Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

"Γιούγκερμαν" του Μ. Καραγάτση στο θέατρο Πορεία

Πηγή φωτογραφίας: athinorama.gr
Ο Μ. Καραγάτσης είναι ίσως ο πιο αγαπημένος μου Έλληνας πεζογράφος – μαζί με τον Γιάννη Σκαρίμπα, καθένας για διαφορετικούς λόγους φυσικά. Έπρεπε λοιπόν να πάω να δω αυτήν την παράσταση, την οποία σκηνοθετεί ο εγγονός του αγαπημένου μου μυθιστοριογράφου, Δημήτρης Τάρλοου. Για το άλλο του έργο, τη «Μεγάλη Χίμαιρα» που είχε σκηνοθετήσει, η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ακούσει καλά λόγια από ανθρώπους που ξέρουν, ήθελα όμως να διαπιστώσω του λόγου το αληθές ιδίος όμμασι.

Ας ξεκινήσω λέγοντας ότι το να μεταφερθεί σε μια θεατρική σκηνή ένα έργο το οποίο δεν γράφτηκε εξαρχής ως θεατρικό, είναι – όπως και να το κάνουμε – δύσκολο. Αυτό διαπιστώνεται σε όλες τις παρόμοιες παραστάσεις, ακόμη και στις συφοριασμένες «Μάγισσες της Σμύρνης». Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα πολυπρόσωπο και με πυκνή πλοκή πεζογράφημα, όπως ο «Γιούγκερμαν». Αυτό ίσως εξηγεί και το γεγονός ότι η παράσταση διαρκεί συνολικά περισσότερες από 3 ώρες (με το διάλειμμα).

Η σκηνή, προτού ξεκινήσει το έργο, είναι σχεδόν γυμνή – και έτσι παραμένει μέχρι το τέλος. Ο φωτισμός, ένας κινούμενος διάδρομος, διάφορες καταπακτές από και προς τον χώρο κάτω απ’ τη σκηνή, μια κουρτίνα που ανοίγει ευρηματικά σε ποικίλα κάθε φορά μέρη, καρέκλες, τραπέζια, πολυθρόνες και φωτιστικά που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, όλα αναπαριστούν εξαιρετικά το εκάστοτε σκηνικό, με χαρακτηριστική απλότητα που προσθέτει κι άλλη ομορφιά στην παράσταση, απαλλάσσοντάς την από έναν «θόρυβο» που θα ήταν εντέλει περιττός. Η ύπαρξη ζωντανής μουσικής επίσης επενδύει όμορφα στα σημεία το έργο και κάνει την ατμόσφαιρα πιο ανάγλυφη.

Ο θίασος αποτελείται από 19 ηθοποιούς- αναπόφευκτα ορισμένοι παίζουν διπλούς και τριπλούς ρόλους, καθώς τα πρόσωπα που εμφανίζονται επί σκηνής είναι συνολικά 30 (αν μέτρησα σωστά). Η Ζέτα Μακρυπούλια, για παράδειγμα, υποδύεται τη μητέρα του Γιούγκερμαν, αλλά και την Ντάινα, σε ένα σκηνικό εύρημα που αξιοποιείται στο έπακρο. Ο Γιάννης Στάνκογλου είναι απλά εξαιρετικός στον ρόλο του Γιούγκερμαν, όπως και ο Χρήστος Μαλάκης στον ρόλο του συγγραφέα/φιλοσόφου Μιχάλη Καραμάνου. Η Θάλεια Σταματέλου, που υποδύεται τη Βούλα, αποτελεί κι αυτή τέλεια επιλογή. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους ρόλους, το κάστινγκ είναι απλά φανταστικό.

Πηγή: athinorama.gr
Όμως, τι γίνεται με το έργο αυτό καθαυτό; Πιστεύω ότι αν κάποιος δεν έχει διαβάσει τους δύο τόμους του «Γιούγκερμαν», δεν καταλαβαίνει όλα όσα θα μπορούσε να καταλάβει. Από αυτήν την άποψη, η παράσταση είναι υποδεέστερη του μυθιστορήματος. Σε αυτήν, αναπόφευκτα, τα γεγονότα παρουσιάζονται επιλεκτικά, σε όρους σημασίας, και σε γραμμική σειρά (αν και το έργο ξεκινάει με τον Γιούγκερμαν να επιστρέφει στο πατρικό του σε μεγάλη ηλικία και όλη η πλοκή μετατρέπεται αυτόματα σε ένα τεράστιο flashback), επομένως τα πολλαπλά επίπεδα του αφηγήματος του Καραγάτση δυστυχώς εκλείπουν από την παράσταση. Ωστόσο, υπάρχει ροή. Οι επιμέρους σκηνές καταφέρνουν να δεθούν σε ένα αρμονικό σύνολο που αναπαριστά τον χαρακτήρα και τα βασικά γεγονότα της ζωής του Γιούγκερμαν, αν και χωρίς το βάθος που θα χάριζε η άνεση μιας καλύτερης έκθεσης των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους και τα γεγονότα.

Παρ' όλα αυτά, ένα από τα κυρίαρχα ερωτήματα του έργου του Μ. Καραγάτση, η θέση του ανθρώπου σε σχέση με την αγάπη, αναδεικνύεται σωστά. Η πλατωνική αγάπη, ο πόθος, τα πάθη, ο σαρκικός έρωτας, η αναζήτηση του Ενός ή της Μίας, οι πολλοί τρόποι να μπορέσουμε εντέλει να αγαπήσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, είναι όλα εκεί. Και αυτός είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο ο θεατής φεύγει τελικά συγκινημένος από το θέατρο.


Χριστίνα Λιναρδάκη



Πηγή: athinorama.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου