Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

"Η ράφτρα και η ζωντανή κούκλα" της Μπεατρίζ Χάουσνερ

Είναι η πρώτη μετάφραση την οποία μου αναθέτει εκδοτικός οίκος. Μέχρι πρότινος, επέλεγα η ίδια τι θέλω να μεταφράσω και κατόπιν έψαχνα για εκδοτικό οίκο που θα ήθελε να υποστηρίξει τη μετάφρασή μου.

Αρχικά, λοιπόν, αντιμετώπισα το συγκεκριμένο βιβλίο σαν δουλειά. Ήταν κάτι που έπρεπε να κάνω. Στην πορεία, η μετάφραση των ποιημάτων της Μπεατρίζ Χάουσνερ εξελίχθηκε όπως εκείνοι οι έρωτες που δεν είναι ακαριαίοι, αλλά έρχονται αργά, καθώς η εκτίμηση βαθαίνει και το ξάφνιασμα γίνεται ολοένα κια πιο ευχάριστο.

Παραδέχομαι πως η δεύτερη ενότητα του βιβλίου, "Μπαίνει το Ρακούν", ήταν πολύ σεξουαλική για τα δεδομένα μου. Την είδα όμως σαν πρόκληση και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Ακριβώς όπως οδήγησε την ποιήτρια στη δική της απελευθέρωση, έτσι βοήθησε κι εμένα ως μεταφράστρια στη δική μου. Επιπλέον, έμαθα να εκτιμώ αυτού του είδους την ποίηση που εκφράζει κάτι το χιλιοειπωμένο αριστοτεχνικά - αυτή άλλωστε είναι η ιστορία και το κεντρικό νόημα ολόκληρου του συγκεκριμένου βιβλίου.

Η Χάουσνερ είναι πράγματι αριστοτέχνης στο να φτιάχνει εικόνες από κλωστές και ραπτομηχανές, σαν να τις ράβει απευθείας πάνω στο δέρμα του αναγνώστη. "Η ραπτομηχανή είναι το μαγικό εργαλείο με το οποίο η Μπεατρίζ παράγει τις μαγευτικές εικόνες της", γράφει ο σημαντικός σύγχρονος φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Μικαέλ Λεβί στον πρόλογο του βιβλίου.

Και κάπως έτσι η Χάουσνερ ράβει μαζί την αρχαιοελληνική γραμματεία, τον ρομαντισμό, τον υπερρεαλισμό και τον μαγικό ρεαλισμό της λατινοαμερικανικής ποίησης σε ένα βιβλίο που ξεχειλίζει από απρόσμενες εικόνες και από αλήθεια.

Υπογραμμίζω πως, όπως και σε κάθε μετάφραση που αναλαμβάνω, προσπάθησα να είμαι όσο πιο κοντά στο πρωτότυπο μου επιτρέπει η ελληνική γλώσσα. Δεν εξωραΐζω, δεν εξομαλύνω τις διατυπώσεις. Οτιδήποτε ηχεί παράξενα στα ελληνικά στο βιβλίο, ηχεί εξίσου παράξενα και στα αγγλικά και ίσως, εντέλει, είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο που συνιστά το ιδιαίτερο ύφος της ποιήτριας.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την πρώτη ενότητα του βιβλίου:

ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟΣ ΑΝΤΡΑΣ
(Με τον τρόπο του Ρόζαμελ ντελ Βάλε)

Θα έρθει, σκέφτεται κάποιος, και ο επισκέπτης φτάνει. Ανοίγει την πόρτα. Βγάζω τις βελόνες μου. Δεν χρειάζεται να πω ότι ράβω τον εαυτό μου πάνω του γιατί δεν έχω ακόμη συναντήσει την πραγματική του καρδιά, δεν την έχω νιώσει σαν φρούτο που προσφέρεται, σαν λικέρ σε καθαρό ποτήρι. Υπάρχουν οι αναμνήσεις του και υπάρχουν οι αναμνήσεις μου. Ίσως πρέπει να τις ράψουμε μαζί και να δείξουμε τους ενωμένους εαυτούς μας στους δικαστές μες στο κοινό. Σε μια πόλη σαν αυτή, προτού πέσει η νύχτα και το χρώμα του αίματός μας αλλάξει σε σκουρότερο τόνο. Μια φαντασμαγορική συνάντηση όπως λένε όλοι, με τα παρευρισκόμενα μέλη μας να γίνονται πιο άγρια καθώς τα φαντάσματα ζωντανών και νεκρών τραγουδιστών συνωθούνται στις αισθήσεις μας. Μιλά σιωπηρά, απηχώντας κοινές παραστάσεις περασμένων καιρών τότε που μπορούσαμε να σηκώνουμε τα πόδια μας συγχρονισμένα και να υπομένουμε τη μουσική της καρδιάς. Και ωστόσο όντως μιλάει τη γλώσσα του σκουληκιού στο φρούτο. Λέξεις ειπωμένες απ’ τον άνεμο που σαρώνει εκτάσεις με λιβάδια όπου πρωταρχικός άντρας είναι δεμένος με νευρικές ίνες, το αυτί του ραμμένο στη γη απ’ τα αόρατα χέρια του Μεγάλου Δημιουργού Ήχων.

Μπεατρίζ Χάουσνερ
(μετάφραση: Χριστίνα Λιναρδάκη)

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

"Βιογραφικό σημείωμα" της Ευσέβειας Χατζηχαραλάμπους


Τα συναισθήματα μεταγγίζονται όπως το αίμα, οι χαμένες πατρίδες κληρονομούνται μαζί με τα χαρακτηριστικά και οι αγαπημένοι νεκροί ζωντανεύουν στην ποίηση της Ευσέβειας Χατζηχαραλάμπους, όπως στα όνειρα. Οι λέξεις της είναι φτιαγμένες με σκηνές και κομμάτια υφάσματος από την παιδική ηλικία, έχουν τη γεύση από ψωμί βουτηγμένο στο γάλα, την πληρότητα ενός συναισθήματος αγάπης που ταξιδεύει μέσα από τους διαύλους του χρόνου για να συναντήσει τους αγαπημένους που έφυγαν.  Η ποίησή της, ιχνηλατεί τα μονοπάτια της μνήμης, γίνεται ο ξανακερδισμένος χρόνος. 
Της γιαγιάς η ανάσα/με χάιδεψε στο μέτωπο/ πετάρισμα μικρού πουλιού/ αμέτρητες ώρες ταξίδεψε/ μπαίνοντας και βγαίνοντας/ ανάστροφα/ στο ποτάμι του χρόνου/ - άλλα σου είχα τάξει/ το ξέρω/ γιαγιά μου.

Η ποίησή της μιλάει για μια χαμένη πατρίδα που εκείνη γνώρισε και αγάπησε μέσα από τις φράσεις του παππού, τη διένυσε μέσα από τις σιωπές, το βλέμμα που απέστρεφε, τη συνοφρύωση της γιαγιάς, το κλάμα της
Ξεκινήσαμε από πολύ μακριά/ ο τόπος μας ήταν άλλος/ τον περπάτησα με δέος/ πάνω στις φράσεις του παππού/ δεν ήταν αυτή η πατρίδα μας/ μακρινές θολές εικόνες/ διάνυσα ακροπατώντας/ τις σιωπές το βλέμμα που απέστρεφε/ τη συνοφρύωση της γιαγιάς/ το κλάμα της/ -ούτε κι αυτό δεν μπορούσε να/ ευχαριστηθεί απαρατήρητη-/ κάναμε το αντίστροφο ταξίδι/ η ανάγκη/ δεν ήταν ανάγκη για ψωμί/ ήταν ανάγκη για αγάπη/ γι’ αυτό μένει/ αλύτρωτη/ μας ενώνει/ -όχι η πατρίδα/.

Είναι ο τρόπος που επιλέγει να μιλήσει για τις χαμένες πατρίδες, καταθέτοντας την προσωπική της εμπειρία για ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικοκοινωνικά ζητήματα της εποχής μας. Σκιαγραφεί έτσι με ευαισθησία και αμεσότητα τον πόνο του ξεριζωμού, τους καημούς και τις ελπίδες των ανθρώπων της προσφυγιάς στις μέρες μας, ενώνει τη φωνή της με τη δική τους φωνή. Μιλάει για εκείνο το δάκρυ που σέρνει πίσω της, για χρόνους και καιρούς, απαρηγόρητο:
…Δεν ξέρω τι να κάνω/ μ΄αυτό το δάκρυ/ το σέρνω πίσω μου χρόνους καιρούς/ δε λιγοστεύει -σκυλί σκέτο/
 τρέμω φοβάμαι/ γίνομαι όλη ένα τόξο/
οι τόποι που αγάπησα είναι μακρυά/ κάθομαι εδώ περιμένοντας/όσα δεν έρχονται/ ενώ οι απώλειες γίνονται/ -ξανά-/ ποτάμι/

Η χαμένη πατρίδα εξιδανικεύεται, είναι ο χαμένος παράδεισος, ένας καλύτερος κόσμος που χάθηκε ανεπιστρεπτί.
 …(τα μαγικά χαλιά που φτιάχναμε στον τόπο μας παππού στάχτες έγιναν, μάθαμε να χάνουμε και δυστυχώς αυτός ο κατήφορος δε σταματά πουθενά/ κι όλα τα ονόματα/ που άφησες/ ποιος μπορεί/ να τ΄αναστήσει ξανά;)…
Λέξεις κατακλύζουν τα όνειρά της, θραύσματα παλιών συζητήσεων, επιζητούν τη συνέχεια του χρόνου, διεκδικούν ένα χώρο για να υπάρξουν.
…Θα έπρεπε να απομακρύνω/όλες αυτές τις λέξεις/ από το προσκεφάλι μου/ όταν αποκοιμιέμαι/το σούρσιμό τους/ οι απόπειρες ν’ αλλάξουν θέσεις/ οι μπερδεμένες συλλαβές/ ήχοι πρωτόγνωροι και κρυφοί/ μου ταράζουν/ τον ύπνο/ μου κλέβουν/ τον λιγοστό ειρμό/…

Η ποίησή της στρώνει με τις λέξεις της το δρόμο, γίνεται το ιδανικό σύμπαν, όπου συζητήσεις ανολοκλήρωτες και λέξεις μισές μπορούν να ξαναβρούν το νόημά τους, να συνεχιστούν, ονόματα τόπων να μνημονευτούν. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη από τις τρεις ενότητες της ποιητικής συλλογής της έχει τον τίτλο «Ο δρόμος με τις λέξεις». …Οι λέξεις δεν υποχωρούν/ παραδίνομαι/ σ΄ένα στρόβιλο που δεν ελέγχω/ έρχονται από παντού/ άλλες μ’ αγκαλιάζουν/ άλλες με χτυπούν/ παραγγέλνουν:
-Παϊπαάν
-Έμρη Μαχαλεσί
-Εγιρδίρ
-Ερζερούμ
…Σμήνη ψυχών/ με περιβάλλουν/ επικαλούμαι την προστασία τους/ ο παλιός ο νέος ο άδικος πόνος τους/ ζητά/ αγάπη και μνήμη/
Ο παράλογος ο τρομερός/ ο αδυσώπητος/ χωρίς γυρισμό/ κι ανώφελος/ δρόμος/ προς το χάος/ απλώνεται μπροστά/ απαράλλακτος…

Στην ποίηση της Ε. Χατζηχαραλάμπους, η συλλογική απώλεια εμπλέκεται με την προσωπική απώλεια, πρώτα ενός παιδικού φίλου που η ποιήτρια αποκαλεί Αγαμέμνονα και μετά της μητέρας. Οι επικλήσεις της στον παλιό της φίλο αποζητούν μια ζωή από την αρχή και ίσως ένα νέο  ξεκίνημα του κόσμου. Οι λέξεις της χορεύουν χορό πυρρίχιο για την υπαρξιακή αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο κενό και το θάνατο.
Μικροσκοπικά μηδενικά/ στη σειρά/ η χρονομέτρηση του μηδενός/ αφασική/ μηδέν και μηδέν/ μηδέν επί μηδέν/ όλα ένα άδειος κύκλος/ περιστρεφόμενη ρόδα/ σελήνη/ το άρθρο του αρσενικού/
Επιστροφή στο πρώτο/ανάμεσα σε όλα τα μηδέν/ -τότε που άγριες νεαρές λέξεις/ διεκδικούσαν την ύπαρξή τους/ κι εγώ τις άφησα/ να κείνται εκεί/… Και τα μικρά μηδενικά/ πιασμένα το ένα απ’ το άλλο/ σε πυρρίχιους/ του τίποτα…

Στην τελευταία ενότητα αποκαλύπτεται το μυστικό που την πονάει και πυροδοτεί το ονειρικό ποιητικό της ταξίδι. Η μητέρα μπαίνει στον κύκλο... Θαρρείς ότι όλες οι προηγούμενες λέξεις στήνουν το σκηνικό για να υποδεχθούν και να αποτίσουν φόρο τιμής σε αυτήν την τελευταία μεγάλη απώλεια, νωπή ακόμα πληγή… Έτσι έφυγες/ σκαρφαλώνοντας σε μια κινούμενη καμπύλη/ που λίγο λίγο/ έκλεισε…Τώρα πετάς/ κι είναι όλος ο αέρας/ δικός σου/ με τα χέρια ανοιχτά/ τη δική μου σπάνια φωλιά/ αγκαλιάζεις τ΄αστέρια/ ταξιδεύεις τώρα επιτέλους ελεύθερη/ όπως πάντα τόσο ήθελες/ μητέρα.

Κατερίνα Τσιτσεκλή

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

1.
Στη θάλασσα
κρύβεται
ο Θεός

μα εγώ
είμαι
στις λέξεις
κλειδωμένη

2.
μέσα στη θάλασσα
κρύβεται ο Θεός
αυτός που
μολονότι αγαθός και σοφός
δεν έχει τη δύναμη
να σου παράσχει
θαύματα

ίσα ίσα
στη θάλασσα
κρύβεται ο Θεός
που από σένα ζητά
τα θαύματα:
να κάνεις το νερό κρασί
να αναστήσεις
ό,τι νεκρό βρίσκεται
μέσα σου
να πάρεις το κρεβάτι σου στον ώμο
και να περπατήσεις
πάνω στο κύμα

3.
μέσα στη θάλασσα
κρύβεται ο Θεός
και τραγουδά
το ανήκουστο τραγούδι του

το νερό μεταφέρει
 τον ρυθμό της καρδιάς Του
το αλάτι
εισχωρεί
στη μυστική σου πληγή

χορεύεις πονώντας
συλλαβίζεις τραγουδιστά
κι ύστερα δεν υπάρχεις πια

4.
μέσα στη θάλασσα
κρύβεται ο Θεός
κρυώνει
φλέγεται
αγκαλιάζει το φεγγάρι
τη νύχτα
λικνίζεται
στο απύθμενο απείκασμά της

5.
στην ατέλειωτη αγωνία
κρύβεται ο Θεός
στο ξαφνικό τίναγμα
του ποδιού
τη νύχτα
στο θολό σου βλέμμα
τρεις τα ξημερώματα
στο διπλωμένο απ’ τον πόνο
κορμί
στην προσπάθεια να σταθείς αξιοπρεπώς
-μα τι νόμιζες;
σε κάθε κουβέντα
που αλλιώς ειπώθηκε
αλλιώς ακούστηκε
αλλιώς ξεχάστηκε
στο κενό που
θα αφήσουμε

την όμορφη στιγμή
της συνάντησης
τίποτα δεν λένε οι λέξεις
ο Θεός κρύβεται
σε ό,τι δεν είναι λέξεις
ένας τυφώνας είναι
που σε αναστρέφει
καθώς σε μαθαίνει και σε ξεμαθαίνει
πώς να είσαι και πώς
να μην είσαι

και καθώς του απλώνεις το χέρι
βρέχεσαι
ο Θεός
κρύβεται στη θάλασσα

ΠΡΟΟΙΜΙΟ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

Ο Αγαμέμνων
Στριμώχτηκε στο παιδικό του ποδήλατο
Άνοιξε τα χέρια –αγκαλιά επικίνδυνη-
Και ξεχύθηκε

κοιτώ με θλίψη
την απόσταση
που πήραν
όσα αγαπήσαμε
Αγαμέμνονα

Οι πληγές σου έχουν κάτι οικείο
κάτι αποτρόπαιο
 και κάτι παιδικό
αυτοσχεδιάζω τους αίνους
τους αφήνω να πετάξουν  ψηλά
ανοιγοκλείνοντας
τα χάρτινα φτερά τους
ανάλαφρα όπως
τα παραμύθια που κάποτε φτιάξαμε
και πιστέψαμε τυφλά


Παρασκευή, 12 Απριλίου 2019

Για τον Πολωνό νομπελίστα ποιητή Τσέσλαβ Μίλος

Ο Μίλος, ο Πολωνός ποιητής, συγγραφέας, διπλωμάτης, εξόριστος και δαφνοστεφανωμένος νομπελίστας, υπήρξε μια μορφή της οποίας η ζωή έμοιαζε να ενσωματώνει τον αναβρασμό ολόκληρου του εικοστού αιώνα. Έζησε τους δυο παγκοσμίους πολέμους και τη Ρωσική Επανάσταση, βίωσε τον φασισμό, τον κομμουνισμό και τη δημοκρατία, έζησε στην Ανατολική και τη Δυτική Ευρώπη και, αργότερα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, επιστρέφοντας ξανά και ξανά στα γεγονότα εκείνα στα γραπτά του. «Για μένα ο Μίλος είναι από κείνους τους συγγραφείς των οποίων η προσωπική ζωή υπαγορεύει το έργο τους… Εκτός των ποιημάτων του, όλα τα υπόλοιπα κείμενά του είναι δεμένα με την… προσωπική του ζωή ή την ιστορία των καιρών του», λέει γι’ αυτόν ο Βίτολντ Γκόμπροβιτς, ο άλλος μεγάλος εξόριστος Πολωνός ποιητής. Θα συμφωνήσω, χωρίς όμως να εξαιρέσω τα ποιήματα του Μίλος και πιστεύω πως ούτε εκείνος θα το έκανε, αφού θεωρούσε το μεγαλύτερο επίτευγμά του ως ποιητή την ικανότητά του να συγχωνεύει την ιστορία μέσα στα προσωπικά του βιώματα.

Όταν ρωτήθηκε για την πατρίδα του, ο Μίλος αποκρίθηκε πως κατάγεται από άλλο πλανήτη, άλλο χρόνο, άλλη εποχή. Γεννήθηκε το 1911 στη Λιθουανία – τμήμα της ευρωπαϊκής Ρωσίας τότε – σε μια από εκείνες τις περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης για τις οποίες οι δυτικοευρωπαίοι έχουν μια αόριστη μόνο άποψη, όπου εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν και ξεσπιτώθηκαν και στους δυο παγκοσμίους πολέμους, εκεί όπου όσοι επέζησαν, χωρίς καμία σχεδόν εξαίρεση, είχαν μια εκπληκτική ιστορία να διηγηθούν.

[…] Παραθέτω εδώ ένα ποίημα από έναν κύκλο που ονομάζεται «Voices of poor people» («Φωνές φτωχών ανθρώπων»), το οποίο γράφτηκε το 1944:

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Τη μέρα που ο κόσμος τελειώνει
Μια μέλισσα τριγυρίζει ένα τριφύλλι
Ένας ψαράς μπαλώνει ένα δίχτυ που λαμπυρίζει.
Πρόσχαρα γουρουνόψαρα αναπηδούν στη θάλασσα,
Πλάι στις υδρορροές παίζουν νεαρά σπουργίτια
Και το φίδι έχει χρυσαφένιο δέρμα όπως πρέπει να’ χει.

Τη μέρα που ο κόσμος τελειώνει
Γυναίκες διασχίζουν αγρούς κρατώντας ομπρέλες,
Ένας μεθύστακας νυστάζει στην άκρη του γρασιδιού,
Πλανόδιοι μανάβηδες φωνάζουν στον δρόμο,
Και ένα ιστιοφόρο με κίτρινα πανιά πλησιάζει στο νησί,
Η φωνή ενός βιολιού στέκεται στον ουρανό,
Και οδηγεί σε μια έναστρη νύχτα.

Και εκείνοι που περίμεναν αστραπή και κεραυνό
Απογοητεύονται.
Και εκείνοι που προσδοκούσαν οιωνούς και ρομφαίες αρχαγγέλων
Δεν πιστεύουν πως τώρα συμβαίνει.
Όσο ο ήλιος και η σελήνη στέκονται στον ουρανό,
Όσο μια μέλισσα επισκέπτεται ένα ρόδο,
Όσο ρόδινα βρέφη γεννιούνται
Κανείς δεν πιστεύει πως τώρα συμβαίνει.

Μονάχα ένας γέρος ασπρομάλλης,
Που θα μπορούσε προφήτης να’ ναι
Κι όμως προφήτης δεν είναι, γιατί είναι πολυάσχολος
Επαναλαμβάνει καθώς δένει τις τομάτες του:
Δεν θα υπάρξει άλλο τέλος του κόσμου,
Δεν θα υπάρξει άλλο τέλος του κόσμου.


Αυτά τα «αφελή» ποιήματα του Μίλος ήταν τα πρώτα δείγματα αυτού που επρόκειτο να γίνει η πρωταρχική του πεποίθηση ως ποιητή και βάση της διαφωνίας του με τον μοντερνισμό. Η αξία ενός ποιήματος, σκέφτεται τώρα, πρέπει να εξαρτάται από το ποσοστό πραγματικότητας που αποδίδει. «Η πραγματικότητα αργά ή γρήγορα βάζει τη λογοτεχνία σε δοκιμασία», έλεγε.


Τσαρλς Σίμικ
(μτφρ.: Έλενα Τσουκαλά)


Σημ.: Απόσπασμα από εκτενές κείμενο με τίτλο «Ποιήματα από την Άβυσσο» που αναδημοσιεύθηκε από την The New York Times στην The Athens Review of Books, τεύχος 90, Δεκέμβριος 2017.

Τετάρτη, 10 Απριλίου 2019

"Με άλλο βλέμμα" της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Στο ποίημα «Πόσο βασανιζόμαστε όσο να πεθάνουμε» από τη συλλογή της Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας (1978), η Ρουκ εξιστορεί τη διασταύρωσή της με έναν γέρο που τρεκλίζει και, σοκαρισμένη από την εντύπωση που της προκάλεσε, γράφει:
Έτσι χάρισμα μου δόθηκε
ένα δείγμα θανάτου
και είδα μέσα μου βαθιά
πως η λάβρα γίνεται παγωνιά
και πως οι αντιρρήσεις που ‘χουμε
για τη ζωή
βουλιάζουν σ’ ένα άηχο κενό
που μυρίζει θειάφι.

Aυτό το «άηχο κενό» πραγματεύεται στην πιο πρόσφατη συλλογή της, Με άλλο βλέμμα, την οποία έγραψε ακριβώς 40 χρόνια μετά από εκείνο το ποίημα. Μόνο που η γριούλα είναι τώρα εκείνη και περιγράφει πια τις δυσκολίες και τα συναισθήματα που προκαλούν τα γηρατειά στον ίδιο τον εαυτό της. Στα 20 μόλις ποιήματα της συλλογής της, η Ρουκ καταφέρνει να περιγράψει ανάγλυφα την πάλη της με τον χρόνο και το άδειο που μένει, εκεί που κάποτε υπήρχε παλλόμενη ζωή:
Το άδειο αυτό πληγώνει βαθιά.
Είναι σαν να σε απορρίπτει η ζωή που έζησες
τα δώρα της να μην έχεις εκτιμήσει.
Το άδειο αυτό είναι σαν ποτέ
να μην έχεις υπάρξει.
(«Το καινούριο άδειο»)

O θάνατος είναι πλέον ορατός και μη μεταφράσιμος για κείνη, που «πάντα με ξένες γλώσσες συνομιλούσε» και που η «πιο τέλεια μετάφρασή» της ήταν όταν «σε έρωτα μετέφρασε της ζωής το τέλος». Μόνο που τώρα εκείνη η μετάφραση της φαίνεται κακή, αφού η έμπνευση και η φαντασία, ξεχασμένες σε μια γωνιά, θρηνούν και ο θάνατος (χωρίς ίχνος έρωτα) είναι ορατή πλέον συνθήκη.

Έπειτα, είναι η απώλεια της μνήμης. Αυτή που απογυμνώνει τον άνθρωπο από το παρελθόν του και τον αφήνει αντιμέτωπο με ένα εσαεί παρόν:
Tώρα που η μνήμη όλο χάνεται
σαν ένα πρόσωπο που απ’ τη ζωή μου φεύγει
τίποτα πια απ’ το παρελθόν
ούτε φωτίζει, ούτε απελπίζει
(«Μνήμη, το σπασμένο παιχνίδι»).

Αν όμως λείπει η μνήμη, δεν λείπει η αναστοχαστική διάθεση, καθώς σε πολλά σημεία η ποιήτρια αναφέρεται στα νιάτα και την ελαφρότητά τους, αλλά και στην ευθύνη που κουβαλούν:
Τι είναι αυτό που η νιότη αρνείται ν’ αντικρίσει;
Τον εαυτό της, την ίδια τη νιότη θέλει να ξεχάσει
γιατί οι ώμοι της βαραίνουν
από την ευθύνη που φέρει
για το μέλλον του κάθε ανθρώπου
(«Το πιοτό, ευθύνης ναρκωτικό»)

Tον κάπως ρητορικό αυτόν τόνο υιοθετεί η Ρουκ και σε μερικά ακόμη ποιήματα που είναι αρκετά διδακτικά σε ύφος. Δικαιούται όμως μια μεγάλη ποιήτρια να μιλάει έτσι με βάση την εμπειρία της. Σχολιάζοντας για παράδειγμα την εξειδίκευση και τη μηχανική επανάληψη, γράφει: «όταν η επανάληψη γίνει τρόπος γνώσης/ οι ορίζοντες σκουριάζουν πριν ακόμη ανοίξουν» («Επανάληψη, μια άλλη διπρόσωπη»). Αλλού, μιλώντας για τις εφήμερες «διασημότητες» της εποχής μας, γράφει: «Τώρα η διασημότητα ελάχιστα κρατάει/ λίγο σαν τη διαφήμιση που πρέπει να “πουλάει”./ Και ο καλλιτέχνης πετάει για λίγο/ ώσπου να δει πως δεν είναι δικά του τα φτερά/ και να πέσει πάλι στη γη/ με το πρόσωπο στο χώμα» («Διασημότητα, η πιο γνωστή κοροϊδία»).

Από την άλλη, αναγνωρίζει πως το σώμα, η πάλαι ποτέ πηγή όλων των ηδονών, έχει φθίνει: «κάποτε με τα όνειρα συνομιλούσε», ενώ τώρα «γονατίζει την ψυχή». Τη γονατίζει, επειδή ο αγώνας για την καθημερινή επιβίωση είναι επαχθέστερος από την έγνοια του θανάτου:
Το σώμα είναι πάντα αυτό που ήταν:
η μοναδική απόδειξη της ύπαρξής μας
μόνο που τώρα νιώθει πως άσκοπα περιπλανιέται
κι απορεί γιατί με τόσο πάθος το στηρίζει η ζωή
αφού καμιά ηδονή –την επιβίωση μονάχα–
δεν έχει να προσφέρει.
(«Το χαμένο σώμα»)

Η συλλογή κλείνει με μια πνοή του ανέμου… «Επίλογος αέρας» τιτλοφορείται το καταληκτικό ποίημα:
Αλλά υπάρχει ο αέρας.
Πότε βουίζει, πότε φυσάει δροσερός
τη φουρτούνα φέρνει και την απανεμιά.
Ναι, αυτός είναι ο σωστός επίλογος
μιας ολόκληρης ζωής
που βέβαια στο γιατί ήρθε
ποτέ δεν απαντά.

Τελικά έτσι είμαστε όλοι μας: μία ριπή του ανέμου που έρχεται και φεύγει, χωρίς να ξέρουμε γιατί και πώς ήρθε. Ο αέρας αποτελεί ταιριαστό επίλογο στη συλλογή μιας μεγάλης ποιήτριας, όπως η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, που δεν είναι κάτι πέρα από ένα γεμάτο σοφία και πόνο σχόλιο για το αμείλικτο πρόσωπο του χρόνου που φεύγει μακριά, χωρίς επιστροφή.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο "Σαν πνοή ανέμου". Διαβάστε και τη συνέντευξη που παραχώρησε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ στο στίγμαΛόγου το Νοέμβριο του 2014.

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

Τρία βιβλία του εξαιρετικού Ιταλού συγγραφέα Erri de Luca

Τη γραφή του Erri de Luca την πρωτογνώρισα πέρυσι, γύρω στο Πάσχα, από έναν συνάδελφο. Είχε εκδοθεί τότε Το βάρος της πεταλούδας του από τον μικρό εκδοτικό οίκο Κέλευθος, από τον οποίο κυκλοφορούν και τα υπόλοιπα βιβλία του. Τότε, δεν είχα διαβάσει τίποτε απ’ όσα είχαν γραφτεί για Το βάρος της πεταλούδας, όταν όμως το είδα στο βιβλιοπωλείο αποφάσισα να το πάρω εξαιτίας του μικρού του σχήματος. Ήταν τέλειο για να το έχω μέσα στην τσάντα μου και να το διαβάζω στο μετρό.

Λίγο αφότου ξεκίνησα να διαβάζω Το βάρος της πεταλούδας κατάλαβα ότι το βιβλίο είχε πολλά περισσότερα από το βολικό του σχήμα να προσφέρει. Ο de Luca γράφει από την καρδιά του και στοχεύει στην καρδιά του αναγνώστη, καταφέρνοντας να δημιουργήσει στην απόσταση ανάμεσα στις δύο μια όμορφη αχλύ που μαγεύει. Αχλύ είναι η σωστή λέξη, γιατί η ατμόσφαιρα στα γραπτά του είναι ονειρική:
Είχε χωθεί κάτω από ένα πεύκο την πρώτη φορά, για να μην τον μυριστεί ένας άνθρωπος εκεί κοντά. Όταν εκείνος προσπέρασε, ξεσκάλισε κάμποσες πέτρες με τα πόδια και σκάρωσε ένα καλό απάγκιο. Κάτω από ένα σκέπαστρο πλεγμένο με κλαδιά σήκωνε το μουσούδι τη νύχτα ψηλά στον ουρανό – μια κατολίσθηση από φωταγωγημένα λιθαράκια. Με μάτια ορθάνοιχτα και αχνιστή ανάσα, στύλωνε το βλέμμα στους αστερισμούς, όπου οι άνθρωποι λαθεμένα βλέπουν μορφές ζώων, τον αετό, την αρκούδα, τον σκορπιό, τον ταύρο.Αυτός έβλεπε τα θραύσματα που είχαν ξεκολλήσει από τους κεραυνούς, και τις χιονονιφάδες πάνω στο μαύρο τρίχωμα της μάνας του, τη μέρα που έφυγε μακριά μαζί με την αδελφή του, μακριά από το σκοτωμένο σώμα της.Το καλοκαίρι τ’ αστέρια έπεφταν θρύψαλα, φλέγονταν κατά την πτήση τους κι έσβηναν στα λιβάδια. Τότε πήγαινε σ’ εκείνα που είχαν πέσει κοντά, για να τα γλείψει. Ο βασιλιάς γευόταν το αλάτι των αστεριών.
Το αγριόγιδο στο απόσπασμα κοιτάζει τα άστρα ακριβώς όπως ένας άνθρωπος... Ολόκληρο το διήγημα είναι μια σπουδή πάνω στη φύση του ζώου και του ανθρώπου και τα στοιχεία του καθενός που παρεισδύουν μέσα στον άλλο. Είναι επίσης μια σπουδή πάνω στη δύναμη και την αντοχή, την υπερηφάνεια και την τιμή, αλλά και τη φθορά που φέρνουν ο χρόνος και τη μοναξιά. Η δράση παρουσιάζεται αργά, καρέ-καρέ, η προσοχή στρέφεται στη λεπτομέρεια και η λεπτομέρεια οξύνει περαιτέρω την ήδη οξύτατη ευαισθησία του συγγραφέα.

Εντέλει, ο επίλογος του ανταγωνισμού ανάμεσα στον βασιλιά αγριόγιδο και στον κυνηγό, ο οποίος είχε οιονεί θέση βασιλιά στο βουνό από την πλευρά των ανθρώπων, γράφεται από κάτι ασήμαντο: το βάρος μιας λευκής πεταλούδας που στέκεται μια στιγμή στο αριστερό κέρατο του αγριόγιδου. Διόλου παράξενο: σύμφωνα με τη θεωρία του χάους, η κίνηση των φτερών μιας πεταλούδας που πετάει στη Βραζιλία μπορεί να προκαλέσει ανεμοστρόβιλο στο Τέξας...

Το βιβλίο συμπληρώνει ένα δεύτερο, πολύ μικρότερο, διήγημα, με τίτλο «Επίσκεψη σ’ ένα δέντρο» που επιτρέπει την αποφόρτιση από την ένταση του πρώτου. Σε αυτό, ο συγγραφέας στοχάζεται για τη φύση και την αντοχή των απομονωμένων δέντρων:
Όταν το σύννεφο πυκνώνει μολυβί, όταν μπερδεύεται αναμαλλιασμένο γύρω από το βουνό, ένα ρεύμα σαν ανατριχίλα περνάει στην επιφάνεια. Ο αναρριχητής, αν βρίσκεται εκεί, το αισθάνεται να σέρνεται πάνω του, χαϊδεύοντάς το σαν το μουσκεμένο βαμβάκι που τρίβει την επιδερμίδα πριν από την ένεση. Κι αφού ο ουρανός τριφτεί πάνω στη γη, ακολουθεί ο κεραυνός.Η κέμβρη γνωρίζει την ταραχή που της φωτίζει με μια άλω τα κλαδιά. Εκείνη τη στιγμή παύει ν’ ανασαίνει, ν’ αφήνει τους οπούς ν’ ανεβαίνουν πάνω: χαμηλώνει τις βελόνες της και προσμένει. Τυχαίνει το σύννεφο να μετακινηθεί και να ξεθυμάνει αλλού τον πυρετό του. Η έκρηξη πάνω σε άλλα βράχια ειδοποιεί πως μπορεί να ξαναπάρει ανάσα.
Η φύση είναι και πάλι στον πυρήνα, το ίδιο και η ευαισθησία του συγγραφέα που του επιτρέπει να αφουγκράζεται όλα όσα δεν μιλούν και τα ακούει να μιλάνε.

Το δεύτερο βιβλίο του Erri de Luca που διάβασα είναι το Είσαι δικός μου, εσύ. Η ιστορία που αφηγείται αφορά, σε πρώτη ανάγνωση, τον έρωτα ενός έφηβου για μια λίγο μεγαλύτερή του κοπέλα. Σε δεύτερη ανάγνωση όμως, υπάρχει ένα έντονα μεταφυσικό στοιχείο: ο νεαρός δεν είναι ο εαυτός του, κατοικείται προσωρινά από το πνεύμα του πεθαμένου πατέρα της κοπέλας που επιθυμεί να ξαναδεί και να ξαναγγίξει την κόρη του. Τα αισθήματα είναι και των δύο. Ή μήπως είναι η αγάπη και η νοσταλγία της κόρης που θέλει να ξανανιώσει κοντά της τον νεκρό της πατέρα από τη μία και από την άλλη ο εφηβικός έρωτας που ζητά να εκπληρώσει την επιθυμία της αγαπημένης;
Μου τραβούσε το χέρι, ήθελε να τρέξει μες στο πλήθος. Εγώ έκανα πως κουτσαίνω, βαριανάσαινα και σκούπιζα το μέτωπό μου με την παλάμη του δεξιού χεριού, απ’ τα μηνίγγια μου ως πίσω στον λαιμό. Κάποια στιγμή εκείνη κούνησε το κεφάλι και μου επίπε στο αυτί: «Τάτε, ξέρω πως είσαι εδώ, δε χρειάζεται να κάνεις τίποτ’ άλλο».Μου ήρθε να γελάσω μ’ εκείνο το παιχνίδι της μαζί μου κι απ’ το λαρύγγι μου βγήκε ένα γέλιο που δεν το ‘χα ξανακούσει. Ήταν ζεστό, αργό, διακεκομμένο. Το ένιωσα μέσα μου πηχτό, γεμάτο τρυφερότητα για τη δική μου Χάιλε, στη μέση της γιορτής. Με άκουσε που γελούσα κι ακούμπησε αστραπιαία το κεφάλι της στον ώμο μου.
Η ανθρώπινη συνθήκη πολλές φορές παίρνει απρόσμενους δρόμους και τότε κανείς δεν ξέρει πόσο και πώς μπορεί να την αλλάξει η βαθιά επιθυμία. Μέσα από το παράδοξο της ιστορίας που αφηγείται, αναδύεται ανάγλυφα το βάθος του πένθους και της απώλειας, της νοσταλγίας και του θρήνου που ορισμένες φορές εκφράζεται μέσα από τη χαρά.

Το τρίτο βιβλίο του Erri de Luca, την ανάγνωση του οποίου ολοκλήρωσα μόλις πριν λίγες μέρες, είναι Η ιστορία της Ειρήνης. Περιέχει κι αυτό δύο διηγήματα: το πρώτο, ομότιτλο του βιβλίου, είναι η ιστορία μιας κωφάλαλης κοπέλας που μιλά με τα δελφίνια και ζει τη μισή μέρα μαζί τους, χωρίς να το υποψιάζεται κανείς. Η αφήγηση είναι εκπληκτική και ανακαλεί αυτή τη βαθιά επιθυμία να μπορούσαμε κι εμείς να καταλαβαίναμε τα ζώα, να ζούσαμε με τον δικό τους, βαθιά διαισθητικό, τρόπο, να ήμασταν ένα με τη φύση:
Ξέρεις πως τα δελφίνια κλαίνε; Όχι, ξέρω πως τα δάκρυα πάνε μαζί με τις απώλειες και σπάνια με τις χαρές.

Αποδιώχνω τη σκέψη, αλλά ξαναβλέπω τα δάκρυα της γιαγιάς που πέφτουν χωρίς ούτ’ ένα λυγμό πάνω στο γιο της και κυλάνε ανώφελα πάνω του. Είναι σωστότερα τα δάκρυα των δελφινιών γιατί παραμένουν στη θάλασσα. Έχεις δίκιο, Ειρήνη, στη στεριά πέφτουν πάνω στα χέρια, στο πάτωμα, ή μέσα στον κινηματογράφο.

Γυρίζω προς το μέρος της και βλέπω για πρώτη φορά ένα ορφανό κοριτσάκι στη στεριά που αναγκάστηκε ν’ αναζητήσει στ’ ανοιχτά, μέσα στη θάλασσα, τη στοργή και την οικογένεια. Η στεριά ήταν μητριά γι’ αυτήν, ενώ η θάλασσα την αγκαλιάζει και τη χαϊδεύει.

Η Ειρήνη, που με ταράζει όταν με κοιτάζει καταπρόσωπο, κάνει τα μάτια μου να υγραίνονται. Και μένω ασάλευτος, χωρίς ν’ ανοίγω τα λιπόσαρκα χέρια μου να την αγκαλιάσω.Έτσι κυλάνε απ’ τα μάτια μου δυο δάκρυα. Εκείνη τα μαζεύει αμέσως και τα βάζει στο στόμα της. Είναι καλά, λέει.
Νομίζω ότι, για τον Erri de Luca, η ζωή είναι όπως η Ειρήνη. Ακατανόητη για τους πολλούς, με βαθιά ενσυναίσθηση, υπομονή και αντοχή για όσα προκαλεί και αγκαλιάζει, αλλά και έντονα γοητευτική, καθώς περιέχει μια διάσταση άρρητη και κρυφή, που όμως καθορίζει τον άνθρωπο.

Το βιβλίο συμπληρώνει μια άλλη μικρή ιστορία, που έχει τίτλο «Ένα πολύ χαζό πράγμα». Σε αυτήν ο συγγραφέας διηγείται τις τελευταίες μέρες ενός γέρου που είχε πολεμήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και πλέον ζει σε ένα μικρό διαμέρισμα με τα παιδιά και τον εγγονό του. Η δυσφορία της συγκατοίκησης, αλλά και η λαχτάρα του γέρου για μια λιγοστή στιγμή ευτυχίας προτού μπορέσει να κλείσει τα μάτια του, περιγράφονται με χειρουργική ακρίβεια στο ολιγοσέλιδο διήγημα:
Ένας ποιητής έγραψε: "Υπάρχει ανταγωνισμός στο χάος, ένα πολύ χαζό πράγμα". Κάθε άλλο: η μάχη για την επιβίωση, από την κούρσα των σπερματοζωαρίων μέχρι την περιπετειώδη διάσωση από ένα ναυάγιο, ήταν φυγή, λύσσα, αγωνία, τύχη και κάτι παραπάνω, αλλά χαζή όχι. Στο σιδερένιο κουτί του εγγλέζικου πλοίου είχε μακαρίσει εκείνο το παρεξηγημένο πολύ χαζό πράγμα, τη ζωή στην καθαρή της υπόσταση.
Γι' αυτήν ακριβώς τη ζωή στην καθαρή της υπόσταση μιλάει στα βιβλία του ο de Luca, επιλέγοντας να την κοιτάξει μέσα από την περισσότερο αθέατη, και γι' αυτό ακριβή και πολύτιμη, οπτική γωνία, ξανασυστήνοντάς μας έτσι τον κόσμο.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Διαβάστε και το κείμενο της μεταφράστριας των δύο πρώτων βιβλίων, Άννας Παπασταύρου, για τον συγγραφέα.

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2019

"Εγκώμιο των συνόρων" του Ρεζίς Ντεμπρέ

Το να πλέκει κανείς το εγκώμιο των συνόρων τον καιρό της παγκοσμιοποίησης, όπως το κάνει ο Ρεζίς Ντεμπρέ, είναι μια συνειδητή πορεία κόντρα στο ρεύμα, που μπορεί να προκαλέσει ανοίκειες αντιδράσεις εναντίον του. Πρόκειται για μια ομιλία που έγινε στο Γαλλο-Ιαπωνικό Σπίτι στο Τόκυο το Μάρτιο του 2010 και έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και εκδοθεί από τις εκδόσεις Εστία το 2015. Γρήγορα καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι είναι μια διεισδυτική κριτική στην παγκοσμιοποίηση. Ο ορίζοντας του καταναλωτή διαστέλλεται, ενώ εκείνος του ψηφοφόρου συρρικνώνεται. "Η συλλογική ζωή προϋποθέτει διαχωρισμό".

Δεν είναι απαραίτητο να υιοθετεί κανείς άρδην τις απόψεις ενός συγγραφέα για να εκτιμήσει τη σκέψη του. Αυτό το βιβλίο ερεθίζει τη σκέψη, δεν επιδιώκει να απλοποιήσει το σύνθετο, περιπλέκει την κατάσταση παρομοιάζοντας τα σύνορα με το δέρμα των ζωντανών οργανισμών. "Πολεμική διασύνδεση του οργανισμού με τον έξω κόσμο, το δέρμα απέχει από το στεγανό παραπέτασμα όσο ένα σύνορο αντάξιο του ονόματός του από ένα τείχος. Το τείχος απαγορεύει τη διάβαση, το σύνορο τη ρυθμίζει."

Υποστηρίζει ότι το πρόβλημα της εποχής μας δεν προέρχεται από το πλεόνασμα αλλά από το έλλειμμα συνόρων. Με την τροπή που έχει πάρει το μεταναστευτικό τα τελευταία χρόνια και την εξέλιξη του Μεσανατολικού με τις ενέργειες της κυβέρνησης Τραμπ, τις στρατηγικές μεθοδεύσεις για αναθεώρηση συνθηκών (Τουρκία για συνθήκη Λωζάνης και τα "σύνορα της καρδιάς μας" του Ερντογάν) και τις φωνές για αναδιάρθρωση συνόρων στο Κόσοβο και όχι μόνο, οι σκέψεις και οι αιτιάσεις του Ντεμπρέ γίνονται άκρως επίκαιρες και πολύτιμο εφόδιο για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων με σοβαρό αλλά και ευφάνταστο τρόπο.

"H World Enterprise, προβεβλημένη κάποια στιγμή υπό την ώθηση του νεοφιλελευθερισμού, ολισθαίνει με τη σειρά της από τον ξένο προς αφομοίωση στον μετανάστη προς απέλαση: μέσα στη ζούγκλα μας, που διατείνεται ότι προσβλέπει σε μια παγκόσμια διακυβέρνηση, η κάμερα παρακολούθησης κατασκοπεύει τον παρεκκλίνοντα, το δέρμα γίνεται οστό, και το οστό πανοπλία. Όποιος ήθελε να γίνει άγγελος, κατέληξε κτήνος". Δεν πρόκειται για μπροσούρα κατά της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων. Μαστιγώνει τις ιδεολογίες, τόσο αυτή που δεν αποδέχεται κανένα εμπόδιο στην επικοινωνία μεταξύ των λαών όσο και κείνη που τείνει να κλείσει τους λαούς ανάμεσα σε τοίχους. Είναι ολοκληρωτικές και οι δύο αυτές απόψεις με την έννοια ότι δεν νοούνται χωρίς την ολοκλήρωση, είτε μιας και μόνο ανθρωπότητας είτε ολοτήτων διαχωρισμένων μεταξύ τους.

Τα σύνορα, αντίθετα με τις ακραίες καταστάσεις, δρουν ως φίλτρο που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ των λαών χωρίς άρνηση της ιδιαίτερης ταυτότητας του κάθε λαού, στην οποία δίνει δυναμική χροιά ακριβώς ως αποτέλεσμα της επικοινωνίας και των εκατέρωθεν επιρροών και επιδράσεων. Το σύνορο επομένως γίνεται όπλο ενάντια στον μηδενισμό, ταυτόχρονα απορρίπτει την άρνηση το εαυτού και την άρνηση του άλλου. Διατηρεί τη συλλογική συγκολλητική ουσία, την πίστη στην κοινή μοίρα απαραίτητη για την ψυχική ισορροπία. Η πίστη παραπέμπει στο ιερό, την ανάγκη αναγνώρισης και διαφύλαξης σε κάτι πέρα από τα ανθρώπινα που δίνει νόημα στη ζωή. Ένα όριο χωρίζει το ιερό από το ανίερο, παρατηρεί το παράδοξο, η παγκοσμιοποίηση, η κατάργηση των συνόρων και το ξερίζωμα γεννούν αντίδραση με το αγκίστρωμα των ξεριζωμένων στην κουλτούρα των προγόνων τους, χωρίς να ανήκουν εκεί πραγματικά, μόνο και μόνο για να αναζητήσουν μια ταυτότητα.

Στέλιος Ροζάκης



Σημ.: Απόσπασμα από κείμενο με τίτλο "Σημείωμα για το εγκώμιο των συνόρων" που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 44(5).

Τετάρτη, 3 Απριλίου 2019

"Ο δύτης" του Μίνωα Ευσταθιάδη


"Όλοι φοράνε τις μάσκες τους, το φως υποχωρεί. Όλοι εκτός από έναν, που πάντα παραμένει αθέατος. Οι εντολές ακούγονται ξεκάθαρα, για λίγο στέκονται απολύτως ακίνητοι. Κάποιος θα νόμιζε ότι προσεύχονται. Κι όμως".

*

Ο Δύτης είναι θεωρητικά ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα μπορούσε αυτή η φράση να ξεκινούσε το κείμενό μου και να ήταν σωστή. Αλλά θα ήταν ταυτοχρόνως και απολύτως λάθος. Ο συνήθως λαλίστατος φίλος, που μου πρότεινε το βιβλίο, μου είπε απλά «διάβασέ το». Πιστεύοντας λοιπόν -η ανυποψίαστη- την περιγραφή του οπισθόφυλλου, ξεκίνησα ανέμελα να το διαβάζω. 

Το κλασικό μοντέλο του ντετέκτιβ ήσσονος σημασίας υποθέσεων με το μπλαζέ όνομα Κρις Πάπας ανταποκρίνεται απόλυτα στο σκηνικό νουάρ όπου τον έχει τοποθετήσει ο συγγραφέας - τόσο που στο τέλος του βιβλίου συνειδητοποιείς ότι το φως της ημέρας δεν άγγιξε καμία του σελίδα. Η εναλλαγή εικόνων μεταξύ Αμβούργου και Αιγίου και μεταξύ παρελθόντος και παρόντος είναι συνεχής και η δεξιοτεχνία με την οποία χειρίζεται τα ασύνδετα φαινομενικά κομμάτια του παζλ ο συγγραφέας, κλιμακώνοντας με αυτό τον τρόπο την ένταση του κειμένου, εξαιρετική. 

Διαδοχικές αυτοκτονίες και ανεξήγητοι θάνατοι, αλλόκοτα περιστατικά, ζωές που έχουν φτάσει στο όριο της διαστροφής συνθέτουν την πλοκή και σε κάνουν να  νομίζεις ότι -εντάξει- θα καταλήξει κλασικά, όπως όλα αυτού του είδους τα αστυνομικά μυθιστορήματα, και εσύ θα έχεις περάσει καλά με αυτό το βιβλίο πριν περάσεις στο επόμενο. Όμως τελικά δεν είναι έτσι, γιατί κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι όλο αυτό το σκηνικό ήταν απλά το όχημα. Το όχημα που θα σε οδηγήσει στις τελευταίες 20 περίπου σελίδες, όπου τα πάντα μετατρέπονται σε κάτι άλλο, σε αυτό το άλλο που πιθανότατα δεν θα σε αφήσει να κοιμηθείς ήσυχα για τουλάχιστον δύο νύχτες αφού τελειώσει το βιβλίο. Δεν υπάρχει τίποτα που να  σε προετοιμάζει για αυτό, εκτός ίσως από τον τίτλο και το εξώφυλλο που, έχοντας ξεπεράσει την ανάγνωση των δύο τρίτων του βιβλίου, ακόμα ψάχνεις να βρεις πού κολλάνε. 

Και το βρίσκεις τελικά ή μάλλον σε βρίσκει αυτό σε εκείνες τις λίγες τελευταίες σελίδες που, όταν τελειώσεις την ανάγνωσή τουςσυνειδητοποιείς ότι τελικά η κόλαση είναι κάτι που εφηύραμε, γιατί μας είναι αδύνατον να πιστέψουμε ότι η χειρότερη κόλαση είμαστε εμείς οι ίδιοι. Μας λένε συνεχώς και με βεβαιότητα ότι το φως νικά πάντα το σκοτάδι. Δυστυχώς, ορισμένες φορές υπάρχουν στο ανθρώπινο μυαλό και την ψυχή κάτι μαύρες τρύπες που απορροφούν οτιδήποτε φωτεινό και οδηγούν σε πράξεις που πολύ θα θέλαμε να ήταν αποκύημα της διεστραμμένης φαντασίας ενός συγγραφέα, αλλά τελικά διαπιστώνουμε ότι είναι απλά η καταγραφή μίας πραγματικότητας.


Μαρία Γενιτσαρίου

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

«Από το βάθος της αιτίας» του Χρήστου Τουμανίδη

Tο νέο βιβλίο του Χρήστου Τουμανίδη καταλύει με έναν τρόπο τη γραμμικότητα του χρόνου, αφού συγκεντρώνει τις πρώτες πέντε ποιητικές συλλογές του. Είναι ένα βιβλίο ή μάλλον πέντε βιβλία που γράφτηκαν στο παρελθόν και ξαναεκδόθηκαν στο παρόν, διεκδικώντας μια νέα θέση στο τώρα. Ας σημειώσω ότι τον Χρήστο Τουμανίδη τον ξέρουμε κυρίως ως ποιητή χαϊκού, αλλά και ως μελετητή του είδους. Με αυτό το βιβλίο όμως μας δίνεται η ευκαιρία να θυμηθούμε οι παλιότεροι και να γνωρίσουμε οι νεότεροι τα πρώτα του ποιήματα, που ακολούθησαν την οδό του ελεύθερου στίχου.

Ξεκινώντας από την πρώτη συλλογή, τα Αστάθμητα, με έτος αρχικής έκδοσης το 1978, δεν μπορούμε να μη σταθούμε στην πυκνότητα των νοημάτων και τα επαναλαμβανόμενα σύμβολα ή μοτίβα, στοιχεία που θα δούμε και στις επόμενες συλλογές του ποιητή, αλλά και την αποσπασματικότητα και την αβεβαιότητα, έως έναν βαθμό, από την οποία διέπεται. Λέγοντας αποσπασματικότητα, εννοώ ότι δεν υπάρχει συμπαγής συνοχή ανάμεσα στα ποιήματα, τα οποία μοιάζουν με σμήνος από πουλιά που πετούν προς διαφορετικές κατευθύνσεις, αντί να πετούν όλα μαζί, όπως τα έχουμε συνηθίσει να πετάνε... Ή σαν ψηφίδες που δεν είμαστε σίγουροι για το τι εικόνα σχηματίζουν, αφού είναι μια εικόνα που δεν μένει απόλυτα σταθερή. Λέγοντας πάλι αβεβαιότητα, υπονοώ την απειρία της πρώτης συλλογής, που στην ποιητική του πορεία αντικαθίσταται με τον εκφραστικό πλούτο.  Αποφεύγω να γράψω ωριμότητα, γιατί θυμάμαι  ότι στο άρθρο του στο frear.gr ο Σπύρος Θεριανός σημειώνει ότι «θα αδικούσαμε τις προηγούμενες συλλογές αν μιλούσαμε για ωριμότητα. Πρόκειται για διαφορά τάξης στην ποιητική έκφραση». Δεν έχω κανέναν λόγο να διαφωνήσω.

Όσον αφορά τα θέματα, αυτά είναι βέβαια ο χρόνος, η απώλεια και το κενό, η ζωή που μεταβάλλεται σε ιστορία, το μαρτύριο. Για να τα αποδώσει αυτά ο Τουμανίδης, μιλάει με στόμφο σε ορισμένα σημεία της πρώτης του συλλογής και επικαλείται την αρχαιότητα σε άλλα, ενώ δίνει και δείγματα αποφθεγματικότητας. Κυρίως όμως χρησιμοποιεί σύμβολα. Τα αγάλματα είναι ένα από αυτά, ακίνητα και άφθαρτα μέσα στον χρόνο, παγωμένα στην ίδια έκφραση πάντα και σιωπηλά, έρχονται από το παρελθόν και ατενίζουν το παρόν γνωρίζοντας, χωρίς όμως να μπορούν να μιλήσουν. Είναι οι σιωπηλοί μάρτυρες των τεκταινομένων και οι παντογνώστες. Ταυτόχρονα, είναι οι άψυχες πέτρες, οι μιμήσεις της φυσικής ζωής που δεν όμως θα είναι ποτέ φυσική ζωή, ένα κτιστό χωρίς ψυχή, μα ίσως με μνήμη. Στον αντίποδά τους, τα δέντρα: επίσης ακίνητα, μοιάζουν και αυτά αιώνια, είναι όμως φυσικά, είναι κομμάτια της φύσης η οποία υποτάσσει και καθορίζει τον άνθρωπο, με την εναλλαγή της μέρας και της νύχτας, με τα φυσικά φαινόμενα και με όλους τους υπόλοιπους τρόπους που διαθέτει. Άλλο σύμβολο είναι το αστικό τοπίο, το οποίο αποτελεί την παραβολή ενός καταφυγίου που όμως δεν αντέχει, ενός επώδυνου μέρους μέσα στο οποίο η ζωή μετατρέπεται γοργά σε ιστορία. Η προκυμαία, ένα άλλο σύμβολο, γίνεται αλληγορία της απώλειας, δείχνοντας το όριο ανάμεσα σε κείνον που φεύγει και κείνον που μένει, την ίδια στιγμή που η νύχτα μπαίνει στο δωμάτιο και η θάλασσα μετατρέπεται σε μεταφορά της ζωής. Άλλα επαναλαμβανόμενα σύμβολα είναι τα παιδιά (το μέλλον που χρειάζεται να προστατεύσουμε), οι εφημερίδες (το εφήμερο των ειδήσεων), τα τέσσερα σημεία του σταυρού ή του ορίζοντα, τα πουλιά, το κλουβί, το κόκκινο χρώμα, τα πρωινά και η Κυριακή.

Για αυτήν την πρώτη ποιητική συλλογή του Χρήστου Τουμανίδη, ο Νίκος Ψυλλάκης είχε γράψει στο αφιέρωμα που έγινε για τον Χρήστο στο περιοδικό Έρεισμα με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού 20 ακριβώς χρόνια πριν, το 1999: «Η πρώτη ποιητική συλλογή του Χρήστου Τουμανίδη είναι ταυτόχρονα και μια ελπίδα για την ελληνική ποίηση». Πράγματι όλα τα καλά στοιχεία του ποιητή είναι παρόντα εκεί και, αν φαίνονται λίγο πιο αδέξια από ό,τι στις συλλογές που ακολούθησαν, φταίει το γεγονός ότι σε αυτές τις επόμενες συλλογές τα στοιχεία που προανέφερα άνθισαν και καρποφόρησαν, όπως είναι φανερό στη δεύτερη συλλογή του.

Πρόκειται για τη συλλογή Απόπειρες, η οποία πρωτοεκδόθηκε το 1981. Εδώ, το πλαίσιο στο οποίο κινείται το ποιητικό υποκείμενο είναι καλά καθορισμένο και δημιουργείται άμεσα η εντύπωση της συνοχής. Η ποιητικότητα του στίχου και οι εικόνες που τον κατοικούν είναι έκδηλες, ενώ μπαίνει και ο έρωτας στην εικόνα – ένα θέμα που δεν υπήρχε στην πρώτη του συλλογή.

Και ενώ στην πρώτη συλλογή είχαμε τα πρωινά, εδώ έχουμε τη νύχτα. Ενώ είχαμε το κόκκινο, εδώ έχουμε το πράσινο. Εκεί που είχαμε προκυμαία και καράβια, εδώ έχουμε τρένα και αποβάθρες – ωστόσο ο αποχωρισμός μένει σταθερό θέμα, τα σύμβολα μόνο αλλάζουν. Το αστικό τοπίο αποτελεί και πάλι το υπόβαθρο μπροστά από το οποίο συμβαίνει η ζωή, ενώ εμφανίζονται νέα σύμβολα, όπως τα σύννεφα. Και ενώ η πρώτη συλλογή ήταν δεμένη με τη γη, η δεύτερη είναι περισσότερο στραμμένη στον ουρανό («μια ανεμόσκαλα/ στρίβοντας/ πάει στα σύννεφα»). Το χώμα εδώ μετατρέπεται σε κάτι ηδονικό, αλλά ταυτόχρονα κι επικίνδυνο («Με λόγια που μιλιούνται επιεδή/ κάποτε νιώθουμε κοντά το χώμα/ τρυφερό, σκοτεινό και φιλήδονο»). Επίσης, στην πρώτη συλλογή βλέπαμε την πόλη να ανυψώνεται, ενώ εδώ τη βλέπουμε να βουλιάζει. Και πάλι έχουμε τον αριθμό τέσσερα, τέσσερις εποχές, τέσσερα σημεία του ορίζοντα, όχι όμως πια σταυρό. Ήρθε ίσως ο έρωτας κι έδιωξε το μαρτύριο.

Ακόμη, ενώ είναι παρούσα και εδώ η Κυριακή, μάλιστα δίνει το όνομά της στον τίτλο μιας ολόκληρης ποιητικής ενότητας (τις «Σημειώσεις μιας Κυριακής») δεν απουσιάζει και η Δευτέρα. Η Δευτέρα σηματοδοτεί το κλείσιμο της κυριακάτικης παρένθεσης. Είναι η μέρα που τα γρανάζια της καθημερινότητας ξαναρχίζουν να δουλεύουν, η μέρα που συνειδητοποιείς ότι -για μια ακόμα φορά- δεν πρόλαβες να κάνεις όλα αυτά που ήθελες...

Μερικοί στίχοι από τη συλλογή: «μέσα μου πάντα θ’ ανάβεις τις μεγάλες σιωπές», «ένα κλουβί που του ‘φυγε ξάφνου το μέλλον», «η θλίψη είναι ευάλωτη στο φως, ξεβάφει», «θρύψαλα ο ήλιος μέσα μου και η άνοιξη φεύγει με το γκρι φουστάνι σου», «ποιος στέκεται ν’ ακούσει πίσω απ’ τη γλύκα της φωνής τον σπαραγμό», «εμείς ανύποπτοι σ’ έναν άλλο πνιγμό» και πολλοί άλλοι που δεν θα αναφέρω για να σας δώσω την ευκαιρία να αγοράσετε το βιβλίο και να εντοπίσετε τους δικούς σας αγαπημένους στίχους!

Η τρίτη κατά σειρά συλλογή του Χρήστου Τουμανίδη είναι Η ώρα του λιμανιού. Πρωτοεκδόθηκε το 1987 και το όνομά της σημαίνει τη φευγαλέα ανάπαυλα πριν την κίνηση της παλίρροιας. Σ’ αυτή τη συλλογή, η Κυριακή, ο καπνιστής και τα τσιγάρα του, η ανοιχτή όσο και θερμή σχέση με το παρελθόν και τον μακρινό τόπο καταγωγής του και η συμβίωση με μια χαμένη αγάπη γίνονται οι συνιστώσες της ποίησης του Χρήστου Τουμανίδη. Οι Κυριακές δεν είναι Κυριακές της αιθρίας, της ξεγνοιασιάς, της εκδρομής. Πλησιάζουν περισσότερο προς τις «Κυριακές που ο ποιητής καλεί την ψυχή του για να της πει -σαν τραγουδάκι χαρωπό- ένα τραγούδι του θανάτου. Ο καπνιστής δεν είναι κοινωνός της γνώριμης αμηχανίας διά των τσιγάρων του. Το τσιγάρο γίνεται κλειδί που ανοίγει την πόρτα του κόσμου. Ν’ ανάψω; Να μην ανάψω; Το δίλημμα είναι το ίδιο αναπότρεπτο όσο το “να βγω ή να μη βγω;” τόσων εγκλείστων κι αλλού, η εγκατάλειψη ψηλαφείται με τον στίχο. Μήτε τσιγάρο, μήτε φως, μήτε τραγούδι κι ο χρόνος τέμνεται από τη στιγμή πριν και τη στιγμή μετά τη στάχτη». Δεν τα έχω γράψει εγώ αυτά, τα έγραψαν στο περιοδικό Πλανόδιον που κυκλοφόρησε τότε που πρωτοεκδόθηκε η συλλογή, τον χειμώνα του 1987-1988.

Πράγματι, θα πω εγώ, σ’ αυτή τη συλλογή το ύφος του ποιητή είναι διαφορετικό. Σε αυτή τη συλλογή εμφανίζονται για πρώτη φορά ο ήλιος σαν σύμβολο και το τσιγάρο, όπως επεσήμανε το Πλανόδιον (μάλιστα, ο Σωτήρης Σαράκης έγραψε πως πρώτη φορά συναντά τόσα τσιγάρα στα ποιήματαα, όπως σημειώνει ο Σπύρος Θεριανός στο σημείωμά του στο frear.gr, που προανέφερα) ενώ σημαντική είναι η απεύθυνση σε μια γυναίκα που δεν κατονομάζεται, η παρουσία της όμως μένει να πλανάται στους στίχους με ένταση. Η ερήμωση είναι ένα βασικό θέμα εδώ, όπως και ο αποχωρισμός. Ο αριθμός τέσσερα κάνει και πάλι την εμφάνισή του σαν ένα υπόκωφο μοτίβο που διαπερνά όχι μόνο τις συλλογές του Τουμανίδη, αλλά και την ίδια τη ζωή.

Τα λιμάνια, τα πλοία, η βροχή (μου άρεσε πολύ το ποίημα «Νυχτερινή βροχή». Ξεκινά: «η περασμένη μου ζωή επιστρέφει απόψε σε στάλες» και συνεχίζει: «παλιά νερά, λάθη παλιά» που σκεπάζουν το ποιητικό υποκείμενο έως τους ώμους): αυτά είναι μερικά ακόμη από τα σύμβολα που χρησιμοποιεί ο ποιητής στη συλλογή, ενώ κάνει λόγο για πρώτη φορά και για το απόγευμα (είδαμε ότι είχε κάνει λόγο για το πρωινό και για τη νύχτα). Το απόγευμα είναι η μεταβατική ώρα ή το μεταίχμιο που καθορίζει το πέρασμα από μία κατάσταση σε μία άλλη – και πρέπει να κάνω εδώ μια σημείωση: Είναι σημαντικοί οι χρονικοί αλλά και οι χωρικοί προσδιορισμοί στην ποίηση του Τουμανίδη. Η ποίησή του συμβαίνει, όπως η ζωή, μέσα σε έναν χώρο και κατά τη διάρκεια κάποιου χρόνου – και είναι και τα δυο στοιχεία πολύ σημαντικά. Σ΄αυτή τη συλλογή βρίσκεται και η ενότητα που έδωσε τον τίτλο στο βιβλίο το οποίο συζητάμε σήμερα: «Από το βάθος της αιτίας».

Ας περάσουμε όμως στην τέταρτη συλλογή, την Αντίστιξη των άστρων που πρωτοδημοσιεύθηκε το 1997. Σε αυτήν γίνονται εκτενείς αναφορές στην αρχαία Ελλάδα, κυρίως στην πρώτη ενότητα, τη «Μυθολογία μιας στιγμής», που, όπως έγραψε ο Γιώργος Πετρόπουλος στο Νέο επίπεδο την άνοιξη του 1998, κάνουν ορισμένα ποιήματα να μοιάζουν «σαν μακρινός απόηχος αναλόγων του Τέλλου Άγρα, του Κώστα Ουράνη και του Μήτσου Παπανικολάου».

Σε ανάλυσή της στο αφιέρωμα του περιοδικού Έρεισμα, στο οποίο προαναφέρθηκα, η Αργυρώ Μαντόγλου σημειώνει ιδιαίτερα για τη συγκεκριμένη συλλογή «τη μεταφορά του ουρανού και των ουράνιων σωμάτων που προβάλλονται ως μακρινές ενατενήσεις. [...] Τα άστρα λειτουργούν ως φωτεινές απολυτότητες μιας σχεδόν ανέφικτης προβολής. Συνυπάρχουν η υποψία και ο πόθος της ταύτισης με το ουράνιο σε κάθε ποιητικό στοχασμό του Τουμανίδη. [...] Κυριαρχεί η ανθρώπινη διάθεση να προβληθεί η υπόστασή της στο άπειρο και μέσα από αυτά τα “αστρικά συναπαντήματα” γεννιούνται τα ποιήματα που είναι η αντιπαράθεση του μικροκοσμικού με το μακροκοσμικό».

Το 1997 στο περιοδικό Μανδραγόρας δημοσιεύθηκε επίσης κείμενο για την Αντίστιξη των άστρων του Τουμανίδη, στο οποίο διαπιστώνεται ότι στη συλλογή «κυριαρχεί η κατ’ εξοχήν αποστολή της ποίησης να μας παρέχει πρόσβαση σ’ εκείνη τη θέα του κόσμου όπου διαφαίνονται ταυτόχρονα το μυστήριο του κόσμου μαζί με το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής».

Θα ήθελα κι εγώ να σημειώσω ότι είναι φανερή η μεστότητα του στίχου και της εξιστόρησης, αλλά και η σιγουριά του ποιητή στη διαπραγμάτευση της εικονοποιΐας και των νοημάτων σε αυτή τη συλλογή. Πρόκειται επίσης για τη συλλογή όπου κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα του χαϊκού, δώδεκα το σύνολο, με τίτλο «Δώδεκα τηλε-γραφήματα» και θα ήθελα να σταθώ σε τρία από αυτά: «6. Σπασμένο κλαδί/ αλλά η άνοιξη, δες,/ το κυρίεψε!», «7. Κρυφοί στεναγμοί/ των αστεριών η λύρα/ στ’ άδειο πηγάδι» και «12. Ξεχαστήκαμε/ σ’ ένα τριαντάφυλλο/ φυλλομετρώντας».

Κάπως έτσι φτάνουμε και στην πέμπτη και τελευταία ποιητική συλλογή που φιλοξενείται στο βιβλίο. Πρόκειται για μια συλλογή που αποτελείται αμιγώς από χαϊκού, έχει τίτλο Κεριά θυέλλης (με τον τρόπο του χαϊκού) και πρωτοκυκλοφόρησε το 2005. Στην προμετωπίδα της συλλογής διαβάζουμε ένα χαϊκού του Γιάννη Ρίτσου από τα 3 Χ 111 τρίστιχα του 1987. Όταν το είδα, θυμήθηκα ότι ο Νίκος Ψυλλάκης είχε γράψει πως πρωτοσυνάντησε τον Χρήστο στο σπίτι του Γιάννη Ρίτσου. Αλλά και ένα από τα χαϊκού της συλλογής του Χρήστου μιλάει για τον Ρίτσο: «Δέντρα και λέξεις/ το μεγάλο ποτάμι/ ο Γιάννης Ρίτσος».

Παρ’ ότι η φόρμα είναι δραματικά διαφορετική, είναι αξιοσημείωτο ότι τα σύμβολα που χρησιμοποιεί ο Χρήστος μένουν σταθερά: η νύχτα, το φεγγάρι, τα δέντρα, τα άστρα, η πόλη, ο ήλιος, τα παράθυρα, η θάλασσα, το τσιγάρο, η Κυριακή, όλα είναι εδώ. Δοσμένα σε 17 συλλαβές: «Όλος ο κόσμος/ δεκαεφτά συλλαβές/ τραγούδα, μπορείς!» και σε 53 τρίστιχα. Όσο για τα θέματα, ερημιά, ελπίδα, ομορφιά, φως και ελευθερία είναι μερικά μόνο από εκείνα στα οποία στάθηκε η ευαισθησία του Χρήστου.

Θα ήθελα να κλείσω την εισαγωγή μου στην πρώτη ποίηση του Χρήστου Τουμανίδη όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο Από το βάθος της αιτίας, με λίγα από τα λόγια που έγραψε ένας άλλος αγαπημένος μου ποιητής, ο Τάσος Λειβαδίτης, για κείνον στο φύλλο της 13ης Απριλίου 1978 της εφημερίδας Αυγή:

«...ο Χρήστος Τουμανίδης ξεκινάει από ένα παρήγορο σημείο: το πιο παρήγορο σημείο της σύγχρονης ποίησης. Την καθημερινότητα. Η ποίησή του χαμηλόφωνη, δεμένη με τα πιο απλά δεδομένα της πραγματικότητας, χωρίς αυτό φυσικά να σημαίνει ότι συχνά μια υπόγεια προέκταση δεν φτάνει ως τα όρια της “σιωπηλής” κραυγής. [...] Ο ποιητής έχει ένα ιδιαίτερο στίγμα που μπορεί κανείς να το διακρίνει από μακριά. Την ειλικρίνεια πρώτον και δεύτερον την πίστη του στην υπεροχή της ποίησης – υπεροχή πάνω κι απ’ την ίδια την υπάρξή μας». Και πράγματι έτσι είναι.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας της υπογράφουσας στην παρουσίαση του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στο Έναστρον βιβλιοκαφέ την Παρασκευή 29 Μαρτίου 2019.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

Βόρειες καταπτώσεις του Πάρνωνα - Στοιχεία από την πρόζα του Θανάση Βαλτινού

Ο Θανάσης Βαλτινός είναι σίγουρα ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους πεζογράφους. Η γραφή του είναι στέρεη, πηγαία, με πολλές παύσεις και μια ιδιαίτερη θεατρικότητα, και φανερώνει άνθρωπο που κατέχει βαθιά την ελληνική γλώσσα σε όλη την έκτασή της. Αυτό βέβαια έχει φανεί και στις μεταφράσεις αρχαίων τραγωδιών που έκανε για τον Κάρολο Κουν. Ο Βαλτινός ξεκίνησε με κλασικά αφηγηματικά σχήματα για να καταλήξει σε ένα εντελώς προσωπικό ύφος, στο οποίο χρησιμοποιεί μονολόγους, ημερολογιακές καταγραφές, συνεντεύξεις και διάφορες μορφές ποίησης προκειμένου να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο. Ο κόσμος του αυτός διαμορφώθηκε μέσα στο μεταπολεμικό κλίμα, όπου κυριαρχούσε ο αντίκτυπος του ελληνικού εμφυλίου που σφράγισε τους διανοούμενους, ειδικά αυτούς που προέρχονταν από την αριστερά. Στο έργο του Θανάση Βαλτινού υπάρχουν ακόμα τολμηρά ερωτικά στοιχεία, καθώς και η αβεβαιότητα της νεοελληνικής πραγματικότητας. Αν μπορούσε να βρει κάποιος ένα χαρακτηριστικό που λείπει από τις ιστορίες του,  αυτό θα ήταν μια σχετική αδυναμία αφηγηματικής ανάπτυξης. Η κάθοδος των Εννιά αποτελεί εξαίρεση, γι' αυτό και έγινε σενάριο μιας πετυχημένης ταινίας.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να ιδωθεί ως αδυναμία του έχει να κάνει με την μεταφορά στα έργα του ενός κλίματος κάπως νοσηρού, όποτε καλείται να μιλήσει για το θέμα του εμφυλίου που εμπεριέχει την δική του βιαιότητα, όπως και κάθε εμφύλιος.  Στον Ανάπλου, που είναι μια μορφή αυτοβιογραφίας, υπάρχουν ίσως οι καλύτερες σελίδες του Θανάση Βαλτινού και κάποιες στιγμές καταπληκτικής πρόζας, κατά την ταπεινή μου γνώμη. Αφορούν την παιδική του ηλικία στην ελληνική ύπαιθρο και η αφήγηση του Βαλτινού, ραφιναρισμένη μέσα από την αναπόληση και τον στοχασμό χρόνων, παράγει ένα αποτέλεσμα μαγικό, γεμάτο ποίηση. Το βιβλίο είναι στην ουσία μια απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη του συγγραφέα στην Κρίστα Στρατήγη για τη διατριβή της στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Επέλεξα μερικά αποσπάσματα. Το πρώτο αφορά το τοπίο των παιδικών του χρόνων:

Για εφτά χρόνια ο ήλιος έβγαινε από τη Δύση. Έδυε στην Ανατολή – κατά λογική συνέπεια… Μετά φύγαμε από κει. Το σπίτι βρισκόταν στην κοιλάδα του Τάνου ποταμού. Μια βαθιά γραμμή κατά τη στρατιωτική ορολογία. Ορεινή Αρκαδία, βόρειες καταπτώσεις του Πάρνωνα. Οι δυο πλαγιές που έκλειναν αυτή την κοιλάδα ήσαν αρκετά άγριες- ιδιαίτερα η δεξιά. Πετρώδης με σκληρή βλάστηση. Πρίνους και αγραπιδιές. Όχι τις αγραπιδιές του Καρυωτάκη. Γκορτσιές. Πριν να φανεί ο δίσκος του ήλιου στον ουρανό, το φως του κατέβαινε ήδη σαρώνοντας την αριστερή πλαγιά. Ο ήλιος έβγαινε λοιπόν από κει. Από τη Δύση.

Τα πράγματα αποκαταστάθηκαν στην πρώτη δημοτικού από τον δάσκαλο. Ήταν η πρώτη σκληρή ακύρωση μιας ποιητικής πλάνης…


Μια άλλη στιγμή έμεινε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του συγγραφέα :

Εκεί λοιπόν σε κείνο το πανηγύρι χάθηκα κάποτε, πέντε ή έξι χρονών. Εξερευνούσα το χώρο και χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα στην πίσω πλευρά. Υπήρχε κει μια κλειστή θολωτή στέρνα. Το έδαφος ήταν επικλινές η καμάρα της οροφής της ήταν στο ίδιο επίπεδο με τις απολήξεις του αυλόγυρου. Χρειαζόταν απλώς να δρασκελίσεις ένα μικρό χάσμα ανάμεσά τους, ένα πήδημα που το αποτόλμησα. Στην κορυφή της καμάρας ήταν το μοναδικό άνοιγμα, ένα στόμιο πηγαδιού. Πήγα έσκυψα μέσα. Η στέρνα ήταν το λεγόμενο χωνευτήριο, το οστεοφυλάκιο. Μετά τις ανακομιδές, τα κόκαλα των νεκρών πλένονταν με κρασί, διαβάζονταν από τον παπά και ρίχνονταν εκεί μέσα. Τόσο δημοκρατικά. Γενεών οστά. Κρανία, ωλένες. Σηκώθηκα άλαλος.

Το πανηγύρι από την άλλη μεριά συνεχιζόταν. Αναζήτησα τη μητέρα μου. Χόρευε μπροστά. Την χόρευε ο πατέρας μου, χόρευε ωραία, χόρευε ερωτευμένη. Πήγα πιάστηκα από το φουστάνι της και κείνη σταμάτησε. Έσκυψε με αγκάλιασε και με κράτησε ανάμεσα στα πόδα της. Ανάμεσα στις μεταξωτές της κάλτσες. Τι είχε καταλάβει; Ο πατέρας μου παραμέρισε, δίνοντας σειρά στον επόμενο χορευτή. Με επήρε στην αγκαλιά του και με ακούμπησε σ’ έναν μικρό όχτο, στον ίσκιο μιας μουριάς. Δεν με ρώτησαν τίποτα. Μου χαμογελούσαν καθησυχαστικά και κάποια στιγμή η μητέρα μου με αγκάλιασε πάλι, με αγάπη. Κρατήθηκα για να μη με πάρουν τα κλάματα. Αισθανόμουν ότι έπρεπε να τους προστατέψω αυτούς τους δυο, να τους προστατέψω εγώ, και ταυτόχρονα ήξερα ότι δεν μπορούσα να το κάνω. Τη σκηνή την κουβαλώ μέσα μου χρόνια. Δεν μπόρεσα ποτέ να τη γράψω, τώρα όμως ξέρω ότι προσδιόρισε την πορεία μου.


Η οικογένεια του και ειδικά ο πατέρας του ήταν ο κόσμος του μικρού παιδιού που παρακολουθούσε με δέος όλα όσα συνέβαινε γύρω του, κάποια στιγμή χρειάστηκε να μετοικήσουν:

- Κανένας άγγελος δεν μας ειδοποίησε εμάς. Ήταν απόφαση του πατέρα μου. Εκείνος ίσως είχε κάποια βιβλικά χαρακτηριστικά. Όχι άσπρη γενειάδα και τέτοια. Ξυριζόταν δυο φορές τη βδομάδα. Ήταν οστεώδης κι έπαιρνε τις αποφάσεις του μόνος. Μόνος του σήκωνε και το βάρος τους φυσικά. Είχε διαισθανθεί τι θα ακολουθούσε. Έτσι βρεθήκαμε σ’ εκείνη τη σούστα να πηγαίνουμε. Ο Βασίλης, ο Γιώργος, εγώ, η Μάρθα. Σκάλα προς τα κάτω. Η Μαρία δεν είχε γεννηθεί ακόμα. Δυο μπόγοι με σκεπάσματα, άλλο ένα με αλλαξιές ρούχα, και ένα κιβώτιο εκστρατείας με πιατικά. Όλη η οικοσκευή μας. Το κιβώτιο το είχε κουβαλήσει ο πατέρας μου από τον Σαγγάριο. Αναμνηστικό εκείνου του κλέους.

Επηλύτες χιλιάδες χρόνια. Στο ρυθμό της πορείας του αλόγου, με τα πέταλα του να ηχούν στο σκυρόστρωτο δρόμο. Τώρα σε μακρινές υπερπόντιες πτήσεις, αναγκαστικά καθηλωμένος επί ώρες, δεν μπορώ να διαβάσω, να ακούσω μουσική, να γράψω. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Παροπλισμένος παρακολουθώ στην ηλεκτρονική οθόνη την πορεία του αεροσκάφους – και ξαναγυρίζω σ’ εκείνο το ταξίδι. Κράτησε 7-8 ώρες.

Ενώ γύρω μαίνονται η κατοχή και προετοιμαζόταν ο εμφύλιος τα παιδιά είχαν άλλες προτεραιότητες:

Έσβηνα το λαδοφάναρο και πήγαινα απάγκιαζα στις κόγχες του ερειπωμένου Αγίου Κωνσταντίνου. Καμιά φορά έρχονταν και άλλοι εκεί και περιμέναμε αυτόν τον μικρό πρώτο κελαϊδισμό του κοκκινολαίμη, που ήταν το πέρασμα από τη νύχτα στη μέρα...

Δεν υπάρχουν άλλα παιδιά για να παίξουμε παρά μονάχα περιστασιακά. Είμαστε όμως τρεις και η Μάρθα. Εγώ διανύω την εποχή της άγνοιας. Και ο κόσμος είναι ακόμα ένας αναπεπταμένος λειμώνας. Μπροστά από το σπίτι που στεγαστήκαμε πέρναγε ένα μεγάλο αρδευτικό αυλάκι. Έφτιαξα μια σχεδία από ξερούς αθανάτους, αγαύες. Το ποτάμι ήταν λίγο πιο κάτω. Ο Ευρώτας. Ο Ίρις. Διακόσια – τρακόσια μέτρα ή πεντακόσια. Εκεί έμαθα να κολυμπάω. Πηγαίναμε ψηλότερα στο γεφύρι του Κοπανίτσα. Δεν υπήρχε γεφύρι, κάποια κατεβασιά το είχε σαρώσει. Είχε μείνει το τοπωνύμιο. Υπήρχε μια απλωμένη λιμνούλα. Την αριστερή της όχθη την έκλειναν συμπαγείς λειασμένοι από το νερό βράχοι. Ο βυθός δεν φαινόταν. Πάνω στους βράχους διακρίνονταν τα κατάλοιπα από τα βάθρα του γεφυριού.

Την πρώτη φορά που διέσχισα εκείνη την επιφάνεια σαν κουτάβι με το κεφάλι έξω από το νερό ένιωσα μια σκοτεινή ανατριχίλα. Αλλά το έκανα. Μια άλλη φορά – αυτό όμως ήταν αργότερα, μάλλον τον επόμενο χρόνο-, κόψαμε το ρέμα σ’ ένα μικρό παρακλάδι. Δηλαδή βοηθήσαμε δυο-τρεις άλλους, μεγαλύτερους από μας, για να γίνει αυτό. Ο Μιχάλης , ο Νεκτάριος, ένας τρίτος , χωρίς όνομα αυτός. Νεαροί άντρες της περιοχής. Τώρα πια ίσκιοι. Και ο Κούλης. Κάπου διχάλωνε το ποτάμι και ξανάσμιγε λίγο πιο κάτω, δημιουργώντας μια στενόμακρη σύρτη στη μέση. Κόψαμε το νερό, βάλαμε αφάνες στην εκροή του και μαζέψαμε τα ψάρια που σκάλωσαν εκεί. Μεγάλες μινίδες και χέλια. Αυτά ήσαν πρωτόγνωρα πράγματα...


Η κατοχή των Γερμανών στοίχισε πολλές ζωές. Σε κάποια περιστατικό που περιγράφεται, ο θείος του συγγραφέα σώζεται την τελευταία στιγμή από τύχη. Το περιστατικό γίνεται αφορμή για τον Bαλτινό να χρωματίσει με τρόπο θαυμάσιο τον χαρακτήρα της μητέρας του:

- Η μάνα μου πίστευε πάντα ότι ήταν θαύμα. "Παναγία μου", επικαλέστηκε την Παναγιά. Χωρίς να πιστεύω, το πιστεύω και εγώ.
- Ότι ήταν θαύμα.
- Ναι.
- Εκείνη η νύχτα στοίχισε μια εκατόμβη νεκρών.
- Εσείς γλυτώσατε πάντως.
- Είχαμε άγγελο.
- Αλλά δεν πιστεύεις.
- Όχι.
- Η μάνα σου πίστευε.
- Η πίστη είναι χάρις. Και η μάνα μου την είχε.
- Χάρις. Τι άλλο;
- Έρως.
- Φόρτωσε πορτοκάλια και έφυγε. Φώναζε, πήγαμε να τον πάρουμε στο λαιμό μας, τέτοια.
- Ως παιδί πίστευες;
- Ως παιδί. Είχα ένα φυλαχτό. Το φορούσα κατάσαρκα. Σταυρολούλουδα, λιβάνι, ένα δάκρυ αγιασμός, ραμμένα σ’ ένα πανί. Στο πανί ένας σταυρός κεντητός. Το καρφίτσωνα με μια μικρή παραμάνα στο φανελάκι μου. Φτιαγμένο από τη μητέρα μου, κουβάλαγε την αγάπη της και με φύλαγε από κάθε κακό.


Σε μια ακόμα πολύ όμορφη ιστορία τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα έχουν μια υφή παραμυθένια:

Στον Καραβά πίναμε νερό από τα πηγάδια. Είχαμε μια αιγινήτικη στάμνα, τη βάζαμε κάπου να κάνει ρεύμα και το νερό δρόσιζε. Ίδρωνε ο πηλός. Τα μεσημέρια στρώναμε τραπέζι έξω, κάτω από μια μουριά. Ένα τέτοιο μεσημέρι, παραμονή της Παναγιάς. Λέει η μητέρα "να 'χαμε κανένα αυγουστάχλαδο". Τι της τα θύμισε; Δεν είχε εκφράσει ποτέ της κανενός είδους νοσταλγία. Τα αυγουστάχλαδα. Ωρίμαζαν στο τέλος του μήνα. Υπόχρυσα, λίγο στυφή σάρκα με ένα λεπτότατο άρωμα. Ήταν αυτό το άρωμα ίσως. Κάτι θα είχε σαλέψει στο φως "θα πάω εγώ να τα φέρω", είπε ο Βασίλης. Νομίζω ανταποκρίθηκε στη λαχτάρα της μητέρας μας. Είχαμε μια αχλαδιά στο χωριό. Η μισή στον τοίχο μια μεγάλης πεζούλας. Υπάρχει ακόμα, πνιγμένη στα βάτα, μοναδική σε όλη την περιοχή. Τα δικά μας αυγουστάχλαδα…

Μας πήρε λίγες μέρες μέχρι να το αποφασίσουμε. Η μητέρα αρνιόταν , δεν ήθελε. Τη σιωπή του πατέρα μας την εκλαμβάναμε ως συγκατάθεση. "Πού τα αφήνεις να παν, θα χαθούν". "Να χαθούν", έλεγε εκείνος. Τελικά φύγαμε. Μετά τον Βουρλιά κατηφορίσαμε για τη ρεματιά των Βρεσθένων. Δεν ακολουθήσαμε τη δημοσιά, δεν θα φτάναμε ποτέ έτσι. Η ρεματιά ήταν ξερή. Θα μας έβγαζε στην Αράχοβα. Ξερή και έρημη μες το καταμεσήμερο. Εκεί φοβηθήκαμε, ήταν οι ετήσιοι άνεμοι. Ήταν η εποχή τους. Φυσούσαν και κόπαζαν. Είχαμε μεγαλώσει με ιστορίες για φαντάσματα. Και νεράιδες. Τίποτα ζωντανό δεν ακουγόταν γύρω μας. Τα κλαριά των δίεδρων ανεβοκατέβαιναν, μικροί ανεμοστρόβιλοι σηκώνονταν κάθε τόσο όπου υπήρχε λίγη άμμος. Χόρευαν Αυτές. Ο Βασίλης με έπιασε από το χέρι. Μοιραζόμασταν την τρομάρα μας. Αμίλητοι. Αν μιλάγαμε, θα μας έπαιρναν τη φωνή. Λίγο ψηλότερα φτάσαμε σε μια μεγάλη λούμπα με στάσιμο νερό. Η επιφάνεια της ήταν πετσιασμένη από τον μπουχό. Μια νερόκοτα πετάχτηκε μπροστά μας. "Ιησούς Χριστός νικά". Σε ένα τέτοιο κόσμο περπατάγαμε, κατοικημένο από τέτοια πολυμήχανα πλάσματα.



Απόστολος Σπυράκης

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

"Σελάνα" του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Δωρικός, απογυμνωμένος, επιβλητικός και ανθεκτικός στο πέρασμα των αιώνων, ο Παρθενώνας ακολουθεί με συνέπεια τα βήματα της Αθήνας, σφραγίζοντας με την παρουσία του την πορεία της, την εικόνα της στο χρόνο, τον πάλαι ποτέ, μα και τον τωρινό. Κι αν δίνει μια διαρκή υπόμνηση της Κλασικής Ελλάδας ανά τον κόσμο, είναι εδώ κοντά μας, χαρίζεται απλόχερα στην πόλη, στέκει δίπλα μας, με ένα βλέμμα μας, σχεδόν τον αγγίζουμε. Η αρμονική συνύπαρξη του αρχαίου ναού με τη σύγχρονη μορφή της πόλης είναι ένα δώρο των αιώνων στη ζωή που διανύουμε.

Στα μέσα του 5ου π.Χ. αιώνα η Αθήνα ήταν ήδη ισχυρή, είχε ήδη σταθεροποιήσει τη θέση της ως επικεφαλής μιας μεγάλης συμμαχίας. Όταν μάλιστα το ταμείο μεταφέρθηκε στην Αθήνα, ο Περικλής, ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης, αποφάσισε να χρησιμοποιηθεί κάποιο μέρος των εσόδων για την ανοικοδόμηση της πόλης. «Τα τάλαντα του συμμαχικού ταμείου τα χρειαζόταν για την ολοκλήρωση του μεγάλου του σχεδίου, την κυριαρχία της Αθήνας σε όλον τον ελληνικό κόσμο. Η οικοδόμηση του Μεγάλου Ναού ήταν το σημείο εκκίνησης».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της οικοδομικής και πολιτιστικής ανθοφορίας χτίστηκε ο Παρθενώνας. Η ιστορία αναφέρει πως ο ένας από τους δύο αρχιτέκτονες ήταν ο Καλλικράτης και ο άλλος ο Ικτίνος. Τι ξέρουμε όμως αληθινά γι’ αυτόν, για την προσωπικότητά του; Απολύτως τίποτα. Είναι μονάχα ένα όνομα χαραγμένο στη ραχοκοκαλιά της ιστορίας, μονάχα μια πληροφορία που δονεί το γνωστικό μας πεδίο. Έργα που αποδίδονται σε αυτόν είναι ο ναός του Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες της Αρκαδίας, ενώ πηγές του αποδίδουν και τον πρώτο όροφο του Τελεστηρίου στην Ελευσίνα. «Ή μήπως το πέρασμά σου από το Τελεστήριο της Ελευσίνας είναι επινόηση όσων επεξεργάστηκαν την υστεροφημία σου; Όσων επιχείρησαν να φτιάξουν μια βιογραφία για τον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα –όπως αργότερα ονομάστηκε ο ναός– ο οποίος άφησε μόνο ένα όνομα. Ικτίνος, και ένα αρχιτεκτονικό ύφος. Δεν ξέρουμε ούτε πότε και πού γεννήθηκε ούτε πού και πότε πέθανε. Ποιος ήταν; Πώς έμαθε την τέχνη του; Γιατί τον επέλεξαν; Τίποτα. Ανιχνεύουν το πέρασμά σου στο μερίδιο της σκιάς».

Με αφορμή αυτήν την έλλειψη στοιχείων ο συγγραφέας ανατρέχει σε διάφορα ιστορικά κείμενα που, πέρα από τις πολύτιμες πληροφορίες που του δίνουν, τον βοηθούν να ανασυνθέσει την ατμόσφαιρα και τη συλλογική νοοτροπία της κοινωνίας που δημιούργησε τον Παρθενώνα. Έτσι λοιπόν μετά από εμπεριστατωμένη έρευνα, δημιουργεί μια εξ ολοκλήρου επινοημένη ιστορία με πολύ ενδιαφέρουσα αφετηρία. Να δώσει μορφή σε ένα ιστορικό πρόσωπο για το οποίο δεν υπάρχουν καθόλου βιογραφικά στοιχεία κι έχει ένα έργο καταχωρημένο στους αιώνες. Και κάπως έτσι ξεκινά ένα ταξίδι στα βάθη του χρόνου και η αρχαία ελληνική ιστορία παραδίδεται ενίοτε στη μυθολογία και ενίοτε στη μυθοπλασία…

Όλα αρχίζουν όταν ο Ικτίνος συναντά τη Σελάνα, τη γυναίκα της ζωής του. Την είχε ανακαλύψει ο Ιππόδαμος στη Μίλητο, και την είχε χρίσει επίσημη αυλητρίδα των παραστάσεών του, να συνοδεύει με μουσική την έκθεση στο κοινό των πολεοδομικών του σχεδίων. Και από κει βρέθηκε στην Αθήνα. Πώς μοιάζει ο έρωτας πριν αρχίσει; Στα πρώτα βλέμματα, στις πρώτες εντυπώσεις; Στα πρώτα λόγια; Όταν την πρωτοείδε θαμπώθηκε κι όταν την αναζήτησε και τη βρήκε στο σπίτι του Πωρινού, εκείνη του ψιθύρισε: «Χρειάζομαι βοήθεια».

Από ένα περιφλεγές ειδύλλιο που οδηγεί σε μια δεκαπενταετή περιπλάνηση στην Αίγυπτο, την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, κι έπειτα πάλι πίσω, ωριμάζει μέσα στο μυαλό του αρχιτέκτονα η δημιουργία. Στην Αίγυπτο έζησαν τρία χρόνια, εκεί που οι πυραμίδες χώριζαν το φως από τη σκιά σε μια αρχιτεκτονική που προστάτευε την ιδιωτικότητα του θανάτου. Το παιχνίδι φωτός-σκιάς ήταν αρκετό για να χαραχτεί στο μυαλό του αρχιτέκτονα η ιδέα, μονάχα που η κατεύθυνσή του θα κινούνταν προς την εξωστρέφεια. Οι Έλληνες έχτιζαν ναούς «περίπτερους για να ρουφούν το φως του ήλιου και να το προσφέρουν στους θεούς τους». Αρχιτεκτονική ζωής…

Από τις εκβολές του Νείλου, με το πρώτο πλοίο που βρήκαν, προκειμένου να ξεφύγουν από τους διώκτες της Σελάνας, –ίσως άνθρωποι του Ιππόδαμου που ήθελαν να την απαγάγουν– έφτασαν στη Σύβαρη. Τοπίο πιο οικείο, ανάμεσα σε ελαιόδεντρα, κλήματα και πεύκα, θύμιζε τη δική του γη, και πάλι η ίδια εμμονή: το φως. Το φως και η σκιά! Εκείνη ολοένα και τον παρέσυρε σε μια δίνη προσήλωσης, σε ένα συγκεκριμένο σκοπό κι εκείνος, σαν προορισμένος να γίνει αξεπέραστος αρχιτέκτονας, μελετούσε τα μυστικά των δωρικών ναών. Μα πώς έφτασε σε αυτήν την αρμονία; Εκ του αποτελέσματος κρινόμενα, τα πάντα λειτούργησαν εξαιρετικά. Πριν φτάσουν όμως σε αυτό το σημείο, πριν διαμορφωθεί το τέλειο και διαχρονικό, υπήρξαν σαφείς επιρροές που τον ώθησαν εκεί.

«Τι έψαχνες φεύγοντας από την Αθήνα και γιατί πήρες μαζί σου το χειρόγραφο του Πωρινού; Ήθελες να δεις τις πυραμίδες ή μήπως να μελετήσεις την αρχιτεκτονική των δωρικών ναών στη Μεγάλη Ελλάδα και τη Σικελία; Έλα τώρα. Δεν μπορούσες να ζήσεις μια μέρα χωρίς την τρυφερή αγκαλιά της Σελάνας, χωρίς τη φωνή της να σου ψιθυρίζει μες στη νύχτα, χωρίς την καυτή δροσιά του σώματός της, χωρίς τη μουσική της».

Ο συγγραφέας αφηγείται συχνά σε β’ πρόσωπο, μοιάζει σαν να απευθύνεται στον αρχιτέκτονα, στο μεγάλο δημιουργό, που η μορφή του παραμένει ένα αξεδιάλυτο μυστήριο. Μια «βιογραφική» εικασία που εμπνέεται από τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο δημιουργό, τη ζωή του, το έργο του και την εποχή του. Ποιοι ήταν οι συνειρμοί του, οι διαθέσεις έκφρασης, η έρευνα, όλα τα στοιχεία εκείνα που δείχνουν την εξέλιξη και την πορεία προς το μεγάλο δημιούργημα; Πώς έφτασε σε αυτήν την τόσο επεξεργασμένη απλότητα και καθαρότητα; Με ποιους συνομιλεί άραγε ο δημιουργός; Με κοινούς θνητούς ή ακροβατεί στο υπερβατικό στερέωμα; Ή μήπως στ’ αλήθεια η κορύφωση της δημιουργίας μοιάζει με θεόσταλτο προορισμό; Κι όμως, οι προθέσεις, οι υπολογισμοί και τα άγχη που τον περιζώνουν στο τέλος χάνονται, τα απορροφά η στερεότητα του υλικού του έργου. Μονάχα το αποτέλεσμα μένει ατόφιο, εκτείνεται σε κρίση και απλώνεται χρονικά στις χιλιετίες.

Και ο δημιουργός ένα πρόσωπο ιστορικό, μαζί με ανώνυμους και άσημους ανθρώπους που προσέφεραν κι αυτοί κάτι από τον ίδιο τους τον εαυτό. «Όταν άκουσες ένα βουητό. Κι αμέσως μετά το κλάμα ενός σκύλου. Ήταν ένα νέο παιδί, από τους εργάτες του Καλλικράτη, πεσμένο ανάσκελα. Το αριστερό του πόδι το είχε καταπλακώσει ένα κομμάτι μάρμαρο ως το γόνατο».

Το πολιτικό προσκήνιο της εποχής έρχεται να επενδύσει ιστορικά την υπόθεση. Ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμωνας, ο Εφιάλτης, ο Περικλής, ο καθένας από την πλευρά του, δίνει στο έργο το στίγμα της παρουσίας του. Μα πάνω απ’ όλα, η γυναικεία παρουσία είναι εκείνη που παίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης, πρωτίστως η Σελάνα που χαράσσει δρόμο, αλλά και η ίδια η θεά που μοιάζει να κινεί τα νήματα προκειμένου να γίνει ο ναός της ένα έργο ανεξίτηλο στο χρόνο.

Εικόνες όμορφες που μας ταξιδεύουν από την αττική γη ως το νυχτερινό ουρανό της Αιγύπτου και τον ορίζοντα της Αίτνας που τον σκίζουν φωτιές, περιγραφές γεμάτες λυρισμό, λόγος προσεγμένος, όλα μαζί συλλειτουργούν και δίνουν ένα ωραίο αισθητικά αποτέλεσμα που στοχεύει να μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα «ιστορικό παραμύθι», όπου ενίοτε οι θεοί του Ολύμπου εξακολουθούν να παρεμβαίνουν στις τύχες των ανθρώπων.

Η δημιουργία του Παρθενώνα, βέβαια, δεν παρήχθη αυτοφυώς, αλλά γεννήθηκε και εξελίχθηκε σε ένα περιβάλλον πρωτοπορίας, πνευματικής ελευθερίας και πληρότητας. Όλη αυτή η χρυσή εποχή φαίνεται να αναστατώνει κάποιες ευαίσθητες χορδές του συγγραφέα, που τον κάνουν να θέλει να ξαναγυρίσει σε αυτόν τον αιώνα ο οποίος μοιάζει διαρκώς να ανοίγει νέα κεφάλαια αναζήτησης. Και γι’ αυτό στο τέλος μας αφήνει μια υπόσχεση:

Πως έπεται συνέχεια… Μετά την αφήγηση της οικοδόμησης του ναού ξεκινά η αφήγηση της Βιογραφίας του Παρθενώνα.

Ήλια Λούτα