Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

"Ο μονόλογος του άστεγου" του Φιλέα Τετράζη

Η ποίηση του Φιλέα Τετράζη είναι γεμάτη από αγάπη για τη ζωή που τη μοιράζει γενναιόδωρα στους στίχους του και από το φως των ελληνικών τοπίων. Αυτά τα τοπία ο ποιητής τα εσωτερικεύει για να δημιουργήσει μέσα του το προσωπικό του καταφύγιο, όταν η πραγματικότητα γίνεται πνιγηρή και η σκιά των γεγονότων βαραίνει τη σκέψη του.

Η μορφή του άστεγου μοιάζει να αναδύεται μέσα από αυτόν τον εσωτερικό κόσμο, φτιαγμένη από ένα συνδυασμό ευγενικών συναισθημάτων. Ο ποιητής δεν θέλει να μιλήσει για αυτή την ευαίσθητη κοινωνική ομάδα από θέση ισχύος, της δίνει το λόγο. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι επινοεί τον αρνητικό-περιθωριακό εαυτό του, έναν άνθρωπο που δεν ευτύχησε στη ζωή. Ο άστεγός του πληγώνεται από των ανθρώπων το έλεος, την πείνα προτιμά, παρά το χέρι του ελεήμονα…

Έτσι πλασμένος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, ασπάζεται όπως και ο ποιητής τα ίδια ιδανικά για ελευθερία και δικαιοσύνη και μοιράζεται την αγάπη του για τους μεγάλους εθνικούς ποιητές της πατρίδας, τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Παλαμά. Δεν είναι τυχαίο ότι το παγκάκι που τον φιλοξενεί βρίσκεται μέσα στο προαύλιο της Ακαδημίας Αθηνών και γειτνιάζει με το άγαλμα του Κωστή Παλαμά. Ούτε ότι, όπως και ο ποιητής, νιώθει και εκείνος την ανάγκη να συνομιλεί μαζί του.

Οι άγριες συνθήκες επιβίωσης αυτού του ανθρώπου γίνονται φανερές από τις πρώτες λέξεις: Η νύχτα έχει ένα σπαθί από πάγο/ φέρετρο παράξενο θυμίζει/ το παγκάκι που με φιλοξενεί/ Κάποιοι φωνάζουν «οι ένοχοι στη φυλακή»/ ο φόβος παραφυλάει στις γωνιές των δρόμων/…

Ο μονόλογος κινείται στα χρώματα του μαύρου, εκτυλίσσεται στο μεγαλύτερο μέρος του κατά τη διάρκεια της νύχτας και μόνο οι ωραίες αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής και της νεότητας δίνουν χρώματα και φως στην αφήγηση. Ο Φιλέας Τετράζης γράφει λέξεις σε περιοχές που κυριαρχεί η σιωπή. Δίνει στον αλληγορικό του μονόλογο κοινωνική και πολιτική διάσταση· ένα «κατηγορώ» ενάντια στην αδικία και τη διαφθορά της σύγχρονης πολιτικής ζωής που θεωρεί υπεύθυνη για τη φτωχοποίηση του πληθυσμού και τα δεινά της χώρας.

Ο ποιητής δεν εγκαταλείπει βέβαια στο μονόλογό του την ανάλυση της ευάλωτης θέσης και της υπαρξιακής αγωνίας του ανθρώπου που δεν έχει τίποτα και είναι μόνος. Στον άστεγο η αγάπη για τη ζωή σμίγει με την απογοήτευση για την κατάστασή του. Και αν έχει πολλούς φίλους είναι και αυτοί χωρίς φτερά όπως μας λέει: Σε αυτή την πόλη απόχτησα/ πολλά αδέρφια/ κι αυτά όμως χωρίς φτερά…

Ο ίδιος εκφράζει πικρό παράπονο για την ανθρώπινη φύση, όταν αναρωτιέται γιατί /τα άστεγα σκυλιά του πάρκου/ δεν έχουν διαβάσει την Καινή Διαθήκη/ κι όμως αγαπούν αληθινά, ανυστερόβουλα τον άγνωστο «πλησίον».

Στις παρυφές των στίχων κάποιες φορές ακούγεται ένα αόρατο πλήθος να κραυγάζει «οι ένοχοι στη φυλακή». Σε κάποιο άλλο ποίημα, μέσα στους εφιάλτες του ο άστεγος ακούει το πλήθος να κινείται απειλητικά προς το μέρος του φωνάζοντας «σταυρωθήτω», σαν να αποζητά να εκτονώσει επάνω του την τυφλή οργή του για όλα τα δεινά, μετατρέποντάς τον σε εξιλαστήριο θύμα.

Άλλες φορές νιώθει να γεμίζει ο ίδιος μίσος. Οι λέξεις του τότε ακούγονται σκληρές και εξεγερμένες, το δίκαιο τον πνίγει, αλλά αμέσως μετά μετανιώνει: ο θυμός έριξε μέσα μου ρίζες/ που απλώθηκαν στο σώμα μου παντού/ στο νου μου στην καρδιά/ έγινα μια μάζα μίσους!/ Και ήθελα να γυρίσω ανάποδα/ την Πλατεία Συντάγματος/ να κόψω το κεφάλι του άγνωστου στρατιώτη/… Ο ύπνος με λυπήθηκε σιγά-σιγά/ όμως όλη τη νύχτα/ ένας χλωμός στρατιώτης είκοσι χρονών/ στεκόταν μπροστά μου όρθιος/ κρατώντας στα χέρια/ το κομμένο του κεφάλι…. Ορκίζομαι κανένα δεν μισώ, καταλήγει, ούτε το γεράκι με τον μαύρο μανδύα που κυνηγά τους αρουραίους στα χωράφια…

Σε μια παραβολική εκδοχή του μέλλοντος, η πόλη της Αθήνας εμφανίζεται σε παρακμή με σπίτια αμπαρωμένα, παράθυρα κλειστά και βραδινές περιπόλους αυξημένες. Το συναίσθημα του φόβου γεννιέται σε όσους έχουν ακόμα κάποια αγαθά: Πύκνωσαν τις περιπολίες οι φύλακες/ και οι καρδιές μισόκλειστες χτυπούν/ δίπλα στο χαμηλό φως της λάμπας/ φοβούνται γαρ/ Με κλειστά παράθυρα/ μοιάζουν σαν φυλακές τα σπίτια/ (ή μήπως είναι κιόλας;)… Κι απομείναμε σαν παρωδία/ οι άστεγοι στους δρόμους/ ως μόνοι ελεύθεροι στην Πόλη!

Ο ποιητής τονίζει την απομόνωση, τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου. Πιστεύει ότι πηγή της αδιαφορίας του για τα κοινά είναι η αίσθηση ότι δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα, γιατί στον τρισμέγιστο Κόσμο είναι μια τελεία… Περιπλανιέται μέσα στο λαβύρινθο που χτίσαν οι εχθροί του… Μια κατάσταση ισοπεδωτική που δεν αρμόζει στον ελεύθερο άνθρωπο. Την Επανάσταση λησμόνησέ την, γράφει, είναι με ατσάλινα καρφιά καθηλωμένη στον Καύκασο, παρέα με τον Προμηθέα και οι γύπες τρώνε ολημερίς τα σωθικά της…

Ωστόσο η ποίηση του αντιστέκεται! Μέσα από τις ρωγμές και τους φεγγίτες της μνήμης, αναπολεί μια πόλη ιδανική, μια πόλη ουτοπική που θα μπορούσε να είναι το σήμερα: Φαντάστηκα το δρόμο πιο φαρδύ/ να μπορούν τ΄άλογα να τρέχουν πλάι-πλάι/ και τα παράθυρα να είναι ανοιχτά/ σαν να χαμογελούν τα σπίτια στους διαβάτες που πάντα βιαστικοί κουνούν το χέρι σε σιωπηλό χαιρετισμό/ Στις βεράντες να μείνουν τα λουλούδια/ όπως είναι/ και στις πλατείες των θεών τ΄αγάλματα…

Η ποίηση του Φιλέα Τετράζη με τις υπερρεαλιστικές, παραβολικές εικόνες της δίνει διαστάσεις εξωπραγματικές και φαντασιακές στο κείμενο, με πολλές αναφορές στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και τα ελληνικά ιδεώδη. Με τον δικό του ευρηματικό τρόπο παρουσιάζει τη συνέχεια του χρόνου, φέρνει στο προσκήνιο τους αρχαίους θεούς, μεταφέρει την αρχαία μέσα στη σύγχρονη πόλη.

Έτσι, οι άστεγοι «είδαν», γιατί μόνο εκείνοι μπορούν ακόμα να βλέπουν θαύματα, τον Φοίβο Απόλλωνα να δακρύζει/ σαν είδε από τη στέγη της Ακαδημίας Αθηνών/ τους νέους με το αθλητικό σώμα/ τις κόρες με τα τρυφερά στήθη/ να φωνάζουν «οι ένοχοι στη φυλακή»/… φημολογείται επίσης ότι η θεά Αθηνά εγκατέλειψε την πόλη· ότι δεν την προστατεύει πια… Οι στίχοι ακούγονται σαν νέοι χρησμοί όταν προμηνύουν πως η Αθήνα θα χαθεί μέσα στη στάχτη της λήθης και μαζί της όσα η πόλη συμβολίζει: Η ολική καταστροφή όμως πλησιάζει/ το μίσος καιροφυλακτεί και η Αθήνα/ από τη στάχτη της λήθης/ θα καλυφθεί φοβάμαι/ όπως η Πομπηία απ’ τον Βεζούβιο/… Στο ποίημα του «Οι νεκροί» μιλάει για τα θύματα μιας άλλης πόλης που σήμερα ματώνει… Οχλοβοή και θάνατος/δεν έμαθα ποτέ/ πόσοι νεκροί πέσανε στη μάχη σώμα με σώμα/ πόσα χιλιόμετρα μάτωσε η πόλη/…

Είναι Μάης, γράφει ο ποιητής, όμως οι εφεδρείες του Χειμώνα ξαναγύρισαν πάλι και μπήκαν στην πόλη απ΄τα στενά της Πάρνηθας. Το ξημέρωμα ο άστεγος πεθαίνει από το κρύο! Το σώμα του στο παγκάκι μαρτυράει ότι υπήρξε και εκείνος ένα ανώνυμο θύμα της εποχής του, όπως ο άγνωστος νεαρός στρατιώτης που εμφανίστηκε στο όνειρό του... Αφήνει ως παρακαταθήκη τις λέξεις του.

Ο μονόλογος του άστεγου είναι μια μαρτυρία για τη νέα μορφή βίας που έχει πάρει η ανθρωπιστική κρίση στη εποχή μας. Μιλάει για τα σημάδια της σύγχρονης φθοράς, τη φτώχεια, τον πόλεμο που μαίνεται στις γειτονιές του κόσμου, τον ατομικισμό του ανθρώπου ως μια μορφή παραίτησης στη μοίρα. Επιζητεί επιστροφή στα ιδανικά εκείνα και στις μνήμες που θυμίζουν τον τρόπο που κερδήθηκαν οι αγώνες για τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου σε άλλες κρίσιμες εποχές· με συντροφικότητα και όραμα πρεσβεύει ο ποιητής.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

Σημ.:  Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αιολικά Γράμματα, τεύχος 293, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 2018. Εδώ αναδημοσιεύεται με μικρές αλλαγές. Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:



ΟΤΑΝ ΒΡΕΧΕΙ

Όταν βρέχει ανοίγω την ομπρέλα μου
και οι στάλες της βροχής που πάνω της χτυπούν
σαν νότες μουσικής ηχούν.
Μην επιμένετε τώρα να μάθετε
τα αισθήματά μου, τι εννοούν οι λέξεις
που βασανιστικά εκφέρω.

Ανοίξτε και σεις μιαν ομπρέλα αν θέλετε
ή τρέξτε κάτω απ’ τη δική μου
αν η συναυλία κρατήσει λίγο ακόμη.
Ελάτε κοντά μου
πριν ο κύκλος της μαγείας
σπάσει σαν κρύσταλλο
που έπεσε σε βράχο.



ΤΗ ΖΩΗ ΑΓΑΠΗΣΑ
Τη ζωή αγάπησα πολύ
κάποτε στο θρανίο του σχολείου
χάραξα το γράμμα ζήτα κεφαλαίο
και ο δάσκαλος δε θύμωσε καθόλου.

Κανένας δεν θύμωνε τότε
παρά μόνο το ποτάμι
όταν έβρεχε στα βουνά μας
το καταλαβαίναμε από το βουητό
και το θολό νερό του.
Το θολό νερό του που ταξίδευε
ώρες και ώρες
για να πλυθεί στη γαλάζια θάλασσα.

Με τις ωραίες μνήμες ξεχνιέμαι
είναι σαν μαλακό μαξιλάρι
που ακουμπά το πονεμένο μου κεφάλι.

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

"Γιούγκερμαν" του Μ. Καραγάτση στο θέατρο Πορεία

Πηγή φωτογραφίας: athinorama.gr
Ο Μ. Καραγάτσης είναι ίσως ο πιο αγαπημένος μου Έλληνας πεζογράφος – μαζί με τον Γιάννη Σκαρίμπα, καθένας για διαφορετικούς λόγους φυσικά. Έπρεπε λοιπόν να πάω να δω αυτήν την παράσταση, την οποία σκηνοθετεί ο εγγονός του αγαπημένου μου μυθιστοριογράφου, Δημήτρης Τάρλοου. Για το άλλο του έργο, τη «Μεγάλη Χίμαιρα» που είχε σκηνοθετήσει, η αλήθεια είναι ότι δεν είχα ακούσει καλά λόγια από ανθρώπους που ξέρουν, ήθελα όμως να διαπιστώσω του λόγου το αληθές ιδίος όμμασι.

Ας ξεκινήσω λέγοντας ότι το να μεταφερθεί σε μια θεατρική σκηνή ένα έργο το οποίο δεν γράφτηκε εξαρχής ως θεατρικό, είναι – όπως και να το κάνουμε – δύσκολο. Αυτό διαπιστώνεται σε όλες τις παρόμοιες παραστάσεις, ακόμη και στις συφοριασμένες «Μάγισσες της Σμύρνης». Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα πολυπρόσωπο και με πυκνή πλοκή πεζογράφημα, όπως ο «Γιούγκερμαν». Αυτό ίσως εξηγεί και το γεγονός ότι η παράσταση διαρκεί συνολικά περισσότερες από 3 ώρες (με το διάλειμμα).

Η σκηνή, προτού ξεκινήσει το έργο, είναι σχεδόν γυμνή – και έτσι παραμένει μέχρι το τέλος. Ο φωτισμός, ένας κινούμενος διάδρομος, διάφορες καταπακτές από και προς τον χώρο κάτω απ’ τη σκηνή, μια κουρτίνα που ανοίγει ευρηματικά σε ποικίλα κάθε φορά μέρη, καρέκλες, τραπέζια, πολυθρόνες και φωτιστικά που εμφανίζονται και εξαφανίζονται, όλα αναπαριστούν εξαιρετικά το εκάστοτε σκηνικό, με χαρακτηριστική απλότητα που προσθέτει κι άλλη ομορφιά στην παράσταση, απαλλάσσοντάς την από έναν «θόρυβο» που θα ήταν εντέλει περιττός. Η ύπαρξη ζωντανής μουσικής επίσης επενδύει όμορφα στα σημεία το έργο και κάνει την ατμόσφαιρα πιο ανάγλυφη.

Ο θίασος αποτελείται από 19 ηθοποιούς- αναπόφευκτα ορισμένοι παίζουν διπλούς και τριπλούς ρόλους, καθώς τα πρόσωπα που εμφανίζονται επί σκηνής είναι συνολικά 30 (αν μέτρησα σωστά). Η Ζέτα Μακρυπούλια, για παράδειγμα, υποδύεται τη μητέρα του Γιούγκερμαν, αλλά και την Ντάινα, σε ένα σκηνικό εύρημα που αξιοποιείται στο έπακρο. Ο Γιάννης Στάνκογλου είναι απλά εξαιρετικός στον ρόλο του Γιούγκερμαν, όπως και ο Χρήστος Μαλάκης στον ρόλο του συγγραφέα/φιλοσόφου Μιχάλη Καραμάνου. Η Θάλεια Σταματέλου, που υποδύεται τη Βούλα, αποτελεί κι αυτή τέλεια επιλογή. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους ρόλους, το κάστινγκ είναι απλά φανταστικό.

Πηγή: athinorama.gr
Όμως, τι γίνεται με το έργο αυτό καθαυτό; Πιστεύω ότι αν κάποιος δεν έχει διαβάσει τους δύο τόμους του «Γιούγκερμαν», δεν καταλαβαίνει όλα όσα θα μπορούσε να καταλάβει. Από αυτήν την άποψη, η παράσταση είναι υποδεέστερη του μυθιστορήματος. Σε αυτήν, αναπόφευκτα, τα γεγονότα παρουσιάζονται επιλεκτικά, σε όρους σημασίας, και σε γραμμική σειρά (αν και το έργο ξεκινάει με τον Γιούγκερμαν να επιστρέφει στο πατρικό του σε μεγάλη ηλικία και όλη η πλοκή μετατρέπεται αυτόματα σε ένα τεράστιο flashback), επομένως τα πολλαπλά επίπεδα του αφηγήματος του Καραγάτση δυστυχώς εκλείπουν από την παράσταση. Ωστόσο, υπάρχει ροή. Οι επιμέρους σκηνές καταφέρνουν να δεθούν σε ένα αρμονικό σύνολο που αναπαριστά τον χαρακτήρα και τα βασικά γεγονότα της ζωής του Γιούγκερμαν, αν και χωρίς το βάθος που θα χάριζε η άνεση μιας καλύτερης έκθεσης των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους και τα γεγονότα.

Παρ' όλα αυτά, ένα από τα κυρίαρχα ερωτήματα του έργου του Μ. Καραγάτση, η θέση του ανθρώπου σε σχέση με την αγάπη, αναδεικνύεται σωστά. Η πλατωνική αγάπη, ο πόθος, τα πάθη, ο σαρκικός έρωτας, η αναζήτηση του Ενός ή της Μίας, οι πολλοί τρόποι να μπορέσουμε εντέλει να αγαπήσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, είναι όλα εκεί. Και αυτός είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο ο θεατής φεύγει τελικά συγκινημένος από το θέατρο.


Χριστίνα Λιναρδάκη



Πηγή: athinorama.gr

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2019

Μια σημαντική έκθεση του Ιστορικού Αρχείου του Πανεπιστημίου Αθηνών

Από τις 15 Ιανουαρίου στο κτήριο του Ιστορικού Αρχείου του Πανεπιστημίου Αθηνών φιλοξενείται η έκθεση "Λογοτεχνικές Αρχειολογίες στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών". Η έκθεση περιλαμβάνει πρωτότυπα και σπάνια αρχειακά τεκμήρια σχετικά με τη φοιτητική ζωή και τη δράση μεγάλων Ελλήνων λογοτεχνών που πέρασαν από τα έδρανα του Πανεπιστημίου (ασχέτως αν τελικά αποφοίτησαν ή όχι), αλλά και καθηγητών που συνδέθηκαν με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εκάστοτε εποχής.

Μεταξύ των τεκμηρίων συγκαταλέγονται χειρόγραφα, επιστολές, φοιτητικοί φάκελοι, φωτογραφίες, καθώς και αποσπάσματα λογοτεχνικών κειμένων που συνδέονται με το πανεπιστήμιο, όπως το χειρόγραφο του ποιήματος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη που ο ίδιος εκφώνησε στις 25.3.1872 με την ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων τον ανδριάντα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου (το ποίημα του είχε παραγγείλει ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου, Ε. Καστόρχης).

Την επιμέλεια της έκθεσης έχει η Χάιδω Μπάρκουλα, ΕΔΙΠ, Ιστορικό Αρχείο ΕΚΠΑ, η οποία είχαμε την τιμή και τη χαρά να μας ξεναγήσει στην έκθεση. Σημαντική ήταν η παρατήρησή της ότι το υλικό που εκτίθεται είναι απλά ενδεικτικό. Εμείς θα λέγαμε ότι το να βλέπεις τις φωτογραφίες εποχής και τις υπογραφές τόσο λαμπερών αστέρων του ελληνικού λογοτεχνικού στερεώματος είναι οπωσδήποτε συγκινητικό. Ενδεικτικά κι εμείς πάντως, αναφέρουμε ορισμένα ονόματα των λογοτεχνών που σχετίζονται με το εκτειθέμενο υλικό:

Κωστής Παλαμάς, Εμμανουήλ Ροΐδης, Ιωάννης Πολέμης, Γεώργιος Δροσίνης, Λορέντσος Μαβίλης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πέτρος Αποστολίδης (Παύλος Νιρβάνας), Γρηγόριος Ξενόπουλος, Γεώργιος Σουρής (ο οποίος κόπηκε στις πτυχιακές εξετάσεις και κατόπιν έγραψε ποίημα, στο οποίο «στόλιζε» καταπληκτικά τους καθηγητές του, όπως μας πληροφόρησε η κα Μπάρκουλα), Ιωάννης Γρυπάρης, Άγγελος Σικελιανός, Τέλλος Άγρας, Στράτης Μυριβήλης, Αθανάσιος Πετσάλης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Πέτρος Χάρης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης (του οποίου η διδακτορική διατριβή αποτελεί επίσης έκθεμα), Λιλή Ιακωβίδου, Κώστας Καρυωτάκης, Μαρία Πολυδούρη, Νίκος Γκάτσος, Νάσος Δετζώρτζης, Οδυσσέας Αλεπουδέλης (Οδυσσέας Ελύτης), Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Αντώνης Σαμαράκης, Μένης Κουμανταρέας, Λίνος Πολίτης και πολλοί άλλοι.

Μπορείτε να πάρετε μια ιδέα του διαθέσιμου υλικού στην ιστοσελίδα του Ιστορικού Αρχείου του ΕΚΠΑ, αλλά και εδώ. Η έκθεση θα παραμείνει ανοικτή μέχρι τις 15 Φεβρουαρίου. Μέρες και ώρες επίσκεψης: Δευτέρα-Παρασκευή, 10.00-14.00. Μην τη χάσετε!


Χριστίνα Λιναρδάκη
Κατερίνα Τσιτσεκλή


Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Ένα διαβαλκανικό δημοτικό τραγούδι

Πηγή φωτογραφίας: laografiaparadosi.blogspot.com
Η παραλογή «Του νεκρού αδερφού» είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα δημοτικά τραγούδια και παρουσιάζεται σε πολλές παραλλαγές σε όλη την Ελλάδα. Όμως, το συγκεκριμένο δημοτικό τραγούδι είναι διαβαλκανικό. Παραλλαγές του συναντάμε και στις περισσότερες βαλκανικές χώρες.

Πριν παραθέσουμε τις διάφορες παραλλαγές [1], που συναντήσαμε, θα θέλαμε να τονίσουμε κάποια σημεία:

1) Τα ονόματα αλλάζουν ανάλογα με τη χώρα: Στην ελληνική παραλλαγή είναι ο Κωσταντίνος [2] και η Αρετή. Στην αλβανική, Κωσταντής και Δοκίνα. Στη σερβική και στη βοσνιακή, Γιόβαν και Γέλιτσα. Στη βουλγαρική, Λάζαρ και Πετκάνα. Στη ρουμανική, Σοφο-Κωσταντής και Βόικα.

2) Η παραλλαγή της Σερβίας είναι η ίδια που συναντάμε και στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη.

3) Το θανατικό, που αναφέρεται στην ελληνική παραλλαγή, το συναντάμε στις περισσότερες παραλλαγές αλλού ως πανούκλα και αλλού ως χολέρα.

4) Η ελληνική παραλλαγή, που παραθέτουμε εδώ δεν είναι από τις πιο γνωστές και έχει διαφορές από τις γνωστές ανθολογίες (Λίνου Πολίτη κ.ά.).

5) Οι χώρες που αναφέρονται εκτός από την Ελλάδα, είναι η Αλβανία, η Σερβία, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη, η Βουλγαρία, και η Ρουμανία. Στις υπόλοιπες χώρες της βαλκανικής δεν έχει βρεθεί κάποια παραλλαγή.

6) Στην παραλλαγή που συναντάμε στη Σερβία και στην Βοσνία και Ερζεγοβίνη παραλείπεται η σκηνή με τα πουλιά.

7) Η αλβανική παραλλαγή έχει τελείως διαφορετική εισαγωγή και η υπόθεση ξεκινάει από τον θάνατο των εννιά αδελφών.

Ας δούμε τα τραγούδια:


ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ (ΕΛΛΑΔΑ)
Μάνα με τους εννιά τους γιους και με τη μια σου κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη,
την είχες δώδεκα χρονώ κι ο ήλιος δεν την είδε·
στα σκοτεινά την έλουζες, στ’ άφεγγα την επλέκας,
στ’ άστρα και στον αυγερινό έφκιανες τα σγουρά της.
Οπού σε φέραν προξενιά από τη Βαβυλώνα
να την παντρέψεις στα μακριά, πολύ μακριά στα ξένα.
Οχτώ αδελφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει.

Δώσ’ τηνε μάνα, δώσ’ τηνε την Αρετή στα ξένα,
στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που παγαίνω,
να ‘χω κι εγώ παρηγοριά, να ‘χω κι εγώ κονάκι.
-Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, κι άσχημ’ απελογήθης·
κι αν μ’ έρθει, γιε μου, θάνατος, κι αν μ’ έρθει, γιε μ’, αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα για χαρά, ποιος θα με τηνε φέρει;

Τον Θεό της έβαλ’ εγγυτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει κι έρθει θάνατος, αν τύχει κι έρθει αρρώστια,
κι αν τύχει πίκρα για χαρά, να πάει να τη φέρει.
Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα,
και μπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι,
κι έπεσε το θανατικό κι οι εννιά αδελφοί πεθάναν,
βρέθηκ’ η μάνα μοναχή, σαν καλαμιά στον κάμπο.
Παιδάκια κοιλοπόνεσε, παιδιά δεν έχ’ κοντά της·
χορτάριασε η πόρτα της, πρασίνισε κι η αυλή της.
Στα οχτώ μνήματα δέρνεται, στα οχτώ μοιρολογάει,
στου Κωσταντίνου το θαφτό τις πλάκες ανασκώνει.

-Σήκω, Κωσταντινάκη μου, την Αρετή μου θέλω·
τον Θεό μου ‘βαλες εγγυτή και τους αγιούς μαρτύρους,
αν τύχει πίκρα για χαρά, να πας να με τη φέρεις.

Ο Κωσταντής ταράχθηκε ‘πο μέσα το μνημόρι·
κάνει το σύννεφ’ άλογο και τ’ άστρο σαλιβάρι,
και το φεγγάρι συντροφιά και πάγει να τη φέρει.
Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του,
βρίσκει την και χτενίζουνταν έξω στο φεγγαράκι.
Από μακριά τη χαιρετά κι από μακριά της λέγει:

-Περπάτησ’, Αρετούλα μου, κι η μάνα μας σε θέλει.
-Αλίμονο, αδελφάκι μου, και τι είν’ τούτ’ η ώρα;
Αν είναι ίσως για χαρά, να βάλω τα χρυσά μου,
κι αν είναι πίκρα, πες με το, να ‘ρθω καταπώς είμαι.
-Περπάτησ’, Αρετούλα μου, κι έλα καταπώς είσαι.

Στη στράτα που διαβαίνανε, στη στράτα που πηγαίναν,
ακούν πουλιά να κελαηδούν, ακούν πουλιά να λένε:

-Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρν’ αποθαμένος;
-Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
«Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρν’ αποθαμένος!»
-Λωλά πουλιά κι ας κελαηδούν, λωλά πουλιά κι ας λένε.
-Τι βλέπουμε τα θλιβερά, τα παραπονεμένα,
να περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους!
-Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
Πως περπατούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους.
-Πουλάκια είν’ κι ας κελαηδούν, πουλάκια είν’ κι ας λένε.
-Φοβούμαι σε, αδελφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις.
-Εχτές βραδύ επήγαμε πέρα στον Άη-Γιάννη,
και θύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι.

Και παραμπρός που πήγαιναν κι άλλα πουλιά τους λένε:

-Θεέ μεγαλοδύναμε, μεγάλο θάμα κάνεις,
τέτοια πανώρια λυγερή να σερν’ αποθαμένος.

Τ’ άκουσε πάλ’ η λυγερή και ράγισ’ η καρδιά της.

-Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια;
Πες με που ‘ν’ τα μαλλάκια σου, το πηγουρό μουστάκι;
-Μεγάλ’ αρρώστια μ’ έβρηκε, μ’ έριξε του θανάτου,
με πέσαν τα ξανθιά μαλλιά, το πηγουρό μουστάκι.

Βρίσκουν το σπίτι κλειδωτό, κλειδωμανταλωμένο,
και τα σπιτοπαράθυρα που ‘ταν αραχνιασμένα.

-Άνοιξε, μάνα μ’, άνοιξε και να την η Αρετή σου.
-Αν είσαι Χάρος διάβαινε κι άλλα παιδιά δεν έχω·
και μέν’ η Αρετούλα μου λείπ’ μακριά στα ξένα.
-Άνοιξε, μάνα μ’, άνοιξε κι εγώ είμ’ ο Κωσταντής σου·
εγγυτή σου ‘βαλα τον Θεό και τους αγιούς μαρτύρους
αν τύχει πίκρα για χαρά, να πάω να σε τη φέρω.

Ώσπου να βγει στην πόρτα της, εβγήκε η ψυχή της.

*

ΚΩΣΤΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΔΟΚΙΝΑ (ΑΛΒΑΝΙΑ)
Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
σφάξαν βόδι στο χωριό,
πήγα πήρα μιαν οκά,
το ‘ριξα στον τέντζερη.
Βγήκα μέχρι την αυλή
για να φέρω κούτσουρα,
να σου, ήρθε ένα στοιχειό
κι έπεσε στον τέντζερη
και φαρμάκωσε τους γιους μου,
εννιά γιους κι εννιά νυφάδες,
κι οι εννιά με τα μωρά τους.
Μου αδειάσαν εννιά κούνιες,
μου καήκαν εννιά προίκες,
εννιά όπλα βουβαθήκαν.
Κωσταντή, κακό ν’ ακούσεις
που την πάντρεψες στα ξένα
τη Δοκίνα μας, αλάργα,
πέρα από τρία βουνά.
Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
η Δοκίνα χόρευε.
Ο Κωσταντής βγήκε απ’ τον τάφο,
άλογό του έγιν’ η πέτρα,
και το χώμα σέλα του,
τρέχοντας πάει στη Δοκίνα.
-Καλώς ήρθε, αδερφέ μου.
Αν μου ήρθες για καλό,
να ντυθώ σαν γερακίνα,
κι αν μου ήρθες για κακό,
να ντυθώ σαν καλογριά.
-Έλα, αδερφή, ως είσαι.
Στ’ άλογο την ανεβάζει,
τα πουλιά στο δρόμο λέγαν:
-Τσιλιβίου, βίου, βίου
ίσως να ΄ναι ο αγέρας.
-Είδατε; Δεν είδατε;
Περπατάει λευκή πουλάδα,
η ζωντανή με τον νεκρό.
Φτάσανε στην εκκλησία:
-Πήγαινε, εσύ, Δοκίνα,
εγώ πάω στο άγιο βήμα,
το ‘χω εκεί το σπίτι μου.
Πήγε χτύπησε την πόρτα:
-Ποιος να είναι που χτυπάει;
Μήπως μια κακιά γυναίκα,
μήπως η ίδια η χολέρα,
που μου πήρε τα παιδιά μου;
-Μάνα, άνοιξε την πόρτα,
η μοναχοκόρη σου είμαι.
-Και ποιος σ’ έφερε, Δοκίνα;
-Μ’ έφερε ο Κωνσταντίνος.
Τι μου λες, ο Κωνσταντίνος,
τρία χρόνια μες στο χώμα
και δεν έλιωσε ακόμα;
Στο κατώφλι η μια κι η άλλη
σπάσαν σαν κρασιού φιάλη.

(Μετάφραση: Ανδρέας Ζαρμπαλάς)

*

Η ΚΟΡΗ ΚΑΙ Τ’ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΗΣ (ΣΕΡΒΙΑ, ΒΟΣΝΙΑ & ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗ)
Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια την κόρη,
την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη,
τους τάιζεν και τους πότιζεν, ώσπου να μεγαλώσουν.
Φτάσαν οι γιοι της για γαμπροί κι η κόρη της για νύφη,
κι ήρθαν να τη γυρέψουνε οι τρεις προξενητάδες.
Ο Στρατηγός κι ο Δέσποτ0ας, από τους ξένους τόπους,
κι ο τρίτος ο προξενητής, ένας συγχωριανός τους.
η μάνα λέει να παντρευτεί δικό τους συντοπίτη,
κι οι εννιά αδελφοί προκρίνουνε να πάει μακριά στα ξένα.
Στη Γέλιτσα, γλυκόλογα, της ζαχαρομιλούνε:
«Τραβ’ αδελφούλα στ’ ανοιχτά, στου Δέσποτα τα ξένα,
κι εμείς κοντά σου θα ‘μαστε του χρόνου κάθε μήνα,
κάθε βδομάδα του μηνός θα ‘ρχόμαστε κοντά σου.»
Κι υπάκουσεν τ’ αδέλφια της, τ’ αγαπημένα αδέλφια,
και πήγε και παντρεύτηκε, μακριά, στους ξένους τόπους.
Και μπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι,
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδελφοί πεθάναν,
κι έμειν’ η μάνα μοναχή, σαν καλαμιά στον κάμπο,
για τρεις ολάκαιρες χρονιές στηθοδερνόνταν μόνη.
Μακριά, στα ξένα, η Γέλιτσα έκλαιγε τον καημό της:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο;
Τι να ‘πραξα στ’ αδέλφια μου και πώς να τα ‘χω βλάψει,
που χρόνους τρεις στο σπίτι μου δεν ήρθαν να με δούνε;»
Κι οι συννυφάδες γύρα της πικρά της απαντούσαν:
«Ποιος ξέρει τι τους έκανες, κακούργα συννυφάδα,
το φταίξιμό σου θα ‘ν’ βαρύ, θα ‘ναι πολύ το κρίμα,
που πια μήτε στα μάτια τους δεν θένε να σε δούνε.»
Τ’ ακούει και σκούζ’ η Γέλιτσα, πλαντάζει από το κλάμα,
το δάκρυ ανάβει το πρωί και το κρατεί ως τη νύχτα.
Της κόρης το παράπονο, Θεός ψηλά τ’ ακούει
κι έστειλε δυο αγγέλους του να την παρηγορέσουν.
«Στη γης θα κατεβείτε ευθύς, κάτου στο κοιμητήρι,
στο μνήμα θα τραβήξετε, του Γιόβαν το κατάσπρο,
του πιο μικρού της αδελφού, του κανακάρη Γιόβαν.
Εκείθε θα φυσήξετε με την αγία πνοή σας,
κι άλογο ζωντανέψτε του του τάφου τα λιθάρια,
γλυκές ζυμώστε λιχουδιές από το μαύρο χώμα,
δώρα καλά, δώρα λαμπρά κόψτε απ’ τα σάβανά του,
και φτιάξτε τον και σιάξτε τον να πάει στην αδελφή του.»
Φτάνουν ταχείς σαν αστραπή στο κοιμητήρι οι αγγέλοι,
στον άσπρο τάφο τράβηξαν του κανακάρη Γιόβαν,
κι απ’ τα λιθάρια τ’ άτι του φκιάξαν να καβαλήσει,
μ’ άγια πνοή που φύσηξαν τον Γιόβαν ζωντανέψαν,
γλυκές ζυμώσαν λιχουδιές από το μαύρο χώμα,
και δώρα καλοταίριαξαν από το σάβανό του,
να πάει στη Γέλιτσα τρανός, να τον καλοδεχτούνε.
Στράτα τη στράτα διάβηκε γοργά ο ξεψυχισμένος,
κι έφτασε και τον είδανε στου παλατιού τ’ αγνάντι,
στη Γέλιτσα μηνύσανε κι έτρεξε να τον εύρει,
στον δρόμον εκατέβηκεν να τον προϋπαντήσει,
κι ως σμίγει η λύπη τη χαρά, τα μάτια της δακρύζουν.
Σφιχτογλυκαγκαλιάζονται, στο μάγουλο φιλιούνται,
και του ξομολογήθηκε την πίκρα, τον καημό της.
«Νυφούλα σαν με δώσατε πολύ μακριά στα ξένα,
δεν τάξατε, αδέλφια μου, που ήμουν μικρή και μόνη,
κάθε βδομάδα του μηνός πως θα ‘ρχεστε κοντά μου;
Σήμερα κλείνουν χρόνοι τρεις, δεν ήρθατε ποτέ σας.»
Κι άλλαξε λόγια και καημό, κι απόσωσεν μιλώντας:
«Φοβούμαι σε, αδελφούλη μου, που ‘χεις πολύ μαυρίσει,
μου μοιάζει από του Χάροντα να ‘χεις σε μένα φτάσει.»
Παίρνει φωνή, λαλεί φωνή, μιλά ο ξεψυχισμένος:
«Σώπα, αδελφή, ξορκίζω σε, στων ουρανών τον Κύρη!
Πού να ‘ξερες τα βάσανα που μου ‘στειλεν η μοίρα,
μέχρι τα οχτώ τ’ αδέλφια μας να τα καλοπαντρέψω,
και τις οχτώ νυφούλες μας, όλες να τις φροντίσω,
κι αφού τους καλοπάντρεψα, τίποτε μην τους λείψει,
έχτισα με τα χέρια μου εννιά λευκά σπιτάκια.
Τώρα, αδελφούλα μου, νογάς, που ‘χω πολύ μαυρίσει.»
Τρεις μέρες πέρασαν μαζί, μες στο λευκό τρεις μέρες,
κι η Γέλιτσα όλο βιάζονταν μαζί να ταξιδέψουν,
και δώρα ετοίμασε ακριβά, όλο αρχοντιά και χάρη,
μεταξωτά πουκάμισα των αδελφών διαλέχνει,
και για τις νύφες της, χρυσές βέρες και δαχτυλίδια.
Μα ως έλεε να κινήσουνε, τη σταματούσ’ ο Γιόβαν:
«Μη φύγουμε, αδελφούλα μου, στο σπίτι μας να πάμε
εδώ πριν έρθουν να σε δουν και τ’ άλλα μας τ’ αδέλφια.»
Μα η Γέλιτσα δεν θέλησε τα λόγια του ν’ ακούσει,
τ’ αρχοντικά τα δώρα της μαζώνει για να φύγουν.
Και θέλοντας μην θέλοντας, ξεψυχισμένε Γιόβαν,
ακολουθάς την αδελφή που πάει στο σπιτικό σας.
Στο σπίτι ως κοντοζύγωναν, στην εκκλησιάν απ’ όξω,
μαύρη φωνή, τρόμου φωνή σέρνει ο ξεψυχισμένος:
«Περίμενε αδελφούλα μου, στην εκκλησιά για να ‘μπω
γιατί σαν τον παντρέψαμε τον μεσιανό αδελφό μας,
το δαχτυλίδι μου ‘πεσε κι η αρραβώνα εχάθη,
χρυσάφι ατόφιο, διαλεχτό και πάω για να το ψάξω.»
Και μες στο μνήμα μπαίνοντας ο Γιόβαν αφανίστη.
Κι η Γέλιτσα καρτέραγεν στην εκκλησιάν απ’ όξω
και πρόσμενε τον αδελφό, τον πεθαμένο Γιόβαν.
Ώρα πολλήν καρτέραγε, μπήκε να τον γυρέψει.
Στο κοιμητήρι είδεν εννιά και νιόσκαφτους τους τάφους,
και το μαντάτο το πικρό δαγκάει τα σωθικά της,
που ο Γιόβαν πάει στου Χάροντα, με τ’ άλλα της τ’ αδέλφια.
Ευθύς κι αμέσως κίνησε στο σπίτι της να φτάσει,
κι έφτασε μόνη κι έρημη στη θύρα την κλεισμένη,
κι ακούει κοράκους κρώζουνε, κοράκους και θρηνούνε
κι ουδέ κοράκοι κρώζουνε, κοράκοι ουδέ θρηνούνε,
μόν’ είν’ ο θρήνος ο γοερός της γερασμένης μάνας.
Κλειστά παραθυρόφυλλα, μανταλωμένη η θύρα
και μ’ άσπρη μίλησε λαλιάν απ’ τ’ άσπρο της λαρύγγι:
«Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάνα,
δεν είμαι ο πικροχάροντας, η θυγατέρα σου είμαι,
κι ήρθα κοντά σου, η Γέλιτσα, από τους ξένους τόπους.»
Κατέβηκεν η μάνα της, την πόρτα της ανοίγει
και ξέσπασαν και δόθηκαν στο δάκρυ το μεγάλο,
κι αφού σφιχταγκαλιάστηκαν με τα λευκά τους χέρια,
κι οι δυο στη γης επέσανε, κι οι δυο ξεψυχισμένες.

(Μετάφραση: Ηλίας Λάγιος, Ισμήνη Ραντούλοβιτς)

*

ΛΑΖΑΡ ΚΑΙ ΠΕΤΚΑΝΑ (ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ)
Που το ‘δαν και π’ ακούστηκε
γυναίκα να γεννάει
γιους τριδυμάρια τρεις φορές,
να κάμει εννιά αδέλφια,
εννιά αδέλφια τρίδυμα,
μια κόρη, την Πετκάνα.
Κι η μάνα όλα τα πάντρεψε
και νοικοκύρεψέ τα,
μόν’ η Πετκάνα έμεινε
κι ήρθαν να τη γυρέψουν,
για την Πετκάνα έρχονται
δέκα χωριά απ’ αλάργα.
Μα την Πετκάνα η μάνα της
μακριά πολύ δε δίνει.
Μήτ’ η Πετκάνα θενά ‘ρθει
μήτε θα πάει κι η μάνα.
Κι ο Λάζαρ ο τρανός της γιος
της μάνας του της λέγει:
-Για δώσ’ τη, μάνα, δώσ’ τηνα
κι είμαστε εννιά αδέλφια
κι αν μια φορά ο καθένας μας
σε πάει στην Πετκάνα,
εννιά φορές θενά τη δεις
κι εννιά φορές θα γίνει.
κι η μάνα του τον άκουσε,
ταίριαξε την Πετκάνα.
Την Πέτκα νοικοκύρεψε
δέκα χωριά αλάργα.
Με γάμο και αν ήρθανε
να πάρουν την Πετκάνα,
κλαίγ’ η Πετκάνα, μύρεται,
δε στέργει να τη δώκουν
τι ‘ταν μακριά, πολύ μακριά,
δέκα χωριά αλάργα.
Σαν βγήκ’ η Πέτκα απ’ την αυλή
μαύρη πανούκλα μπήκε.
Τους σκότωνε, τους σκότωνε
η μαύρη η πανούκλα,
τα σκότωσε, τα ξέκανε,
και τα εννιά αδέλφια
κι εννιά νυφάδες, όλες νιες –
αφήκ’ εννιά αγγόνια.
Σαν ήρθε ψυχοσάββατο
χύν’ το κρασί η μάνα,
χύν’ το κρασί στα μνήματα
κι όλους τους μνημονεύει,
στου Λάζαρου τα χώματα
κρασί δε χύν’ η μάνα,
δε χυν’ η μάνα το κρασί,
δεν τόνε μνημονεύει,
βαριά πολύ η μάνα του
τον Λάζαρ καταριόταν:
-Να γκρεμνιστείς, μπρε Λάζαρε,
η γης να μη σε στέργει
που την Πετκάνα μ’ έδωκες
και γνωριμιά δεν έχω,
μήτε να πάγω δύναμαι
μήτε κι η Πέτκα να ‘ρθει.
Κι ο Λάζαρ απ’ το μνήμα του
τον Θεό παρακαλούσε:
-Θε μου, ακούς και βλέπεις πως
η μάνα μ’ με γκρεμίζει;
Για δώσ’ μου, Θεέ μου, δώσε μου
χώμα-αλαφρό κορμάκι
κιβούρι-γρήγορο φαρί
κι αυτό το σταυρουλάκι
κάμε το κίτρινο φλασκί
να πάγω στην Πετκάνα.
Να πάγω, Θε μου, να τη βρω
στη μάνα να τη φέρω,
τι μένα η μανούλα μου
πολύ με καταριέται.
Και το παράπονο ο Θεός
περίσσα επόνεσέ το.
Το ‘καμ’ ο Κύριος, το ‘καμε:
Χώμα-αλαφρό κορμάκι
κιβούρι-γρήγορο φαρί
κι αυτό το σταυρουλάκι
το ‘καμε κίτρινο φλασκί
κι ο Λάζαρ σκώθη, πάει.
Τη θύρα όντας έκρουσε
σκώθη κι ανοίγ’ η Πέτκα
κι όντας η Πέτκα τον θωρεί
τον πιάνει απ’ το χέρι.
Το χέρι του ασπάζεται,
το χέρι του φιλάει.
Το χέρι μούχλα μύριζε
γη μαύρη, χωματίλα
κι η Πέτκα λέει του Λάζαρου:
-Αδέλφι μ’, μπάτε [3], Λάζαρε,
μούχλα τι μου μυρίζεις;
Κι ο Λάζαρος με πονηριά
γελούσε την Πετκάνα:
-Πέτκα, Πετκάνα, αδελφή μ’,
απ’ την αυλή σαν βγήκες,
η μάνα μας ξεχώρισε
και χτίσαμε εννιά σπίτια.
Βαριά σανίδια σκώσαμε,
γι’ αυτό μυρίζω μούχλα.
Γι’ άιντε Πετκάνα, αδελφή μ’,
κι η μάνα είν’ στο στρώμα,
κάνε τηνέ προφταίνουμε
κάν’ όχι και πεθαίνει.
Κι η Πέτκα συγυρίστηκε
και πήρανε τη στράτα.
Πηγαίναν όπου πήγαιναν,
η Πέκτα λέει στον Λάζαρ:
-Λάζαρε, μπάτε Λάζαρε,
μούχλα τι μου μυρίζεις;
Μούχλα μυρίζεις, μαύρη γη,
κι είν’ το σαγιάκι σ’ σάπιο;
-Πέτκα, Πετκάνα, αδελφή μ’,
στη στράτα όπου μπήκα
δροσό του θέρου έπεσε,
μούσκεψε το σαγιάκι μ’,
το ρούχο δεν το στέγνωσα,
γι’ αυτό έχει σαπίσει.
Πηγαίναν όπου πήγαιναν,
περνούν πράσινο δάσος
κι ένα πουλάκι λάλησε:
-Θεούλη μ’, Κύριε Ύψιστε,
που το ‘δαν και π’ ακούστηκε
να περπατεί αντάμα
ο ζωντανός ο άνθρωπος
με τον αποθαμένο!
Κι η Πέτκα λέει του Λάζαρου:
-Λάζαρε, μπάτε Λάζαρε,
τι ‘ν’ τούτο, αδέλφι Λάζαρε,
που το πουλί λαλούσε:
Που το ‘δαν και π’ ακούστηκε
να περπατεί αντάμα
ο ζωντανός ο άνθρωπος
με τον αποθαμένο!
Κι ο Λάζαρος της έλεγε:
-Περπάτα, αδελφούλα,
εδώ είν’ δάσος πράσινο
πο’ ‘χει λογιών πουλάκια
π’ όλες τις γλώσσες τις μιλούν
και τις καταλαβαίνουν.
Πηγαίναν όπου πήγαιναν,
χωράφια θερισμένα,
μόν’ τα δικά τους κάθουνται.
Κι η Πέτκα λέει στον Λάζαρ:
-Λάζαρε, αδέλφι μ’, τα σπαρτά
όλα τους θερισμένα
και τα δικά σας κάθουνται;
Κι ο Λάζαρος της απαντά:
-Περπάτα, αδελφούλα μου,
κι εχτίσαμ’ εννιά σπίτια,
βαθιά κατώγια σκάψαμε,
χωράφια δεν θερίσαμ’.
Κει που θενά ‘μπουν στο χωριό
στην Πέτκα λέει ο Λάζαρ:
-Πάν’, αδελφούλα, σπίτι μας
και σα ρωτήσ’ η μάνα
κόρη μου ποιος σε έφερε,
ευθύς να απαντήσεις:
Ο μπάτε Λάζαρ μ’ έφερε.
Κι αν δεις πως δεν πιστεύει,
να, παρ’ την αρραβώνα μου,
το ασημοδαχτυλίδι,
τ’ αρραβωνοδαχτύλιδο
δώσ’ της το ασημένιο
που η μάνα μου τ’ αγόρασε
για τ’ αρραβώνισμά μου.
Δώσ’ της το δαχτυλίδι μου
κι αυτή θα σε πιστέψει.
Εγώ θα πάω αδελφή μ’
ως τον ψηλό το λόφο,
σπαρτό μεγάλο που ‘χουμε
κι είν’ μισοθερισμένο.
Πήγ’ η Πετκάνα σπίτι τους,
κλαίγαν εννιά αγγόνια,
η μάνα της τα ‘σύχαζε
κι η Πέτκα της φωνάζει:
Σήκω, μανούλα, κι άνοιξε,
έλα μου, σήκω, μάνα.
Κι η μάνα της εχούγιαξε
‘πό μέσ’ από το σπίτι:
-Πανούκλα, δεν σου έφτανε
μπρε συ μαύρη πανούκλα,
πανούκλα που μου ξέκαμες
εννιά τρίδυμα αδέλφια
κι εννιά νυφάδες όλες νιες,
μόν’ έρχεσαι ακόμα,
μπρε συ πανούκλα έρχεσαι
για εννιά μικρά αγγόνια;
-Σήκω, μανούλα, κι άνοιξε,
έλα μου, σήκω, μάνα,
δεν είμαι ‘γώ, μανούλα μου,
η μαύρη η πανούκλα,
μόν’ είμαι η θυγατέρα σου,
η κόρη σου η Πετκάνα.
Τότες η μάνα άνοιξε
και στην Πετκάνα κρένει:
-Κόρη μου, ποιος να σ’ έφερε,
δεν σ’ είδαμ’ εννιά χρόνια.
-Ο μπάτε Λάζαρ μ’ έφερε.
Κι η μάνα της της λέγει:
-Ψέματα, θυγατέρα μου,
λέγε σ’ όποιονε θέλεις,
τη μάνα σ’ όμως δεν μπορείς
με ψέματα να παίζεις.
Ο Λάζαρ το αδέλφι σου
πάν’ τώρα εννιά τα χρόνια,
Πετκάνα, που τον ξέκαμε
η μαύρη η πανούκλα.
Κι η Πέκτα λέει στη μάνα της:
-Σα δε πιστεύεις, μάνα,
να, πάρ’ την αρραβώνα του,
τ’ ασημοδαχτυλίδι,
τ’ αρραβωνοδαχτύλιδο
που του ‘χεις αγοράσει.
Και η γριά μανούλα της
βλέπει το δαχτυλίδι,
και τότε την επίστεψε
την κόρη της Πετκάνα.
Κι οι δυο αντάμα κλαίγανε
ώσπου κι οι δυο αποθάναν.

(Μετάφραση: Δημήτρης Άλλος)

*

ΤΗΣ ΒΟΪΚΑΣ (ΡΟΥΜΑΝΙΑ)
Καλό μπουμπουκάκι,
να σου μου που εφάνη
σε χαράδρας χείλι
έμορφο σπιτάκι
με τα εννιά κελάρια,
κι εννιά κρεβατίνες,
με τζάμια στον ήλιο.
Ποια μένει στο δώμα;
Μάνα γερασμένη:
Μάλλινο ζουνάρι,
μπλούζα κεντημένη,
τρίχα σαν καμήλας,
δόντια δυο στο στόμα.
Κι είχε ετούτ’ η μάνα
εννιά γιους τρανούς,
δρακοντόσπορους,
και μια θυγατέρα
που όλους κάνει πέρα.
Πιο μεγάλος, ποιος;
Σοφο-Κωσταντής,
ο πρωτότοκός της,
ο πλιο μυαλωμένος
κι ο πλιο αντρειωμένος.
Καλά που περνούσαν,
καλά που ευτυχούσαν·
να σου όμως μια μέρα
εις τη θυγατέρα
φτάν’ πραματευτάδες,
φτάν’ προξενητάδες,
όλοι τους Γραικοί
απ’ Ανατολή,
τρισκατάρατοι!
Τη Βόικα ζητάνε·
μάνα δεν τη δίνει.
Σοφο-Κωσταντής
κύρης, νοικοκύρης
τότε λέει το εξής:
-Μάνα μου, μανούλα,
δώσ’ τους τη Βοϊκούλα,
τη γλυκιά κορούλα,
τη γλυκιά αδελφούλα,
τι έφτασεν η ώρα
να ντυθεί νυφούλα.
Κι εγώ θα σ’ τη φέρνω
τρεις βολές χειμώνα,
και πέντε το θέρος,
όποτε τη θες
κι έχουμε γιορτές.
Μάνα τον ακούει
και την κόρη δίνει·
μα πανούκλα φτάνει
και χτυπάει το σπίτι,
όλους τους θερίζει,
μέν’ η μάνα έρμη.
και τι κάνει τότε;
Τη μεγάλη Πέμπτη
παίρνει θυμιατήρι,
και πάει με λιβάνι
ως το κοιμητήρι·
μνήμα με το μνήμα,
σταυρό το σταυρό,
όλους λιβανίζει,
όλους τους φροντίζει,
μέχρι να σταθεί
κι ετούτα να πει:
-Γιε μου, Κωσταντή,
μήτε σε φροντίζω,
μη σε λιβανίζω
όπως τους λοιπούς
κάτω απ’ τους σταυρούς.
Σίδερο κι ατσάλι
πρότερα ας μουχλιάσουν,
πρότερα ας σκουριάσουν,
μόν’ του σώματός σου
οι σάρκες μη λιώσουν
πριχού να μου φέρεις
γλυκιά θυγατέρα,
τη Βόικα, εδώ πέρα!
Ξόρκι τον αγγίζει,
να σου η γης ραγίζει
κι από μέσα βγάνει
την κάσα τη μαύρη
που γίνεται άτι·
κι είν’ το σάβανό του
σκουτί στ’ άλογό του·
ο σπάγκος του, πάλι,
λουρί για το ιππάρι·
τα δεσίματά του
ατιού χαλινάρι.
Κι αυτός αποχτάει
κορμί και πηδάει
πηδάει και πετάει.
Να σου τον, κινάει
μέσ’ από νυχτιές
κι άγιες εκκλησιές,
στη Βόικα να πάει.
Και στη Βόικα φτάνει:
το χορό αυτή σέρνει,
πεσκίρια μοιράζει,
τα όργανα προστάζει.
Στο χορό κειός έμπαινε
και σιμά της χόρευε.
Κι εκείνη τι του ‘λεγε;
Λεβέντη μ’ καλέ,
μωρ’ τι σ’ έπιασε
στο χορό να μπεις,
σιμά μου να ‘ρθεις;
Ξέρεις η δεν ξέρεις
που ‘χω εννιά κουνιάδους,
εννιά τρανούς δράκους,
δέκατος ο άντρας μου,
που τους βάζει κάτω!
-Εννέα κι εμείς,
και δέκατη εσύ.
Σώπα, ω αδερφή,
είμαι ο Κωσταντής
Ο μαυρομουσάτος,
ο μυαλό γεμάτος.
Τι ‘πε τότε κείνη;
-Αν είσαι ο που λες,
το γένι σου, πες,
που μου τ’ άφησες;
-Τ’ άφησα στο μνήμα,
τάμα μου και σήμα,
απ’ τη ζώνη την αρπάζει,
στο φαρί την ανεβάζει.
Τ’ άλογο πηδάει,
πηδάει και κινάει
μέσ’ από νυχτιές
κι άγιες εκκλησιές.
Πάνου στα κλαράκια
κελαηδάν πουλάκια:
«Ποιος θα ματαδεί
πλια να κουβαλάει
νεκρός ζωντανή;»
Η Βόικα γροικάει
κι έτσι του μιλάει:
-Τ’ ακούς, Κωσταντή;
Ποιος θα ματαδεί
πλια να κουβαλάει
νεκρός ζωντανή;
Κείνος απαντάει:
Καλή μου αδερφή,
τούτα είναι πουλάκια,
στα κλαράκια επάνου
κελαηδάν στιχάκια
για τα κρίματά μου!
Και το σπίτι φτάνουν
μπρος στη θύρα κράζουν:
-Καλή μου μανούλα,
άνοιξε πορτούλα·
φέρνω τη Βοϊκούλα,
δικιά μου αδερφούλα·
δική σου κορούλα,
ντέρτι στην καρδούλα!
Η μάνα αγροικάει
και τούτα απαντάει:
-Χάσου, αερικό,
με τον πειρασμό·
χάσου, Λάμια δόλια,
που με γαλιφιές
ρήμαξες ζωές·
και τώρα θες να ‘ρθεις
κι εμένα να πάρεις,
φωτιά να σε κάψει!
Κείνος λέει αυτά:
-Βόικα μου, αδερφή,
μείνε συ εδωνά,
θα ‘χεις άνοιγμα·
Πηγή εικόνας: sploumi.blogspot.com
τι εγώ πάω κεί
να δέσω φαρί,
να λιώσω κορμί,
ο αιών να με ζει!
Κράζει η κόρη, κράζει,
του κάκου φωνάζει.
Δαχτυλίδι βγάνει,
το πετά απ’ το τζάμι.
Μάνα το γνωρίζει
και τη θύρα ανοίγει.
Στο κατώφλι σμίγουν,
αγκαλιές ανοίγουν,
κι ό,τι που ανταμώνουν
κι οι δυο μαρμαρώνουν.
πια θα τις θυμούνται
μες στην οικουμένη
όσο ο ήλιος βγαίνει.

(Μετάφραση: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς)


Επιλογή και σχόλια:
Θεοχάρης Παπαδόπουλος

Παραπομπές:
1) Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Αίμος ανθολογία βαλκανικής ποίησης, εκδόσεις: Οι φίλοι του περιοδικού «ΑΝΤΙ», Αθήνα 2007.
2) Κωσταντίνος αντί Κωνσταντίνος. Σε όλες τις παραλλαγές χρησιμοποιείται η ορθογραφία, που υπάρχει στο πρωτότυπο.
3) Μπάτε: Προσφώνηση του μεγαλύτερου αδελφού στα βουλγαρικά.


Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

"O Συλλέκτης – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο" του Soloúp

Πριν από έναν χρόνο περίπου, έγραφα για το εικονογραφημένο μυθιστόρημα (graphic novel) Γρα-Γρου, δίνοντας συγχαρητήρια στις εκδόσεις Ίκαρος για το εγχείρημα της έκδοσής του. Οφείλω να τους ξαναδώσω συγχαρητήρια, για ένα άλλο graphic novel αυτήν τη φορά, το Ο Συλλέκτης – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο του Soloúp. Βέβαια, ο όρος graphic novel σε αυτήν την περίπτωση χρησιμοποιείται κάπως καταχρηστικά, αφού το βιβλίο δεν περιέχει μυθιστόρημα, αλλά μία συλλογή διηγημάτων.

Είναι ωστόσο μια πολύ ιδιαίτερη συλλογή: και τα έξι διηγήματα που την απαρτίζουν περιστρέφονται γύρω από το ίδιο θέμα, δηλαδή το διαζύγιο ενός ζευγαριού και την επακόλουθη απόσταση ανάμεσα στον πατέρα και την κόρη ή τον «παράλογο πόλεμο χαρακωμάτων εκεί που κάποτε υπήρχε αγάπη», όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο. Ιδιαίτερη είναι επίσης η συλλογή για έναν ακόμη λόγο: το ένα εκ των πέντε διηγημάτων είναι παραμύθι, πιο συγκεκριμένα μια ανασκευή της ιστορίας της Κοκκινοσκουφίτσας και του Κακού Λύκου (όπου "συντρέχουν" σχεδιαστικά και δύο χαρακτήρες από την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, ο λαγός και ο καπελάς), στην οποία η Κοκκινοσκουφίτσα σκοτώνει τον Κακό Λύκο χωρίς τη βοήθεια του κυνηγού, μόνη της – δεν θα γράψω ποιοι δύο χαρακτήρες του κύριου θέματος είναι ποιοι στην ανασκευή, αλλά οι πιο ευφάνταστοι από εσάς μπορεί ήδη να το μαντέψατε και να νιώσατε βέβαια μια μερίδα των συναισθημάτων που προκαλεί αυτό που μόλις σκεφτήκατε.

Γενικά, η απεύθυνση του Συλλέκτη στο συναίσθημα είναι βαθιά. Ίσως αυτό συμβαίνει επειδή οι αποστάσεις είναι πάντα οδυνηρές και συχνά δεν είναι εφικτό να μετρηθούν· πολλές φορές είναι μόνο ψυχικές - ιδίως αυτές δηλαδή  που είναι οι πιο μακρινές και δυσβάσταχτες. Γι’ αυτού του είδους τις αποστάσεις μιλά το βιβλίο και για την εξεύρεση του καταλληλότερου μέτρου ώστε να γίνει δυνατός ο υπολογισμός τους, έστω και κατά προσέγγιση. Προς αυτόν τον σκοπό προσφέρονται διάφορα ευφάνταστα σταθμά: πεταλούδες, γραμματόσημα, δαχτυλήθρες, δόντια, αριθμοί πινακίδων ταξί· σκιές και μαύρες τρύπες· μια παρέα στο καφενείο, ένα καναρίνι, δύο φίλοι που ψυχραίνονται για ασήμαντη αιτία, η πόρτα μιας πολυκατοικίας που ανοίγει για μια φευγαλέα «καλημέρα» μέσα απ’ το τζάμι του ταξί. Αυτά που μένουν στον πρωταγωνιστή – και στον αναγνώστη σαν αίσθηση – είναι εντέλει η απώλεια, η μοναξιά και η λαχτάρα, δηλαδή όλα όσα φτιάχνουν μία από τις τρομερότερες όψεις της αγάπης.

Ο λόγος βασίζεται σε διαλόγους που πλαισιώνουν τα ασπρόμαυρα σκίτσα – εξαίρεση σε αυτά, το παραμύθι, το οποίο δίνεται με χρώμα. Μεταξύ των διαλόγων, παρεμβάλλεται σε ορθογώνια πλαίσια η φωνή ενός παντογνώστη αφηγητή και αυτή η υιοθέτηση μιας κυρίαρχης σύμβασης του πεζού λόγου κάνει το βιβλίο εξόχως υβριδικό και προσθέτει στην επιτυχία του. Η πολυπρισματικότητα μέσα από την οποία παρουσιάζεται το ένα και μοναδικό θέμα που εξερευνά ουσιαστικά ο Soloúp μας θυμίζει ότι υπάρχουν πάρα πολλές αναγνώσεις της πραγματικότητας, οι οποίες ορισμένες φορές συγκλίνουν στα βασικά σημεία – και άλλες φορές όχι. Επιπλέον, τα επιμέρους διηγήματα λειτουργούν λίγο και σαν παζλ, καθώς καθένα παρουσιάζει διαφορετικά στοιχεία του ίδιου δράματος, κλιμακώνοντας την ένταση και το συναίσθημα όσο προχωρά το περισκοπικού τύπου αυτό βιβλίο. Ευφάνταστο είναι επίσης το παιχνίδι με τις σκιές που σχηματίζουν τα χέρια στον τοίχο και που προηγείται κάθε ιστορίας, το οποίο λειτουργεί σαν υπενθύμιση του ότι όσα εξιστορούνται είναι μυθοπλασία, όσο αληθινά μέσα στην οδύνη τους κι αν φαίνονται.

Ο Soloúp είναι πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς, διδάκτωρ πολιτισμικής τεχνολογίας και επικοινωνίας από το Πανεπιστήμιο του Αιγίου και έχει σπουδάσει πολιτικές επιστήμες στο Πάντειο. Μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει 14 άλμπουμ με γελοιογραφίες και κόμικς, τη μελέτη «Τα ελληνικά κόμικς» (Τόπος, 2012) και το graphic novel Αϊβαλί (Κέδρος, 2014). Τον ευχαριστούμε ιδιαίτερα για τον Συλλέκτη.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

Ποίηση της καρδιάς του χειμώνα απ' όλον τον κόσμο

Η περίοδος του Ιανουαρίου είχε ονομαστεί από την φυλή Lacota Sioux των Ανατολικών Ηνωμένων Πολιτειών "φεγγάρι της κακουχίας", γιατί ήταν μια εποχή δύσκολη, με κρύο και χιόνια, ενώ τα τρόφιμα ολοένα λιγόστευαν. Οι Paiute, μια άλλη μεγάλη φυλή Ινδιάνων που κατοικούσε στην λεκάνη ανάμεσα στα βραχώδη όρη και τη Σιέρα Νεβάδα, περνούσε τις νύχτες αυτής της περιόδου τραγουδώντας το "Τραγούδι του όψιμου χειμώνα":

Δυνατά ακούγονται τα τύμπανα του κεραυνού, στις σκεπές των βουνών.
Ω, για καιρό, πολύ
φάγαμε σπόρους τσία
και κρέας αποξηραμένου ελαφιού απ’ το καλοκαιρινό κυνήγι.
Κουραστήκαμε απ’ τις καλύβες
και την μυρουδιά των καπνισμένων ρούχων μας.
Βαρεθήκαμε να λαχταρούμε τον ήλιο
και το γρασίδι των ορέων.


Στην άλλη πλευρά του κόσμου, ο Μπόρις Παστερνάκ (1890-1960), που έζησε τον βαρύ ρωσικό χειμώνα με τους τρομερούς αρκτικούς ανέμους, οι οποίοι έρχονται από τη Σιβηρία φέρνοντας χιονοθύελλες, περιέγραψε αυτήν την εποχή στο περίφημο μυθιστόρημα του "Δόκτωρ Ζιβάγκο", απ' όπου προέρχεται αυτό το ποίημα:

Χιόνιζε και χιόνιζε, παντού σ’ όλον τον κόσμο,
Χιόνι σκέπασε την οικουμένη.
Ένα κερί καιγόταν πάνω στο τραπέζι·
Ένα κερί καιγόταν.

Πίσω στην Αμερική, η Sylvia Plath (1932-1963) έχει δώσει τη δική της νευρωτική εκδοχή γι αυτή την εποχή στο "Walking in winter":

Η αυγή του χειμώνα έχει το χρώμα του μετάλλου,
Τα δέντρα άκαμπτα στη θέση τους σα νεύρα που κάηκαν…


Μια άλλη ματιά προέρχεται απ' τον Wallace Stevens (1879-1955), έναν διακεκριμένο Aμερικανό ποιητή που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ και είχε στενές σχέσεις τόσο με τον Ernest Hemingway όσο και με τον Robert Frost.  Από το "Thirteen ways of Looking at a Blackbird":

Όλο το απόγευμα ήταν σκοτεινό.
Χιόνιζε
κι ερχόταν κι άλλο χιόνι
το μαυροπούλι κούρνιασε
στο κλωνάρι του κέδρου
.

Ο Jack Kerouac (1922-1969), πάλι, αποτύπωσε μια διαφορετική χειμωνιάτικη εικόνα:

η καρέκλα του καλοκαιριού
παλαντζάρει μόνη της
στην καταιγίδα 


Ο John Greenleaf Whittier (1807- 1892) σημείωσε:

Ούτε σύννεφο πάνω, ούτε γη κάτω
Ένα σύμπαν από ουρανό και χιόνι. 


Στις "Χιονονιφάδες", ο Henry Wadsworth Longfellow (1807-1882), ένας ποιητής του 19ου αιώνα,  απεικόνισε ένα παρόμοιο τοπίο σε μια εποχή που η φύση έπαιζε πολύ μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή και το έργο των δημιουργών:

Από τα στήθη του ανέμου,
Από τις πτυχές των ρούχων της που σαλεύουν,
Πάνω απ’ τα γυμνά καφετιά δάση,
Πάνω απ’ τα εγκαταλειμμένα χωράφια,
Αθόρυβο κι αργό,
Πέφτει μαλακά το χιόνι. 



Μια ακόμα εδοχή του αμερικανικού χειμωνιάτικου τοπίου δίνει ο Carl Sandberg (1878-1967), ένας σπουδαίος ποιητής με περιπετειώδες παρελθόν, στην "Ομίχλη":

Η ομίχλη έρχεται
με βήμα μικρής γάτας.
Στέκεται σε σιωπηλούς μηρούς
κοιτάζοντας
πάνω απ’ το λιμάνι και την πόλη
κι έπειτα προχωρά.


Η ομίχλη βέβαια είναι τα σήμα κατατεθέν της Αγγλίας κι έτσι μεταφερόμαστε στην Ευρώπη, για να βρούμε τον Paul Brown, έναν σύγχρονο Βρετανό δημιουργό να την απαθανατίζει με τον δικό του τρόπο:

Ντυμένα μες την πάχνη,
Τα σκελετωμένα δέντρα διαγράφονται πιο κοντινά ·
τόξα σκεπασμένα απ’ την ομίχλη.


Η σύγχρονη Βρετανή ποιήτρια Jessica Macbeth, έχοντας ξεπεράσει έναν βαρύ χειμώνα και την ασθένεια που απείλησε τη ζωή της, συνέθεσε την "Πνευμονία":

Το τέλος του καλοκαιριού
ήρθε με πάταγο,
κι ο χειμώνας ήταν πιο κρύος,
πιο κρύος και πιο βαθύς,
απ’ ότι ποτέ περίμενα
να είναι. Αυτόν τον χειμώνα
διέσχισα τον πάγο
πάνω από βαθιά νερά. Μπορούσα
να νιώσω καθαρά το απύθμενο σκοτάδι
κάτω απ τα πόδια μου, και το λεπτό στρώμα
του εύθραυστου πάγου που με κρατούσε στην επιφάνεια. Τώρα
καθώς φτάνω στην ακτή μακριά
κι η άνοιξη πλησιάζει, κοιτάζω πίσω
πάνω απ τον ώμο μου, και βλέπω
τον πάγο πάνω στον οποίο τόσο πρόσφατα
τόσο σίγουρα πάτησα, να θρυμματίζεται
στα πιο λεπτά
κομμάτια, και το αδηφάγο νερό
να τα καταπίνει. Παίρνω
μια βαθιά ανάσα, στρέφω το πρόσωπο
κατά την ακτή κι ελπίζω
ότι θα μπορέσω να σκαρφαλώσω στην όχθη.


Στην άπω Ανατολή, ο Κινέζος ποιητής Μπάι Τζουγί (772- 846), καλλιεργημένος αξιωματούχος που επηρέασε τόσο την κινεζική όσο και τη γιαπωνέζικη ποίηση, έγραψε το "Νυχτερινό χιόνι", βασισμένος στην προσωπική του εμπειρία:

Tο μαξιλάρι και το σκέπασμα μου κρύα έμεινα έκπληκτος ,
Βλέπω τώρα ξανά το παράθυρο φωτεινό.
Βαθειά μέσα στη νύχτα, το ξέρω το χιόνι βαρύ,
Ακούω κάπου- κάπου τον ήχο των μπαμπού που σπάνε.


Και μια και πήγαμε στην Ανατολή, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στα χαϊκού, έστω και τα γραμμένα από Δυτικούς. Η πιο σύγχρονη γενιά ποιητών εμπνεύστηκε, όπως ήταν φυσικό, από το χειμωνιάτικο τοπίο. Παρατίθενται τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τον Michael Garofalο, έναν Καναδό ποιητή του οποίου τα γραπτά αναφέρονται συχνότατα στο φυσικό τοπίο, την Bethan Williams, μια ποιήτρια που δραστηριοποιείται περισσότερο στο διαδίκτυο, και τον Lenard D. Moore, έναν ιδιαίτερα ταλαντούχο σύγχρονο ποιητή με ειδίκευση στα χαϊκού:

Τρέμοντας-
τα γκρίζα σύννεφα σκοτεινιάζουν
χιόνι των βουνών.



Στέκομαι σε μια κοιλάδα,
με την ομίχλη να έρχεται,
Καρποί μεγαλώνουν πάνω στους θάμνους του ιξού.
Κοκκινολαίμηδες κρύβονται σε σπηλιές μέσα στα δέντρα.
Θα μπορούσα να μείνω εδώ πέρα, αν γινόταν.


Αφέγγαρη νύχτα του χειμώνα –
ένα κύμα ομίχλης που ανεβαίνει
κρύβει πέρα μακριά τα πεύκα.




Για το τέλος μερικά ωραία, χειμωνιάτικα χαϊκού από την ιστοσελίδα "Lessons in Haiku":

αρκτική νύχτα-
τα φώτα του βορά χορεύουν
μέσα στη λίμνη


Jerard Krebs


λευκή νύχτα
ο βόρειος άνεμος αναταράζει
τα σκοτεινά νερά του φιόρδ


Timothy Murphy


φεγγάρι του κυνηγού-
προδίδει το ελάφι
το φρέσκο χιόνι


Kate Alsbury


παγωμένος καταρράκτης
οι φλέβες του χειμώνα
αποκαλύπτονται


Daniel Birnbaum


δρομολόγιο στο κέντρο
μέσα απ’ τις νιφάδες του χιονιού
η απαλή λάμψη των φώτων του φρένου


Joshua Gage


ένα ασθενοφόρο
με την ταχύτητα του φωτός
άστρα του χειμώνα


David Jacobs


Απόστολος Σπυράκης



Πηγές:
1. http://www.gardendigest.com/monjan.htm
2. https://sites.google.com/site/worldhaikureview2/whr-archives/lessons
3. https://www.poemhunter.com/poems/january/
4. https://www.poets.org/
5. http://www.dharma-haven.org/jesa/winter.html
6. https://www.poetryfoundation.org/poems/44649/snow-flakes

Σημ.: Διαβάστε και για τον χειμώνα στη νεοελληνική ποίηση.

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Δύο πολυσυζητημένες θεατρικές παραστάσεις: «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» και «Οι μάγισσες της Σμύρνης»

Δεν είμαι θεατρολόγος και μάλιστα, λόγω του μεταπτυχιακού που παρακολουθούσα τα τελευταία τρία χρόνια, το οποίο μαζί με το στίγμαΛόγου, τη δουλειά και τα παιδιά μου, μού άφηναν ελάχιστο διαθέσιμο χρόνο, δεν ήμουν καν θεατής. Είμαι όμως θεατρόφιλη και, τώρα που τελείωσε το μεταπτυχιακό, μπόρεσα να επιστρέψω στις αίθουσες. Παρακολούθησα λοιπόν δύο παραστάσεις τελευταία, πρώτα το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλλο και έπειτα το «Οι μάγισσες της Σμύρνης». Ακολουθεί η άποψή μου, η άποψη ενός απλού θεατή, και για τα δύο έργα:


«Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» στο Εθνικό Θέατρο

Η παράσταση ήταν, με μία λέξη, εξαιρετική. Εάν κάποιος πήγαινε να τη δει χωρίς να είναι εξοικειωμένος με το γενικότερο έργο του Πιραντέλλο, θα αντιμετώπιζε με αμηχανία την αρχή, όπου οι ηθοποιοί παίζουν τους εαυτούς τους να κάνουν πρόβα για ένα θεατρικό έργο που παίζεται μέσα στο συγκεκριμένο θεατρικό έργο. Με αυτόν τον τρόπο, τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα, την προσομοίωσή της και τη θεατρική μυθοπλασία γίνονται δυσδιάκριτα και αναμειγνύονται: ο Πιραντέλλο το κάνει όμως αυτό. Και το κάνει εξαιτίας των βιωμάτων του: η ψυχική ασθένεια της συζύγου του, την οποία για πολύ μεγάλο διάστημα φρόντιζε ο ίδιος ολομόναχος, κατ’ οίκον, του επέτρεψε να δει τα τετριμμένα και άχρωμα συμβάντα της ζωής να μετατρέπονται, μέσα από το πρίσμα της ασθένειας, σε ένα κουβάρι αντικρουόμενων εκδοχών της πραγματικότητας. Η έκθεσή του σε αυτές τις πολλές και διαφορετικές εκδοχές επηρέασε βαθιά το έργο του.

Έτσι προέκυψε και το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», που είναι ένα σύνολο απείθαρχο, όπου η ενότητα μοιάζει να διασφαλίζεται από τον στόχο της θεατρικής παράστασης και μόνο. Όμως, τα επίπεδα ερμηνείας είναι πολλαπλά: η δράση δεν αποκαλύπτει απλώς ότι η διαδικασία της δημιουργίας, σκηνικής ή άλλης, είναι ακατάστατη, αλλά ότι η ακαταστασία, κι επομένως η αβεβαιότητα, ενυπάρχουν στη δημιουργία. Οι ηθοποιοί στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» δεν παίζουν απλώς τους ρόλους που τους έχουν ανατεθεί, γίνονται οι ρόλοι. Η συγχώνευση ηθοποιού και χαρακτήρα για όσο διαρκεί η παράσταση είναι συνήθης στην επί σκηνής πραγματικότητα, όμως στο έργο αυτό η διαδικασία με την οποία ένας χαρακτήρας πλάθεται στη σκηνή καθίσταται ορατός. Με αυτόν τον τρόπο, ο θεατής υπερβαίνει το σύνορο μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας, μεταξύ θεάτρου και μη θεάτρου και εισέρχεται στον χώρο της κυριολεκτικής ψευδαίσθησης. Τα όρια των ηθοποιών και των ρόλων συντήκονται, αφήνοντας το κοινό απορημένο και αυθεντικά συγκινημένο.

Θα μπορούσα να σταθώ σε πολλά σημεία της παράστασης, θα ήθελα όμως να αναφερθώ κυρίως στον συγκινητικό μονόλογο του γηραιού πια Γιάννη Βογιατζή, ο οποίος μοιάζει (και μάλλον είναι) η προσωπική του κατάθεση για τη σχέση του με το «σανίδι» και την ανάγκη της παρουσίας του σε αυτό ακόμη και σ’ αυτήν την ηλικία. Θα ήθελα πολύ να αναφερθώ και στο συγκλονιστικό φινάλε με τη Γιούλικα Σκαφιδά και τον Αλέξανδρο Βάρθη, δεν θα το κάνω όμως για να μη χαλάσω το σασπένς. Θα πω μόνο ότι βασίζεται στο διήγημα του Πιραντέλλο «Λεονόρ’ αντίο», που έχει θέμα το ζηλοτυπικό παραλήρημα ως σύμπτωμα ψυχασθένειας - και το οποίο αναπαρίσταται στην παράσταση με χειρουργική ακρίβεια.

Ως λάτρης του έντυπου βιβλίου, δεν θα μπορούσα να μην κάνω ειδική μνεία και στον εξαιρετικής καλαισθησίας κατάλογο της παράστασης. Είναι σε μια βάθος εντρύφηση σε παλαιότερα και σύγχρονα συναφή κείμενα, αλλά και στη ματιά του σκηνοθέτη, ο οποίος παίζει ενεργό ρόλο στην παράσταση, ανεβαίνοντας στη σκηνή και παριστάνοντας το ανάλογο της φωνής του συγγραφέα. Θολώνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο και οι γραμμές μεταξύ αφήγησης και ιστορίας που παίζεται, δημιουργώντας ένα ολίσθημα μέσα κι έξω από αυτό που θεωρητικά είναι διαφορετικό και διακριτό. Πρόκειται για μια πολύ, πάρα πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση, όλο ανατροπές – άρα όλο ευκαιρίες να δούμε αλλιώς την ίδια τη ζωή.


«Οι μάγισσες της Σμύρνης» στο θέατρο Παλλάς

Ας μου εξηγήσει κάποιος γιατί πήγα να δω αυτήν την παράσταση, ενώ είχα διαβάσει το βιβλίο της Μεϊμαρίδη και ήξερα περί τίνος πρόκειται! Για «ελεγεία της κατινιάς» όπως είχαν γράψει στο Βήμα - και λίγα λέω. Αλλά θα προσπαθήσω να αφήσω τις εμπάθειες για τα ευπώλητα στην άκρη και να επικεντρωθώ στα δεδομένα της παράστασης. Κατ’ αρχάς, είναι τεράστια σε διάρκεια: 3,5 ώρες με το διάλειμμα (παρεμπιπτόντως, πουθενά και ποτέ δεν έχω δει τόσο τεράστιες ουρές στις τουαλέτες!). 

Το πρώτο μέρος είναι μια αλληλουχία γεγονότων, κάπως σαν κόμικ επί σκηνής: οι ήρωες μπαίνουν και βγαίνουν με ιλιγγιώδη σχεδόν ταχύτητα, κανένας τους δεν παρουσιάζεται σε βάθος και απλά μοιάζουν να κάνουν και να κάνουν, αμελώντας όμως να είναι. Το δεύτερο μέρος είναι κάπως καλύτερο, γιατί η δράση περιορίζεται και δίνεται κάποιος (λέω, κάποιος) ζωτικός χώρος ώστε να αναπτυχθούν λιγάκι (μη φανταστείτε τίποτε εξαιρετικό) οι χαρακτήρες. Ωστόσο, ο πρωταγωνιστικός ρόλος (της Κατίνας) είναι ούτως ή άλλως ρηχός και αδιάφορος. Βέβαια, τα κοστούμια και τα σκηνικά με τα κινούμενα μέρη κ.λπ. είναι εντυπωσιακά – και υπάρχουν άνθρωποι που θαμπώνονται και αρκούνται σε κάτι τέτοια.

Ελλείψει λοιπόν πλοκής, μένει μόνο να σχολιάσω τις ερμηνείες: η Μίρκα Παπακωνσταντίνου είναι, κατά τη γνώμη μου, ακατάλληλη για τον ρόλο της μεγάλης Μάγισσας Αττάρτης. Δεν έχει την υποβλητική φωνή που θα απαιτούσε ο ρόλος και βάζει έναν ανθρώπινο τόνο που φαίνεται ξένος προς την υπόλοιπη παράσταση. Η Σμαράγδα Καρύδη είναι όπως ο χαρακτήρας της Κατίνας που υποδύεται: ρηχή και αδιάφορη. Αυτή που είναι «όλα τα λεφτά» είναι η Μαρία Καβογιάννη, την οποία μπορεί κάποιος να αποκαλέσει μέχρι και απολαυστική. Βάζει ακριβώς όσο κωμικό στοιχείο χρειάζεται, όση ένταση χρειάζεται, όση υπερβολή χρειάζεται – και το κάνει με φαντασία, με μπρίο και με σπιρτάδα.

Παρ' όλα αυτά, μετάνιωσα που ξόδεψα 3,5 ώρες από τη ζωή μου εκεί... Το μόνο θετικό ήταν όταν, βγαίνοντας από το θέατρο, ένιωσα να με αγκαλιάζει η εορταστική ατμόσφαιρα που μπορούσε κανείς να βρει τα Χριστούγεννα μόνο σε αυτό το κομμάτι της Αθήνας, μεταξύ δηλαδή Συντάγματος και αθηναϊκής τριλογίας: εκεί όπου η πρωτεύουσά μας μετατρεπόταν σχεδόν σε μια οποιαδήποτε άλλη, στολισμένη ευρωπαϊκή πόλη. Είναι κι αυτό κάτι.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

"Σεμινάρια φονικής γραφής" του Πέτρου Μάρκαρη

Η αστυνομική λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια ως λογοτεχνικό είδος ανθεί σε όλo τoν κόσμο, διεκδικώντας τη θέση της στη λογοτεχνία αξιώσεων, και μάλιστα με ένα φανατικό αναγνωστικό κοινό που την λατρεύει. Ο Πέτρος Μάρκαρης, γνωστός και αγαπημένος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, σεναριογράφος, μεταφραστής ο ίδιος, αλλά και με έργο πολυμεταφρασμένο, στο νέο του βιβλίο καταθέτει τα δικά του ελληνικά σεμινάρια «Φονικής Γραφής» σε αυτό το αστείρευτο ρεύμα της αστυνομικής λογοτεχνίας που κατακλύζει την Ευρώπη.

Και σε αυτό το βιβλίο, ο αστυνόμος Χαρίτος είναι ο κεντρικός του ήρωας, που διασχίζει ακόμη με το ίδιο αυτοκίνητο − το Σέατ − την Αθήνα. Την πόλη που ξέρει από άκρου εις άκρον, που την έχει χαρτογραφημένη θαρρείς στο μυαλό του. Για όσους δεν τον γνωρίζουν, δεν είναι ένας ντετέκτιβ με κάποια ιδιαίτερη γοητεία, στην προσωπική του ζωή αντικατοπτρίζει έναν άνθρωπο με μια τακτοποιημένη ζωή που είναι πιστός σύντροφος, παρά τις εφήμερες διαφωνίες με τη σύζυγό του και που, σε στιγμές χαλάρωσης αγαπά το καλό φαγητό με καλή συντροφιά. Στην επαγγελματική του ζωή είναι πάντα αφοσιωμένος στην έρευνά του και η προσωπικότητά του ενδυναμώνεται σταδιακά μέσα από τη μεθοδική πορεία που ακολουθεί. Ο Π. Μάρκαρης έχει φτιάξει μια προσωπικότητα συντηρητικού μεσοαστού που διέπεται από σταθερές αρχές και σταθερό ενδιαφέρον για τη δουλειά του και που, χωρίς να έχει κάτι ξεχωριστό, καταφέρνει να είναι και χαρακτηριστικός και διαχρονικός.

Τα Σεμινάρια φονικής γραφής αρχίζουν μέσα Σεπτέμβρη, σε ένα καλοκαίρι που ακόμα ανθίσταται στον ερχομό του φθινοπώρου. Ο αστυνόμος Χαρίτος, μαζί με τη γυναίκα του Αδριανή, επισκέπτονται τα πάτρια εδάφη τους στην Ήπειρο. Καθισμένοι στην τραπεζαρία ενός ξενώνα στο Πάπιγκο, συντροφιά με τρεις ηλικιωμένες κυρίες που μόλις γνώρισαν, διαβάζουν τα μελλούμενα σε ένα φλιτζάνι ελληνικού καφέ − ο αστυνόμος πάντα αποστασιοποιημένος, βέβαια −. Από το παράθυρο απλώνεται η θέα της Αστράκας, που φέρνει αυθόρμητα στο νου του Χαρίτου παιδικές αναμνήσεις, τότε που έστηναν ξώβεργες για να πιάσουν από κότσυφες μέχρι ορτύκια. Ηρεμία, χαλάρωση, ανάπαυλα.

Οι ολιγοήμερες διακοπές όμως τελειώνουν και από τη δασώδη και καθαρή φύση ο αστυνόμος καταφθάνει στην αγαπημένη του Αθήνα, που πεισματικά πολλές φορές αρνείται να εγκαταλείψει. Πρώτη μέρα στην υπηρεσία, με καταρρακτώδη βροχή, τα συνήθη κυκλοφοριακά προβλήματα της πόλης και πολλά γεγονότα που τρέχουν ιλιγγιωδώς για να τον επαναφέρουν γρήγορα στους εργασιακούς του ρυθμούς. Ο προϊστάμενός του συνταξιοδοτείται και, ως ο αρχαιότερος στη διεύθυνση, αναλαμβάνει χρέη διευθυντού ώσπου να οριστεί ο νέος αντικαταστάτης. Και πριν καλά-καλά μπει στο νέο του ρόλο, ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Κλέαρχος Ραψάνης, βρίσκεται νεκρός στο σπίτι του. Η νεκροψία έδειξε δηλητηρίαση με παραθείο. Κάποιοι πιστεύουν πως δολοφονίες τέτοιου είδους είναι γυναικεία υπόθεση...Ο υπουργός ωστόσο δεν είχε τη στόφα του γυναικοκατακτητή.

Στο μεταξύ, στο τηλεφωνικό κέντρο ενός τηλεοπτικού σταθμού καταφθάνει μια προκήρυξη που λέει ότι εκτέλεσαν τον Κλέαρχο Ραψάνη για εσχάτη προδοσία, επειδή πρόδωσε την ιερή αποστολή του δασκάλου και μπήκε στην πολιτική προς αναζήτηση υπουργικού θώκου, σε μια εποχή που τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν τεράστια οικονομικά προβλήματα, γι' αυτό και ο θάνατός του αφιερώνεται στη μνήμη του Ιωάννη Θεοδωρακόπουλου, καθηγητή Φιλοσοφίας που δεν εγκατέλειψε ποτέ τους φοιτητές του.

Στην εξιχνίαση της υπόθεσης μπλέκονται από κοινού η ιεραρχία της αστυνομίας και της κυβέρνησης και αυτό δημιουργεί επιπρόσθετο άγχος στον αστυνόμο Χαρίτο. Κι ενώ εξετάζει παράλληλα και το οικογενειακό περιβάλλον του θύματος, μήπως βρει εκεί λύση στους γρίφους που τον απασχολούν, κάποιος Αριστοτέλης Αρχοντίδης, καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή και υφυπουργός Παιδείας βρίσκεται επίσης νεκρός, χτυπημένος στο κεφάλι από σιδερολοστό, και στη συνέχεια μαχαιρωμένος. Το σερί των φόνων συμπληρώνεται με τη δολοφονία με υδροκυάνιο του Στέλιου Κωστόπουλου, ενός υπουργού που ξαναγύρισε στο Πανεπιστήμιο.

Άραγε τι είναι αυτό που προκάλεσε τους τρεις επάλληλους φόνους των καθηγητών που σαφώς σχετίζονται μεταξύ τους; Παραθείο, μαχαιρώματα, υδροκυάνιο. Είναι μια νέα μορφή τρομοκρατικής δράσης; Πρόκειται για ριζοσπαστικούς νεαρούς που προσπαθούν να αλλάξουν την κατάσταση στα Πανεπιστήμια; Για νοσταλγούς του παρελθόντος που επιθυμούν την επιστροφή στα παλιό «υγιές» Πανεπιστήμιο; Ποιος ή ποιοι κρύβονται τελικά πίσω από όλα αυτά; Είναι νέοι; Άντρες ή γυναίκες; Πώς κατάφεραν τόσο καλά να στήσουν την πλεκτάνη τους;Τι επιδίωκαν; Ποια ήταν τα κίνητρά τους;

Και σε αυτό το βιβλίο ο αστυνόμος Χαρίτος, με ψύχραιμη ματιά, διαυγή σκέψη και πάντα με σταθερότητα, θα μπει στο δρόμο της ανακάλυψης των δολοφόνων και κυρίως στις καταστάσεις που κρύβονται πίσω από τα κίνητρά τους. Και εδώ βέβαια, μαζί με την αναζήτηση του δολοφόνου, το περιβάλλον των θυμάτων και τα πιθανά κίνητρα που ενδεχομένως κίνησαν το χέρι των δραστών, αρχίζουν να εμφανίζονται οι παθογένειες του ελληνικού συστήματος, όπως αυτές διαιωνίζονται στην πορεία των χρόνων, εξαιτίας της χρόνιας αβελτηρίας και ολιγωρίας. Αυτή τη φορά, στην έρευνα που διεξάγει μπαίνει στα ενδότερα του πανεπιστημιακού χώρου, όπου αρχίζουν να φωτίζονται προβλήματα. «Τα Πανεπιστήμιά μας αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα, κύριε αστυνόμε.Τα αμεσότερα είναι τα οικονομικά. Βρίσκονται σε τόσο οικτρή κατάσταση οικονομικά, ώστε δεν μπορούν να προκηρύξουν θέσεις διδακτικού προσωπικού για να καλύψουν τα κενά στα μαθήματα, για να μη μείνουν οι φοιτητές χωρίς διδασκαλία» ή κάπου αλλού αναφέρεται, συγκεκριμένα για τον Κλέαρχο Ραψάνη, «Η δημιουργία κλίκας ή η ένταξη σε κλίκες. Ο διαχωρισμός των συνεργατών και των φοιτητών του σε ημετέρους και ξένους. Όλα αυτά αποτελούν την αφετηρία του πελατειακού συστήματος που δυναστεύει τη χώρα μας».

Μήπως λοιπόν οι δολοφόνοι έχουν δίκιο; αναρωτιέται κάποια στιγμή ο αστυνόμος. «Δεν θα έλεγα ότι έχουν δίκιο, ως εδώ είμαστε σύμφωνοι. Θα έλεγα όμως ότι οι λόγοι που επικαλούνται στις προκηρύξεις τους δεν είναι ανεδαφικοί».

Για άλλη μία φορά ο Πέτρος Μάρκαρης έρχεται να αφηγηθεί μια ιστορία με αστυνομική πλοκή, σκιαγραφώντας παράλληλα το προφίλ απλών ανθρώπων, την καθημερινότητα της Αθήνας στις μέρες μας, αλλά κυρίως, μέσα απ΄όλα αυτά, τρέχοντα προβλήματα της χώρας − και συγκεκριμένα εδώ την κατάσταση των ελληνικών πανεπιστημίων. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί και το δικό του προσωπικό στυλ αστυνομικού μυθιστορήματος, δίνοντας το στίγμα του στη μεσογειακή αστυνομική λογοτεχνία, που αποτελεί το αντίπαλο δέος στην επέλαση των... Βορείων. Και, σε αντίθεση με τη σκανδιναβική παραγωγή που, σχεδόν βιομηχανοποιημένη, κάνει θραύση, ταξιδεύοντας μεταφρασμένη ανά τον κόσμο και ψάχνοντας τον συνήθως «μανιακό» δολοφόνο σε ένα έργο γρήγορης δράσης, το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα του Μάρκαρη υπηρετεί τη δική του προσωπική κουλτούρα της διεισδυτικότερης ανάλυσης στον κοινωνικό-πολιτικό ιστό της χώρας, ψάχνοντας τις αιτίες πρωτίστως σε καταστάσεις και δευτερευόντως στα πρόσωπα.

Ένα γνήσιο αστυνομικό μυθιστόρημα, χωρίς υστερίες και νευρώσεις, χωρίς υπερβολές τσιγάρου και αλκοόλ, χωρίς underground γοητεία επιβάλλει ηχηρά την παρουσία του μέσα από την πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή των φόνων και των διανοουμενίστικων κινήτρων.

Ήλια Λούτα


Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Τα καλύτερα ποιητικά βιβλία που διαβάσαμε το 2018



Είναι πλέον 2019 και, ναι, το στίγμαΛόγου έκλεισε έξι χρόνια παρουσίας στο διαδίκτυο! Μαζί με τις ευχές μας για ένα ευτυχισμένο νέο έτος, διαβάστε και τα ποιητικά βιβλία τα οποία αγαπήσαμε λιγάκι περισσότερο τη χρονιά που μας πέρασε (πρόκειται για κυκλοφορίες του 2017 και 2018), όπως συνηθίζουμε να τα παρουσιάζουμε στο ξεκίνημα κάθε νέας χρονιάς. Την επιλογή την έχουμε κάνει μαζί με την Κατερίνα Τσιτσεκλή:
  1. Μανουήλ Σκριβά του μεταφραστή, Carmen et error του Αντώνη Ζέρβα
  2. Ωροσκόπια νεκρών του Ντίνου Σιώτη
  3. Εξυπερύ σημαίνει χάνομαι του Γιάννη Στίγκα
  4. Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ της Χλόης Κουτσουμπέλη
  5. Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη του Βαγγέλη Αλεξόπουλου
  6. Το ανατολικό τέλος της Ελένης Γαλάνη
  7. Η χειμερία ζάλη της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου
  8. Στάχτη με φόντο κάποιον τροπικό του Έλενου Χαβάτζα
  9. Υπό το μηδέν του Γιώργου Γκανέλη
  10. 3 - Ανθρώπων ιστορία του Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου 
Ήταν όλα υπέροχα! Πολλές ευχές για ένα τέλειο 2019!


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Τις ποιητικές συλλογές που ξεχωρίζω, εγώ προσωπικά, μπορείτε να βλέπετε κατά τη διάρκεια μιας χρονιάς και στους αντίστοιχους πίνακές μου στο Pinterest.