων», Θεσσαλονίκη, Μυγδονία, 2007,2012, σ. 41.
5 Θαυματουργή και η φούστα της χορεύτριας, όπως περιγράφεται στο “Billet à Whistler” του Stephane Mallarmé, όπου η τελευταία στροφή: ... Sinon rieur que puisse l’air / de sa jupe éventer Whistler.
Φάνης I. Κακριδής

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019

"Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε" στο θέατρο Τόπος αλλού

Άλλη μια παράσταση που έχει στον πυρήνα της ένα εκπληκτικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο, αυτήν τη φορά το «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε». Το έργο, από τα πρώτα που συνέγραψε ο Ιταλός δραματουργός, αφορά την άφιξη σε ένα μικρό, ήσυχο χωριό της ιταλικής επαρχίας τριών επιζώντων από τον σεισμό στην κεντρική Ιταλία: του κ. και της κας Πόντζα και της κας Φρόλα, μητέρας της κας Πόντζα. Οι κάτοικοι του χωριού θορυβούνται όταν συνειδητοποιούν ότι βλέπουν καθημερινά τον κ. Πόντζα και την κα Φρόλα, αλλά ποτέ την κα Πόντζα και, επιπλέον, όταν συνειδητοποιούν ότι ο κ. και η κα Πόντζα μένουν χωριστά από την κα Φρόλα, παρά την τραγική καταστροφή που οι τρεις τους υπέστησαν πρόσφατα, και μάλιστα ότι η κα Πόντζα μένει πάντα κλειδωμένη στο σπίτι, με αποτέλεσμα να μη βλέπει τη μητέρα της ποτέ. Ακολουθεί αναστάτωση: γιατί συμβαίνουν όλα αυτά τα περίεργα πράγματα μ’ αυτούς τους τρεις; Ποιος είναι ο λόγος;

Οι επί τόπου επισκέψεις των περίεργων χωρικών μένουν άπραγες, αφού δεν γίνονται καν δεκτές και οι συζητήσεις και οι φήμες οργιάζουν, ώσπου η κα Φρόλα και ο κ. Πόντζα εμφανίζονται ο ένας μετά τον άλλον, προσφέροντας ο καθένας τις δικές του εξηγήσεις. Η πρώτη υποστηρίζει ότι ο κ. Πόντζα πάσχει από διπολική διαταραχή, την οποία του δημιούργησε το αχαλίνωτο ερωτικό του πάθος για την κόρη της, ενώ ο δεύτερος διατείνεται ότι η κα Φρόλα πάσχει από κατατονική σχιζοφρένεια, που την αναγκάζει να μη δέχεται ότι η κόρη της έχει πεθάνει από 4ετίας και ότι αυτός έχει ξαναπαντρευτεί άλλη γυναίκα. Η κατάσταση διαρκώς περιπλέκεται, καθώς ούτε οι έρευνες στο σημείο όπου έγινε ο σεισμός δεν φέρνουν αποτέλεσμα, μια και τα αρχεία έχουν καταστραφεί – μαζί με οτιδήποτε άλλο.

Το έργο παρουσιάζεται από τον 9μελή θίασο (συν 2 ηθοποιούς σε μαγνητοσκοπημένη προβολή, ένας εκ των οποίων ο Καφετζόπουλος) του θεάτρου «Τόπος αλλού» σε διασκευή του Νίκου Καμτσή – η οποία συνίσταται στη σύνδεση της πλοκής με τη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, κάτι που προέκυψε από τα προσωπικά ενδιαφέροντα του Καμτσή. Τα σκηνικά είναι από λιτά έως ανύπαρκτα –χωρίς αυτό να ενοχλεί στο ελάχιστο την εξέλιξη του έργου ή να προβληματίζει τον θεατή. Τα ρούχα είναι ρούχα εποχής (ας μην ξεχνάμε ότι το έργο γράφτηκε και πρωτοπαρουσιάστηκε στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου). Η διάρκεια της παράστασης είναι 1 ώρα και 20 λεπτά, χωρίς διάλειμμα.

Ενδιαφέρον στο «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε», όπως και στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλλο, έχει η έντονη αμφισβήτηση της ύπαρξης αντικειμενικότητας. Όπως σημειώνει ο Θωμάς Τσαλαπάτης στον κατάλογο, «η ρευστοποίηση των βεβαιοτήτων και η αβεβαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, το ρευστό της ταυτότητας και η αβεβαιότητα του Εγώ διαπερνούν το σύνολο του έργου του Λουίτζι Πιραντέλλο». Μόνο που στο συγκεκριμένο έργο, όλα αυτά υπογραμμίζονται μέχρι την τελευταία σκηνή. Οι δύο αλήθειες που παρουσιάζουν οι δύο χαρακτήρες φαίνονται να ισχύουν ταυτόχρονα, παρά το ότι ουσιαστικά αλληλλοαναιρούνται.

Τελικά, η Αλήθεια διαφεύγει επ’ άπειρον. Και, όπως στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, όλοι έχουν ταυτόχρονα δίκιο και άδικο, καθώς πράττουν βάσει δικαίων που τους υπερβαίνουν. Στο «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε», το υποκείμενο ορίζει το τι είναι αυτό που ισχύει. Όμως η ίδια η πραγματικότητα αναδεικνύεται ως προέκταση του υποκειμένου και επομένως ασύμβατη με την όποια ιδέα περί αντικειμενικότητας. Έτσι, ολόκληρο το έργο μετατρέπεται σε ένα σχόλιο για την ανυπαρξία της αλήθειας και τη σχετικότητα των πραγμάτων: κάθε γεγονός εντάσσεται σε πολυάριθμες αλήθειες (όσες και οι παρατηρητές του), με αποτέλεσμα η αντικειμενικότητα να καθίσταται κάτι το φευγαλέο και ανέφικτο.

Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε το 1918 στη Ρώμη. Όπως έγραψε ο Franco Zeffirelli στην Guardian, “Όταν υψώθηκε η αυλαία και εμφανίστηκε ο συγγραφέας μερικοί ζητωκραύγασαν. Μερικοί όμως εκτόξευσαν αισχρότητες εναντίον του. Ένας εξαιρετικά οργισμένος θεατής ξήλωσε μία καρέκλα και την εξακόντισε στη σκηνή. Παρά τρίχα δεν έπεσε στο κεφάλι του Πιραντέλο και προσγειώθηκε στα πόδια του. Εκείνος έσκυψε, τη σήκωσε, κάθισε πάνω της και είπε: “Σας ευχαριστώ πολύ, η μέρα μου ήταν πολύ κουραστική". Τελικά, πράγματι έτσι θα είναι, αν έτσι νομίζουμε.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

"Η χαμένη αναγνώστρια" του Fabio Stassi

Το βιβλίο στηρίζεται σε ένα ευφάνταστο εύρημα. Ένας άνεργος καθηγητής, ο οποίος έχει ολοκληρώσει ένα σεμινάριο συμβουλευτικής, έχει τη φαεινή ιδέα να ανοίξει ένα γραφείο βιβλιοθεραπείας, στο οποίο θα έρχονται άνθρωποι με προβλήματα και αυτός θα τους προτείνει να διαβάσουν βιβλία σχετικά με το πρόβλημά τους, βιβλία που μπορεί ενδεχομένως να τους προσφέρουν λύσεις ή έστω τον τρόπο να κάνουν ένα βήμα έξω από το πρόβλημα για να δουν την κατάστασή τους πιο σφαιρικά.

Όλα αυτά ακούγονται θαυμάσια, όμως ο βιβλιοθεραπευτής ήρωας του βιβλίου, Βίντσε Κόρσο, αντιμετωπίζει και ο ίδιος προβλήματα: έχει μόλις βγει από μια μακροχρόνια σχέση, την οποία βρίσκεται να αναπολεί συνέχεια, δεν έχει συγγενείς (τον πατέρα του μάλιστα δεν τον γνώρισε ποτέ), ενώ έχει και προβλήματα αποδοχής. Όλα αυτά βγαίνουν στην επιφάνεια ήδη από την πρώτη-πρώτη επίσκεψη «ασθενούς» του στο μικρό διαμερισματάκι-σοφίτα που έχει νοικιάσει σε μια συνοικία της Ρώμης, το οποίο χρησιμοποιεί και ως επαγγελματική στέγη.

Ο τρόπος όμως που σκέφτεται το κάθε πρόβλημα, το οποίο του αφηγούνται οι γυναίκες ασθενείς του, ο τρόπος που το διαχειρίζεται, με όλες τις ανατροπές που προκύπτουν, καθώς και ο τρόπος που το εντάσσει στην ίδια του τη ζωή είναι άκρως γοητευτικοί. Συχνά σκέφτεται συνοδεία μουσικής, ενώ παίζει και ο ίδιος κλαρινέτο. Πρόκειται για έναν ευαίσθητο σωσία του Ζεράρ Ντεπαρντιέ, που έχει τη ρομαντική ιδέα ότι η λογοτεχνία μπορεί να γιατρέψει τον κόσμο. Κάτι σαν όλους εμάς δηλαδή (έστω και αν δεν είμαστε σωσίες του Ντεπαρντιέ ή κάποιας άλλης διασημότητας!).

Η ιδέα ότι η λογοτεχνία έχει υπερφυσικές δυνάμεις έχει αντικατοπτριστεί με πολλούς τρόπους στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού. Αρχικά, ο συγγραφέας είχε σχεδόν λατρευτική θέση, καθώς - ως δημιουργός - θεωρείτο ανάλογος με τον άνω Δημιουργό, δηλαδή τον Θεό. Και ενώ κράτησε αυτήν του τη θέση επί πολλούς αιώνες, όλα ανατράπηκαν όταν στο προσκήνιο μπήκε το άλλο άκρο της λογοτεχνικής πράξης, ο αναγνώστης: ο κόσμος όλος θεωρήθηκε σαν ένα γραπτό κείμενο που πρέπει πάση θυσία να διαβαστεί. Μάλιστα, ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, η ακηδία (δηλαδή η ανορεξία που κυριεύει τον άνθρωπο, καθιστώντας τον αμελή για το πνευματικό έργο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η ανάγνωση), δείχνει ακριβώς το πόσο σημαντική είναι η πράξη της ανάγνωσης, αφού ανάγει το να είναι κάποιος απρόθυμος να διαβάσει σε αμαρτία - είπαμε, το έργο της ανάγνωσης είναι που κάνει ερμηνεύσιμο τον κόσμο. Μάλιστα, η ανάγνωση θα μας σώσει, κύριοι!

Πίσω στο βιβλίο, όμως, η κατάσταση εντείνεται, όταν εξαφανίζεται μια γειτόνισσα του Κόρσο. Η αστυνομία θεωρεί ότι δολοφονήθηκε και οι υποψίες στρέφονται στον σύζυγο της γυναίκας, όμως κάτι μέσα στον Βίντσε δεν τον αφήνει να ησυχάσει. Επιθεωρεί τα διαθέσιμα στοιχεία, εξαφανίζεται ώρες ατελείωτες στην Εθνική Βιβλιοθήκη, σκαλίζοντας τα αρχεία των εφημερίδων, συζητά με ανθρώπους φαινομενικά άσχετους, σημειώνει, σημειώνει και σημειώνει. Και τελικά, την ανακαλύπτει. Σε μια πολυκατοικία πανομοιότυπη με εκείνην που μένει ο ίδιος και που έμενε και η ίδια πριν, στην άλλη όμως άκρη της Ρώμης, σε κάτι που μοιάζει σχεδόν με παράλληλο σύμπαν.

Η Αργυρώ Μαντόγλου στην κριτική της στην Εφημερίδα των Συντακτών, ίσως και άλλοι κριτικοί των οποίων την κριτική δεν κατάφερα να διαβάσω, χρεώνει αρνητικά αυτήν την επιλογή στον Stassi, θεωρώντας ότι αδυνατίζει την υπέροχη αρχική του σύλληψη. Δεν θα συμφωνήσω. Θεωρώ ότι ο ρομαντισμός, που προανέφερα, πλουτίζεται με το στοιχείο της αγωνίας κατ' αυτόν τον τρόπο και, στο τέλος, είναι η λογοτεχνία που κερδίζει, παρότι πράγματι το αστυνομικό μυθιστόρημα μοιάζει μια μόδα που ανθεί στις μέρες μας, όπως έχει σημειώσει και η αρθρογράφος μας Ήλια Λούτα σε συναφές κείμενό της. Ας έχει στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος που μετατρέπουν (ήπια, αφού δεν επικεντρώνεται σε αυτήν την αναζήτηση μόνο) το βιβλίο σε υβρίδιο, Η χαμένη αναγνώστρια δεν παύει να αποτελεί ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα, που ενδυναμώνει τη μαγική πίστη μας στις θαυματουργές δυνάμεις της λογοτεχνίας.



Χριστίνα Λιναρδάκη 


ΥΓ. Είναι αξιοσημείωτο ότι πριν λίγο μόλις καιρό μου έφεραν δώρο ένα άλλο βιβλιαράκι, το The poetry pharmacy του William Sieghart, που προτείνει ως θεραπεία, παραμυθία ή παυσίλυπο, ποιήματα για πολλές και διαφορετικές παθήσεις και κακοτοπιές... Ένα βιβλίο, πραγματικός μικρός θησαυρός, πρωτοξάδερφο της Χαμένης αναγνώστριας του Stassi!



Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

Πέντε ποιήματα του Τούρκου ποιητή Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί

Cahit Sıtkı Tarancı
Ο Ταχυδρόμος
Του κάκου χτυπάς
Ταχυδρόμε
Του κάκου χτυπάς την πόρτα μου
Δεν είναι πια δικά μου
Τα γράμματα
που πάνω τους τ’ όνομα κι η διεύθυνσή μου είναι γραμμένα
Φύγε, άλλους να κάνεις να χαρούν
Φύγε, άλλους να κάνεις να λυπούνται
Σ’ εμένα πια η δύναμή σου δεν περνά
Κι αν έχω αγάπη σήμερα
Είναι για τα λουλούδια του μπαχτσέ
Όχι για τους ανθρώπους
Του κάκου χτυπάς την πόρτα μου
Ταχυδρόμε
Του κάκου χτυπάς.


Παράξενο Άτομο
Ένα βράδυ έκλαψα για πρώτη φορά
Στο παραθύρι του μονού μου δωματίου
Πού είναι το σπιτικό; Πού είναι οι απόγονοι;
Τι κέρδισα στα κρασοπουλειά και στα μπουρδέλα
Αυτού του κόσμου;
Το γιατάκι μου είναι κρύο κάθε βράδυ
Πού είναι η ευτυχία σ’ αυτή τη ζωή;


Χαμένο Δείπνο
Πέθανε˙ Ούτε αέρηδες μπήκανε
Ούτε πουλί πέταξε από το παραθύρι.
Πέθανε˙ Κανείς δεν είδε αγγέλους
Μην ρωτάς πώς ξεγλίστρησε δίχως να το πάρουμε είδηση
Κίνησε για μακρύ ταξίδι, λένε
Υπάρχει κάποιος που να είδε το καράβι; Η θάλασσα πού είναι;
Έφυγες εσύ και χάλασε το βραδινό τραπέζι μας
Η αρτιγέννητη μέρα μάς ξενίζει.


Τριάντα Πέντε Ετών
Ετών τριάντα πέντε! Μας κάνει τη μισή διαδρομή
Όπως ο Δάντης, έτσι κι εμείς, στα μέσα της ζωής βρισκόμαστε
Της νιότης το σθένος
-μάταιο είναι σήμερα να παρακαλάς και να εκλιπαρείς-
Φεύγει δίχως για τα δάκρυα των ματιών σου να νοιαστεί.

Έριξε χιόνι στους κροτάφους μου; Αλλιώς αυτό τι είναι;
Δικό μου είναι, Θεέ μου, αυτό το ρυτιδωμένο πρόσωπο
Ή μήπως αυτοί οι μωβ χαλκάδες κάτω απ’ τα μάτια;
Γιατί λοιπόν εχθροί φαντάζετε
Καθρέφτες, εσείς, που χρόνια σας λογάριαζα για φίλους;

Πώς αλλάζει ο άνθρωπος με τον καιρό!
Σ’ όποια φωτογραφία μου και να κοιτάξω δεν είμαι εγώ.
Πού είναι αυτές οι μέρες, αυτή η έξαψη, αυτός ο ενθουσιασμός;
Δεν είμαι εγώ αυτός ο άνδρας με το γελαστό πρόσωπο
Ψέμα είναι η ανεμελιά μου, ψέμα

Αμυδρός πια ο πρώτος μας έρωτας
Ξένη φαντάζει ακόμα κι η θύμησή του
Ένας- ένας οι δρόμοι μας χωρίσανε
Με τους φίλους που ξεκινήσαμε μαζί για τη ζωή˙
Όσο πάει και πληθαίνει η μοναξιά μας.

Ο ουρανός έχει κι άλλο χρώμα!
Άργησα να καταλάβω πως η πέτρα είναι σκληρή
Το νερό πνίγει τον άνθρωπο, η φωτιά τον κατακαίει!
Κάθε μέρα που ξημερώνει είναι ένας καημός
Κι ο άνθρωπος μονάχα όταν φτάσει σ’ αυτή την ηλικία το καταλαβαίνει.

Κυδώνι κίτρινο, ρόδι κόκκινο, φθινόπωρο!
Κάθε χρόνο όλο και περισσότερο αφομοιώνομαι
Γιατί τα πουλιά περιδιαβαίνουν στον ουρανό;
Από πού ξεφύτρωσε αυτή η κηδεία; Ποιος ο πεθαμένος;
Αυτός ο κήπος ανάμεσα σε πόσους άλλους
παρατημένους κήπους συγκαταλέγεται;

Όποιος και να’ σαι, ο θάνατος καραδοκεί πάνω απ’ το κεφάλι όλων
Θα κοιμηθείς και δεν θα μπορέσεις να ξυπνήσεις
Ποιος ξέρει πού, πώς, σε ποια ηλικία;
Αυτός ο τάφος από πέτρα που μοιάζει με θρονί
Θα’ ναι (εις το εξής) το σουλτανάτο σου για προσευχή.


Ροβινσώνας Κρούσος
Ροβινσώνα, μυαλωμένε μου Ροβινσώνα
Πόσο σε θαυμάζω να’ ξερες!
Το δρόμο για το νησί σου μακάρι να μου’ δειχνες
Τον εαυτό μου θέλω να ’βρω.

Γίνομαι εγώ καράβι, γίνε εσύ ο καπετάνιος
Πανί ανοίγουμε ένα πρωινό
Στον ήλιο η θάλασσα γίνεται η σκιά μας
«Ταξίδι!» όσο να πούμε κι είμαστε στο νησί μας.

Θα’ θελα να ήσουν ο διερμηνέας μου
Να με συστήσεις με τα ψάρια
Με τ’ άγρια πουλιά και με τα άνθη
«Ένας από’ μας» να λες σ’ αυτούς για μένα.

Στο δέντρο να σκαρφαλώνω ξέρω
Γνωρίζω τον γινωμένο τον καρπό
Ακόμα και να θρυμματίζω πέτρα περνάει από το χέρι μου
Φωτιά ν’ ανάβω και να μαγειρεύω

Ροβινσώνα με την πολλή σου κατανόηση
Στο νησί σου αν ακόμα δεν έχει βυθιστεί
Να με πάρεις εκεί
Προτού της θάλασσας ο δρόμος κλείσει.


Λίγα λόγια για τον ποιητή:
Cahit Sıtkı Tarancı (Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί, 1910-1956): Γεννήθηκε στις 2 Οκτωβρίου 1910 στο Ντιγιαρμπακίρ (Άμιδα). Άρχισε να γράφει ποίηση από τα μαθητικά του χρόνια στο λύκειο Γαλατασαράι, όπου ανέπτυξε φιλία με τον εξίσου γνωστό στην Τουρκία λογοτέχνη Ziya Osman Saba. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Κωνσταντινούπολη και το Παρίσι. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου πολέμου υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Γαλλία και να γυρίσει στην πατρίδα του για να στρατευτεί. Μετά το τέλος του πολέμου εργάστηκε ως μεταφραστής. Πέθανε σε ηλικία μόλις 46 ετών, αφού προηγουμένως έμεινε παράλυτος και χρειάστηκε να μεταφερθεί για θεραπεία στη Βιέννη.

Η άριστη γνώση της γαλλικής γλώσσας τον βοήθησε να μυηθεί στην ποίηση σπουδαίων Γάλλων δημιουργών, όπως ο Baudelaire, o Rimbaud κι ο Mallarme και να επηρεαστεί από αυτούς. Ανήκει στο κίνημα των «Πρώτων Νεωτεριστών» (Birinci Yeni στην Τουρκική γλώσσα), που άλλαξε ριζικά την ποίηση στην Τουρκία, αφού εισήγαγε τον ελεύθερο στίχο, υιοθετώντας ύφος απλό, χωρίς ιδιαίτερα καλολογικά στοιχεία και προσανατολισμένο κυρίως σε ζητήματα της καθημερινότητας που αφορούσαν τον απλό λαό. Ωστόσο, αν και θιασώτης των Πρώτων Νεωτεριστών, ο Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί διαφοροποιήθηκε από τους υπόλοιπους ομότεχνους αυτής της ποιητικής τάσης, αφού κατάφερε να επιτύχει την ποθητή λιτότητα στην ποίησή του μέσω της ομοιοκαταληξίας και του μέτρου που διέτρεχε σχεδόν όλα του τα ποιήματα.

Με λόγο εξομολογητικό, βατό και τις πλείστες φορές ενδοσκοπικό εκφράζει συναισθήματα, προβληματισμούς και σκέψεις που αφορούν στη ζωή και το θάνατο, τη μοναξιά και το χρόνο που γοργοδιαβαίνει αμείλικτα και ανεπιστρεπτί. Θα έλεγε κανείς πως η ποίηση είναι για τον Τζαχίτ Σιτκί Ταραντζί μια υπόθεση αμιγώς προσωπική, παρά την καθολικότητα των νοημάτων και των συμβολισμών που αναδίδει. Ως φαίνεται, είναι για εκείνον ένα είδος ψυχανάλυσης που του εξασφαλίζει δίαυλο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο και παράλληλα του δίνει τη δυνατότητα να εκτονωθεί με το να αλιεύει από τα ενδόμυχά του όλα τα διαβρωμένα παλιοσίδερα που επιβάρυναν κατά καιρούς τον ψυχισμό του.

Το ποίημά του «Τριάντα Πέντε Ετών» θεωρείται ένα από τα καλύτερα ποιήματα στη σύγχρονη Τουρκική ποίηση και είναι αυτό που τον έκανε γνωστό στο ευρύ αναγνωστικό κοινό μετά τη βράβευσή του από το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP), που είναι η αρχαιότερη πολιτική παράταξη της Τουρκίας με θέσεις κεμαλικές και σοσιαλδημοκρατικές.

Μετάφραση από τα τουρκικά και 
βιογραφικό σημείωμα:
Πηνελόπη Γιώσα



Σημ.:  Οι μεταφράσεις και το βιογραφικό σημείωμα πρωτοδημοσιεύθηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό Πόρφυρας, τεύχος 166 (Ιανουάριος-Μάρτιος 2018) και αναδημοσιεύονται εδώ με την άδεια της μεταφράστριας.