Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Δύο πολυσυζητημένες θεατρικές παραστάσεις: «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» και «Οι μάγισσες της Σμύρνης»

Δεν είμαι θεατρολόγος και μάλιστα, λόγω του μεταπτυχιακού που παρακολουθούσα τα τελευταία τρία χρόνια, το οποίο μαζί με το στίγμαΛόγου, τη δουλειά και τα παιδιά μου, μού άφηναν ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο, δεν ήμουν καν θεατής. Είμαι όμως θεατρόφιλη και, τώρα που τελείωσε το μεταπτυχιακό, μπόρεσα να επιστρέψω στις αίθουσες. Παρακολούθησα λοιπόν δύο παραστάσεις τελευταία, πρώτα το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλλο και έπειτα το «Οι μάγισσες της Σμύρνης». Ακολουθεί η άποψή μου, η άποψη ενός απλού θεατή, και για τα δύο έργα:


«Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» στο Εθνικό Θέατρο

Η παράσταση ήταν, με μία λέξη, εξαιρετική. Εάν κάποιος πήγαινε να τη δει χωρίς να είναι εξοικειωμένος με το γενικότερο έργο του Πιραντέλλο, θα αντιμετώπιζε με αμηχανία την αρχή, όπου οι ηθοποιοί παίζουν τους εαυτούς τους να κάνουν πρόβα για ένα θεατρικό έργο που παίζεται μέσα στο συγκεκριμένο θεατρικό έργο. Με αυτόν τον τρόπο, τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα, την προσομοίωσή της και τη θεατρική μυθοπλασία γίνονται δυσδιάκριτα και αναμειγνύονται: ο Πιραντέλλο το κάνει όμως αυτό. Και το κάνει εξαιτίας των βιωμάτων του: η ψυχική ασθένεια της συζύγου του, την οποία για πολύ μεγάλο διάστημα φρόντιζε ο ίδιος ολομόναχος, κατ’ οίκον, του επέτρεψε να δει τα τετριμμένα και άχρωμα συμβάντα της ζωής να μετατρέπονται, μέσα από το πρίσμα της ασθένειας, σε ένα κουβάρι αντικρουόμενων εκδοχών της πραγματικότητας. Η έκθεσή του σε αυτές τις πολλές και διαφορετικές εκδοχές επηρέασε βαθιά το έργο του.

Έτσι προέκυψε και το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», που είναι ένα σύνολο απείθαρχο, όπου η ενότητα μοιάζει να διασφαλίζεται από τον στόχο της θεατρικής παράστασης και μόνο. Όμως, τα επίπεδα ερμηνείας είναι πολλαπλά: η δράση δεν αποκαλύπτει απλώς ότι η διαδικασία της δημιουργίας, σκηνικής ή άλλης, είναι ακατάστατη, αλλά ότι η ακαταστασία, κι επομένως η αβεβαιότητα, ενυπάρχουν στη δημιουργία. Οι ηθοποιοί στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» δεν παίζουν απλώς τους ρόλους που τους έχουν ανατεθεί, γίνονται οι ρόλοι. Η συγχώνευση ηθοποιού και χαρακτήρα για όσο διαρκεί η παράσταση είναι συνήθης στην επί σκηνής πραγματικότητα, όμως στο έργο αυτό η διαδικασία με την οποία ένας χαρακτήρας πλάθεται στη σκηνή καθίσταται ορατός. Με αυτόν τον τρόπο, ο θεατής υπερβαίνει το σύνορο μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας, μεταξύ θεάτρου και μη θεάτρου και εισέρχεται στον χώρο της κυριολεκτικής ψευδαίσθησης. Τα όρια των ηθοποιών και των ρόλων συντήκονται, αφήνοντας το κοινό απορημένο και αυθεντικά συγκινημένο.

Θα μπορούσα να σταθώ σε πολλά σημεία της παράστασης, θα ήθελα όμως να αναφερθώ κυρίως στον συγκινητικό μονόλογο του γηραιού πια Γιάννη Βογιατζή, ο οποίος μοιάζει (και μάλλον είναι) η προσωπική του κατάθεση για τη σχέση του με το «σανίδι» και την ανάγκη της παρουσίας του σε αυτό ακόμη και σ’ αυτήν την ηλικία. Θα ήθελα πολύ να αναφερθώ και στο συγκλονιστικό φινάλε με τη Γιούλικα Σκαφιδά και τον Αλέξανδρο Βάρθη, δεν θα το κάνω όμως για να μη χαλάσω το σασπένς. Θα πω μόνο ότι βασίζεται στο διήγημα του Πιραντέλλο «Λεονόρ’ αντίο», που έχει θέμα το ζηλοτυπικό παραλήρημα ως σύμπτωμα ψυχασθένειας - και το οποίο αναπαρίσταται στην παράσταση με χειρουργική ακρίβεια.

Ως λάτρης του έντυπου βιβλίου, δεν θα μπορούσα να μην κάνω ειδική μνεία και στον εξαιρετικής καλαισθησίας κατάλογο της παράστασης. Είναι σε μια βάθος εντρύφηση σε παλαιότερα και σύγχρονα συναφή κείμενα, αλλά και στη ματιά του σκηνοθέτη, ο οποίος παίζει ενεργό ρόλο στην παράσταση, ανεβαίνοντας στη σκηνή και παριστάνοντας το ανάλογο της φωνής του συγγραφέα. Θολώνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο και οι γραμμές μεταξύ αφήγησης και ιστορίας που παίζεται, δημιουργώντας ένα ολίσθημα μέσα κι έξω από αυτό που θεωρητικά είναι διαφορετικό και διακριτό. Πρόκειται για μια πολύ, πάρα πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση, όλο ανατροπές – άρα όλο ευκαιρίες να δούμε αλλιώς την ίδια τη ζωή.


«Οι μάγισσες της Σμύρνης» στο θέατρο Παλλάς

Ας μου εξηγήσει κάποιος γιατί πήγα να δω αυτήν την παράσταση, ενώ είχα διαβάσει το βιβλίο της Μεϊμαρίδη και ήξερα περί τίνος πρόκειται! Για «ελεγεία της κατινιάς» όπως είχαν γράψει στο Βήμα - και λίγα λέω. Αλλά θα προσπαθήσω να αφήσω τις εμπάθειες για τα ευπώλητα στην άκρη και να επικεντρωθώ στα δεδομένα της παράστασης. Κατ’ αρχάς, είναι τεράστια σε διάρκεια: 3,5 ώρες με το διάλειμμα (παρεμπιπτόντως, πουθενά και ποτέ δεν έχω δει τόσο τεράστιες ουρές στις τουαλέτες!). 

Το πρώτο μέρος είναι μια αλληλουχία γεγονότων, κάπως σαν κόμικ επί σκηνής: οι ήρωες μπαίνουν και βγαίνουν με ιλιγγιώδη σχεδόν ταχύτητα, κανένας τους δεν παρουσιάζεται σε βάθος και απλά μοιάζουν να κάνουν και να κάνουν, αμελώντας όμως να είναι. Το δεύτερο μέρος είναι κάπως καλύτερο, γιατί η δράση περιορίζεται και δίνεται κάποιος (λέω, κάποιος) ζωτικός χώρος ώστε να αναπτυχθούν λιγάκι (μη φανταστείτε τίποτε εξαιρετικό) οι χαρακτήρες. Ωστόσο, ο πρωταγωνιστικός ρόλος (της Κατίνας) είναι ούτως ή άλλως ρηχός και αδιάφορος. Βέβαια, τα κοστούμια και τα σκηνικά με τα κινούμενα μέρη κ.λπ. είναι εντυπωσιακά – και υπάρχουν άνθρωποι που θαμπώνονται και αρκούνται σε κάτι τέτοια.

Ελλείψει λοιπόν πλοκής, μένει μόνο να σχολιάσω τις ερμηνείες: η Μίρκα Παπακωνσταντίνου είναι, κατά τη γνώμη μου, ακατάλληλη για τον ρόλο της μεγάλης Μάγισσας Αττάρτης. Δεν έχει την υποβλητική φωνή που θα απαιτούσε ο ρόλος και βάζει έναν ανθρώπινο τόνο που φαίνεται ξένος προς την υπόλοιπη παράσταση. Η Σμαράγδα Καρύδη είναι όπως ο χαρακτήρας της Κατίνας που υποδύεται: ρηχή και αδιάφορη. Αυτή που είναι «όλα τα λεφτά» είναι η Μαρία Καβογιάννη, την οποία μπορεί κάποιος να αποκαλέσει μέχρι και απολαυστική. Βάζει ακριβώς όσο κωμικό στοιχείο χρειάζεται, όση ένταση χρειάζεται, όση υπερβολή χρειάζεται – και το κάνει με φαντασία, με μπρίο και με σπιρτάδα.

Παρ' όλα αυτά, μετάνιωσα που ξόδεψα 3,5 ώρες από τη ζωή μου εκεί... Το μόνο θετικό ήταν όταν, βγαίνοντας από το θέατρο, ένιωσα να με αγκαλιάζει η εορταστική ατμόσφαιρα που μπορούσε κανείς να βρει τα Χριστούγεννα μόνο σε αυτό το κομμάτι της Αθήνας, μεταξύ δηλαδή Συντάγματος και αθηναϊκής τριλογίας: εκεί όπου η πρωτεύουσά μας μετατρεπόταν σχεδόν σε μια οποιαδήποτε άλλη, στολισμένη ευρωπαϊκή πόλη. Είναι κι αυτό κάτι.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου