Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

"Σεμινάρια φονικής γραφής" του Πέτρου Μάρκαρη

Η αστυνομική λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια ως λογοτεχνικό είδος ανθεί σε όλo τoν κόσμο, διεκδικώντας τη θέση της στη λογοτεχνία αξιώσεων, και μάλιστα με ένα φανατικό αναγνωστικό κοινό που την λατρεύει. Ο Πέτρος Μάρκαρης, γνωστός και αγαπημένος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, σεναριογράφος, μεταφραστής ο ίδιος, αλλά και με έργο πολυμεταφρασμένο, στο νέο του βιβλίο καταθέτει τα δικά του ελληνικά σεμινάρια «Φονικής Γραφής» σε αυτό το αστείρευτο ρεύμα της αστυνομικής λογοτεχνίας που κατακλύζει την Ευρώπη.

Και σε αυτό το βιβλίο, ο αστυνόμος Χαρίτος είναι ο κεντρικός του ήρωας, που διασχίζει ακόμη με το ίδιο αυτοκίνητο − το Σέατ − την Αθήνα. Την πόλη που ξέρει από άκρου εις άκρον, που την έχει χαρτογραφημένη θαρρείς στο μυαλό του. Για όσους δεν τον γνωρίζουν, δεν είναι ένας ντετέκτιβ με κάποια ιδιαίτερη γοητεία, στην προσωπική του ζωή αντικατοπτρίζει έναν άνθρωπο με μια τακτοποιημένη ζωή που είναι πιστός σύντροφος, παρά τις εφήμερες διαφωνίες με τη σύζυγό του και που, σε στιγμές χαλάρωσης αγαπά το καλό φαγητό με καλή συντροφιά. Στην επαγγελματική του ζωή είναι πάντα αφοσιωμένος στην έρευνά του και η προσωπικότητά του ενδυναμώνεται σταδιακά μέσα από τη μεθοδική πορεία που ακολουθεί. Ο Π. Μάρκαρης έχει φτιάξει μια προσωπικότητα συντηρητικού μεσοαστού που διέπεται από σταθερές αρχές και σταθερό ενδιαφέρον για τη δουλειά του και που, χωρίς να έχει κάτι ξεχωριστό, καταφέρνει να είναι και χαρακτηριστικός και διαχρονικός.

Τα Σεμινάρια φονικής γραφής αρχίζουν μέσα Σεπτέμβρη, σε ένα καλοκαίρι που ακόμα ανθίσταται στον ερχομό του φθινοπώρου. Ο αστυνόμος Χαρίτος, μαζί με τη γυναίκα του Αδριανή, επισκέπτονται τα πάτρια εδάφη τους στην Ήπειρο. Καθισμένοι στην τραπεζαρία ενός ξενώνα στο Πάπιγκο, συντροφιά με τρεις ηλικιωμένες κυρίες που μόλις γνώρισαν, διαβάζουν τα μελλούμενα σε ένα φλιτζάνι ελληνικού καφέ − ο αστυνόμος πάντα αποστασιοποιημένος, βέβαια −. Από το παράθυρο απλώνεται η θέα της Αστράκας, που φέρνει αυθόρμητα στο νου του Χαρίτου παιδικές αναμνήσεις, τότε που έστηναν ξώβεργες για να πιάσουν από κότσυφες μέχρι ορτύκια. Ηρεμία, χαλάρωση, ανάπαυλα.

Οι ολιγοήμερες διακοπές όμως τελειώνουν και από τη δασώδη και καθαρή φύση ο αστυνόμος καταφθάνει στην αγαπημένη του Αθήνα, που πεισματικά πολλές φορές αρνείται να εγκαταλείψει. Πρώτη μέρα στην υπηρεσία, με καταρρακτώδη βροχή, τα συνήθη κυκλοφοριακά προβλήματα της πόλης και πολλά γεγονότα που τρέχουν ιλιγγιωδώς για να τον επαναφέρουν γρήγορα στους εργασιακούς του ρυθμούς. Ο προϊστάμενός του συνταξιοδοτείται και, ως ο αρχαιότερος στη διεύθυνση, αναλαμβάνει χρέη διευθυντού ώσπου να οριστεί ο νέος αντικαταστάτης. Και πριν καλά-καλά μπει στο νέο του ρόλο, ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Κλέαρχος Ραψάνης, βρίσκεται νεκρός στο σπίτι του. Η νεκροψία έδειξε δηλητηρίαση με παραθείο. Κάποιοι πιστεύουν πως δολοφονίες τέτοιου είδους είναι γυναικεία υπόθεση...Ο υπουργός ωστόσο δεν είχε τη στόφα του γυναικοκατακτητή.

Στο μεταξύ, στο τηλεφωνικό κέντρο ενός τηλεοπτικού σταθμού καταφθάνει μια προκήρυξη που λέει ότι εκτέλεσαν τον Κλέαρχο Ραψάνη για εσχάτη προδοσία, επειδή πρόδωσε την ιερή αποστολή του δασκάλου και μπήκε στην πολιτική προς αναζήτηση υπουργικού θώκου, σε μια εποχή που τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν τεράστια οικονομικά προβλήματα, γι' αυτό και ο θάνατός του αφιερώνεται στη μνήμη του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, καθηγητή Φιλοσοφίας που δεν εγκατέλειψε ποτέ τους φοιτητές του.

Στην εξιχνίαση της υπόθεσης μπλέκονται από κοινού η ιεραρχία της αστυνομίας και της κυβέρνησης και αυτό δημιουργεί επιπρόσθετο άγχος στον αστυνόμο Χαρίτο. Κι ενώ εξετάζει παράλληλα και το οικογενειακό περιβάλλον του θύματος, μήπως βρει εκεί λύση στους γρίφους που τον απασχολούν, κάποιος Αριστοτέλης Αρχοντίδης, καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή και υφυπουργός Παιδείας βρίσκεται επίσης νεκρός, χτυπημένος στο κεφάλι από σιδερολοστό, και στη συνέχεια μαχαιρωμένος. Το σερί των φόνων συμπληρώνεται με τη δολοφονία με υδροκυάνιο του Στέλιου Κωστόπουλου, ενός υπουργού που ξαναγύρισε στο Πανεπιστήμιο.

Άραγε τι είναι αυτό που προκάλεσε τους τρεις επάλληλους φόνους των καθηγητών που σαφώς σχετίζονται μεταξύ τους; Παραθείο, μαχαιρώματα, υδροκυάνιο. Είναι μια νέα μορφή τρομοκρατικής δράσης; Πρόκειται για ριζοσπαστικούς νεαρούς που προσπαθούν να αλλάξουν την κατάσταση στα Πανεπιστήμια; Για νοσταλγούς του παρελθόντος που επιθυμούν την επιστροφή στα παλιό «υγιές» Πανεπιστήμιο; Ποιος ή ποιοι κρύβονται τελικά πίσω από όλα αυτά; Είναι νέοι; Άντρες ή γυναίκες; Πώς κατάφεραν τόσο καλά να στήσουν την πλεκτάνη τους;Τι επιδίωκαν; Ποια ήταν τα κίνητρά τους;

Και σε αυτό το βιβλίο ο αστυνόμος Χαρίτος, με ψύχραιμη ματιά, διαυγή σκέψη και πάντα με σταθερότητα, θα μπει στο δρόμο της ανακάλυψης των δολοφόνων και κυρίως στις καταστάσεις που κρύβονται πίσω από τα κίνητρά τους. Και εδώ βέβαια, μαζί με την αναζήτηση του δολοφόνου, το περιβάλλον των θυμάτων και τα πιθανά κίνητρα που ενδεχομένως κίνησαν το χέρι των δραστών, αρχίζουν να εμφανίζονται οι παθογένειες του ελληνικού συστήματος, όπως αυτές διαιωνίζονται στην πορεία των χρόνων, εξαιτίας της χρόνιας αβελτηρίας και ολιγωρίας. Αυτή τη φορά, στην έρευνα που διεξάγει μπαίνει στα ενδότερα του πανεπιστημιακού χώρου, όπου αρχίζουν να φωτίζονται προβλήματα. «Τα Πανεπιστήμιά μας αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα, κύριε αστυνόμε.Τα αμεσότερα είναι τα οικονομικά. Βρίσκονται σε τόσο οικτρή κατάσταση οικονομικά, ώστε δεν μπορούν να προκηρύξουν θέσεις διδακτικού προσωπικού για να καλύψουν τα κενά στα μαθήματα, για να μη μείνουν οι φοιτητές χωρίς διδασκαλία» ή κάπου αλλού αναφέρεται, συγκεκριμένα για τον Κλέαρχο Ραψάνη, «Η δημιουργία κλίκας ή η ένταξη σε κλίκες. Ο διαχωρισμός των συνεργατών και των φοιτητών του σε ημετέρους και ξένους. Όλα αυτά αποτελούν την αφετηρία του πελατειακού συστήματος που δυναστεύει τη χώρα μας».

Μήπως λοιπόν οι δολοφόνοι έχουν δίκιο; αναρωτιέται κάποια στιγμή ο αστυνόμος. «Δεν θα έλεγα ότι έχουν δίκιο, ως εδώ είμαστε σύμφωνοι. Θα έλεγα όμως ότι οι λόγοι που επικαλούνται στις προκηρύξεις τους δεν είναι ανεδαφικοί».

Για άλλη μία φορά ο Πέτρος Μάρκαρης έρχεται να αφηγηθεί μια ιστορία με αστυνομική πλοκή, σκιαγραφώντας παράλληλα το προφίλ απλών ανθρώπων, την καθημερινότητα της Αθήνας στις μέρες μας, αλλά κυρίως, μέσα απ΄όλα αυτά, τρέχοντα προβλήματα της χώρας − και συγκεκριμένα εδώ την κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί και το δικό του προσωπικό στυλ αστυνομικού μυθιστορήματος, δίνοντας το στίγμα του στη μεσογειακή αστυνομική λογοτεχνία, που αποτελεί το αντίπαλο δέος στην επέλαση των... Βορείων. Και, σε αντίθεση με τη σκανδιναβική παραγωγή που, σχεδόν βιομηχανοποιημένη, κάνει θραύση, ταξιδεύοντας μεταφρασμένη ανά τον κόσμο και ψάχνοντας τον συνήθως «μανιακό» δολοφόνο σε ένα έργο γρήγορης δράσης, το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα του Μάρκαρη υπηρετεί τη δική του προσωπική κουλτούρα της διεισδυτικότερης ανάλυσης στον κοινωνικό-πολιτικό ιστό της χώρας, ψάχνοντας τις αιτίες πρωτίστως σε καταστάσεις και δευτερευόντως στα πρόσωπα.

Ένα γνήσιο αστυνομικό μυθιστόρημα, χωρίς υστερίες και νευρώσεις, χωρίς υπερβολές τσιγάρου και αλκοόλ, χωρίς underground γοητεία επιβάλλει ηχηρά την παρουσία του μέσα από την πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή των φόνων και των διανοουμενίστικων κινήτρων.

Ήλια Λούτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου