Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

"Ο μονόλογος του άστεγου" του Φιλέα Τετράζη

Η ποίηση του Φιλέα Τετράζη είναι γεμάτη από αγάπη για τη ζωή που τη μοιράζει γενναιόδωρα στους στίχους του και από το φως των ελληνικών τοπίων. Αυτά τα τοπία ο ποιητής τα εσωτερικεύει για να δημιουργήσει μέσα του το προσωπικό του καταφύγιο, όταν η πραγματικότητα γίνεται πνιγηρή και η σκιά των γεγονότων βαραίνει τη σκέψη του.

Η μορφή του άστεγου μοιάζει να αναδύεται μέσα από αυτόν τον εσωτερικό κόσμο, φτιαγμένη από ένα συνδυασμό ευγενικών συναισθημάτων. Ο ποιητής δεν θέλει να μιλήσει για αυτή την ευαίσθητη κοινωνική ομάδα από θέση ισχύος, της δίνει το λόγο. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι επινοεί τον αρνητικό-περιθωριακό εαυτό του, έναν άνθρωπο που δεν ευτύχησε στη ζωή. Ο άστεγός του πληγώνεται από των ανθρώπων το έλεος, την πείνα προτιμά, παρά το χέρι του ελεήμονα…

Έτσι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, ασπάζεται όπως και ο ποιητής τα ίδια ιδανικά για ελευθερία και δικαιοσύνη και μοιράζεται την αγάπη του για τους μεγάλους εθνικούς ποιητές της πατρίδας, τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Παλαμά. Δεν είναι τυχαίο ότι το παγκάκι που τον φιλοξενεί βρίσκεται μέσα στο προαύλιο της Ακαδημίας Αθηνών και γειτνιάζει με το άγαλμα του Κωστή Παλαμά. Ούτε ότι, όπως και ο ποιητής, νιώθει και εκείνος την ανάγκη να συνομιλεί μαζί του.

Οι άγριες συνθήκες επιβίωσης αυτού του ανθρώπου γίνονται φανερές από τις πρώτες λέξεις: Η νύχτα έχει ένα σπαθί από πάγο/ φέρετρο παράξενο θυμίζει/ το παγκάκι που με φιλοξενεί/ Κάποιοι φωνάζουν «οι ένοχοι στη φυλακή»/ ο φόβος παραφυλάει στις γωνιές των δρόμων/…

Ο μονόλογος κινείται στα χρώματα του μαύρου, εκτυλίσσεται στο μεγαλύτερο μέρος του κατά τη διάρκεια της νύχτας και μόνο οι ωραίες αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής και της νεότητας δίνουν χρώματα και φως στην αφήγηση. Ο Φιλέας Τετράζης γράφει λέξεις σε περιοχές που κυριαρχεί η σιωπή. Δίνει στον αλληγορικό του μονόλογο κοινωνική και πολιτική διάσταση· ένα «κατηγορώ» ενάντια στην αδικία και τη διαφθορά της σύγχρονης πολιτικής ζωής που θεωρεί υπεύθυνη για τη φτωχοποίηση του πληθυσμού και τα δεινά της χώρας.

Ο ποιητής δεν εγκαταλείπει βέβαια στο μονόλογό του την ανάλυση της ευάλωτης θέσης και της υπαρξιακής αγωνίας του ανθρώπου που δεν έχει τίποτα και είναι μόνος. Στον άστεγο η αγάπη για τη ζωή σμίγει με την απογοήτευση για την κατάστασή του. Και αν έχει πολλούς φίλους είναι και αυτοί χωρίς φτερά όπως μας λέει: Σε αυτή την πόλη απόχτησα/ πολλά αδέρφια/ κι αυτά όμως χωρίς φτερά…

Ο ίδιος εκφράζει πικρό παράπονο για την ανθρώπινη φύση, όταν αναρωτιέται γιατί /τα άστεγα σκυλιά του πάρκου/ δεν έχουν διαβάσει την Καινή Διαθήκη/ κι όμως αγαπούν αληθινά, ανυστερόβουλα τον άγνωστο «πλησίον».

Στις παρυφές των στίχων κάποιες φορές ακούγεται ένα αόρατο πλήθος να κραυγάζει «οι ένοχοι στη φυλακή». Σε κάποιο άλλο ποίημα, μέσα στους εφιάλτες του ο άστεγος ακούει το πλήθος να κινείται απειλητικά προς το μέρος του φωνάζοντας «σταυρωθήτω», σαν να αποζητά να εκτονώσει επάνω του την τυφλή οργή του για όλα τα δεινά, μετατρέποντάς τον σε εξιλαστήριο θύμα.

Άλλες φορές νιώθει να γεμίζει ο ίδιος μίσος. Οι λέξεις του τότε ακούγονται σκληρές και εξεγερμένες, το δίκαιο τον πνίγει, αλλά αμέσως μετά μετανιώνει: ο θυμός έριξε μέσα μου ρίζες/ που απλώθηκαν στο σώμα μου παντού/ στο νου μου στην καρδιά/ έγινα μια μάζα μίσους!/ Και ήθελα να γυρίσω ανάποδα/ την Πλατεία Συντάγματος/ να κόψω το κεφάλι του άγνωστου στρατιώτη/… Ο ύπνος με λυπήθηκε σιγά-σιγά/ όμως όλη τη νύχτα/ ένας χλωμός στρατιώτης είκοσι χρονών/ στεκόταν μπροστά μου όρθιος/ κρατώντας στα χέρια/ το κομμένο του κεφάλι…. Ορκίζομαι κανένα δεν μισώ, καταλήγει, ούτε το γεράκι με τον μαύρο μανδύα που κυνηγά τους αρουραίους στα χωράφια…

Σε μια παραβολική εκδοχή του μέλλοντος, η πόλη της Αθήνας εμφανίζεται σε παρακμή με σπίτια αμπαρωμένα, παράθυρα κλειστά και βραδινές περιπόλους αυξημένες. Το συναίσθημα του φόβου γεννιέται σε όσους έχουν ακόμα κάποια αγαθά: Πύκνωσαν τις περιπολίες οι φύλακες/ και οι καρδιές μισόκλειστες χτυπούν/ δίπλα στο χαμηλό φως της λάμπας/ φοβούνται γαρ/ Με κλειστά παράθυρα/ μοιάζουν σαν φυλακές τα σπίτια/ (ή μήπως είναι κιόλας;)… Κι απομείναμε σαν παρωδία/ οι άστεγοι στους δρόμους/ ως μόνοι ελεύθεροι στην Πόλη!

Ο ποιητής τονίζει την απομόνωση, τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Πιστεύει ότι πηγή της αδιαφορίας του για τα κοινά είναι η αίσθηση ότι δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα, γιατί στον τρισμέγιστο Κόσμο είναι μια τελεία… Περιπλανιέται μέσα στο λαβύρινθο που χτίσαν οι εχθροί του… Μια κατάσταση ισοπεδωτική που δεν αρμόζει στον ελεύθερο άνθρωπο. Την Επανάσταση λησμόνησέ την, γράφει, είναι με ατσάλινα καρφιά καθηλωμένη στον Καύκασο, παρέα με τον Προμηθέα και οι γύπες τρώνε ολημερίς τα σωθικά της…

Ωστόσο η ποίηση του αντιστέκεται! Μέσα από τις ρωγμές και τους φεγγίτες της μνήμης, αναπολεί μια πόλη ιδανική, μια πόλη ουτοπική που θα μπορούσε να είναι το σήμερα: Φαντάστηκα το δρόμο πιο φαρδύ/ να μπορούν τ΄άλογα να τρέχουν πλάι-πλάι/ και τα παράθυρα να είναι ανοιχτά/ σαν να χαμογελούν τα σπίτια στους διαβάτες που πάντα βιαστικοί κουνούν το χέρι σε σιωπηλό χαιρετισμό/ Στις βεράντες να μείνουν τα λουλούδια/ όπως είναι/ και στις πλατείες των θεών τ΄αγάλματα…

Η ποίηση του Φιλέα Τετράζη με τις υπερρεαλιστικές, παραβολικές εικόνες της δίνει διαστάσεις εξωπραγματικές και φαντασιακές στο κείμενο, με πολλές αναφορές στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και τα ελληνικά ιδεώδη. Με τον δικό του ευρηματικό τρόπο παρουσιάζει τη συνέχεια του χρόνου, φέρνει στο προσκήνιο τους αρχαίους θεούς, μεταφέρει την αρχαία μέσα στη σύγχρονη πόλη.

Έτσι, οι άστεγοι «είδαν», γιατί μόνο εκείνοι μπορούν ακόμα να βλέπουν θαύματα, τον Φοίβο Απόλλωνα να δακρύζει/ σαν είδε από τη στέγη της Ακαδημίας Αθηνών/ τους νέους με το αθλητικό σώμα/ τις κόρες με τα τρυφερά στήθη/ να φωνάζουν «οι ένοχοι στη φυλακή»/… φημολογείται επίσης ότι η θεά Αθηνά εγκατέλειψε την πόλη· ότι δεν την προστατεύει πια… Οι στίχοι ακούγονται σαν νέοι χρησμοί όταν προμηνύουν πως η Αθήνα θα χαθεί μέσα στη στάχτη της λήθης και μαζί της όσα η πόλη συμβολίζει: Η ολική καταστροφή όμως πλησιάζει/ το μίσος καιροφυλακτεί και η Αθήνα/ από τη στάχτη της λήθης/ θα καλυφθεί φοβάμαι/ όπως η Πομπηία απ’ τον Βεζούβιο/… Στο ποίημα του «Οι νεκροί» μιλάει για τα θύματα μιας άλλης πόλης που σήμερα ματώνει… Οχλοβοή και θάνατος/δεν έμαθα ποτέ/ πόσοι νεκροί πέσανε στη μάχη σώμα με σώμα/ πόσα χιλιόμετρα μάτωσε η πόλη/…

Είναι Μάης, γράφει ο ποιητής, όμως οι εφεδρείες του Χειμώνα ξαναγύρισαν πάλι και μπήκαν στην πόλη απ΄τα στενά της Πάρνηθας. Το ξημέρωμα ο άστεγος πεθαίνει από το κρύο! Το σώμα του στο παγκάκι μαρτυράει ότι υπήρξε και εκείνος ένα ανώνυμο θύμα της εποχής του, όπως ο άγνωστος νεαρός στρατιώτης που εμφανίστηκε στο όνειρό του... Αφήνει ως παρακαταθήκη τις λέξεις του.

Ο μονόλογος του άστεγου είναι μια μαρτυρία για τη νέα μορφή βίας που έχει πάρει η ανθρωπιστική κρίση στη εποχή μας. Μιλάει για τα σημάδια της σύγχρονης φθοράς, τη φτώχεια, τον πόλεμο που μαίνεται στις γειτονιές του κόσμου, τον ατομικισμό του ανθρώπου ως μια μορφή παραίτησης στη μοίρα. Επιζητεί επιστροφή στα ιδανικά εκείνα και στις μνήμες που θυμίζουν τον τρόπο που κερδήθηκαν οι αγώνες για τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου σε άλλες κρίσιμες εποχές· με συντροφικότητα και όραμα πρεσβεύει ο ποιητής.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

Σημ.:  Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αιολικά Γράμματα, τεύχος 293, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2018. Εδώ αναδημοσιεύεται με μικρές αλλαγές. Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:



ΟΤΑΝ ΒΡΕΧΕΙ

Όταν βρέχει ανοίγω την ομπρέλα μου
και οι στάλες της βροχής που πάνω της χτυπούν
σαν νότες μουσικής ηχούν.
Μην επιμένετε τώρα να μάθετε
τα αισθήματά μου, τι εννοούν οι λέξεις
που βασανιστικά εκφέρω.

Ανοίξτε και σεις μιαν ομπρέλα αν θέλετε
ή τρέξτε κάτω απ’ τη δική μου
αν η συναυλία κρατήσει λίγο ακόμη.
Ελάτε κοντά μου
πριν ο κύκλος της μαγείας
σπάσει σαν κρύσταλλο
που έπεσε σε βράχο.



ΤΗ ΖΩΗ ΑΓΑΠΗΣΑ
Τη ζωή αγάπησα πολύ
κάποτε στο θρανίο του σχολείου
χάραξα το γράμμα ζήτα κεφαλαίο
και ο δάσκαλος δε θύμωσε καθόλου.

Κανένας δεν θύμωνε τότε
παρά μόνο το ποτάμι
όταν έβρεχε στα βουνά μας
το καταλαβαίναμε από το βουητό
και το θολό νερό του.
Το θολό νερό του που ταξίδευε
ώρες και ώρες
για να πλυθεί στη γαλάζια θάλασσα.

Με τις ωραίες μνήμες ξεχνιέμαι
είναι σαν μαλακό μαξιλάρι
που ακουμπά το πονεμένο μου κεφάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου