Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

"Μπαρόκ" της Αμάντας Μιχαλοπούλου

Ο χειμώνας χρειάζεται συμπαράσταση
– όλοι το ξέρουν


Συμπαράσταση, τις περισσότερες φορές, χρειάζεται μάλλον ο άνθρωπος – ιδίως όταν επιδίδεται σε έναν απολογισμό της ζωής του. Η Μιχαλοπούλου όμως το κάνει χωρίς αναστοχαστική διάθεση και χωρίς την πανσπερμία των συναισθημάτων που συνήθως συνοδεύουν τις αναμνήσεις. Για να είμαι ειλικρινής, το Μπαρόκ δεν αφορά καν αναμνήσεις. Είναι μια αντίστροφη αφήγηση, σαν αντίστροφη μέτρηση, από το 50 στο σημείο μηδέν. Μέσα από αυτήν, η συγγραφέας αναλύει όψεις του εαυτού της(;), των διαφόρων προσώπων που την ακολουθούν στη δράση, αλλά και των διαφορετικών τόπων στους οποίους διαδραματίζεται καθένα από τα 50 επιμέρους στιγμιότυπα που παρουσιάζει. Είναι σχεδόν σαν να κοιτάζει φωτογραφίες βαλμένες σε αντίστροφη χρονολογική σειρά· μόνο που οι επιμέρους ιστορίες υπερασπίζονται σθεναρά το δικαίωμά τους στην αυθυπαρξία – και το κερδίζουν.

Θα περίμενε ίσως κάποιος πως μια αντίστροφη πορεία από το σύγχρονο (και εν πολλοίς άγνωστο) προς το παλιό (και μάλλον γνωστό) θα ήταν ευκολότερη, όμως όχι: κατά έναν περίεργο τρόπο, οι ερωτήσεις, αντί να απαντώνται, μεγεθύνονται και οι πληγές βαθαίνουν όσο πιο πίσω μας μεταφέρει η αφήγηση· ίσως επειδή στο μεταξύ αποκτούμε δυσβάσταχτη επίγνωση. Είναι σαν να ακολουθούμε ένα ποτάμι ανάποδα, περπατώντας μέσα στην κοίτη του: η ορμή του μεγαλώνει, αντί να μικραίνει, καθώς πηγαίνουμε προς τις πηγές. Όμως ο περιηγητής, όπως και ο αναγνώστης, συνεχίζει να περπατά.

Ο αναγνώστης το κάνει επειδή ενδεχομένως τον δελεάζουν και τα διαφορετικά λογοτεχνικά είδη που χρησιμοποιεί η Μιχαλοπούλου για να εξυφάνει την αφήγησή της και που στρώνουν τον δρόμο του, αντί για βότσαλα, με ζαχαρωτά: πότε πεζός λόγος (π.χ. «Tempesta»), πότε ποίημα («Αϊνστάιν»), πότε επιστολή («Libération»), πότε ημερολόγιο («Ζώα»), πότε θεατρικός λόγος («Χρυσόψαρα») – η έκπληξη ανέκαθεν λειτουργούσε θετικά. Όσο για τα πρόσωπα της απεύθυνσης, ούτε αυτά μένουν σταθερά: πρώτο, δεύτερο, τρίτο, όλα επιστρατεύονται, δημιουργώντας κάθε φορά διαφορετικό αποτέλεσμα. Αυτή η εναλλαγή τεχνικών επιτρέπει στη φωνή που μιλά στο βιβλίο να διαθλάται μέσα σε κάθε στιγμιότυπο, αποκτώντας έτσι διαφορετικό βάθος, διαφορετική ταχύτητα και διαφορετικό ρυθμό, γεγονός απόλυτα συνεπές με τον τίτλο του βιβλίου: σύμφωνα με το ΛΚΝ, το μπαρόκ είναι «τεχνοτροπία η οποία χαρακτηρίζεται από ελευθερία της έκφρασης και αφθονία των διακοσμητικών στοιχείων». Είναι βέβαιο ότι και το Μπαρόκ της Μιχαλοπούλου διαθέτει τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, όπως και τα χαρακτηριστικά του παθιασμένου ορισμού που δίνεται στο ίδιο το βιβλίο. Οι φωτογραφίες, έπειτα, που προτάσσονται σε καθένα από τα 50 κεφάλαια λειτουργούν σαν τα πλήκτρα που παίζει το αριστερό χέρι στο πιάνο, την ίδια ώρα που το δεξί γράφει την αφήγηση.

Πενήντα λοιπόν στιγμιότυπα, 50 διαφορετικοί καθρέφτες (πότε κανονικοί, πότε παραμορφωτικοί) που κατακερματίζουν την αφήγηση της Μιχαλοπούλου σε ισάριθμα είδωλα. Πρόκειται για πείραμα; Ίσως. Επειδή όμως όλα εκ του αποτελέσματος κρίνονται, η ερώτηση ελάχιστα απασχολεί. Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί γραμμικά, από την αρχή προς το τέλος ή από το τέλος προς την αρχή, μπορεί όμως και να διαβαστεί ανεξάρτητα, από οποιαδήποτε τυχαίο κεφάλαιο προς οποιοδήποτε άλλο. Ούτως ή άλλως, η ροή έχει όχι μόνο υπονομευθεί, αλλά και υποκατασταθεί με εκείνο το παράξενο κράμα τρυφερότητας και μελαγχολίας που διαποτίζει ολόκληρο το βιβλίο. Αυτό το κράμα είναι η γέφυρα που επιτρέπει στον αναγνώστη να έρθει σε ψυχική επαφή με τα τεκταινόμενα, παρά την αντισυμβατική ρήξη του χρονικού και όποιου άλλου συνεχούς που διαρκώς τον δυσκολεύει, αλλά και η τελική, ζεστή εντύπωση που του μένει μετά το τέλος της ανάγνωσης.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο Literature.gr με τίτλο "Η ρήξη του συνεχούς".

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

Λειόδερμα δελφίνια - Τραγούδια των ιθαγενών της Αυστραλίας


Αυτά τα ποιήματα είναι "…από τα πιο παλιά που μπορεί να βρει κανείς σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα", σημειώνει ο Λευτέρης Σκαρτσής στο βιβλίο του Αυστραλέζικα τραγούδια που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη (1989). Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, που έχει μελετήσει  παραδοσιακή ποίηση απ’ όλες τις γωνιές της γης, παρατηρεί ότι οι ιθαγενείς παίρνουν ως  αφορμή τους θέματα καθημερινά και απλά αντικείμενα που προέρχονται από ένα περιβάλλον εντελώς ιδιαίτερο, όπου κυριαρχεί η ζέστη των τροπικών,  η αίσθηση του ωκεανού που κατακλύζει τη φύση και μια μεταφυσική διάσταση της πραγματικότητας, η οποία μπορεί  να περιγραφεί ως "ονειροκαιρός".  Ακολουθούν μερικά δείγματα και πρώτα ένα που μιλά για τ’  αστέρια, τα οποία φαίνονται να έχουν έμβια υπόσταση:

Αστέρια του ανατολικού ανέμου,

εκεί που η κασουερίνα έχει σπάσει απ’ τον άνεμο,
έρχονται απ το Ντιλγιακούρκμπα,
κωπηλατούν κατά πάνω στον ουρανό,
αστέρια του κλαν Γουαρίντιλγιάκβα…
Αστέρια που λάμπουν δυνατά
προχωράνε γρήγορα κατά πάνω στον ουρανό…
εκεί είναι τώρα εκεί πέρα
τ’ αστέρια ήρθαν να ξεκουραστούν

Τα αστέρια έχουν κάνει τον άνεμο και λάμπει
εκεί πέρα ο άνεμος έχει σταματήσει
να τα έρχονται πιο κοντά
εκεί πέρα ήρθαν να ξεκουραστούν.


Τα ποιήματα των πρωτόγονων κατοίκων της Αυστραλίας έχουν φρεσκάδα κι αφήνουν μια εντύπωση παρθενική, σαν να αντικρίζουν για πρώτη φορά τον κόσμο γύρω τους. "Βρισκόμαστε εδώ σ’ έναν κόσμο φρέσκο και οικείο, δικό μας, μ' όλο που τον έχουμε σαν ξεχασμένο", συνεχίζει ο Λευτέρης Σκαρτσής. Ένα απ’ αυτά  μιλά για τη νύχτα:

Η νύχτα ζυγώνει…
απλώνεται παντού…
Μας σβήνει καθώς έρχεται…
μας σκεπάζει σαν κουβέρτα…
Το Ανγκιόνγκβα νυχτώνεται πέρα.
  
Όπως σημειώνει ο μεταφραστής κι επιμελητής  του βιβλίου, "η ποίηση αυτού του είδους ίσως πρέπει να γίνει  πρωταρχική πηγή γλωσσικής σπουδής και ποιητικής αγωγής, αφού τόσο φυσιολογικά νιώθουμε την φρεσκάδα της να είναι η αφετηρία της φυσικής μας ζωής". Ο αφηγητής με  την περιέργεια μικρού παιδιού αφουγκράζεται την παλίρροια:

Κύματα που έρχεστε ψηλά, κόντρα στους βράχους
σπάζοντας, σι, σι !
Όταν ψηλά είναι το φεγγάρι με το φως του πάνω στα
νερά·
παλίρροια ανοιξιάτικη, παλίρροια που κυλάς μες τα
χορτάρια
σπάζοντας, σι, σι,
μες στ’ άγρια νερά της λούζονται τα νέα κορίτσια.
Άκου το θόρυβο που κάνουν καθώς παίζουν!

Άλλοτε  παρατηρεί τις αχιβάδες :

Πού πήγε το κοντάρι μου; Εκεί που οι αχιβάδες σπρώχνουν
την παλίρροια.

Άλλοτε μια ομάδα  από σαλάχια που βγαίνουν στην ακτή :

Κοίτα τα που περνάνε το ένα τα’  άλλο στο Αριντιγκμάντζα.
Έλαμπε δυνατά η άμμος;
Η παλίρροια φούσκωσε ως πέρα βαθιά και μαύρη…
Σαλάχια στο κανάλι μια γραμμή.
Κάνουν δρόμο και προχωράνε.
Μια γραμμή πάνω απ' τον ύφαλο.
Τώρα γλιστράνε δίπλα δίπλα .
Γύρισαν προς τα πίσω έρποντας στην αμμουδιά:
Κοίτα τα που περνάνε το ένα τ’ άλλο και γυρίζουν πίσω.

Κι άλλοτε τα δελφίνια που σκίζουν τα νερά :

1. Δελφίνια των νησιών κυνηγάνε το ένα το άλλο.
Απ’ όλα τα νησιά, νγκεγεγίμγκε
Απ' τους βράχους που οι άνθρωποι χτυπάνε τα στρείδια,
απ' τους υγρούς βράχους.
Τους μουσκεμένους απ το ράντισμα του ανατολικού ανέμου…
Απ’ τη λαμπερή ξηρά τη ανατολής.

2. Λειόδερμο δελφίνι προχωράει έξω στην ανοιχτή θάλασσα …
Ένα ζευγάρι δελφίνια σκουντάνε το ένα το άλλο.
Κόβουν το ένα το άλλο το δρόμο απ' το Αλακβουράντζα…
Το ένα κόβει το άλλο λοξά στη μέση καθώς προχωράνε,
εγιέγια.
Έκοψαν το ένα το άλλο καθώς όλο προχωρούσαν…

Η απέραντη θάλασσα που αντίκριζαν κάθε μέρα οι ιθαγενείς της Αυστραλίας έφερνε κάθε φορά στην στεριά κάτι καινούριο:

Από πού είναι αυτές ο καρύδες; Από πού;
Απ’ το Άρνμπαρρνγκίνα, απ' το Αρμπαρργκίνα.
Χοροπηδώντας πάνω στα κύματα, πλέοντας πάνω στη
θάλασσα,
σκορπισμένες ολόγυρα,
παρασυρόμενες. Πάω στο Μουρούνγκβα που ο άνεμος
φυσάει φρέσκος
και κοντά το Γινμπίγια.
Καρύδες σκόρπιες ολόγυρα. Στη απανεμιά έχουν
σταματήσει.
Πίσω πάλι στη θάλασσα, μετά ξεπλυμένες ως  την ακτή.
Πάω στο Μουρούνγκβα και στο Αλιλιγιάνγκα.
Σ’ αυτή την πλευρά οι καρύδες ήρθαν να ξεκουραστούν.

Τέτοιοι  στίχοι προερχόμενοι  από τόπους, όπου το καλοκαίρι  δεν τελειώνει ποτέ, μεταφέρουν στον αναγνώστη  μια διάθεση εντελώς αναζωογονητική. Αυτό είναι το τοπίο που έβλεπαν εκείνοι οι άνθρωποι:

1.Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με παράλληλα χωρίσματα·
Οι κοιλάδες του βουνού προχωρούν με παράλληλες χαρακιές.
Οι βράχοι του βουνού προχωρούν με κοφτούς γκρεμούς.
Κατά τους πρόποδες κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά ·
Στα κάτω βάθη κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά.
Πυκνές συστάδες  βουνίσια χορτάρια κατεβαίνουν σκαλιά σκαλιά…


2. Μια μάζα κόκκινα χαλίκια σκεπάζει τις πεδιάδες,
Μικρά άσπρα αμμορύακα σκεπάζουν τις πεδιάδες.

Γραμμές κόκκινα χαλίκια ραβδώνουν τι πεδιάδες ,
Γραμμές άσπροι αμμόλοφοι ραβδώνουν τις πεδιάδες.

Ένα σπηλιομονοπάτι είναι ανοιχτό μπροστά μου,
οδηγώντας ίσα προς τη δύση…

Αυτή είναι η εικόνα των γερακιών του βουνού:

Τα βουνίσια γεράκια κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά,
Από το θόλο  τ’ ουρανού κατεβαίνουν με στροβιλιστά φτερά.
Βουτάνε κάτω, όλο πιο κάτω ·
με τραχιές κραυγές κάθονται στο χώμα.

Κι  αυτή είναι η εικόνα ενός πανέμορφου θαλασσαετού:   

Πέταξε προς τα κάτω για ψάρια.
Λικνιστά γλίστρησε.
Παίζοντας, γυρνώντας το στήθος,
ξυρίζοντας τη θάλασσα.
Έρχεται απ’ τα ύψη
πολύ ψηλά.
Κει πέρα στον ύφαλο
αγγίζοντας με το στήθος τη θάλασσα.
Βουτώντας με το στήθος κατά κάτω…
Άσπρα  πούπουλα πλέουν σαν καπνός.
Άλλο ένα φευγάτο πούπουλο πέφτει
Χνουδωτά πούπουλα πέφτουν
Στημένο στήθος,
κει πέρα στον ύφαλο,
κοφτά γλίστρησε πέρα.


Απόστολος Σπυράκης

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019

Απηχήσεις των Βύρωνα και Σέλλεϋ στο έργο του Διονύσιου Σολωμού

Διονύσιος Σολωμός (1798-1857)
Μέσα στο Επτανησιακό χωνευτήρι των ιδεών και των επιδράσεων, των ρευμάτων και των ποικιλότροπων πτυχών, ο Διονύσιος Σολωμός περιενδύθηκε τους μανδύες της εποχής του, δεχόμενος πολλαπλές επιδράσεις: την κλασική παιδεία, την Αγία Γραφή, τον νεότερο Ελληνισμό – από την Κρητική Σχολή με κέντρο τον Ερωτόκριτο έως τους προεπαναστατικούς Χριστόπουλο, Βηλαρά και Φεραίο κι ως τους προσολωμικούς της γενέτειράς του, με επικεφαλής τον Μαρτέλαο – τη δημοτική ποίηση, αλλά και την ιταλική σκέψη σε όλες της τις περιόδους, από τον Δάντη έως τον Μαντζόνι, την αγγλική ρομαντική ποίηση και τη γερμανική φιλοσοφία του ιδεαλισμού. Χρησιμοποιώντας καθεμία από τις επιρροές αυτές σαν σκαλοπάτι, ο Σολωμός θα καταφέρει εντέλει να τις μετουσιώσει σε κάτι αμιγώς ελληνικό, να ανυψώσει την ποίησή του στα υψηλότερα επίπεδα τέχνης, συνεπαίρνοντας στην άνοδό του και το φτωχό τότε και αρκετά άμορφο όχημα της δημοτικής, παραμένοντας ωστόσο σταθερά προσηλωμένος στις μούσες της εποχής του.

Ο αγγλικός ρομαντισμός, με τα στοιχεία του παράφορου, της υπερβολής και του μυστικισμού, βρίσκει πρόσφορο έδαφος στο πνεύμα του Σολωμού, που αγωνίζεται να εκφράσει το πανελλαδικό αίσθημα αναστάτωσης και αγωνίας για το μέλλον, καθώς και τις προσωπικές του αντιφάσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για μια εποχή που ο Χέγκελ εισάγει την ιδέα του διαιρεμένου εαυτού, περιγράφοντας μια κατάσταση όπου τα άτομα έχουν επίγνωση ενός ρήγματος μέσα τους, το οποίο δεν μπορούν να διορθώσουν και το οποίο τα χωρίζει από τη φύση.

Ο ίδιος ο ρομαντισμός περηφανεύεται για τις αντιφάσεις του: αγκαλιάζει από τη μία πλευρά την ελεύθερη σκέψη και από την άλλη τον θρησκευτικό μυστικισμό. Κυρίως όμως κυνηγά τα άκρα, αναζητώντας τα σύνορα της αίσθησης και του συναισθήματος, αγαπώντας την πληθωρική ψυχική έκφραση. Ο κόσμος του δεν εκλαμβάνεται στη ρεαλιστική του διάσταση, αλλά κάτω από ένα μαγικό και μυστικιστικό πρίσμα. Ο ρομαντισμός δεν είναι απλά εξιδανίκευση, αλλά πρόσδοση ενός μαγικού βάθους στα αντικείμενα, μέσα στα οποία κατοικούν ψυχές ή η ψυχή του κόσμου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εδραιώθηκε μια συναισθηματική σχέση ανάμεσα στον κόσμο και στον άνθρωπο. Συνάμα, όμως, μπήκαν και τα θεμέλια για την αναίρεση αυτής της σχέσης στο όνομα της ελευθερίας της ψυχής.

Η ανθρώπινη ψυχή, στο ρομαντισμό, μέσα από την εμβάθυνση στον εαυτό της, αναδύεται κρατώντας μια ύψιστη κατάρα, ό,τι πιο καταστρεπτικό αλλά και ό,τι πιο αυθεντικό κρύβει μέσα της, αρνούμενη μία ύπαρξη πέρα από τον έσχατο κίνδυνο της αμαρτίας. Πρόκειται στην ουσία για προσεταιρισμό με τον Εκπεπτωκότα Άγγελο, που περιέγραψε νωρίτερα ο Μίλτον, ουσία του οποίου είναι η πτώση και ο μεταφυσικός τρόμος, ο εφιάλτης. Ο εφιάλτης είναι άλλωστε και η μοίρα του ανθρώπου, που επιλέγει (όπως στη Σολωμική Γυναίκα της Ζάκυθος) ή ερήμην του δέχεται (όπως στον Λάμπρο) τη σατανική «ευλογία».

Τα ρομαντικά πρότυπα, για τούτη τη μυθολογία του εφιάλτη, έθεσαν, με μεγάλη επιτυχία, δύο μεγάλοι Άγγλοι ποιητές του αιώνα, ο Βύρωνας και ο Σέλλεϋ, ιδρύοντας την αποκαλούμενη «Σατανική Σχολή», με έντονη την επίδραση σ’ αυτήν του Μιλτονικού προτύπου. Στην ποίησή τους, ο μύθος του Σατανά συναντά την έξαρσή του, αποκτώντας κατά τη διατύπωση του Στέφανου Ροζάνη «το πρόσωπο της ανταρσίας του Κακού ενάντια σε κάθε αυταπάτη Καλού».

Λόρδος Βύρωνας (1788-1824)
Το πρόσωπο αυτό της ανταρσίας δε θα μπορούσε να αποδοθεί πιο καλά απ’ ό,τι στο Βύρωνα. Ο Βυρωνικός ήρωας είναι ένας σκυθρωπός, παθιασμένος και διαμελισμένος από τις τύψεις, αλλά ουδέποτε μεταμελημένος ταξιδιώτης. Στην πιο εξελιγμένη μορφή του (στον Μάνφρεντ) είναι ένα ξένο, μυστηριώδες και ζοφερό πνεύμα, κατά πολύ ανώτερο στα πάθη και τη δύναμη από τους κοινούς θνητούς, τους οποίους ατενίζει περιφρονητικά. Μέσα του ελλοχεύει η βασανιστική επίγνωση μιας τεράστιας, ανώνυμης ενοχής, που τον οδηγεί στην αναπόφευκτη καταστροφή. Είναι απόλυτα αυθύπαρκτος στην απομόνωσή του και άκαμπτος ως προς την επίτευξη των στόχων που έχει θέσει, σύμφωνα με τον δικό του ηθικό κώδικα, ενάντια σε κάθε αντίσταση, ανθρώπινη ή υπερφυσική. Όμως, ο Μάνφρεντ είναι και ισχυρός πόλος έλξης για τους χαρακτήρες γύρω τους, στους οποίους ασκεί ένα δυνατό μείγμα γοητείας και φρίκης, προερχόμενο από την αδιαφορία του για τις ανθρώπινες φροντίδες και αξίες. Στα ελληνικά πράγματα, ο Σολωμός θα αποδώσει τα «χαρίσματα» του Μάνφρεντ στο πρόσωπο του Λάμπρου.

Η ουσία της ρομαντικής αλληγορίας, ο εφιάλτης, διαποτίζει ολόκληρο το έργο του Βύρωνα. Η φρίκη και το όραμα της αλύτρωτης αμαρτίας κάθε ζωντανής ύπαρξης συμβαδίζουν στην ποίησή του με την ηδονή της καταστροφής, χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας. Όπως και στον Κόλεριτζ, έτσι και για τον Βυρωνικό ήρωα, δεν υπάρχει Χάρις. Κάπου-κάπου μάλιστα, η καταστροφή προβάλλει στο έργο του Βύρωνα και ως απόλυτη έννοια (όπως στο Σκοτάδι), την οποία ο ποιητής μισεί και αντιμετωπίζει με φρίκη, αφήνοντάς τη συγχρόνως να εισχωρήσει μέσα του και να του δημιουργήσει τον εφιάλτη, για να τον αποδεχθεί στιγμές μετά σαν την κορυφαία πηγή ηδονής και έκστασης.

Όπως στον Βύρωνα, έτσι και στον Σέλλεϋ, η ανθρώπινη ψυχή καλείται να πραγματώσει μια ακριβή στιγμή ελευθερίας, ενστερνιζόμενη το «Δαιμονικό Ύψιστο», αναγνωρίζοντας τον σπόρο της καταστροφής μέσα της, σαν το μόνο τρόπο αντίδρασης στον γύρω κόσμο και κατ’ επέκταση σαν το μόνο σκίρτημα αυθυπαρξίας. Ο Τσένσι του Σέλλεϋ ενστερνίζεται την καταστροφή ως απελευθέρωση από τα δεσμά ενός κόσμου περιφρονητικά προσηλωμένου σε μια ξεφτισμένη σύλληψη Καλού και Ηθικού. Αισθανόμενος πως προσεταιρίζεται τον Δαίμονα, ο Τσένσι μεταστρέφει τον εφιάλτη της κολασμένης του ψυχής σε προσδοκία αγαπημένη, προσδοκία χαράς. Δεν αγαπά απλά την κόλασή του, την εξαίρει σε μοναδική πηγή ηδονής.

Μ’ αυτά τα πρότυπα κατά νου, ο Σολωμός οδήγησε δέσμες του έργου του, με κορυφαίες εν προκειμένω τη Γυναίκα της Ζάκυθος και τον Λάμπρο, στα ίδια μονοπάτια. Ο Σατανάς, που φαίνεται να έχει κυριεύσει τη Γυναίκα της Ζάκυθος, δεν είναι διόλου άσχετος με τον ιερομόναχο που διηγείται την ιστορία. Στην πραγματικότητα, Γυναίκα και Διάβολος αναδύονται μέσα από την ίδια την ψυχή του ιερομόναχου αι είναι αυτοί το φοβερό μυστικό του. Γυναίκα, όραμα, διάβολος, ιερομόναχος, όλοι αποτελούν στο έργο εκφάνσεις μιας αυτοτελούς ύπαρξης. Ο ιερομόναχος δεν μπορεί να αποδράσει από το όραμά του, συνδέεται δε τόσο στενά μαζί του, που στην ουσία ταυτίζονται. Η Γυναίκα, μέσα από το όραμα, ανάγεται στην ουσία της αποκάλυψής του, ξάφνου γίνεται ο κόσμος του. Κι είναι ο κόσμος αυτός –η Γυναίκα– πυρπολημένος από μια βαθιά ανάγκη να συνταχθεί με τις σατανικές δυνάμεις που υπόσχονται στην ανθρώπινη ύπαρξη τη χαρτογράφησή της, την ανεύρεση του στίγματός της έξω από τον συμβατικό κόσμο, την ελευθερία της από τους αιώνιους φραγμούς του ηθικά ορθού. Πώς; Με την έκλυση του άγχους, της ενοχής, του εφιάλτη, της οδύνης και της άφατης ηδονής του Εκπεπτωκότος Αγγέλου. Είναι ένα όραμα φρικτό, μα και τρυφερά αγαπημένο, ίδιο με το όραμα του Σελλεϋκού Τσένσι.[...]

Πέρσι Σέλλεϋ (1792-1822)
Τρυφερά η όχι, η τροχιά της Γυναίκας είναι ωστόσο προδιαγεγραμμένη και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο φρικτό τέλος. Ο Δαίμονας επισύρει την κατάρα του στη μορφή που τον υπηρέτησε πιστά, χαρίζοντάς της την ύψιστη σκιά του θανάτου, που τις επεφύλασσε από την αρχή. [...]

Ο Λάμπρος είναι μία ακόμη κολασμένη ψυχή. Στην περίπτωσή του, η ύψιστη κατάρα επισύρεται ερήμην του, με την αθέτηση της υπόσχεσης στην ερωμένη του και την εγκατάλειψη των παιδιών του. Το μυαλό του θολώνει, ο τρόμος από την πανταχού παρουσία των παιδιών του ακολουθεί τα βήματά του, το τρομερό φορτίο της ενοχής βαραίνει τον νου του, γίνεται το μαρτύριο της ψυχής του. Εκτρωματικά, γίνεται εραστής της κόρης του, η οποία αυτοκτονεί αβοήθητη από τον αιμομίκτη πατέρα. Μέσα σ’ ένα περιβάλλον που το σκιάζει βαρύς ο θάνατος, ταυτισμένο με την αμαρτωλότητά του, ο Λάμπρος είναι καταδικασμένος να περιφρονήσει το πρότυπο της θείας Αρμονίας. […]

Ο Λάμπρος ανεμίζει τη μιαρή ψυχή του κατά παντός θεϊκού στοιχείου. Χάρη στην έκπτωσή του, καταφέρνει να ατενίσει με ηδονή την ουσία που αναδύθηκε από τις πιο απόκρυφες γωνιές της ψυχής του. Κι έπειτα από την τελεσίδικη παραδοχή του δαίμονά του, μπορεί να αντικρίσει με περιφρόνηση κάθε πρότυπο αρμονίας και ηθικής ισορρόπησης του κόσμου. […]

Ο Λάμπρος ανάγεται στην ύψιστη βαθμίδα του δαιμονικού στοιχείου, επιτελώντας το καταστροφικό όραμα, στιγμές προτού δεχτεί την «ευλογία» που επιφυλάσσει ο Σατανάς για τα πνευματικά του τέκνα: το φρικτό τέλος. […]

Η βαθύτητα και των δύο αυτών σολωμικών έργων, της Γυναίκας της Ζάκυθος και του Λάμπρου, δείχνει με σαφήνεια πως δεν ήταν πρόθεση του Σολωμού να ξεμπερδέψει, όπως έχει ειπωθεί, με το χρέος του προς τις τάσεις της εποχής του και να συνεχίσει. Ο Σολωμός ακούμπησε ειλικρινά την ψυχή του στον ρομαντισμό του Βύρωνα και του Σέλλεϋ, τον αφουγκράστηκε προσεκτικά, τον ένιωσε σε βάθος και έπειτα άπλωσε τα χέρια του και με άφθαστη ευαισθησία τον παρέλαβε και τον εξήρε, τον μετουσίωσε σε αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης, πρωτοπορώντας και βάζοντας τα θεμέλια για τις επόμενες γενιές.

Άλλωστε, ποιος από μας, ακόμη και σήμερα, ενάμιση αιώνα μετά, μπορεί να στρέψει αλλού τα μάτια, αν το βλέμμα του αγγίξει έστω και φευγαλέα τον ήρωα που έπλασαν ο Βύρωνας, ο Σέλλεϋ και ο Σολωμός; Ποιος από μας μπορεί να μείνει ασυγκίνητος στη θέα του σκοτεινού και τη γοητεία της αμαρτίας, ποιος μπορεί να κλείσει τα αυτιά του στις σειρήνες που του υπόσχονται έναν ξεχωριστό τρόπο ύπαρξης έξω από τα καθιερωμένα; Όλοι μας χτίζουμε καθημερινά τις μικρές μας αποδράσεις και ο Σολωμός, βοηθούμενος από τον αγγλικό λογοτεχνικό ρομαντισμό και την οξεία ψυχολογική του όραση, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να ξεγυμνώσει την ανάγκη αυτή που κρύβεται μέσα στον καθένα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Εκτενές απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο που είχε δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 42 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1998).

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2019

"Το συμπόσιο των σκιών" του Γιώργου Πρέκα

Οι καλεσμένοι σε αυτό το Συμπόσιο έρχονται από τις βαθύτερες αβύσσους του νου. Ο Οίκος στον οποίο λαμβάνει χώρα, είναι το μυαλό του αναγνώστη. Για τα πιάτα που σερβίρονται δεν θα πω λέξη - θα δείτε μόνοι σας με τι ακριβώς τρέφονται οι Σκιές και θα νιώσετε ίλιγγο...


Ο Γιώργος Πρέκας, παρά το νεαρό της ηλικίας του, κινείται με άνεση στο χώρο της λογοτεχνίας gothic και μας δίνει εννιά εξαιρετικά διηγήματα του είδους.

Σταθερά μοτίβα του είναι τα μοναχικά νεαρά άτομα, πόλεις μακρινές και έρημες, γειτονιές εγκαταλειμμένες, σπίτια κλειστά και απομονωμένα:
Ένα σπίτι σχετικά παλιό με δύο ορόφους, όπου ζει μια τετραμελής οικογένεια έξω από τα νοητά σύνορα μιας μικρής πόλης, είναι από μόνο του ένα γεγονός που θα έκανε αρκετό κόσμο να αισθάνεται άβολα. Φαντάσου τώρα πυκνά δέντρα να το τυλίγουν απ’ όλες τις πλευρές γύρω γύρω, μια σκούρα πράσινη προσπάθεια της φύσης να εντείνει την αίσθηση της απομόνωσης. Τις νύχτες μόλις που έφταναν μέσα από τις φυλλωσιές κάποια αδέσποτα, ξανθά φώτα από την πόλη που προσπαθούσε πάντοτε να καθυστερήσει την ανατολή του ήλιου.

«Χαμόγελο Βουντού»
Εφιάλτες και παραισθήσεις που ανακατεύονται με την πραγματικότητα:
Κάποιος επιπλέον βάδιζε στους διαδρόμους, αθόρυβος περνούσε έξω από τα δωμάτιά μας, έσπρωχνε απαλά το πόμολα και τα χερούλια και έχωνε μέσα τον λεπτό λαιμό του. Και μας κοίταζε την ώρα που κοιμόμασταν.

«Νανούρισμα»
Το κρεβάτι τον περίμενε εκεί, καθόλου μαλακό, όπως ξέρει να σκληραίνει μόνο ορισμένες νύχτες. Και η νύχτα προβλεπόταν μακρά και σκοτεινότερη απ’ το συνηθισμένο. Καθώς άνοιγε την πόρτα και ύστερα την έκλεινε πίσω του, απογοητευμένος καθώς ήταν, του φάνηκε πως οι τοίχοι του δωματίου πλησίαζαν ο ένας τον άλλον. Ανεπαίσθητα. Πιο πολύ το ένιωθε. Λες και άκουγε τις ρωγμές απ’ το εσωτερικό των τοίχων που άλλαζαν διάταξη, που σπρώχνονταν απλώς για να έρθουν πιο κοντά, σαν πέτρινοι εραστές. Μα μόλις κατάλαβαν ότι ο άνθρωπος είχε μπει στο δωμάτιο, σταμάτησαν.

«Κλουβί για Νυχτοπεταλούδες»
Κλασικές γκόθικ αρρώστιες, όπου το σώμα χλομιάζει και αδυνατίζει:
Η ασθένεια είναι ένα σπάνιο στολίδι που ήρθε να την κοσμήσει, να ομορφύνει τα μάτια της, το πρόσωπό της. Ήρθε για να την κάνει σοφή, να τη μεταμορφώσει. Τελειοποιείται η Μίρκα πίσω από τη σιδερένια πόρτα, οι τοίχοι θα αγκαλιάσουν το κορμί της και θα την κάνουν σταχτιά χρυσαλλίδα, καμωμένη από ηφαιστειογενή πετρώματα.

«Μετά τους Διδύμους»
Tοπία του χειμώνα και της νύχτας μόνο:
Ο χειμώνας είχε φτάσει και η πάχνη που εμφανιζόταν πάνω στα γυμνά κλαδιά, στο πεζούλι της πόρτας και στα περβάζια, το αποδείκνυε. Σύννεφα κάλυπταν τον ουρανό, ενιαία, αδιαχώριστα το ένα από το άλλο, κινούνταν αργά, σχεδόν επίβουλα.

«Μετά τους Διδύμους»
Άτομα άυπνα:
Είχε να κοιμηθεί κανονικά περίπου μία εβδομάδα. Τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει και είχαν χάσει οποιαδήποτε υποψία λάμψης.

«Κλεψύδρα με αίμα»
Μορφές που θυμίζουν έντονα τις αντίστοιχες του Κάφκα («Το Κάστρο» ειδικά) και παρόντες σχεδόν σε όλα οι γονείς και κυρίως η μητέρα:
Με το πρόσωπό της παραμορφωμένο απ’ τον θυμό και τις κόρες των ματιών της διεσταλμένες, έκατσε άγαρμπα στην καρέκλα δίπλα στον άνδρα της, που έτρωγε ακόμα.
Τον ρώτησε πώς θα άντεχε αυτό το παιδί. Ο άνδρας όμως δεν απάντησε (…) Το αγόρι αγκάλιαζε τον εαυτό του στα σκοτεινά, αθέατο απ’ τους άλλους.


«Dona ei(s) Requiem»
Θα έλεγε κανείς πως ένας είναι ο χαρακτήρας όλων των διηγημάτων που βιώνει κάθε φορά και έναν άλλο εφιάλτη.
Η γραφή του Πρέκα είναι άψογη λογοτεχνικά, ώριμη, πλούσια σε μεταφορές, παρομοιώσεις εικόνες, λέξεις. Τη βρίσκω εξαιρετική, ειδικά για ένα τόσο νέο συγγραφέα, αν και θα μπορούσε να είναι λίγο πιο συγκρατημένος στις περιγραφές τοπίων και ψυχικών καταστάσεων και να αφήσει την υπόθεση να κυλήσει λίγο πιο γρήγορα. Είναι πολύ ωραία η αναλυτική περιγραφή και παρασύρει ευχάριστα τον αναγνώστη, προσωπικά όμως θα ήθελα να δω περισσότερη δράση.

Το τελευταίο διήγημα «Ένα Αστέρι, Πεντάκτινο» διαφέρει από τα προηγούμενα, καθώς υπάρχει περισσότερη κίνηση και εξέλιξη.

Το Σύμπαν, στο οποίο μάς εισάγει ο συγγραφέας, είναι παράλληλο αλλά όχι ξένο προς αυτό που βιώνουμε. Αφαιρώντας το φως και ανοίγοντας άλλες διαστάσεις της καθημερινότητας μάς οδηγεί μέσα από μισοσκότεινες σήραγγες σε τοπία οικεία μεν, αλλά συγχρόνως αλλοιωμένα, σε ανθρώπινους χαρακτήρες που φέρουν πάνω τους κάτι αλλόκοτο και ανησυχητικό και μας διηγείται ιστορίες που θα μπορούσαν και συγχρόνως δεν θα μπορούσαν να συμβούν στον κόσμο μας.

Το Συμπόσιο των Σκιών σίγουρα θα γοητεύσει αυτούς που διαβάζουν λογοτεχνία γκόθικ αλλά και όσους διαβάζουν γενικά λογοτεχνία. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Nightread.

Καίτη Βασιλάκου

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019

"Ηλεκτρογραφία" του Ζ.Δ.Αϊναλή

Η ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή είναι μια ηλεκτρική εκκένωση που αιωρείται πάνω από τον νυχτερινό ουρανό και φωτίζει για μια στιγμή το αποτύπωμα που άφησαν τα πράγματα και τα γεγονότα στο πέρασμά τους στο χρόνο.

Ο χρόνος κάμπτεται, αποκτά χρώμα, σχήμα, μπορείς να τον λυγίσεις όπως τον συνδετήρα, για να παραβιάσεις μυστικά φυλαγμένα σε κλειδωμένα σεντούκια, μπορείς να τον ανακρίνεις για να μάθεις τα μυστικά του. Ο χρόνος έχει σχήμα/ μπορείς να τον πιάσεις/ να τον λυγίσεις/ συνδετήρας/ να τον ισιώσεις να προσπαθήσεις να ξεκλειδώσεις/ σπίτια ξένα σεντούκια/ ημερολόγια εφηβικά κοριτσιών/ αδημονούσες τα μυστικά τους/… έχει σχήμα/ πότε πυραμίδα πότε παγόδα κάποτε ζιγκουράτ/ πρέπει να τον συλλάβεις/ να ξεράσει τα μυστικά του/…

…πώς πότε ποιος/ ο χρόνος είπε/ ειν’ ο καλύτερος γιατρός/ έχει σχήμα/ νυστέρι βυθίζει άπληστα/ σ΄ όλες τις σάρκες/ αίμα και άλλο αίμα και άλλο αίμα...


Ο ποιητής περιγράφει, μέσα από θραύσματα στιγμών, ένα παρόν χαλκευμένο που μέσα του η ύπαρξη εξεγείρεται και ασφυκτιά με όσα συμβαίνουν στον κόσμο· τη διαχρονικότητα του πολέμου, την ωμή βία, την κρίση των ανθρώπινων αξιών, τα συρματοπλέγματα μεταξύ των ανθρώπων. Μέσα από το προσωπικό του βίωμα, περιγράφει την υπαρξιακή αγωνία τού ανθρώπου μπροστά στη μοναξιά και το θάνατο, αλλά και ένα άλλο είδος φθοράς που πηγάζει από την πραγματικότητα, ένα είδος απόσυρσης από τα μεγάλα όνειρα. Την αίσθηση μιας αδράνειας που προκύπτει από την αδυναμία του ανθρώπου να επηρεάσει τη ζωή του μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα που παραλύει την πρωτοβουλία και μουδιάζει τη σκέψη. Ό,τι είναι αληθινό και έχει αξία για τον άνθρωπο μοιάζει να έχει αντικατασταθεί με κάτι ψεύτικο που δίνει την ψευδαίσθηση της ευδαιμονίας.

Σαν κλείσω τα μάτια/ δαιμονισμένα χοροπηδούν κβάντα/ σαν τ’ ανοίξεις/ το κεφάλι μου σ’ ενυδρείο/ περικεφαλαία σκαφάνδρου/ χρυσόψαρα μ’ απορία/ βόσκουν στις ρίζες του/ ψεύτικα φαγιά που τους πετούν οι αφέντες/ γελούν και δείχνουν/ με τα ψόφια τους δάχτυλα/ γυάλινα κι άδεια/ τα νεκρά μου μάτια/ πισ’ απ’ τα ψάρια/ σκοτάδι.

Ο χρόνος λιμνάζει, η επιθυμία και η λαχτάρα για ό,τι αξίζει και δίνει αξία στον άνθρωπο διαχέεται στην ποίηση του Αϊναλή. Ο πόνος της στέρησης από μια ζωή αληθινή αιωρείται σαν ομίχλη πάνω από τις λέξεις, μάταια προσπαθεί να εξηγηθεί από τους νόμους της φυσικής και της χημείας.

Ο θείος έρωτας, εκείνος που τόσο έχουν υμνήσει οι υπερρεαλιστές, η κινητήριος δύναμη για να αλλάξει τον κόσμο, δεν υπάρχει πια, έχει καταντήσει προϊόν συναλλαγής.

Μια γυναικεία μορφή επιπλέει εγκλωβισμένη σε μια γυάλα και μοιάζει να είναι σε κατάσταση προχωρημένης μετάλλαξης, …φύκια φυτρώνουν ανάμεσα στα πόδια της, λικνιζόμενα στο ρυθμό των ρευμάτων, ένα σκυλόψαρο είναι κρεμασμένο με τα δόντια από τα χείλη της, ολόγυρα ψεύτικα βράχια, φυτά. Από πάνω της αργά βυθίζονται αμέτρητ’ αγκίστρια τορπιλισμένα. Όλοι ζητούν από ένα κομμάτι της…

Ο χρόνος γίνεται ένα ατέρμονο παρόν, μέσα του επιπλέουν θραύσματα αναμνήσεων, ερείπια άλλων εποχών. Η πνευματική κληρονομιά του ανθρώπου ψυχορραγεί μέσα στο μετανεωτερικό τοπίο.

Τα ποιήματα γίνονται ηλεκτρογραφίες της κατάστασης του ανθρώπου στη σημερινή εποχή. Ρίχνουν για μια φασματική στιγμή τον προβολέα τους στο κλειστοφοβικό δωμάτιο, όπου η αγωνία του ανθρώπου μεγεθύνεται από το σκοτάδι της νύχτας: Ξένα τα πιο δικά μας στο σκοτάδι./ Η πράσινη πολυθρόνα με τ’ άσπρα μπράτσα μεταμορφώνεται σε ηλεκτρική καρέκλα/ ο καλόγερος με τα σπασμένα άκρα δήμιος και τοποθετεί ηλεκτρικά καλώδια στο κρανίο σου/….

Στα κατεστραμμένα τοπία μιας βομβαρδισμένης πόλης, που θυμίζει τόσο σε περιγραφή την Γκουέρνικα του Πικάσο … δεν τολμάς να κοιτάξεις σε τρομάζουν τα κομμένα πόδια που/ εξέχουν άνθη σε μακάβριο ανθοδοχείο/ σταχτοδοχείο η πολιτεία απέραντο κατεσπαρμένο με πτώματα/ βίαια σβησμένα διαμελισμένα κεφάλια αλόγων ταύρων μινωταύρων/ –ο μίτος της Αριάδνης απ’ την αρχή μια απάτη,/ ―ποτέ δεν τον πίστεψες―/ μια κίτρινη άρρωστη βροχή ξεπλένει τώρα το αίμα.

H ποίησή του, αν και γραμμένη σε πρώτο ενικό, είναι πολυφωνική, δεν είναι πάντα ο ποιητής που μιλάει… Συχνά ακούς να παίρνει το λόγο η φωνή ενός αγάλματος, που στην ουσία είναι αλληγορία για τον άνθρωπο που αισθάνεται άδειος και ανήμπορος να επέμβει και να επηρεάσει τις καταστάσεις.

…Πού θα σταματήσει σκέφτομαι ετούτος ο θάνατος/ ετούτος ο τρόμος/ τι άλλο απομένει να κάνεις/ άμα ο νεκρός τίποτα πια δεν κοστίζει/ στις διεθνείς χρηματαγορές/ λένε/ έπεσε στα δέκα λεπτά το κεφάλι/ κι εγώ κάθομαι με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια/ άχρηστο άπρακτος/…

Στο ποίημα «Εγκαλούμενοι», η πορεία των ανθρώπων στην έρημο λειτουργεί όχι μόνο σαν αλληγορία για τον σημερινό άνθρωπο που βιώνει την καθημερινότητά του σαν μια συνεχή έρημο, αλλά και σαν περιγραφή των δεινών των προσφύγων που φεύγουν από τις εμπόλεμες περιοχές της πατρίδας τους και περιπλανώνται, προς αναζήτηση καλύτερης τύχης. Θυμίζει συνειρμικά την περιπλάνηση των Ισραηλιτών στην έρημο του Σινά.

Το ποίημα «Επικήδειος» αναφέρεται στην άδικη εκτέλεση, εν ψυχρώ από την αστυνομία των Η.Π.Α. ενός νεαρού άνδρα που απλώς πήγαινε στη δουλειά του και βρέθηκε σε λάθος σημείο τη λάθος ώρα, ήταν ο Jean Charles de Menezes. Ο ποιητής σκιαγραφεί το ψυχολογικό προφίλ του εκτελεστή, που παρουσιάζει σαν τη μοντέρνα εκδοχή του δημίου μιας άλλης εποχής, θέλοντας να δείξει ότι έχει ακόμα τη θέση του στα πλαίσια ενός κράτους που δηλώνει δημοκρατικό και ευνομούμενο. ...Φρίκη είναι η πεταλούδα που πληγώνει/ το μικρό διάστημα/ στο κενό της αστραπής/ ξεθωριασμένη δαγκεροτυπία/ δαγκώνει τα χείλη να μην ουρλιάξει/ στον τοίχο καρφωμένο καρφώνει/ το μάτι με πελώριες πρόκες / ο βασανιστής/ χτυπά το σφυρί δίχως αισθήματα/ παίρνοντας τον ρόλο του κάπως πολύ στα σοβαρά/ το αίμα το χυμένο/ τι να το κάνω/ βούτηξε μέσα τους σπασμένους εγκεφάλους/…

Στο σύνολό της, η ποίηση του Ζ. Δ. Αίναλή έχει ένα συνεχές déjà vu, μια διαρκή ανάμειξη του παρόντος με την ιστορία. Αυτό διαφαίνεται και από την ποιητική του γλώσσα, η οποία εντάσσει με άνεση και δεξιοτεχνία τα αρχαία ελληνικά στη γλώσσα της καθημερινότητας. Αντανακλά τη διάθεση και την ικανότητα του ποιητή να συνδιαλέγεται με την ιστορία και να αντλεί από εκεί συνειρμούς και εικόνες που αντικατοπτρίζουν και κάποτε ερμηνεύουν το σήμερα. Ο ποιητής ψάχνει στο παρελθόν να βρει απαντήσεις για τα δεινά του παρόντος και κάθε φορά σκοντάφτει πάνω στη διαχρονική δίψα του ανθρώπου για χρήμα και εξουσία. Στην ποίησή του οι χρόνοι συγχέονται για να αναμοχλεύσουν το παρελθόν που κρύβεται πίσω από τα καθημερινά συμβάντα. Άλλοτε πάλι, αποδομεί τους μύθους. Όπως στο ποίημα «Εν Βηθλεέμ»… Εδώ οι τρεις μάγοι μετατρέπονται στους εκπροσώπους των ιερατείων που προέβλεψαν τη δυναμική της νέας θρησκείας και μετέτρεψαν το δίδαγμα της αγάπης σε σύμβολο για την επιβολή της κυριαρχίας τους ανά τον κόσμο.

Η εξαγορά στάθηκε άμεσως/ τα χρυσία πάντως όσο να’ ναι στραφτάλιζαν/ κάπως παράταιρα πεταμένα έτσι/ στην κοπριά…
«Κούσκο, Περού, 1572 μ.Χ. ή Η Μελαγχολία της Αντίστασης», είναι ο τίτλος του ποιήματος που έγραψε ο ποιητής για να τιμήσει το θάνατο ενός φίλου, θεωρώντας τον σημάδι τέλους μιας εποχής. Η ημερομηνία σηματοδοτεί το τέλος του πολιτισμού των Ίνκας, από τους Ισπανούς κατακτητές, όταν τους απαγόρευσαν το δικαίωμα να ασκούν τη δική τους θρησκεία και γκρέμισαν τους ναούς τους, κτίζοντας στη θέση τους εκκλησίες.

Ο ποιητής αμφισβητεί τους νόμους της συμβατικής φυσικής, όπως διδάσκεται στις μαθητικές αίθουσες και παλεύει να βρει τη δύναμη αντιστάσεως μιας λυχνίας καμένης. …σπρώχνω το φως/ από πόλο σε πόλο/ μετρώντας τις μικρές κίτρινες δυνατότητες/ άπειρες/ κι όχι κατά πως παπαγάλιζαν καθηγητές ελέφαντες/ σ’αίθουσες μαθητικές διδασκαλίας ειδεχθείς/…

Στην ποίηση του Ζ. Δ. Αϊναλή το παρελθόν επηρεάζεται από το παρόν που αλλάζει τις ιστορίες των μύθων. Οι ήρωες τους έρχονται στις ακτές του παρόντος για να πεθάνουν. Όπως ο Οδυσσέας που τον βρίσκουμε μετά από μάταιους αγώνες και την προδοσία των συντρόφων του φυλακισμένο σε κάποια μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων/… να κοιτάζει τα αυτοκίνητα/ κόκκινα κίτρινα φώτα περαστικά/ απ΄το παράθυρο/ κρύπτη/ σκοτεινή εσοχή/ πεθαμένα πορτρέτα στη σειρά/ πανάρχαια περικλεών τεκόντων βλοσυρά/… έξω/ ο δρόμος/ κειτόταν ακίνητος/ σκοτωμένος/.

Ο μονόλογος του Τηλέμαχου στο αντίστοιχο ποίημα, δείχνει ότι απέτυχε στην προσπάθειά του να βρει συμμάχους για να βοηθήσει τον Οδυσσέα να επανέλθει στην εξουσία. …Τις παλάμες μου κόψανε λάφυρα στον άλλο πόλεμο/ λαθροκυνηγοί/ ό,τι περίσσεψε το χώρεσαν σε σκουριασμένους χαλκάδες/ γι’ αυτό και τώρα βλέπεις να κρατώ με τα δόντια το καλαμάρι με τη γλώσσα να βάφω/ τη σελίδα κατάστικτη/ σταγόνες το αίμα μου…

Ο μονόλογος της Πηνελόπης φανερώνει ότι ο Οδυσσέας ποτέ δεν επέστρεψε στην Ιθάκη.
Το πρόσωπο του ανθρώπου έτσι που το κατάντησαν γέμισε ρήγματα/ έτσι βρεμένος/ τα μετράς στον καθρέφτη/ υπόμνηση ματαιωμένων υποσχέσεων ευτυχίας/…

Ο ποιητής ταυτίζεται με τον Τηλέμαχο του αρχαίου μύθου, εκείνον που ταξίδεψε προς αναζήτηση συμμάχων για να επαναφέρει τη συμβολική τάξη και τη δικαιοσύνη στην Ιθάκη και να δώσει τέλος στη νύχτα των μνηστήρων.

Ο ποιητής αποδεικνύει όντως ότι ο χρόνος είναι νυστέρι, που βυθίζεται άπληστα σε όλες τις σάρκες προκαλώντας αίμα και άλλο αίμα..., όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο ποίημα του, «Ο χρόνος». Ωστόσο ο χρόνος δεν παύει να είναι και ο καλύτερος γιατρός γιατί καθαρίζει την πληγή ώστε να μπορέσει να επουλωθεί, έστω κι αν αφήσει σημάδια.Το ίδιο κάνει και η γραφή του ποιητή, η οποία βυθίζει βαθιά το νυστέρι της και ανατέμνει το χρόνο, για να βρει τις αιτίες της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων. Παρόλα αυτά η γραφή του δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συντείνει στην επαναμάγευση του κόσμου, στην επιθυμία για αναζήτηση της αληθινής ζωής και αυθεντικών συναισθημάτων, στην αναζωπύρωση της ελπίδας για δικαιοσύνη στο κόσμο, γιατί όπως γράφει ο ποιητής στο ποίημα του «Εγκαλούμενοι», νιώθουμε …πρώτη φορά να βαραίνει στους ώμους μας έτσι αβάστακτα η ευθύνη…
Κατερίνα Τσιτσεκλή 


In terra Pontica

Κι όμως δεν πέθανα
εκτοπίστηκα στο βάθος της πιο μικρής σχισμής
στον πιο απρόσμενο από τους τοίχους του σπιτιού μου
από κει στέλνω στη Ρώμη επιστολές γεμάτες παράπονα
τους Καίσαρες κωλογλείφοντας
τις νύχτες κρυφά
διασχίζοντας χίλιους κινδύνους
η μάνα μου
μουσκεμένη σύγκορμη στον Αχέροντα
μου’ φερνε
ένα χέρι χαρακωμένο απ΄τα συρματοπλέγματα
τα τσιγάρα πακέτα
μολονότι δεν κάπνισα ποτές μου
εγώ
τι να κάνω
τα’παιρνα από συμπόνια
για όλη αυτή την άχρηστη αυτοθυσία
το πρωί τα μοίραζα στους πελεκάνους
σε κείνα τα μεγάλα σα σπηλιές στόματά τους
απόθεσα όλα μου τα υπάρχοντα
τα μεταφέρουν μυστικά
πετώντας άσκοπα
πάνω από ανύπαρκτες θάλασσες
και ήλιους καμένους
όσο για τον υπόλοιπο χρόνο
αποκλεισμένος στο νησί μου
προσμένοντας τη θριαμβευτική τους επάνοδο
σκοτώνω την ώρα μου
εκτοξεύοντας
με συνετήν διαχείρισιν κι οικονομία
κόκκους άμμου
στο περιβάλλον
συρματόπλεγμα
για δυνητικές ελέγχοντας
μελλοντικά
ηλεκτροπληξίες.

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

"Λοξές ματιές" του Δημήτρη Τρωαδίτη

Άλλος ένας φίλος από τα παλιά, με μια σκιά να πέφτει πάνω στη φιλία μας πέρυσι, μια σκιά που ευτυχώς δεν κράτησε για πολύ!

Τον Δημήτρη Τρωαδίτη, από τον οποίο έχω πάρει και συνέντευξη, απασχολεί πολύ η κοινωνική συνιστώσα. Βαθιά πολιτικό ον, δεν θα μπορούσε να μην εκφράσει τις πεποιθήσεις του και στην ποίησή του. Ωστόσο δεν είναι μονοσήμαντος, είναι σκεπτόμενος άνθρωπος. Βλέπει την πορεία των πραγμάτων, αφουγκράζεται την εποχή και, το σημαντικότερο, δεν λησμονεί ποτέ τον άνθρωπο, τη μονάδα.

Έτσι σε αυτήν, την πιο πρόσφατη συλλογή του, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Στοχαστής, τον βλέπουμε να προβληματίζεται για την καταγωγή και την προέλευση που έχουν μετατραπεί σε δυσερμήνευτο βάρος για τον σύγχρονο Έλληνα ("Οι πρόγονοί μου/ αποκρυπτογραφημένα ονόματα/ άγνωστα και οδυνηρά"), ενώ την ίδια στιγμή προβληματίζεται για την έκβαση της αντιστασιακής πράξης ("η αντίσταση πρόδωσε/ τον εαυτό της"), αλλά και μένει έκθαμβος μπροστά στο μυστήριο της ανθρώπινης ύπαρξης ("τόσες ηδονές/ εκρήγνυνται μέσα σου/ αναρίθμητες").

Οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις του είναι εντυπωσιακές (ψηφίδες παρατεταμένου ψεύδους ή το αδύνατο παίξιμο/ ενός ξεκούρντιστου πιάνου) και τον βοηθούν να διατυπώσει με ακρίβεια ό,τι έχει διαπιστώσει, γιατί η ποίησή του είναι ακριβώς αυτό: μια διαπίστωση. Ο Τρωαδίτης διαπιστώνει τα κοινωνικά φανόμενα ως ένα τμήμα της ζωής ή ίσως τη ζωή ολόκληρη ως ένα ψηφιδωτό κοινωνικών φαινομένων:

ΟΛΟΙ ΑΠΟΣΤΡΕΦΟΥΝ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ (απόσπασμα)

Όλοι αποστρέφουν το βλέμμα
απ' τα μελλούμενα
τότε που η θεά οπτασία
θα έρχεται θριαμβεύουσα
και τα κεφάλια μας θα σέρνονται
στα βρόμικα πεζοδρόμια
που οι γυναίκες θα ντύνονται στα μαύρα
που οι ώρες θα πέφτουν με έπαρση
στα πλακόστρωτα τα πεπαλαιωμένα
που σονέτα θα κοιτάζουν
να γλιτώσουν ασύνδετα
εν μέσω διασταυρούμενων πυρών
που δευτερόλεπτα θα σφυρίζουν
πέτρινα χρόνια στους κροτάφους μας
σφυρηλατώντας αιώνιες λατρείες
με χιτώνες μισητούς
κι έριδες φωτιάς...

Συχνά οι διαπιστώσεις του είναι αναπάντεχες ("ξέρουμε ότι το παρελθόν/ είναι ένα ύφασμα/ που κόβεται με ψαλίδι") και παράγουν τη δυνατή, αποφασιστική  ποίησή του. Ο Τρωαδίτης πιστεύει σε ό,τι γράφει και το πιστεύει με δύναμη. Η δύναμη αυτή είναι που του δίνει την αυτοπεποίθηση να μιλά με αφορισμούς:
...είναι μεγάλο καθήκον
να ζεις και να θυμάσαι
είναι βαρύ το τίμημα
της υστεροφημίας
και πληρώνεται τοις μετρητοίς.
("Τοις μετρητοίς")

Η ηθική διάσταση είναι έντονη και αφορά το μερίδιο ευθύνης που έχει καθένας στην κοινωνική διαδικασία, αλλά και τον άνωθεν εξαναγκασμό σε μια ανεγκέφαλη ύπαρξη:
...τα κρύα μας ήρθαν και φέτος
ψάχνοντας στα συρτάρια των άκρων μας
αφουγκράζοντας υποψήφιες αρρώστιες
των κατοπινών χρόνων
σταγόνες πόνου και φόβου εξακοντίζοντας
χτυπώντας σαν σκουριασμένα ξίφη

τα κρύα ευελπιστούν να μας δουν
ακρωτηριασμένους 
ανέσπερους
χωρίς μυαλά κι ευκαιρίες παλινόρθωσης

τα κρύα μας ήρθαν και φέτος
βάζοντας τα μυαλά μας στην κατάψυξη.
("Τα κρύα μας ήρθαν και φέτος")

Εκεί, ανάμεσα σε οδυνηρές διαπιστώσεις και την αναπόφευκτη ροή της Ιστορίας, εκεί είναι που γράφεται η δυνατή ποίηση του Δημήτρη Τρωαδίτη. Θα σταθώ στα ποιήματα "Στον ρου της ιστορίας" και "Το ρίγος των κτερισμάτων" και θα παραθέσω, αντί επιλόγου, ολόκληρο το πρώτο. Άραγε το αύριο θα έρθει ποτέ;

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΣΤΟΝ ΡΟΥ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ 

Το κεφάλι ακουμπισμένο
στον ρου της ιστορίας
βλέπω τα είδωλα των όποιων θεών
και τους ανδριάντες
των αυτοκρατόρων να γκρεμίζονται

οι πύλες του κόσμου ανοίγουν 
με θεσπέσιους κρότους
καλπάζει η νέα βία
στη μήτρα της ιστορίας
με μαρμαρυγές στα μάτια μας
και λάμψεις
όμοιες με ρομφαίες

με ισιτοφόρα
στα πελάγη της ομίχλης
έρχονται οι πολέμαρχοι
με κόκκινες χλαμύδες
και πορφυρούς μανδύες

εδώ σ' αυτή την αντάρα
γεννιέμαι
στις κλαγγές τους
αντρώνομαι
σε φονικά και φοβέρες
αλλά λίγο μετά
βλέπω τ' αδέλφια μου
να φεύγουν όπως-όπως
γι' άλλες Αλεξάνδρειες

η πληγή μου 
μένει ορθάνοιχτη
και αιμορραγούσα.

Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2019

"Άνδρες του αίματος" του Μάνου Ελευθερίου

Ο Μάνος Ελευθερίου, ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος, έφυγε από τη ζωή το περσινό καλοκαίρι, αφήνοντας πίσω του ανέκδοτο το τελευταίο του βιβλίο.

Οι Άνδρες του αίματος, το κύκνειο άσμα του συγγραφέα, είναι ένα κατεξοχήν αλληγορικό πεζογράφημα που αναφέρεται στη δική του -και εν πολλοίς δική μας- εποχή, όχι όμως μόνο σε αυτή, καθώς ο χρόνος και ο χώρος του μυθιστορήματος μοιάζουν να έχουν πολύ ρευστά όρια που εκτείνονται διαρκώς αγκαλιάζοντας όλη την ανθρωπότητα σε διαφορετικές και κρίσιμες στιγμές της πορείας της.

Έτσι λοιπόν με αφορμή τα ιστορικά και πολιτικά γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή του, στα οποία αναφέρεται μέσα από υπαινιγμούς και αφηγήσεις χωρίς πάντα ξεκάθαρη συνοχή, ο συγγραφέας εκτείνεται στην αέναη δυναμική μιας αυταρχικής και πανίσχυρης εξουσίας. Μοιάζει ακόμη σα να θέλει να συμπυκνώσει όλους τους κοινωνικούς και υπαρξιακούς του προβληματισμούς και την κοσμοθεωρία του για να τα αφήσει ως τελευταίο τιμαλφές της ζωής του.

Θέλει να μιλήσει κυρίως για το συλλογικό πόνο, τις απολυταρχικές εξουσίες, το φόβο που αυτές καλλιεργούν για να εκμεταλλεύονται τα πλήθη, τις επιθετικές πρακτικές που κατά κανόνα χρησιμοποιούν, αλλά και δευτερευόντως για τον προσωπικό πόνο, το ατομικό πέρασμα του καθενός από τη ζωή, που σημαδεύεται από αρρώστιες, ελλείψεις, γήρας, θάνατο.

Και ποιον τρόπο επιλέγει για να εκφράσει όλα αυτά;

Δημιουργεί ένα μυθιστόρημα δυστοπικό, που δύσκολα αποκρυπτογραφείται, καθώς η λογική αλληλουχία είναι στιγμές που χάνεται και παραδίδεται σε διάσπαρτες εικόνες και αφηγήσεις. Από τη μια πλευρά πάντα όμως βρίσκεται η εξουσία που συντηρείται ανενόχλητη θραύοντας τους επίδοξους μαχητές και από την άλλη οι άνθρωποι που αντιδρούν σε αυτή είτε ομαδικά είτε ατομικά.

Στους «Άνδρες του αίματος» υπάρχει ένα ανελεύθερο καθεστώς με πάμπολλους και υποχθόνιους μηχανισμούς αυτοπροστασίας που καταφέρνει να επιβιώνει με οποιονδήποτε τρόπο. Και απέναντί του το πλήθος, άνθρωποι της απλής ζωής, που δεν μπορούν να απεγκλωβιστούν από τα δεσμά του, καθώς είναι μπλεγμένοι σε ένα αδιέξοδο όπου κυριαρχεί η λογική του παραλόγου, η διαφθορά, η παραποίηση, η λογοκρισία, η συγκάλυψη.

Πώς χτίζεται όμως η αλληγορία πάνω στην οποία δομείται ολόκληρο το μυθιστόρημα; Παντού κυριαρχεί ένα τέρας υπερβατικό, ακαθόριστο, απροσδιόριστο, που ζει ευτυχισμένο χωρίς να εξελίσσεται, χωρίς αισθήματα… Χωρίς να νοιάζεται για τα όσα κοσμογονικά συμβαίνουν εντός του… Και ο κόσμος περιστρέφεται γύρω του σε ένα κυκεώνα γεγονότων. Ήχοι πολέμου, ήχοι αγώνων, ταραχές, δικτατορίες, συλλήψεις, δολοφονίες και εξαφανίσεις πολιτών. Όλα τα σκληρά γεγονότα που συντάραξαν τον 20ό αιώνα έχουν θέση εδώ.

«…ενώ λίγο καιρό μετά έπεσαν οι δύο μεγάλες βόμβες που, όπως έγραψαν οι ιστορικοί προκάλεσαν τον δυνατότερο ήχο που ακούστηκε ποτέ στον πλανήτη μας. Είναι δυνατόν το τέρας να έμεινε ασυγκίνητο, αναίσθητο, χωρίς να κινηθεί νευρικά κάποιο όργανό του, χωρίς καν να ξεφυσήξει όπως το συνηθίσαμε τόσες φορές, λες και όλα αυτά συνέβαιναν κάπου αλλού και όχι μέσα στο σώμα του, στην επικράτειά του δηλαδή;».

Και ενώ το τέρας εξακολουθεί να πορεύεται μακάριο, ασφαλές και απαθές, αρχίζει ένα βαθύτερο άνοιγμα στο χώρο και στο χρόνο. Μέσα σε αυτό το τελείως αλλοπρόσαλλο και ανορθόδοξο σκηνικό εμφανίζεται ένας νέος με γαϊδουράκι που θέλει να φέρει την ειρήνη στην ταραχή και διαθέτει μια ένθερμη πνοή αγάπης με ιαματικές ιδιότητες. Θα βρεθεί κι αυτός αντιμέτωπος της παραληρηματικής εξουσίας. Τι θα απογίνει άραγε; Τα περιθώριά του όλο και στενεύουν…

Και ποιος μπορεί να καταγράψει την αλήθεια των γεγονότων, σε αυτή τη ζοφερή εποχή, όταν μάλιστα οι άνθρωποι των γραμμάτων εμφανίζονται και αυτοί αλλοιωμένοι ως γνήσια φερέφωνα της εξουσίας; Ποιος μπορεί να αντισταθεί στην υποβολιμαία πληροφορία; Μονάχα ένας αυτόπτης μάρτυρας απομένει με ματιά καθαρή και αγνή, ο μόνος που μπορεί να διεισδύσει μέσα στα ερέβη, να δει τον κόσμο χωρίς φόβο και να μπορέσει να αποκαλύψει την αλήθεια.

«…κι ο ερημίτης διάβαζε το όνομα του Θεού γιατί έφθασε η ώρα που περίμενε και την τίμησε όπως έπρεπε, αφού ήταν γραμμένο σε παλιές προφητείες ότι κάποιος θα φθάσει την ορισμένη στιγμή ταπεινός και νηστικός, κουρασμένος από μεγάλο απέραντο ταξίδι επάνω σε ένα γαϊδουράκι και είναι η ώρα πια να ειπωθούν όσα λόγια αναλογούσαν στον καθένα και ήταν στοιβαγμένα μέσα του εδώ και αιώνες».

« και ήρθε ντυμένος μόνο με το άσπρο, από μαλακό βαμβακερό ύφασμα, όπως ακριβώς η γάζα, μακρύ ως τους αστραγάλους ένδυμά του, σαν τους φελάχους της Αιγύπτου, κι όταν βράχηκε, κόλλησε πάνω του και φάνηκε από μέσα ολόκληρο το θεϊκό σώμα του, που έμοιαζε σαν γιος ενός βασιλιά των Μασάι, διάφανος και ανιστόρητος ακόμη, γιατί τότε ακριβώς θα άρχιζε να γράφεται η ιστορία του, την οποία ήδη κατέγραφε σε λογής σημειώματα κάθε φορά ο Ευδόκιμος, εξουθενωμένος από την κούραση και τη φονική ζέστη, αλλά τρομερός κι αυτός στην όψη και αποφασισμένος να τελειώσει το παιχνίδι μέχρι το τέλος…». Ο νέος θυμίζει τη μορφή του Χριστού, και χωρίς ποτέ να δηλώνεται, υπάρχει μια διαρκής σύνδεση μαζί του. Εξάλλου, ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα διαχέεται σε πολλές εκφάνσεις του μυθιστορήματος με διαφορετικές αφορμές, πάντα σε μια αρραγή σχέση με ένα αίσθημα αγάπης, απλότητας και δικαιοσύνης.

Όλο το βιβλίο είναι διαποτισμένο με μια βαθύτατη υπαρξιακή αναστάτωση που είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη μοίρα των λαών. Η δυστυχία διασκορπίζεται σε ανθρώπους και εποχές, περιφέρεται στον κόσμο τούτο κινούμενη ανάμεσα σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Αδικαίωτοι αγώνες, οράματα που διαψεύστηκαν κι ένα ποτάμι ανθρώπων που εξακολουθεί να περιφέρεται ανά τον κόσμο, με το πρόσωπο της θλίψης, της ανέχειας, με το αχ του αναστεναγμού. Βιομηχανοποίηση εις βάρος της φύσης, αδιαφορία, αγάπη για το κέρδος… Διαφθορά. Ο 20ός αιώνας πρωταγωνιστής και προάγγελος… Οι ζωές μας κινούνται στο ρυθμό που υπαγορεύουν οι εξουσίες, ενίοτε η αγριότητα της πληγωμένης φύσης και ο ανθρώπινος παιδεμός φαίνεται πως ποτέ δεν σταματά.

Ασφαλώς και ο συγγραφέας διαθέτει αιχμηρή πολιτική ματιά, θέλει να αναφερθεί στα σκοτεινά βήματα των εξουσιαστών της ιστορίας, σε σαφείς ωφελιμιστικές και καταστροφικές επιλογές, όμως παρά τα «μαύρα φεγγάρια» της εξουσίας αφήνει και μια μικρή φωτεινή ρωγμή ελπίδας.

Το τέρας άραγε υπάρχει πραγματικά ή είναι μονάχα ένα εξαιρετικό εφεύρημα χαλιναγώγησης του πλήθους; Και μήπως τελικά υπερνικάται;

Και τι μένει ως βάλσαμο στο πέρασμα της ζωής; Μικρές στιγμές γαλήνης. Μια ομορφιά που κρύβεται στη γλυκύτητα και την απλότητα, μια ομορφιά των λιγοστών που αγκαλιάζει τον πόνο… Ή, ίσως, πάνω απ’ όλα η αλληλεγγύη, η συνδρομή και η αγάπη. Και πάντα υπάρχει το όραμα ενός αγγελικού κόσμου. Μονάχα που «θέλει πολλούς ανθρώπους με τα ίδια οράματα να συνεργαστούν για κάτι τέτοιο και να δουλεύουν νυχθημερόν».

Ήλια Λούτα




* Ο Μάνος Ελευθερίου, ποιητής, στιχουργός και πεζογράφος, έφυγε από τη ζωή το περσινό καλοκαίρι, αφήνοντας πίσω του ανέκδοτο το τελευταίο του βιβλίο. Και να που ήρθε η ώρα, πολύ σύντομα, να μιλήσουμε για τον αγαπημένο μας Μάνο Ελευθερίου, μέσα από τα δικά του κείμενα, τις δικές του σκέψεις, τη δική του συγγραφή.

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2019

Η Ελλάδα μέσα από τους στίχους σύγχρονων ποιητών

Ποιήματα που ξεδιπλώνονται ατέλειωτα
(ψάχνοντας στα χαμένα για το στόχο τους)
ποιήματα ποταμοί
και ποιήματα καμικάζι


(Χρίστος Λάσκαρης, "Ποιήματα")

*

Η ποίηση, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, βρίσκει πάντα τρόπους να εκφράζει τις καταστάσεις που διαμορφώνονται κάθε φορά. Οι σιωπές και τα τοπία της υπαίθρου και της πόλης εξακολουθούν να δίνουν έμπνευση:

Απέραντη σιωπή τον κατακλύζει.
Μέσα στην ησυχία του απογεύματος
νιώθει λίγο – λίγο να βυθίζεται
σαν κάτασπρο πολεμικό
που το ‘χει βρει τορπίλη.

(Χρίστος Λάσκαρης, "Στη βεράντα")

Οι ναύτες του Τσαρούχη, τα βράδια
Μαζεύονται σ’ ένα καφενείο
κοντά στο λιμάνι του Πειραιά.
Άλλοι κανονίζουν να φύγουν
για το χωριό τους με το ΚΤΕΛ
άλλοι γράφουν γράμμα στη μάνα τους
Στο τέλος της νύχτας χαλάν τα σχέδια
σκίζουν τα γράμματα.
Πέφτει μια μοναξιά και τα παγώνει όλα.

(Αντώνης Αντωνάκος, "Οι ναύτες του Τσαρούχη")

Να 'χα έστω μια φωτογραφία σου στο πορτοφόλι
να σκύψω κρυφά να τη φιλήσω,
τώρα που περνάμε, βράδυ, με το τρένο
απ’ την Ξάνθη
κι έξω οι λάμπες του σταθμού
φωτίζουνε τις άδειες λεμονάδες
που αφήσανε οι φαντάροι στα τραπέζια.


(Αντώνης Αντωνάκος, "Βράδυ με το τρένο")


Μπαίνει στην πόλη με το βράδυ
ο Γρηγόρης Αυξεντίου
κραδαίνοντας φραγγέλιο-
τα τζουκ μποξ της Ρηγαίνης
σχεδόν εκμηδενίζουν την τρεμάμενη φωνή του ·
έρημη κι η Πλατεία Ελευθερίας
την σκίζει κάποιο κορνάρισμα αυτοκινήτου
ή κυκλικές εγκαταστάσεις μεγαφώνων
και φωτεινές ρεκλάμες καλλυντικών.

(Λεύκιος Ζαφειρίου, "Στίχοι" - Απομαγνητοφώνηση 1978)

Εξαίσια η πόλις καθώς ο ήλιος ανατέλλει
στέγες παλιές με κεραμίδια φοινικιές και τα φυλάκια
οπωροπώλες στην οδό Πενταδακτύλου
δέντρα πουλιά και το φεγγάρι
η μεσήλιξ ποδηλάτισσα και τα επίθυρα χεράκια
σε σπίτια παλαιικά
το μέγαρο της Τράπεζας κι η πινακοθήκη
τα κατάκλειστα πορνεία οι ξαγρυπνισμένοι
χαρτοπαίκτες κι οι νταβατζήδες
που εισέρχονται στο μαγειρείο
ενώ καταφθάνουν τα αγροτικά λεωφορεία
χωρίς την τύρβη των τουριστών
εκεί πίσω απ το τέμενος του Μπαϊρακτάρη

Η πόλη χωρίς κορδέλες
και τα σκυβαλοφόρα του Δήμου
εκεί Λήδρας- Ονασαγόρου
ο πεζόδρομος των αναμνήσεων
τα ενετικά τείχη της πόλης
ο προμαχώνας
κι οι νυσταγμένοι στρατιώτες

στην αγορά το άρωμα των φρούτων
χυμώδη ροδάκινα μήλα και κεράσια
οπώρες του καλοκαιριού κι η δρόσος της πρωίας


(Λεύκιος Ζαφειρίου, "Μπαίνοντας στην πόλη")


Τα νοσοκομεία όπου δίνονται μάχες ζωής και θανάτου και η φθορά των γηρατειών δίνουν αφορμές για να γραφτούν ωραία, αληθινά ποιήματα:

Ξαγρυπνώ στο πλευρό σου.
Εσύ, στο κρεβάτι επάνω
εγώ, στους λευκούς διαδρόμους
περιμένοντας την γνωμάτευση των γιατρών.
Τα ασθενοφόρα σκούζουν.
Οι νοσοκόμοι με τις άσπρες στολές, πέρα -δώθε.
Άλλη μια νύχτα κοντά σου.


(Μίρκα Κωτσαρίδη, "Στο πλευρό σου")


                   Μνήμη Νικολίτσας Χειλά
Πάνω σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου
Να κοιμάται στο πλευρό

Απομεσήμερο
και δεν υπάρχουν επισκέψεις
Ο διάδρομος νεκρός

Απ’ τη μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα
μια λουρίδα φως
αυλάκωνε τις κουβέρτες.


(Χρίστος Λάσκαρης, "Στο νοσοκομείο")


Τη βάλαμε στο παιδικό δωμάτιο μας, μετά το δεύτερο εγκεφαλικό. Εκεί, που κάποτε εκείνη μας νανούρισε τώρα την έβλεπα ολοένα να μικραίνει- παράλυτη απ’ τη μια πλευρά, χωρίς μια λέξη , μόνο με κάτι ήχους αξεδιάλυτους απ τα σκοτάδια της, κάτι αν στεναγμούς μακρόσυρτους που με σταυρώναν.

Έμπαινα αργά τη νύχτα κι έσκυβα αργά να δω αν ανασάνει, της έπιανα το χέρι κι ένιωθα τον παλμό στη φλέβα ν’ ατονεί – άνοιγε τα μικρά γαλάζια μάτια της και με κοιτούσε ως μέσα. "Εδώ είμαι εγώ", της έλεγα. "Κοιμήσου, μη σε νοιάζει· κοιμήσου, τώρα, να ξεκουραστείς".

Εκείνη μου ’σφιγγε το χέρι και με κοίταγε, όλο με κοίταγε. Κι εγώ κατέβαζα την κεφαλή ξανά μπροστά της σαν παιδί, μη δει το δάκρυ.
(Αντώνης Περαντωνάκης, "Γιαγιά Ελευθερία")

Οι αρρώστιες είναι για τους ανθρώπους
γι αυτό μη φοβάσαι όταν ακούς
ασθενοφόρο να ουρλιάζει στη λεωφόρο.
Δεν είναι για σένα.


(Μίρκα Κωτσαρίδη, "Φοβία")


Η μορφή της μητέρας είναι πάντα ένα σταθερό σημείο αναφοράς :

Τριγυρνάω στο στρατόπεδο
με τη στολή της αγγαρείας.

Καθώς βρέχει
σκέφτομαι τη μάνα μου
να καθαρίζει σκάλες και πατώματα
μέσα στο χειμωνιάτικο πρωινό.

Μόνη κι έρημη
φορώντας τη στολή της καθαρίστριας.


(Αντώνης Αντωνάκος - "Οι στολές")


Παλιά Σελήνη
πάνω από τις σπηλιές της Αγίας Παρασκευής
με των λεπρών τα παραπήγματα
και τα παιδιά πιο πέρα
στην άσφαλτο του ονείρου
να ξαναβλέπουν πίσω απ’ τους αμμόσακους
του στρατάρχη Χάρντινγκ
τα κομμένα δάχτυλα.

Μα πώς έρχεσαι έτσι ακάλυπτη
μέσα από τους προβολείς των αυτοκινήτων
τεμαχισμένη αδάκρυτη
άγρια κοιτώντας
με τη λεπρή τη μνήμη.

Θα ’χει φύγει κι ο τελευταίος Άγγλος
ούτε πια εφ' όπλου λόγχη
θα ‘χει κλείσει πια κι ο αερολιμένας της Λευκωσίας
(έτσι το λες χωρίς αιδώ;)
θα ψάχνεις για ταξιδιωτικούς οδηγούς
σε ξένα αεροδρόμια
αλλοδαπή που αποδημεί
πίσω απ τα φινιστρίνια
του κτιρίου της στρατονομίας.


(Λεύκιος Ζαφειρίου, "Η μητέρα σε όνειρο στην αυλή του σχολείου")


Οι μνήμες των πιο παλιών ποιητών κουβαλούν στοιχεία που σήμερα φαίνονται πολύ μακρινά κι αγγίζουν κάποτε το όριο του μύθου:

Κηφισό- Άγιο Κωνσταντίνο με το αστικό.
Οι επιβάτες πρωινοί, ανόρεχτοι.
Ο καιρός μουντός.

Διασχίζαμε άθλιες βιοτεχνίες,
μάντρες, συνεργεία,
παραπήγματα.
Έξαφνα σ’ ένα ξέφωτο
-ταράχτηκα-
μια γυναίκα όργωνε με άροτρο.


(Χρίστος Λάσκαρης, "Κάποτε στην Αθήνα")


Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό ένα πρωί
μα δεν σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.

Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ' το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.

Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες τις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.

Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.


(Γιώργης Παυλόπουλος, "Το σακί")


Ο έρωτας
δεν θα μπορούσε να μην εμπνέει τους να εμπνέει τους δημιουργούς:

Η σκάλα που ανεβήκαμε μια νύχτα στο σκοτάδι
ο έρημος διάδρομος κι η σιωπή
το άγνωστο διαμέρισμα που μπαίναμε πρώτη φορά
-Μας είχαν δώσει το κλειδί-
κι ο έρωτας κρυφά για λίγες ώρες.

Μετά από τόσα χρόνια, τόσες κατεδαφίσεις
ακόμη ψάχνω να βρω
πού ήταν εκείνο το σπίτι…


(Γιώργης Παυλόπουλος, "Το διαμέρισμα")


Πού να βρίσκεσαι άραγε;
"Στο Λουτράκι", όπως μου είπαν;
Να πιστέψω τα λόγια τους;

Έκοψες κοντά τα μαλλιά σου;

Ζεις σε μονοκατοικία;
Σε διαμέρισμα με βεράντα και πολλά λουλούδια;
Σε σπίτι που έχει ολόγυρα πεύκα και κυπαρίσσια;

Σε κλείνουν τοίχοι ψηλοί και κάγκελα;

Τα πρωινά βάζεις το τζιν που ξέρω;
Βρίσκεις ερημικές αμμουδιές;
Κολυμπάς -ακόμη- χωρίς μαγιό;

Πόσο ελεύθερη είσαι;

Φοράς το μαύρο σου φόρεμα;
Βγαίνεις τα βράδια;
Διαλέγεις ήσυχα μαγαζάκια;

Ακούς "Τα παλιά τραγούδια με τους μελλοντικούς ήχους";

Έχεις παιδιά;
Είναι ξανθά όπως τα ήθελες;
Χαϊδεύεις το κεφαλάκι τους;

Τα μαθαίνεις να τραγουδάνε;

Το δωμάτιό σου βλέπει θάλασσα ή βουνό;
Σε θέλγει ο Κορινθιακός;
Σε εκστασιάζουν τα Γεράνια;

Εξακολουθείς να διαβάζεις ποιήματα;
Τις νύχτες – εκεί –
έχει δροσιά;

Σκεπάζεσαι με το λινό σεντόνι;
Αφήνεις το παράθυρο ανοιχτό;

Έχεις… παράθυρα; 


(Δημήτρης Αλεξίου, "Επιστολή με ερωτηματικά")


Επιλογή για το στίγμαΛόγου:
Απόστολος Σπυράκης


Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2019

"Της μοναξιάς καλή συνέχεια" του Ντέμη Κωνσταντινίδη

Γνωστός από παλιά ο Ντέμης Κωνσταντινίδης, χάρηκα που τον είδα να εκδίδει μέσω εκδοτικού οίκου και δη του Φαρφουλά. Η ποίησή του δεν έχει αλλάξει πολύ μέσα στα χρόνια, διακρίνεται για το ίδιο μείγμα τρυφερότητας, σαρκασμού και προφορικού λόγου που τη χαρακτήριζε και παλιότερα, καθώς και για την απαράλλακτη σχεδόν αναλογία ρίμας και ελεύθερου στίχου. Η τελευταία πιστεύω ότι κρίνει τη διάθεσή του να δοκιμαστεί και στους δύο τρόπους - μια δοκιμασία που στέφεται με επιτυχία στις περισσότερες των περιπτώσεων και κάνει την επιστροφή στη ρίμα έναν όμορφο περίπατο του αναγνώστη.

Θεματικά, ο Κωνσταντινίδης εστιάζει συνήθως στη στιγμή: αυτή μπαίνει στο μικροσκόπιό του και αυτήν αναλύει. Τα ποιήματά του έχουν καθοριστική κατάληξη, μια κατάληξη δηλαδή που κρίνει το συνολικό ειδικό τους βάρος, καθώς και σταθερή δομή. Όπως είπα, η γλώσσα του είναι απλή και ανεπιτήδευτη και σε μεγάλο βαθμό προφορική (υποκρύπτει αυτό άραγε μια ριζωμένη πεποίθηση ότι η ποίηση κρύβεται στην καθημερινότητα;). Η σαρκαστική του διάθεση αλλού είναι ελαφρύτερη (στο ποίημα "Το ψωμί και το μαχαίρι" για παράδειγμα κάνει ένα ηθικό/κοινωνικό σχόλιο με αφορμή ένα σαλάμι!) και αλλού εντονότερη (π.χ. στο ποίημα "Μη κερδοσκοπικό"), ενώ ορισμένα ποιήματα, όπως το "Ηρωικό", αποτελούν αιχμές:
Εμπρός μικρέ
για και πες το ποίημά σου θαρρετά
για την Ελλάδα 
που δεν πέθανε ποτέ!
Για τις αλύτρωτες πατρίδες
και το μαρμαρωμένο βασιλιά...

Εμπρός μικρέ 
ίσια την πλάτη
στόμφο στη φωνή!
Μην παραλείπεις την αναπνοή...
Κάπου μες στο κοινό
σε καμαρώνει ο άνεργος μπαμπάς σου.

Καινοτομία της συγκεκριμένης συλλογής, αλλά και γενικότερη, αποτελεί η συνάρθρωση χαϊκού (στο κλασικό μέτρο 5-7-5), τα οποία θα μπορούσαν να σταθούν αυτόνομα, σε ένα ολοκληρωμένο ποίημα. Υπάρχουν κάμποσα τέτοια παραδείγματα, ξεχώρισα το "Χαϊκού του σκοταδιού":
Μου το είχες πει
κάποτε θα ερχόταν
νύχτα στην πλώρη.

Μου το είχες πει,
κανείς δε θα φαινόταν
απ' το πλήρωμα.

Μου το είχες πει
μέσα μου θ' απλωνόταν
κάποτε. Τώρα.

Δεν λείπει και η νοσταλγική διάθεση, όπως στο ποίημα "Ζαβολιά": (...Είχες ένα κολιέ/ ψεύτικα μαργαριτάρια./ Θυμάμαι που σκόρπισαν/ και τα μάζευα. [...] Βρήκα ένα προχθές/ στο συρτάρι σου./ Και θάμπωνε/ όλο θάμπωνε το βλέμμα) ή η ευαισθησία για τα κοινωνικά θέματα (π.χ. ποίημα "Τρίτη ηλικία"), την οποία είδαμε και νωρίτερα στο "Ηρωικό".  Η ματαιότητα των πραγμάτων υπογραμμίζεται ιδιαιτέρως, όπως στο ποίημα "Θυσιαστικό":
Κάπου στο κέντρο εχθές
πίσω από ένα τσούρμο παιδιά
κατάκοπη και ιδρωμένη
πήρε το μάτι μου την Αθηνά.

Τη σημαιοφόρο μας
-που σε όλα αρίστευσε!-
φιλοσοφο. Αποφοιτήσασα
εκ του Αριστοτελείου.

Δεν λείπει επίσης και ο προβληματισμός για τον ρόλο του ποιητή ("Ο ποιητής αντίθετο του νικητής" ή "Ποιητές μπαμπάκια/ ποτισμένα αλκόολη,/ στο σάπιο δόντι/ του συστήματος...").

Με άξονα τη μοναξιά, ο Ντέμης Κωνσταντινίδης προσφέρει αξιοσημείωτη ποίηση που αποζημιώνει τον αναγνώστη.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Οι Άγιες μαμάδες
             Στον Γιώργο Πρίμπα

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο ταμείο
με το μπαστουνάκι τους,
λίγα ψιλά και
παιδικές φωτογραφίες.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποια ουρά
με την υπομονή τους,
ανάγλυφες τις γαλάζιες 
φλέβες στο χεράκι τους.

Οι Άγιες μαμάδες
σε κάποιο τρίστρατο
με τη μορφή τους
τη σεβάσμια κι αυστηρή,
όταν σε μάλωναν.

Οι Άγιες μαμάδες
υποστυλώματα
έργων ανολοκλήρωτων,
που έμειναν να βρέχονται
καταμεσής της ερημιάς.


Παρασκευή, 31 Μαΐου 2019

Επί της αρχής: Στοιχεία για την κατανόηση του κόσμου

Μοιάζει παράλογο. Σε έναν κόσμο που επαίρεται πως "απελευθερώθηκε" από τα δεσμά του δόγματος (ωστόσο όχι από τη δυσειδαιμονία, ας παρατηρήσουμε), σε μια κοινωνία όπου έσπασαν οι "αλυσίδες" με το αυταρχικό παρελθόν, θα περίμενε κανείς ένα ξεχείλισμα χαράς. Κι όμως. Η απελπισία, η λύπη, η αγωνία κυριαρχούν και μόνο χονδροειδείς απολαύσεις είναι διαθέσιμες στις λαϊκές τάξεις. Δεν μιλούμε ειδικά για την Ελλάδα, όπου όλα όσα οικοδομήθηκαν μετά τον πόλεμο είναι πλέον συντρίμμια. Δεν είμαστε σ' ένα νησί που ταραγμένα κύματα το πολιορκούν. Είμαστε τμήμα ενός κόσμου που τρέμει και κανείς από τις ηγέτιδες τάξεις του, πουθενά, δεν τολμά να μιλήσει για τις αιτίες της κατολίσθησης. Ορκιζόμαστε βέβαια, πάντοτε, σε ένα σύστημα δικαιωμάτων που δεν είναι παρά ένας πύργος από τραπουλόχαρτα και έχουμε μάθει να θεωρούμε προσόν την αναίδεια γιορτάζοντας μάλιστα όταν μας την προσάπτουν. Φτάνουμε έτσι στο τέλος της ζωής μας παριστάνοντας πάντα τους επαναστατημένους εφήβους.

Ένα χωρίς θεό, χωρίς ιθαγένεια και χωρίς παραδεδομένες αξίες σύμπαν μπορεί να ικανοποιεί τον επαναστατημένο έφηβο, αλλά είναι γελοίο όσο και τραγικό, στη θέση ενός κόσμου που κάποτε ήτανε ναός (βρώμικος, ατελής, άδικος, αλλά πάντως ναός), να απλώνεται ένα γεμάτο ερείπια χάος, όπου ο άνθρωπος μοιάζει με καλλιτέχνη που μετακινεί συνεχώς το ξεχαρβαλωμένο καβαλέτο του. Το θέαμα της ανθρωπότητας: ένα ανούσιο είδωλο. Συμπεριφερόμαστε λοιπόν όπως τα παιδιά στο σχολείο όταν βγει έξω ο δάσκαλος. Είμαστε μια μάζα που ξεσπά, χτυπά τα πόδια, φωνάζει, αγριεύει κι ο καθένας δοκιμάζει τις χαρές της διαφυγής από την πίεση που επιβάλλει η παρουσία του δασκάλου. Τι χαρά να απορρίπτεις τον ζυγό του κανόνα, τι μέθη να αισθάνεσαι κύριος της μοίρας σου! Όταν όμως κάθε πρόγραμμα αρθεί και κάθε ουσιαστική ενασχόληση πάψει, κανένα έργο δεν γίνεται με νόημα, συνέχεια, σκοπό.

[...] Σε αυτό το χάος οι άνθρωποι των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών θα μπορούσαν να είναι η πρωτοπορία για την αναζήτηση μιας διεξόδου. Όμως αυτοί, φαίνεται, πως έχουν αποθέσει τις ελπίδες τους στην... αθανασία. Σε μια φαιδρή, φθηνή αθανασία των υλικών πλευρών μας που θα υπάρχουν... στον αέρα, στη σκόνη, στο φως.

[...] Κάποια νύχτα, ο άνθρωπος που βαδίζει στο μηδέν γράφοντας, θ' αφήσει το στυλό ή το πληκτρολόγιο αφού θα νιώσει πως τίποτα δεν έχει σημασία. Θα είναι αδύνατο τότε να σύρει γραμμή. Η τελευταία σελίδα θα μείνει λευκή. Θα εισέλθει σε κάποιο σπίτι κλειστό, μακριά από δάση και θάλασσες, χωρίς φιλιά και χάδια. Δεν θ' ακουμπά σε κάποιο δέντρο αλλά σ' ένα φτηνό ξύλο. Χρώματα, ήχοι, αρώματα, παλμοί ζωής, όλα θα έχουν αλλάξει νόημα. Μονάχος, με συναισθήματα πνιγμού και μόνο οξυγόνο τις λέξεις που δεν απλώθηκαν ποτέ στο χαρτί, θα προλάβει να θυμηθεί πώς γεννήθηκε η πρώτη έμπνευση. Να θυμηθεί την ομορφιά της ζωής, με τις μύριες πιθανότητες, πως ήταν τόσο νέος, με τόσες δυνατότητες. Τι ειρωνεία! Την ομορφιά θα την ξαναδεί όταν δεν θα είναι πια νέος. Μα αυτή είναι η καλύτερη ευχή προς όσους μεγαλώνουν. Να μην τελειώνουμε τις μέρες μας ως επαναστατημένοι έφηβοι αλλά βλέποντας, έστω και την ύστατη στιγμή, την καθαρή, την απόλυτη Ομορφιά.

Κώστας Χατζηαντωνίου


Σημ.:  Απόσπασμα από ομότιλο κείμενο που δημοσιεύθηκε αντί εκδοτικού σημειώματος στο περιοδικό Κοράλλι, τεύχος 19-20, Οκτώβριος 2018-Μάρτιος 2019. 

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

«Σκηνές καθημερινότητας του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα» του Βαγγέλη Αλεξόπουλου


Το βράδυ πέφτει
αργά σαν υποδόριος ήχος
ένα νάιλον ύφασμα, που
σκεπάζει το μπαλκόνι μου.
(«Νυχτερινή σκηνή»)

Η καθημερινότητα του κόμη Αλέξιου Ντε Λα Βέγα, του ποιητικού υποκειμένου του Βαγγέλη Αλεξόπουλου σε αυτή την τέταρτη κατά σειρά, εξαιρετική συλλογή του, περιέχει μεγάλες δόσεις σκοταδιού και νύχτας. Μάλιστα, η νύχτα γίνεται συχνά η σκηνή μέσα στην οποία εκτυλίσσονται τα γεγονότα, απλώνονται οι επιλογές και λαμβάνονται οι αποφάσεις. Καθώς η νύχτα ή το σκοτάδι είναι αδιαφανή και οπωσδήποτε αδιάφορα για τα τεκταινόμενα, τα τελευταία λαμβάνουν ακόμη μεγαλύτερη ένταση, σαν να έχουν μπει σε έναν πολλαπλασιαστή. Από αυτή την άποψη, δεν είναι μάλλον καθόλου τυχαίο το όνομα του ποιητικού υποκειμένου: Ντε Λα Βέγα, που σημαίνει «από τον Βέγα» και θυμίζω ότι ο Βέγας είναι ο άλφα αστέρας του αστερισμού της Λύρας και το δεύτερο λαμπερότερο αστέρι στο ουράνιο βόρειο ημισφαίριο.

Μιλούσα όμως για τη νύχτα ως σκηνή και στην ποίηση του Αλεξόπουλου οι σκηνές ή οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο (είτε είναι η νύχτα είτε το σκοτάδι ή οτιδήποτε άλλο) δεν τίθεται έτσι απλά: συνήθως ο τρόπος που παρουσιάζεται δημιουργεί αδιόρατη ανησυχία στον αναγνώστη. Στη συνέχεια, το ποιητικό υποκείμενο προβαίνει σε πράξεις που πέφτουν αδιακρίτως στο κενό. Τότε μπορεί να παρουσιαστεί μια εναλλακτική λύση, η οποία όμως επίσης οδηγεί σε αδιέξοδο κι έτσι το ποίημα τελειώνει με διπλή αποτυχία. Πρόκειται για μια εκφραστική διάταξη που έχει χρησιμοποιήσει και σε προηγούμενες συλλογές του ο ποιητής, όμως σε αυτή τη συλλογή χρησιμοποιείται εν παραλλήλω προς μια δεύτερη. Η δεύτερη διάταξη είναι ουσιαστικά μια δεύτερη φωνή, που αναπτύσσεται παράλληλα με την πρώτη μέσα στα ποιήματα.

Πρόκειται για μια φωνή που παρουσιάζεται με πλάγια γράμματα και δεξιά στοίχιση, εκεί που δίπλα από τους στίχους του ποιήματος συνήθως υπάρχει κενό. Η κατάργηση του κενού ή η κατοίκησή του από αυτή τη δεύτερη φωνή είναι μια νέα σύμβαση που διαφοροποιεί την ποιητική λειτουργία. Με το κενό στα δεξιά των ποιημάτων τυπικά σηματοδοτείται μια στιγμιαία σιωπή, όπου ο αναγνώστης βρίσκει την ευκαιρία να προετοιμαστεί για τον επόμενο στίχο, την επόμενη σκέψη, την επόμενη ιδέα. Στη συλλογή του Αλεξόπουλου όμως το κενό ή η σιωπή μετατοπίζονται ενίοτε στα αριστερά και έτσι ο συνηθισμένος ποιητικός τρόπος αντιστρέφεται, ενώ ο αναγνώστης αποκομίζει με την πρώτη ματιά την αίσθηση του αντίλογου σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί. Δεν πρόκειται ωστόσο για αντίλογο: η δεύτερη φωνή συνήθως επεξηγεί και συπληρώνει την πρώτη ή τουλάχιστον βρίσκεται σε διάλογο μαζί της, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που η μέσα μας φωνή συζητά με τον εαυτό της στην προσπάθειά της να κατανοήσει και να αποσαφηνίσει τα επιμέρους στοιχεία της καθημερινότητας. Γίνεται, με αυτό τον τρόπο η συλλογή βαθιά ανθρώπινη και αποκτά μια διάσταση που, ενώ ξενίζει, την ίδια στιγμή δημιουργεί οικειότητα στον αναγνώστη.

Μία άλλη καινοτομία που απαντάται σε αυτή τη συλλογή είναι η εισαγωγή του ερωτικού στοιχείου, το οποίο στις προηγούμενες συλλογές του Αλεξόπουλου σημείωνε εκκωφαντική απουσία. Εδώ απαντάται περισσότερο σαν αισθησιασμός και μάλιστα καθαγιασμένος, κάτι που ενδεχομένως αντανακλά την υποσυνείδητη ανάγκη του ποιητικού υποκειμένου (ή του ίδιου του ποιητή) να συμβαδίζει με τα καλώς κείμενα και τα καθώς πρέπει:

Η ευλογία
Ηλεκτρικές γροθιές σφυροκοπούν το σπίτι
Στην ασφάλεια του μικρού μας δωματίου
υπό το φως χιλίων κηρίων, δοκιμάζουμε
όλες τις στάσεις του Kama Sutra
[…]
Στους τοίχους οι κρεμασμένοι άγιοι
μας παρακολουθούν και χαμογελάνε
ευχαριστημένοι

Σε αυτό το ποίημα, όπως και σε πολλά άλλα, δημιουργείται στον αναγνώστη απορία για το πώς είναι δυνατό να συμβαίνουν αυτά που εξιστορούνται, αφού κάτι στην όλη σύνθεση δεν είναι αναμενόμενο ή αποτελεί παραδοξότητα. Σε αυτό το αναπάντεχο ή την παραδοξότητα έχει τις ρίζες της και η λεπτή ειρωνεία που διέπει τα περισσότερα ποιήματα, όπως και η αίσθηση της συμπαγούς, αδιαπέραστης μάζας που δημιουργούν πολλά από αυτά και που τα μετατρέπει τελικά σε δυσεπίλυτο γρίφο. Μήπως όμως και η ίδια η καθημερινότητα δεν λειτουργεί ακριβώς έτσι; Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, ο Αλεξόπουλος δεν την περιγράφει απλώς ούτε την αναπαριστά· τη μιμείται. Μιμείται τους τρόπους με τους οποίους η καθημερινότητα καθορίζει την ύπαρξή μας.

Ο βασικός προβληματισμός του παραμένει και σε αυτή τη συλλογή το μυστήριο της ύπαρξης. Η φαντασία, που παρεισδύει στις επαναλαμβανόμενες καθημερινές δραστηριότητες, κάνει το μυστήριο ακόμη πιο βαθύ, ενώ οι ίδιες οι δραστηριότητες παρουσιάζονται σαν σειρές από προδικασμένες ακολουθίες που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μια λυπηρή κατάληξη. Τα στοιχεία είναι ελλιπή κι έτσι είναι τελικά η αμφισημία, και η συνακόλουθη αβεβαιότητα την οποία αυτή προκαλεί, που καθορίζουν την αντίληψή μας για τη ζωή και τον κόσμο:

Στην Αθήνα δε βλέπουν
ακούν μονάχα τους διερχόμενους διαβάτες

Έτσι τους νομίζουν άλλοτε αγγέλους
και άλλοτε τέρατα
(«Πώς γράφονται στην Αθήνα τα ποιήματα»)

Η εν λόγω αντίληψη διαμορφώνεται ενίοτε από μικρές αυταπάτες:

Ο κουμπαράς
Ποτέ δεν χορταίνει την πείνα του
Έχει έναν κουμπαρά
ο κουμπαράς είναι πήλινος
τον αγόρασε πριν από χρόνια
Ρίχνει μέσα μικρά κέρματα
Νομίζει πως έτσι θα εξασφαλίσει
τις επόμενες γενιές

Τα ποιήματα είναι στιγμιότυπα γεγονότων που συμβαίνουν σε μια παρένθεση στο μεταίχμιο των πραγμάτων και σε χρόνο που είναι συχνά μετατοπισμένος: λίγο πριν ή λίγο μετά από το καθαυτό γεγονός. Συχνά αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα κρυφή, πέρα από εκείνη που γίνεται άμεσα αντιληπτή – μια πραγματικότητα σε αναβρασμό, η οποία εκδηλώνεται στην πρώτη ευκαιρία. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, ο κόσμος παρουσιάζεται σαν ένας τόπος εξορίας «στο καμένο χωράφι του σύμπαντος». Πολλές φορές, οι συνειρμοί είναι εύθραυστοι, το νήμα τους λεπτό και δημιουργείται η εντύπωση πως μπορεί ανά πάσα στιγμή να σπάσει, καθώς τα επιμέρους στοιχεία παρατίθενται σε χαλαρή σύνδεση. Ωστόσο, το ποίημα πατάει πάντα γερά.

Θεματικά, δεν λείπει ο προβληματισμός για την ιδιότητα του ποιητή («οι ποιητές είναι/ οι χειρότερες περιπτώσεις/ κανείς θεραπευτής δεν τις αναλαμβάνει» – από το ποίημα «Οι εξαρτήσεις»), την ίδια στιγμή που διάφορα ζώα (λύκοι, ενυδρίδες), κυρίως όμως γάτες, μπαινοβγαίνουν στα ποιήματα. Η γάτα παρουσιάζεται σαν ένα πονηρούτσικο ον που αντιπροσωπεύει μια ομορφιά αποστασιοποιημένη, ανεξάρτητη και νωχελική. Είναι μια ομορφιά που ίσως «θα έρθει κουρασμένη, να ξαποστάσει στα πόδια» του Αλέξιου Ντε Λα Βέγα και τότε εκείνος θα την τραυματίσει, όπως ακριβώς ο Ρεμπώ που την βρήκε πικρή. Η ομορφιά επομένως δεν αποτελεί έξοδο από την παραδοξότητα της πραγματικότητας, όπως βλέπουμε σε άλλους ποιητές, ο έρωτας όμως, καίτοι συνυφασμένος με τον θάνατο, μπορεί να δώσει τη δύναμη για μια τέτοια έξοδο:

Να παραδοθούμε άνευ όρων
στον ταυτόχρονο οργασμό
Η κάθε μας κορύφωση θα είναι
ένας μικρός χαρούμενος θάνατος

Και έτσι, απόλυτα ευχαριστημένοι
απόλυτα εξαγνισμένοι,

θα επιτεθούμε στο εργοστάσιο
(«Όταν δυο υβριδικές ενυδρίδες παραγωγής 2018, από το εργοστάσιο ΜΠΥΕ Θ & Υιός ΙΚΕ, κάνουν έρωτα»)

Πέραν του ερωτικού στοιχείου, αρκετά ποιήματα λειτουργούν σαν πικρά σχόλια της αντίθεσης ανάμεσα στον μύθο ή την παράδοση και αναδεικνύουν τη φθίνουσα πορεία της σημασίας τους για τον σύγχρονο άνθρωπο και συγχρόνως την απομάγευση που έχει συντελεστεί στο πλαίσιο της σημερινής ζωής:

Η Σαρακοστή
Ήχοι από κλασικά λαϊκά άσματα
εμπλέκονται με αυτούς από πιρούνια
που χτυπάνε πάνω σε πιάτα

[...]
Ο Ιησούς ξεκινάει
την πορεία στην έρημο

Ταυτόχρονα, αποτελούν έναν προβληματισμό για την ισχύ των μύθων πάνω στους οποίους μαθαίνουμε να χτίζουμε τη ζωή μας, όπως στο ποίημα «Λένε πολλά ψέματα για τους λύκους», όπου παρουσιάζεται μια διαφορετική ανάγνωση του παραμυθιού της Κοκκινοσκουφίτσας.

Κι αν η Χάρις δίνεται («Βρέχει αστραφτερό φως/ από τον ουρανό/ Ξεδιψάνε οι μυστικοί κήποι/ τα εσωτερικά τοπία φωτίζονται» από το ποίημα «Φυσικές καταστροφές και άλλες επαναλαμβανόμενες σκηνές»), πέφτει κι αυτή στο κενό, είτε επειδή στο μεταξύ επισυμβαίνει κάποια, φυσική ή άλλη, καταστροφή («τρεις νύχτες τώρα ουρλιάζει ο θάνατος/ στα λιθόστρωτα σοκάκια/ της Πομπηίας/ της Κωνσταντινούπολης/ του Σαν Μιγκέλ Λος Λότες» από το ίδιο ποίημα) είτε επειδή ο άνθρωπος είναι απορροφημένος στον μικρόκοσμό του («Η γυναίκα γυμνή, κοιμάται στο πλευρό της/ αμέριμνη ονειρεύεται/ Του τυφλού υπνοβάτη το παράπονο/ Κατακαλόκαιρο και βλέπει μάλλινα όνειρα» από το ίδιο ποίημα). Το πολύτιμο αντικαθίσταται από το ευτελές και η αντικατάσταση αυτή έχει αλλάξει τον κόσμο. Εντέλει, το υπερφυσικό και το μεταφυσικό εκθρονίζονται και οι ρόλοι θεού και ανθρώπου αντιστρέφονται:

Ο χειμώνας είναι μια άλλη ιστορία
Ο Θεός ζητάει βοήθεια
κάθε απόγευμα, το καλοκαίρι,
κάπου μεταξύ οκτώ με εννέα η ώρα

[...] Ο Θεός κάθε απόγευμα το καλοκαίρι
ζητάει βοήθεια και οι άσπλαχνοι
άνθρωποι του την αρνούνται

Χωρίς θεό, χωρίς κάποια υπερφυσική δύναμη που θα μπορούσε να αλλάξει τα πράγματα, με μόνη την τυφλή δύναμη της φύσης, ο άνθρωπος στέκεται αβοήθητος μέσα σε σκηνές φρίκης:

Το υπόγειο έχει πλημμυρίσει
αίμα και αλκοόλ
ή αλκοόλ και αίμα
- δεν ξέρω –

Στον κήπο πάντως έχει φυτρώσει
ένας ροδώνας κατακόκκινος
(«Σκοτάδι που στάζει φως»)

Τελικά, ο κόσμος είναι ένα μέρος σκοτεινό, ένα βαρύ φορτίο, μια πέτρα στο στήθος:

Η τζαζ ανήκει στους αγγέλους
που πίνουν πρώτα τον οίνο τον καλό
μετά τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο

[Αυξάνεται η ορμή με την ταχύτητα
θαμπώνει το γυαλί στον καταψύκτη
Σκουραίνει η φωτογραφία]

Το σκοτάδι, ένα βαρύ σακί στους ώμους τους
(«Οι σκοταδο-κουβαλητές»)

Θα ήθελα, για το τέλος, να σημειώσω την αίσθησή μου ότι τελικά ο Αλέξιος ντε λα Βέγα είναι ένα προσωπείο του ίδιου του ποιητή, ο οποίος έχει συμπεριλάβει αυτοβιογραφικά στοιχεία σε πολλά ποιήματά του, κυρίως όμως σε σε τρία: «Τα γενέθλια», “Killing floor” και «Είναι κάποια βαθιά νυχτωμένα απογεύματα γενεθλίων». Σε αυτά μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον ίδιο, μπορούμε όμως να αναγνωρίσουμε και τον εαυτό μας να κάνει τα τυποποιημένα, καθημερινά του βήματα που, σαν αλγόριθμοι, μετατρέπουν τη ζωή σε έναν επαναλαμβανόμενο χορό από τον οποίο είναι πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ξεφύγουμε. Εγκλωβισμένοι σε μια τέτοια καθημερινότητα, με όλες τις μεγάλες αφηγήσεις να έχουν διαψευστεί, ζούμε σε μια πραγματικότητα τεχνητών και όχι φυσικών στοιχείων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ζωή καθενός μας:

Περπατάω στον άσηπτο διάδρομο του σφαγείου που οδηγεί στο killing floor
και ανάβω διαδοχικά τα φωτιστικά σώματα ψευδοροφής με τους λαμπτήρες
φθορισμού κυανού χρώματος. Η αντανάκλαση του ήχου των βημάτων μου
αναμιγνύεται με τον ήχο των starters των φωτιστικών σωμάτων.
(“Killing floor”)

Το σκοτάδι με κάθε λέξη βαθαίνει.



Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο "Στα σκοτάδια της καθημερινότητας".