Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Ένα διαβαλκανικό δημοτικό τραγούδι

Πηγή φωτογραφίας: laografiaparadosi.blogspot.com
Η παραλογή «Του νεκρού αδερφού» είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα δημοτικά τραγούδια και παρουσιάζεται σε πολλές παραλλαγές σε όλη την Ελλάδα. Όμως, το συγκεκριμένο δημοτικό τραγούδι είναι διαβαλκανικό. Παραλλαγές του συναντάμε και στις περισσότερες βαλκανικές χώρες.

Πριν παραθέσουμε τις διάφορες παραλλαγές [1], που συναντήσαμε, θα θέλαμε να τονίσουμε κάποια σημεία:

1) Τα ονόματα αλλάζουν ανάλογα με τη χώρα: Στην ελληνική παραλλαγή είναι ο Κωσταντίνος [2] και η Αρετή. Στην αλβανική, Κωσταντής και Δοκίνα. Στη σερβική και στη βοσνιακή, Γιόβαν και Γέλιτσα. Στη βουλγαρική, Λάζαρ και Πετκάνα. Στη ρουμανική, Σοφο-Κωσταντής και Βόικα.

2) Η παραλλαγή της Σερβίας είναι η ίδια που συναντάμε και στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη.

3) Το θανατικό, που αναφέρεται στην ελληνική παραλλαγή, το συναντάμε στις περισσότερες παραλλαγές αλλού ως πανούκλα και αλλού ως χολέρα.

4) Η ελληνική παραλλαγή, που παραθέτουμε εδώ δεν είναι από τις πιο γνωστές και έχει διαφορές από τις γνωστές ανθολογίες (Λίνου Πολίτη κ.ά.).

5) Οι χώρες που αναφέρονται εκτός από την Ελλάδα, είναι η Αλβανία, η Σερβία, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η Βουλγαρία, και η Ρουμανία. Στις υπόλοιπες χώρες της βαλκανικής δεν έχει βρεθεί κάποια παραλλαγή.

6) Στην παραλλαγή που συναντάμε στη Σερβία και στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη παραλείπεται η σκηνή με τα πουλιά.

7) Η αλβανική παραλλαγή έχει τελείως διαφορετική εισαγωγή και η υπόθεση ξεκινάει από τον θάνατο των εννιά αδελφών.

Ας δούμε τα τραγούδια:


ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ (ΕΛΛΑΔΑ)
Μάνα με τους εννιά τους γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ο ήλιος δεν την είδε·
στα σκοτεινά την έλουζες, στ’ άφεγγα την επλέκας,
στ’ άστρα και στον αυγερινό έφκιανες τα σγουρά της.
Οπού σε φέραν προξενιά από τη Βαβυλώνα
να την παντρέψεις στα μακριά, πολύ μακριά στα ξένα.
Οχτώ αδελφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.

Δώσ’ τηνε μάνα, δώσ’ τηνε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που παγαίνω,
να ‘χω κι εγώ παρηγοριά, να ‘χω κι εγώ κονάκι.
-Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, κι άσχημ’ απελογήθης·
κι αν μ’ έρθει, γιε μου, θάνατος, κι αν μ’ έρθει, γιε μ’, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα για χαρά, ποιος θα με τηνε φέρει;

Τον Θεό της έβαλ’ εγγυτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρθει θάνατος, αν τύχει κι έρθει αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα για χαρά, να πάει να τη φέρει.
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
και μπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι,
κι έπεσε το θανατικό κι οι εννιά αδελφοί πεθάναν,
βρέθηκ’ η μάνα μοναχή, σαν καλαμιά στον κάμπο.
Παιδάκια κοιλοπόνεσε, παιδιά δεν έχ’ κοντά της·
χορτάριασε η πόρτα της, πρασίνισε κι η αυλή της.
Στα οχτώ μνήματα δέρνεται, στα οχτώ μοιρολογάει,
στου Κωσταντίνου το θαφτό τις πλάκες ανασκώνει.

-Σήκω, Κωσταντινάκη μου, την Αρετή μου θέλω·
τον Θεό μου ‘βαλες εγγυτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα για χαρά, να πας να με τη φέρεις.

Ο Κωσταντής ταράχθηκε ‘πο μέσα το μνημόρι·
κάνει το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρο σαλιβάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάγει να τη φέρει.
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του,
βρίσκει την και χτενίζουνταν έξω στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από μακριά της λέγει:

-Περπάτησ’, Αρετούλα μου, κι η μάνα μας σε θέλει.
-Αλίμονο, αδελφάκι μου, και τι είν’ τούτ’ η ώρα;
Αν είναι ίσως για χαρά, να βάλω τα χρυσά μου,
κι αν είναι πίκρα, πες με το, να ‘ρθω καταπώς είμαι.
-Περπάτησ’, Αρετούλα μου, κι έλα καταπώς είσαι.

Στη στράτα που διαβαίνανε, στη στράτα που πηγαίναν,
ακούν πουλιά να κελαηδούν, ακούν πουλιά να λένε:

-Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρν’ αποθαμένος;
-Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρν’ αποθαμένος!»
-Λωλά πουλιά κι ας κελαηδούν, λωλά πουλιά κι ας λένε.
-Τι βλέπουμε τα θλιβερά, τα παραπονεμένα,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους!
-Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους.
-Πουλάκια είν’ κι ας κελαηδούν, πουλάκια είν’ κι ας λένε.
-Φοβούμαι σε, αδελφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
-Εχτές βραδύ επήγαμε πέρα στον Άη-Γιάννη,
και θύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι.

Και παραμπρός που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:

-Θεέ μεγαλοδύναμε, μεγάλο θάμα κάνεις,
τέτοια πανώρια λυγερή να σερν’ αποθαμένος.

Τ’ άκουσε πάλ’ η λυγερή και ράγισ’ η καρδιά της.

-Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
Πες με που ‘ν’ τα μαλλάκια σου, το πηγουρό μουστάκι;
-Μεγάλ’ αρρώστια μ’ έβρηκε, μ’ έριξε του θανάτου,
με πέσαν τα ξανθιά μαλλιά, το πηγουρό μουστάκι.

Βρίσκουν το σπίτι κλειδωτό, κλειδωμανταλωμένο,
και τα σπιτοπαράθυρα που ‘ταν αραχνιασμένα.

-Άνοιξε, μάνα μ’, άνοιξε και να την η Αρετή σου.
-Αν είσαι Χάρος διάβαινε κι άλλα παιδιά δεν έχω·
και μέν’ η Αρετούλα μου λείπ’ μακριά στα ξένα.
-Άνοιξε, μάνα μ’, άνοιξε κι εγώ είμ’ ο Κωσταντής σου·
εγγυτή σου ‘βαλα τον Θεό και τους αγιούς μαρτύρους
αν τύχει πίκρα για χαρά, να πάω να σε τη φέρω.

Ώσπου να βγει στην πόρτα της, εβγήκε η ψυχή της.

*

ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΚΙΝΑ (ΑΛΒΑΝΙΑ)
Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
σφάξαν βόδι στο χωριό,
πήγα πήρα μιαν οκά,
το ‘ριξα στον τέντζερη.
Βγήκα μέχρι την αυλή
για να φέρω κούτσουρα,
να σου, ήρθε ένα στοιχειό
κι έπεσε στον τέντζερη
και φαρμάκωσε τους γιους μου,
εννιά γιους κι εννιά νυφάδες,
κι οι εννιά με τα μωρά τους.
Μου αδειάσαν εννιά κούνιες,
μου καήκαν εννιά προίκες,
εννιά όπλα βουβαθήκαν.
Κωσταντή, κακό ν’ ακούσεις
που την πάντρεψες στα ξένα
τη Δοκίνα μας, αλάργα,
πέρα από τρία βουνά.
Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
η Δοκίνα χόρευε.
Ο Κωσταντής βγήκε απ’ τον τάφο,
άλογό του έγιν’ η πέτρα,
και το χώμα σέλα του,
τρέχοντας πάει στη Δοκίνα.
-Καλώς ήρθε, αδερφέ μου.
Αν μου ήρθες για καλό,
να ντυθώ σαν γερακίνα,
κι αν μου ήρθες για κακό,
να ντυθώ σαν καλογριά.
-Έλα, αδερφή, ως είσαι.
Στ’ άλογο την ανεβάζει,
τα πουλιά στο δρόμο λέγαν:
-Τσιλιβίου, βίου, βίου
ίσως να ΄ναι ο αγέρας.
-Είδατε; Δεν είδατε;
Περπατάει λευκή πουλάδα,
η ζωντανή με τον νεκρό.
Φτάσανε στην εκκλησία:
-Πήγαινε, εσύ, Δοκίνα,
εγώ πάω στο άγιο βήμα,
το ‘χω εκεί το σπίτι μου.
Πήγε χτύπησε την πόρτα:
-Ποιος να είναι που χτυπάει;
Μήπως μια κακιά γυναίκα,
μήπως η ίδια η χολέρα,
που μου πήρε τα παιδιά μου;
-Μάνα, άνοιξε την πόρτα,
η μοναχοκόρη σου είμαι.
-Και ποιος σ’ έφερε, Δοκίνα;
-Μ’ έφερε ο Κωνσταντίνος.
Τι μου λες, ο Κωνσταντίνος,
τρία χρόνια μες στο χώμα
και δεν έλιωσε ακόμα;
Στο κατώφλι η μια κι η άλλη
σπάσαν σαν κρασιού φιάλη.

(Μετάφραση: Ανδρέας Ζαρμπαλάς)

*

Η ΚΟΡΗ ΚΑΙ Τ’ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΗΣ (ΣΕΡΒΙΑ, ΒΟΣΝΙΑ & ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗ)
Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια την κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη,
τους τάιζεν και τους πότιζεν, ώσπου να μεγαλώσουν.
Φτάσαν οι γιοι της για γαμπροί κι η κόρη της για νύφη,
κι ήρθαν να τη γυρέψουνε οι τρεις προξενητάδες.
Ο Στρατηγός κι ο Δέσποτ0ας, από τους ξένους τόπους,
κι ο τρίτος ο προξενητής, ένας συγχωριανός τους.
η μάνα λέει να παντρευτεί δικό τους συντοπίτη,
κι οι εννιά αδελφοί προκρίνουνε να πάει μακριά στα ξένα.
Στη Γέλιτσα, γλυκόλογα, της ζαχαρομιλούνε:
«Τραβ’ αδελφούλα στ’ ανοιχτά, στου Δέσποτα τα ξένα,
κι εμείς κοντά σου θα ‘μαστε του χρόνου κάθε μήνα,
κάθε βδομάδα του μηνός θα ‘ρχόμαστε κοντά σου.»
Κι υπάκουσεν τ’ αδέλφια της, τ’ αγαπημένα αδέλφια,
και πήγε και παντρεύτηκε, μακριά, στους ξένους τόπους.
Και μπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι,
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδελφοί πεθάναν,
κι έμειν’ η μάνα μοναχή, σαν καλαμιά στον κάμπο,
για τρεις ολάκαιρες χρονιές στηθοδερνόνταν μόνη.
Μακριά, στα ξένα, η Γέλιτσα έκλαιγε τον καημό της:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο;
Τι να ‘πραξα στ’ αδέλφια μου και πώς να τα ‘χω βλάψει,
που χρόνους τρεις στο σπίτι μου δεν ήρθαν να με δούνε;»
Κι οι συννυφάδες γύρα της πικρά της απαντούσαν:
«Ποιος ξέρει τι τους έκανες, κακούργα συννυφάδα,
το φταίξιμό σου θα ‘ν’ βαρύ, θα ‘ναι πολύ το κρίμα,
που πια μήτε στα μάτια τους δεν θένε να σε δούνε.»
Τ’ ακούει και σκούζ’ η Γέλιτσα, πλαντάζει από το κλάμα,
το δάκρυ ανάβει το πρωί και το κρατεί ως τη νύχτα.
Της κόρης το παράπονο, Θεός ψηλά τ’ ακούει
κι έστειλε δυο αγγέλους του να την παρηγορέσουν.
«Στη γης θα κατεβείτε ευθύς, κάτου στο κοιμητήρι,
στο μνήμα θα τραβήξετε, του Γιόβαν το κατάσπρο,
του πιο μικρού της αδελφού, του κανακάρη Γιόβαν.
Εκείθε θα φυσήξετε με την αγία πνοή σας,
κι άλογο ζωντανέψτε του του τάφου τα λιθάρια,
γλυκές ζυμώστε λιχουδιές από το μαύρο χώμα,
δώρα καλά, δώρα λαμπρά κόψτε απ’ τα σάβανά του,
και φτιάξτε τον και σιάξτε τον να πάει στην αδελφή του.»
Φτάνουν ταχείς σαν αστραπή στο κοιμητήρι οι αγγέλοι,
στον άσπρο τάφο τράβηξαν του κανακάρη Γιόβαν,
κι απ’ τα λιθάρια τ’ άτι του φκιάξαν να καβαλήσει,
μ’ άγια πνοή που φύσηξαν τον Γιόβαν ζωντανέψαν,
γλυκές ζυμώσαν λιχουδιές από το μαύρο χώμα,
και δώρα καλοταίριαξαν από το σάβανό του,
να πάει στη Γέλιτσα τρανός, να τον καλοδεχτούνε.
Στράτα τη στράτα διάβηκε γοργά ο ξεψυχισμένος,
κι έφτασε και τον είδανε στου παλατιού τ’ αγνάντι,
στη Γέλιτσα μηνύσανε κι έτρεξε να τον εύρει,
στον δρόμον εκατέβηκεν να τον προϋπαντήσει,
κι ως σμίγει η λύπη τη χαρά, τα μάτια της δακρύζουν.
Σφιχτογλυκαγκαλιάζονται, στο μάγουλο φιλιούνται,
και του ξομολογήθηκε την πίκρα, τον καημό της.
«Νυφούλα σαν με δώσατε πολύ μακριά στα ξένα,
δεν τάξατε, αδέλφια μου, που ήμουν μικρή και μόνη,
κάθε βδομάδα του μηνός πως θα ‘ρχεστε κοντά μου;
Σήμερα κλείνουν χρόνοι τρεις, δεν ήρθατε ποτέ σας.»
Κι άλλαξε λόγια και καημό, κι απόσωσεν μιλώντας:
«Φοβούμαι σε, αδελφούλη μου, που ‘χεις πολύ μαυρίσει,
μου μοιάζει από του Χάροντα να ‘χεις σε μένα φτάσει.»
Παίρνει φωνή, λαλεί φωνή, μιλά ο ξεψυχισμένος:
«Σώπα, αδελφή, ξορκίζω σε, στων ουρανών τον Κύρη!
Πού να ‘ξερες τα βάσανα που μου ‘στειλεν η μοίρα,
μέχρι τα οχτώ τ’ αδέλφια μας να τα καλοπαντρέψω,
και τις οχτώ νυφούλες μας, όλες να τις φροντίσω,
κι αφού τους καλοπάντρεψα, τίποτε μην τους λείψει,
έχτισα με τα χέρια μου εννιά λευκά σπιτάκια.
Τώρα, αδελφούλα μου, νογάς, που ‘χω πολύ μαυρίσει.»
Τρεις μέρες πέρασαν μαζί, μες στο λευκό τρεις μέρες,
κι η Γέλιτσα όλο βιάζονταν μαζί να ταξιδέψουν,
και δώρα ετοίμασε ακριβά, όλο αρχοντιά και χάρη,
μεταξωτά πουκάμισα των αδελφών διαλέχνει,
και για τις νύφες της, χρυσές βέρες και δαχτυλίδια.
Μα ως έλεε να κινήσουνε, τη σταματούσ’ ο Γιόβαν:
«Μη φύγουμε, αδελφούλα μου, στο σπίτι μας να πάμε
εδώ πριν έρθουν να σε δουν και τ’ άλλα μας τ’ αδέλφια.»
Μα η Γέλιτσα δεν θέλησε τα λόγια του ν’ ακούσει,
τ’ αρχοντικά τα δώρα της μαζώνει για να φύγουν.
Και θέλοντας μην θέλοντας, ξεψυχισμένε Γιόβαν,
ακολουθάς την αδελφή που πάει στο σπιτικό σας.
Στο σπίτι ως κοντοζύγωναν, στην εκκλησιάν απ’ όξω,
μαύρη φωνή, τρόμου φωνή σέρνει ο ξεψυχισμένος:
«Περίμενε αδελφούλα μου, στην εκκλησιά για να ‘μπω
γιατί σαν τον παντρέψαμε τον μεσιανό αδελφό μας,
το δαχτυλίδι μου ‘πεσε κι η αρραβώνα εχάθη,
χρυσάφι ατόφιο, διαλεχτό και πάω για να το ψάξω.»
Και μες στο μνήμα μπαίνοντας ο Γιόβαν αφανίστη.
Κι η Γέλιτσα καρτέραγεν στην εκκλησιάν απ’ όξω
και πρόσμενε τον αδελφό, τον πεθαμένο Γιόβαν.
Ώρα πολλήν καρτέραγε, μπήκε να τον γυρέψει.
Στο κοιμητήρι είδεν εννιά και νιόσκαφτους τους τάφους,
και το μαντάτο το πικρό δαγκάει τα σωθικά της,
που ο Γιόβαν πάει στου Χάροντα, με τ’ άλλα της τ’ αδέλφια.
Ευθύς κι αμέσως κίνησε στο σπίτι της να φτάσει,
κι έφτασε μόνη κι έρημη στη θύρα την κλεισμένη,
κι ακούει κοράκους κρώζουνε, κοράκους και θρηνούνε
κι ουδέ κοράκοι κρώζουνε, κοράκοι ουδέ θρηνούνε,
μόν’ είν’ ο θρήνος ο γοερός της γερασμένης μάνας.
Κλειστά παραθυρόφυλλα, μανταλωμένη η θύρα
και μ’ άσπρη μίλησε λαλιάν απ’ τ’ άσπρο της λαρύγγι:
«Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάνα,
δεν είμαι ο πικροχάροντας, η θυγατέρα σου είμαι,
κι ήρθα κοντά σου, η Γέλιτσα, από τους ξένους τόπους.»
Κατέβηκεν η μάνα της, την πόρτα της ανοίγει
και ξέσπασαν και δόθηκαν στο δάκρυ το μεγάλο,
κι αφού σφιχταγκαλιάστηκαν με τα λευκά τους χέρια,
κι οι δυο στη γης επέσανε, κι οι δυο ξεψυχισμένες.

(Μετάφραση: Ηλίας Λάγιος, Ισμήνη Ραντούλοβιτς)

*

ΛΑΖΑΡ ΚΑΙ ΠΕΤΚΑΝΑ (ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ)
Που το ‘δαν και π’ ακούστηκε
γυναίκα να γεννάει
γιους τριδυμάρια τρεις φορές,
να κάμει εννιά αδέλφια,
εννιά αδέλφια τρίδυμα,
μια κόρη, την Πετκάνα.
Κι η μάνα όλα τα πάντρεψε
και νοικοκύρεψέ τα,
μόν’ η Πετκάνα έμεινε
κι ήρθαν να τη γυρέψουν,
για την Πετκάνα έρχονται
δέκα χωριά απ’ αλάργα.
Μα την Πετκάνα η μάνα της
μακριά πολύ δε δίνει.
Μήτ’ η Πετκάνα θενά ‘ρθει
μήτε θα πάει κι η μάνα.
Κι ο Λάζαρ ο τρανός της γιος
της μάνας του της λέγει:
-Για δώσ’ τη, μάνα, δώσ’ τηνα
κι είμαστε εννιά αδέλφια
κι αν μια φορά ο καθένας μας
σε πάει στην Πετκάνα,
εννιά φορές θενά τη δεις
κι εννιά φορές θα γίνει.
κι η μάνα του τον άκουσε,
ταίριαξε την Πετκάνα.
Την Πέτκα νοικοκύρεψε
δέκα χωριά αλάργα.
Με γάμο και αν ήρθανε
να πάρουν την Πετκάνα,
κλαίγ’ η Πετκάνα, μύρεται,
δε στέργει να τη δώκουν
τι ‘ταν μακριά, πολύ μακριά,
δέκα χωριά αλάργα.
Σαν βγήκ’ η Πέτκα απ’ την αυλή
μαύρη πανούκλα μπήκε.
Τους σκότωνε, τους σκότωνε
η μαύρη η πανούκλα,
τα σκότωσε, τα ξέκανε,
και τα εννιά αδέλφια
κι εννιά νυφάδες, όλες νιες –
αφήκ’ εννιά αγγόνια.
Σαν ήρθε ψυχοσάββατο
χύν’ το κρασί η μάνα,
χύν’ το κρασί στα μνήματα
κι όλους τους μνημονεύει,
στου Λάζαρου τα χώματα
κρασί δε χύν’ η μάνα,
δε χυν’ η μάνα το κρασί,
δεν τόνε μνημονεύει,
βαριά πολύ η μάνα του
τον Λάζαρ καταριόταν:
-Να γκρεμνιστείς, μπρε Λάζαρε,
η γης να μη σε στέργει
που την Πετκάνα μ’ έδωκες
και γνωριμιά δεν έχω,
μήτε να πάγω δύναμαι
μήτε κι η Πέτκα να ‘ρθει.
Κι ο Λάζαρ απ’ το μνήμα του
τον Θεό παρακαλούσε:
-Θε μου, ακούς και βλέπεις πως
η μάνα μ’ με γκρεμίζει;
Για δώσ’ μου, Θεέ μου, δώσε μου
χώμα-αλαφρό κορμάκι
κιβούρι-γρήγορο φαρί
κι αυτό το σταυρουλάκι
κάμε το κίτρινο φλασκί
να πάγω στην Πετκάνα.
Να πάγω, Θε μου, να τη βρω
στη μάνα να τη φέρω,
τι μένα η μανούλα μου
πολύ με καταριέται.
Και το παράπονο ο Θεός
περίσσα επόνεσέ το.
Το ‘καμ’ ο Κύριος, το ‘καμε:
Χώμα-αλαφρό κορμάκι
κιβούρι-γρήγορο φαρί
κι αυτό το σταυρουλάκι
το ‘καμε κίτρινο φλασκί
κι ο Λάζαρ σκώθη, πάει.
Τη θύρα όντας έκρουσε
σκώθη κι ανοίγ’ η Πέτκα
κι όντας η Πέτκα τον θωρεί
τον πιάνει απ’ το χέρι.
Το χέρι του ασπάζεται,
το χέρι του φιλάει.
Το χέρι μούχλα μύριζε
γη μαύρη, χωματίλα
κι η Πέτκα λέει του Λάζαρου:
-Αδέλφι μ’, μπάτε [3], Λάζαρε,
μούχλα τι μου μυρίζεις;
Κι ο Λάζαρος με πονηριά
γελούσε την Πετκάνα:
-Πέτκα, Πετκάνα, αδελφή μ’,
απ’ την αυλή σαν βγήκες,
η μάνα μας ξεχώρισε
και χτίσαμε εννιά σπίτια.
Βαριά σανίδια σκώσαμε,
γι’ αυτό μυρίζω μούχλα.
Γι’ άιντε Πετκάνα, αδελφή μ’,
κι η μάνα είν’ στο στρώμα,
κάνε τηνέ προφταίνουμε
κάν’ όχι και πεθαίνει.
Κι η Πέτκα συγυρίστηκε
και πήρανε τη στράτα.
Πηγαίναν όπου πήγαιναν,
η Πέκτα λέει στον Λάζαρ:
-Λάζαρε, μπάτε Λάζαρε,
μούχλα τι μου μυρίζεις;
Μούχλα μυρίζεις, μαύρη γη,
κι είν’ το σαγιάκι σ’ σάπιο;
-Πέτκα, Πετκάνα, αδελφή μ’,
στη στράτα όπου μπήκα
δροσό του θέρου έπεσε,
μούσκεψε το σαγιάκι μ’,
το ρούχο δεν το στέγνωσα,
γι’ αυτό έχει σαπίσει.
Πηγαίναν όπου πήγαιναν,
περνούν πράσινο δάσος
κι ένα πουλάκι λάλησε:
-Θεούλη μ’, Κύριε Ύψιστε,
που το ‘δαν και π’ ακούστηκε
να περπατεί αντάμα
ο ζωντανός ο άνθρωπος
με τον αποθαμένο!
Κι η Πέτκα λέει του Λάζαρου:
-Λάζαρε, μπάτε Λάζαρε,
τι ‘ν’ τούτο, αδέλφι Λάζαρε,
που το πουλί λαλούσε:
Που το ‘δαν και π’ ακούστηκε
να περπατεί αντάμα
ο ζωντανός ο άνθρωπος
με τον αποθαμένο!
Κι ο Λάζαρος της έλεγε:
-Περπάτα, αδελφούλα,
εδώ είν’ δάσος πράσινο
πο’ ‘χει λογιών πουλάκια
π’ όλες τις γλώσσες τις μιλούν
και τις καταλαβαίνουν.
Πηγαίναν όπου πήγαιναν,
χωράφια θερισμένα,
μόν’ τα δικά τους κάθουνται.
Κι η Πέτκα λέει στον Λάζαρ:
-Λάζαρε, αδέλφι μ’, τα σπαρτά
όλα τους θερισμένα
και τα δικά σας κάθουνται;
Κι ο Λάζαρος της απαντά:
-Περπάτα, αδελφούλα μου,
κι εχτίσαμ’ εννιά σπίτια,
βαθιά κατώγια σκάψαμε,
χωράφια δεν θερίσαμ’.
Κει που θενά ‘μπουν στο χωριό
στην Πέτκα λέει ο Λάζαρ:
-Πάν’, αδελφούλα, σπίτι μας
και σα ρωτήσ’ η μάνα
κόρη μου ποιος σε έφερε,
ευθύς να απαντήσεις:
Ο μπάτε Λάζαρ μ’ έφερε.
Κι αν δεις πως δεν πιστεύει,
να, παρ’ την αρραβώνα μου,
το ασημοδαχτυλίδι,
τ’ αρραβωνοδαχτύλιδο
δώσ’ της το ασημένιο
που η μάνα μου τ’ αγόρασε
για τ’ αρραβώνισμά μου.
Δώσ’ της το δαχτυλίδι μου
κι αυτή θα σε πιστέψει.
Εγώ θα πάω αδελφή μ’
ως τον ψηλό το λόφο,
σπαρτό μεγάλο που ‘χουμε
κι είν’ μισοθερισμένο.
Πήγ’ η Πετκάνα σπίτι τους,
κλαίγαν εννιά αγγόνια,
η μάνα της τα ‘σύχαζε
κι η Πέτκα της φωνάζει:
Σήκω, μανούλα, κι άνοιξε,
έλα μου, σήκω, μάνα.
Κι η μάνα της εχούγιαξε
‘πό μέσ’ από το σπίτι:
-Πανούκλα, δεν σου έφτανε
μπρε συ μαύρη πανούκλα,
πανούκλα που μου ξέκαμες
εννιά τρίδυμα αδέλφια
κι εννιά νυφάδες όλες νιες,
μόν’ έρχεσαι ακόμα,
μπρε συ πανούκλα έρχεσαι
για εννιά μικρά αγγόνια;
-Σήκω, μανούλα, κι άνοιξε,
έλα μου, σήκω, μάνα,
δεν είμαι ‘γώ, μανούλα μου,
η μαύρη η πανούκλα,
μόν’ είμαι η θυγατέρα σου,
η κόρη σου η Πετκάνα.
Τότες η μάνα άνοιξε
και στην Πετκάνα κρένει:
-Κόρη μου, ποιος να σ’ έφερε,
δεν σ’ είδαμ’ εννιά χρόνια.
-Ο μπάτε Λάζαρ μ’ έφερε.
Κι η μάνα της της λέγει:
-Ψέματα, θυγατέρα μου,
λέγε σ’ όποιονε θέλεις,
τη μάνα σ’ όμως δεν μπορείς
με ψέματα να παίζεις.
Ο Λάζαρ το αδέλφι σου
πάν’ τώρα εννιά τα χρόνια,
Πετκάνα, που τον ξέκαμε
η μαύρη η πανούκλα.
Κι η Πέκτα λέει στη μάνα της:
-Σα δε πιστεύεις, μάνα,
να, πάρ’ την αρραβώνα του,
τ’ ασημοδαχτυλίδι,
τ’ αρραβωνοδαχτύλιδο
που του ‘χεις αγοράσει.
Και η γριά μανούλα της
βλέπει το δαχτυλίδι,
και τότε την επίστεψε
την κόρη της Πετκάνα.
Κι οι δυο αντάμα κλαίγανε
ώσπου κι οι δυο αποθάναν.

(Μετάφραση: Δημήτρης Άλλος)

*

ΤΗΣ ΒΟΪΚΑΣ (ΡΟΥΜΑΝΙΑ)
Καλό μπουμπουκάκι,
να σου μου που εφάνη
σε χαράδρας χείλι
έμορφο σπιτάκι
με τα εννιά κελάρια,
κι εννιά κρεβατίνες,
με τζάμια στον ήλιο.
Ποια μένει στο δώμα;
Μάνα γερασμένη:
Μάλλινο ζουνάρι,
μπλούζα κεντημένη,
τρίχα σαν καμήλας,
δόντια δυο στο στόμα.
Κι είχε ετούτ’ η μάνα
εννιά γιους τρανούς,
δρακοντόσπορους,
και μια θυγατέρα
που όλους κάνει πέρα.
Πιο μεγάλος, ποιος;
Σοφο-Κωσταντής,
ο πρωτότοκός της,
ο πλιο μυαλωμένος
κι ο πλιο αντρειωμένος.
Καλά που περνούσαν,
καλά που ευτυχούσαν·
να σου όμως μια μέρα
εις τη θυγατέρα
φτάν’ πραματευτάδες,
φτάν’ προξενητάδες,
όλοι τους Γραικοί
απ’ Ανατολή,
τρισκατάρατοι!
Τη Βόικα ζητάνε·
μάνα δεν τη δίνει.
Σοφο-Κωσταντής
κύρης, νοικοκύρης
τότε λέει το εξής:
-Μάνα μου, μανούλα,
δώσ’ τους τη Βοϊκούλα,
τη γλυκιά κορούλα,
τη γλυκιά αδελφούλα,
τι έφτασεν η ώρα
να ντυθεί νυφούλα.
Κι εγώ θα σ’ τη φέρνω
τρεις βολές χειμώνα,
και πέντε το θέρος,
όποτε τη θες
κι έχουμε γιορτές.
Μάνα τον ακούει
και την κόρη δίνει·
μα πανούκλα φτάνει
και χτυπάει το σπίτι,
όλους τους θερίζει,
μέν’ η μάνα έρμη.
και τι κάνει τότε;
Τη μεγάλη Πέμπτη
παίρνει θυμιατήρι,
και πάει με λιβάνι
ως το κοιμητήρι·
μνήμα με το μνήμα,
σταυρό το σταυρό,
όλους λιβανίζει,
όλους τους φροντίζει,
μέχρι να σταθεί
κι ετούτα να πει:
-Γιε μου, Κωσταντή,
μήτε σε φροντίζω,
μη σε λιβανίζω
όπως τους λοιπούς
κάτω απ’ τους σταυρούς.
Σίδερο κι ατσάλι
πρότερα ας μουχλιάσουν,
πρότερα ας σκουριάσουν,
μόν’ του σώματός σου
οι σάρκες μη λιώσουν
πριχού να μου φέρεις
γλυκιά θυγατέρα,
τη Βόικα, εδώ πέρα!
Ξόρκι τον αγγίζει,
να σου η γης ραγίζει
κι από μέσα βγάνει
την κάσα τη μαύρη
που γίνεται άτι·
κι είν’ το σάβανό του
σκουτί στ’ άλογό του·
ο σπάγκος του, πάλι,
λουρί για το ιππάρι·
τα δεσίματά του
ατιού χαλινάρι.
Κι αυτός αποχτάει
κορμί και πηδάει
πηδάει και πετάει.
Να σου τον, κινάει
μέσ’ από νυχτιές
κι άγιες εκκλησιές,
στη Βόικα να πάει.
Και στη Βόικα φτάνει:
το χορό αυτή σέρνει,
πεσκίρια μοιράζει,
τα όργανα προστάζει.
Στο χορό κειός έμπαινε
και σιμά της χόρευε.
Κι εκείνη τι του ‘λεγε;
Λεβέντη μ’ καλέ,
μωρ’ τι σ’ έπιασε
στο χορό να μπεις,
σιμά μου να ‘ρθεις;
Ξέρεις η δεν ξέρεις
που ‘χω εννιά κουνιάδους,
εννιά τρανούς δράκους,
δέκατος ο άντρας μου,
που τους βάζει κάτω!
-Εννέα κι εμείς,
και δέκατη εσύ.
Σώπα, ω αδερφή,
είμαι ο Κωσταντής
Ο μαυρομουσάτος,
ο μυαλό γεμάτος.
Τι ‘πε τότε κείνη;
-Αν είσαι ο που λες,
το γένι σου, πες,
που μου τ’ άφησες;
-Τ’ άφησα στο μνήμα,
τάμα μου και σήμα,
απ’ τη ζώνη την αρπάζει,
στο φαρί την ανεβάζει.
Τ’ άλογο πηδάει,
πηδάει και κινάει
μέσ’ από νυχτιές
κι άγιες εκκλησιές.
Πάνου στα κλαράκια
κελαηδάν πουλάκια:
«Ποιος θα ματαδεί
πλια να κουβαλάει
νεκρός ζωντανή;»
Η Βόικα γροικάει
κι έτσι του μιλάει:
-Τ’ ακούς, Κωσταντή;
Ποιος θα ματαδεί
πλια να κουβαλάει
νεκρός ζωντανή;
Κείνος απαντάει:
Καλή μου αδερφή,
τούτα είναι πουλάκια,
στα κλαράκια επάνου
κελαηδάν στιχάκια
για τα κρίματά μου!
Και το σπίτι φτάνουν
μπρος στη θύρα κράζουν:
-Καλή μου μανούλα,
άνοιξε πορτούλα·
φέρνω τη Βοϊκούλα,
δικιά μου αδερφούλα·
δική σου κορούλα,
ντέρτι στην καρδούλα!
Η μάνα αγροικάει
και τούτα απαντάει:
-Χάσου, αερικό,
με τον πειρασμό·
χάσου, Λάμια δόλια,
που με γαλιφιές
ρήμαξες ζωές·
και τώρα θες να ‘ρθεις
κι εμένα να πάρεις,
φωτιά να σε κάψει!
Κείνος λέει αυτά:
-Βόικα μου, αδερφή,
μείνε συ εδωνά,
θα ‘χεις άνοιγμα·
Πηγή εικόνας: sploumi.blogspot.com
τι εγώ πάω κεί
να δέσω φαρί,
να λιώσω κορμί,
ο αιών να με ζει!
Κράζει η κόρη, κράζει,
του κάκου φωνάζει.
Δαχτυλίδι βγάνει,
το πετά απ’ το τζάμι.
Μάνα το γνωρίζει
και τη θύρα ανοίγει.
Στο κατώφλι σμίγουν,
αγκαλιές ανοίγουν,
κι ό,τι που ανταμώνουν
κι οι δυο μαρμαρώνουν.
πια θα τις θυμούνται
μες στην οικουμένη
όσο ο ήλιος βγαίνει.

(Μετάφραση: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς)


Επιλογή και σχόλια:
Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Παραπομπές:
1) Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Αίμος ανθολογία βαλκανικής ποίησης, εκδόσεις: Οι φίλοι του περιοδικού «ΑΝΤΙ», Αθήνα 2007.
2) Κωσταντίνος αντί Κωνσταντίνος. Σε όλες τις παραλλαγές χρησιμοποιείται η ορθογραφία, που υπάρχει στο πρωτότυπο.
3) Μπάτε: Προσφώνηση του μεγαλύτερου αδελφού στα βουλγαρικά.


5 σχόλια:

  1. Πολύ ενδιαφέρον. Δείχνει σχέσεις, κοινές καταβολές, συναπαντήματα. Είχα γράψει κάτι αντίστοιχο στο μύθο για το γεφύρι της Άρτας με το τραγούδι για τον μαστρο-Κέλεμεν που τραγουδά η σπουδαία Μάρτα Σεμπεστιέν (https://katerinatoraki.blogspot.com/2015/02/blog-post.html).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εξαιρετικό και το δικό σας κείμενο! Πολύ ενδιαφέρον, ευχαριστούμε πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολύ ενδιαφέρον και το κείμενο για τα ηπειρώτικα γεφύρια. Το γεφύρι της Άρτας είναι επίσης ένα δημοτικό τραγούδι με παραλλαγές στις περισσότερες βαλκανικές χώρες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ενδιαφέρον το άρθρο. Κουβαλώντας κάποιες παιδικές αναμνήσεις 'made in Yugoslavia'. χαίρομαι όταν διαβάζω άρθρα που προωθούν την κατανόηση και φιλία στα Βαλκάνια. Καλή συνέχεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή