Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

Για την ποίηση του Καβάφη

Η Τέχνη είναι και δεν είναι αρκετά πραγματική για να γίνει δρόμος, είναι και δεν είναι αρκετά μη πραγματική για να σταθεί εμπόδιο. Η τέχνη είναι ένα «σαν να». 



Maurice Blanchôt (“La part du feu”) 





«Η ζωή είναι πιθανώς στρογγυλή», έγραψε ο Βαν Γκογκ. Διαγράφει την τροχιά της ονειροπόλησης ή της ελπίδας, αυτό είναι αλήθεια. Από την άλλη, η Τέχνη, που είναι μεγαλύτερη από τη ζωή, ιχνηλατεί ένα διαφορετικό σύμπαν, το σχήμα του οποίου μονίμως μεταβάλλεται και μας διαφεύγει. Στο σύμπαν του Καβάφη η ονειροπόληση και η ελπίδα συμπυκνώνονται σε ένα και μοναδικό σημείο από όπου εκπορεύονται και επιστρέφουν οι γραμμές που τραβά. Είναι το σημείο όπου η ονειροπόληση και η προσδοκία ταυτίζονται με την πατρίδα, με τον τόπο που ανήκει κάποιος. Η πατρίδα του Καβάφη παραμένει εσαεί κάτι το φευγαλέο που εντέλει χαρτογραφείται καθ’ ολοκληρία εντός του, όπως η πατρίδα όλων των Ελλήνων της διασποράς. Έτσι, αν θα θέλαμε να περιγράψουμε το σχήμα της τέχνης του Καβάφη, θα λέγαμε ότι μοιάζει κάπως με τις γραμμικές απεικονίσεις του ήλιου ή μιας μαργαρίτας: ένα κεντρικό σημείο από το οποίο ξεκινούν γραμμές διπλής κατεύθυνσης ή γραμμές που επιστρέφουν στο σημείο εκκίνησης, διαγράφοντας ελλειπτική τροχιά.

Πολλά έχουν γραφτεί για τους τόπους εξορίας και την επίδραση της συνείδησης της μοναξιάς στην Τέχνη, για την ψυχοσύνθεση του ποιητή που «δεν ανήκει». Ο Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, μεγάλωσε στην Αγγλία και την Αίγυπτο και πέρασε την εφηβεία του στην Κωνσταντινούπολη, προτού επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του, κάνοντας συχνά ταξίδια στην Αθήνα. Αναπόδραστα ο Καβάφης ήταν ένας Αιγυπτιώτης στην Ελλάδα και ένας Έλληνας στην Αίγυπτο. Η συνείδηση του μη ανήκειν τον ακολουθούσε παντού. Ήταν μοναδικός, με μια αίσθηση μοναδικότητας δυσβάστακτη, που όμως κράδαινε με υπερηφάνεια, σχεδόν σνομπισμό.

Αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση υπερηφάνειας, μαζί με την αβίαστη συνειδητοποίηση του αδιεξόδου της πολιτογράφησής του διαπνέουν το ποιητικό έργο του Καβάφη. Ο Καβάφης έγραψε όπως κανένας άλλος πριν από αυτόν. Με μια αποφασιστική κίνηση παραμέρισε από τους ώμους του και από τους ώμους του αναγνώστη το βάρος της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς που συνέθλιβε τους προκατόχους του. Η προσπάθεια του Σολωμού, του Παλαμά, του Κάλβου ν’ αναδείξουν τα ιδανικά του έθνους αναπόφευκτα τους εξόρισε από τη σφαίρα της αμεσότητας, αφήνοντας αναπάντητα καίρια ερωτήματα για την αγάπη, το μυστήριο της ύπαρξης, την ηθική του καθημερινού βίου. Ήταν μια ποίηση που εξυμνούσε το υψηλό και ένιωθε αμήχανη μπροστά στο ωραίο, το απλά ανθρώπινο, το ζωντανό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καβάφης απαρνήθηκε την κληρονομιά του. Ίσα-ίσα. Όπως γράφει ο Β. Λαμπρόπουλος, «ο Καβάφης ως ποιητής είχε μια οξύτατη αίσθηση και επίγνωση της παράδοσης ως παρακαταθήκης αξιών, ως πολιτιστικής κληρονομιάς, ως συντριπτικού μέσου σύγκρισης, ως απολεσθέντος παρελθόντος». Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να γράψει ποίηση απαλλαγμένη από γλωσσικό στόμφο, σε μια γλώσσα απλή, γυμνή («φτωχή» τη χαρακτήρισε ο Σεφέρης), που άφηνε περισσότερο χώρο στο νόημα. Όπως οι μουσικοί παραδέχονται πως δεν είναι οι νότες αλλά οι παύσεις ανάμεσα στις νότες που δίνουν το μουσικό αποτέλεσμα, έτσι και στην ποίηση δεν είναι εντέλει οι λέξεις αλλά οι σιωπές που προκαλούν οι λέξεις στον νου μας. Είναι οι σιωπές που ανακαλούν την Τέχνη, στην υπερβατική εκείνη στιγμή που ένας στίχος μας απελευθερώνει από τη λατρευτή τροχοπέδη της γλώσσας και το πνεύμα μας περιπλανιέται στον κόσμο των ιδεών, κρατώντας σφιχτά το συναίσθημα από τον στίχο στα χέρια.

Ο Δ. Δημηρούλης γράφει πως η Τέχνη είναι ένας τρόπος να ταξιδεύουμε στον απέραντο ωκεανό της γλώσσας χωρίς ποτέ να βρίσκουμε την Ιθάκη του νοήματος, όμως να χαιρόμαστε το ταξίδι ανταλλάσσοντας τη μάχη για το νόημα με την απατηλή ειρήνη της υπέρβασής του. Θα συμφωνήσω εν μέρει, διαπιστώνοντας το αναπόφευκτο: ότι η μόνη πραγματική ταυτολογία είναι η σύμπτωση της γλώσσας με τον εαυτό της, η οποία αποτελεί τον ορίζοντα της ανθρώπινης κατανόησης. Από κει και πέρα όμως, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω πως ολόκληρος ο μόχθος της ζωής είναι μια υπέρβαση, καθόλου απατηλή. Η υπέρβαση είναι δεδομένο της ανθρώπινης ύπαρξης: υπερβατικά ερχόμαστε στον κόσμο, καθ’ υπέρβαση ζούμε και υπερβατικά σύρουμε το πέπλο για την άλλη πλευρά. Η Τέχνη μιμείται τη ζωή και τις υπερβάσεις της, είναι όμως περισσότερο φιλόξενη: χωρά κι άλλες διαστάσεις, αυτό που είναι και αυτό που «θα μπορούσε» να είναι, καθώς κι αυτό που δεν υπήρξε ή δεν θα υπάρξει ποτέ.

Αν σε κάτι συνδράμει τον άνθρωπο η Τέχνη, είναι ότι τον βοηθά να συνειδητοποιήσει πως η υπέρβαση είναι συνυφασμένη στην ίνα της ύπαρξής του. Ο Καβάφης, ο ποιητής που έζησε χωρίς πατρίδα, αυτός που βρέθηκε στην οριακή στιγμή μιας ολόκληρης εποχής και μάλιστα έκλεισε την αυλαία, σηματοδοτώντας συγχρόνως με το τέλος και την καινούρια αρχή, περισσότερο από πολλούς άλλους είναι αρωγός στη συνειδητοποίηση αυτή.

Στο ποίημά του «Τείχη» μιλά για τα τείχη που χτίζουν γύρω μας οι προκαταλήψεις, οι προλήψεις, οι κοινωνικές συμβάσεις, οι συνθήκες της ζωής, η εκπαίδευσή μας. Πρόκειται για φράγματα του νου μέσα στα οποία βαπτιζόμαστε, με τα οποία μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε να ορκιζόμαστε στο όνομά τους. Συχνά τα σφίγγουμε στην αγκαλιά μας μέχρι τον θάνατό μας, τόσο που ταυτιζόμαστε με αυτά και χάνουμε τον εαυτό μας στη διαδικασία. Αντικαθιστούν την πραγματικότητά μας με μια άλλη πλαστή (οι θεολόγοι θα αποκαλούσαν αυτό το φαινόμενο «το παράλογο του κτιστού κόσμου», φαντάζομαι) και το χειρότερο είναι πως επικαλούμαστε τις λέξεις για να τα ενισχύσουμε, να τα περιφρουρήσουμε, να τα κάνουμε να φαίνονται ψηλότερα. Όμως οι λέξεις οριοθετούν τον κόσμο μας και, αν αυτές μας δεσμεύουν, αυτές είναι που μπορούν και να μας λυτρώσουν. Στις λέξεις βρίσκεται το κλειδί για την απελευθέρωσή μας. Στις λέξεις τις ποιητικά εκφρασμένες, τις βαλμένες και καθαγιασμένες στην Τέχνη. Στις λέξεις που διευκολύνουν τη σιωπή. Γιατί μόνο στη σιωπή μπορούμε να ακούσουμε ό,τι έχει να μας εκμυστηρευθεί το σύμπαν. […]

Υπάρχει ωστόσο ένα από τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής που ο Καβάφης αποφεύγει να ονοματίσει. Τα θωπεύει, το περιγράφει, το σκιαγραφεί, ποτέ όμως δεν το λέει με το όνομά του. Είναι η αγάπη. Ποτέ δεν μιλά για την αγάπη ο Καβάφης. Μιλά συχνά για αίσθημα, για τον έρωτα, για φυσική έλξη. Μιλά για τη σαρκική επαφή με ευθείες ή πλάγιες αναφορές. Η αγάπη όμως είναι λέξη απαγορευμένη, ίσως πολύ ιερή για να λέγεται έστω και μέσα από την Τέχνη. Ίσως η αγάπη να είναι η Ιθάκη, αυτό το άφταστο, το φευγαλέο που δίνει νόημα στο ταξίδι της ζωής.

Η απουσία της αγάπης στα ποιήματά του και η απλότητα της έκφρασης έκανε σύσσωμους κριτικούς και φιλολόγους να συμφωνήσουν πως από τον Καβάφη απουσιάζει ο λυρισμός. Ναι, είναι αλήθεια. Δεν γράφει γλαφυρά ο Καβάφης. Η ποίησή του είναι παραπεμπτική: αναφέρεται σε γνωστά κείμενα, σε ιστορικά ονόματα, σε συγκεκριμένους τόπους και ημερομηνίες, παραθέτει αποσπάσματα από πληθώρα γραπτών κειμένων. «Η μεταφορά της βιβλιοθήκης και του σπουδαστηρίου ρίχνει επίμονα τη σκιά της στην άσκηση της γραφής», διατείνεται ο Δ. Δημηρούλης. Αρχικά, ο αναγνώστης αισθάνεται αμήχανος: πρόσωπα βγαλμένα από ιστορικά βιβλία ξαφνικά αποκτούν σάρκα και οστά, νιώθουν και σκέπτονται μέσα στα ποιήματα. Τα εισαγωγικά που φαίνεται να κατατέμνουν τους στίχους και να καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ αναφοράς και ποιήματος επιτείνουν τη σύγχυση. Όμως ο αιφνιδιασμός κρατά λίγο. Σύντομα ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως ο ποιητής βάζει τα πρόσωπα να μιλούν για λογαριασμό του. Ο ποιητής εξομολογείται μέσα από τις personae των ομιλητών στα ποιήματά του. Οι αναμνήσεις τους, οι σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους είναι κατάδικά του. Είναι δικές του στιγμές, παραθεματοποιημένες μέσα στα ποιήματά του.

Όποιος καταφέρει λοιπόν να ξεσκεπάσει τον αφηγητή πίσω από τον αφηγητή, θα αντιληφθεί την αίσθηση του σύμπαντος του Καβάφη. Το σύμπαν του Καβάφη είναι όπως μια σταγονίτσα στη βροχή. Περήφανη, όρθια, με το βάρος της κληρονομιάς της καλά ζυγισμένο στους ώμους της, με την αποφασιστικότητα να γράψει ιστορία να γεμίζει την καρδιά της, με συνείδηση της μοναδικότητάς της. Πάντα όμως σταγονίτσα. Ένα μικρό δάκρυ που χάνεται μέσα στην καταιγίδα των φθαρτών πραγμάτων. Όχι όμως σιωπηλά:

«Έφηβοι τώρα τους δικούς τους στίχους λένε.
Στα μάτια των ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με τη δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται».


Αυτή είναι η δικαίωση του ποιητή: ότι ολοένα επιστρέφουμε στα ποιήματά του, κάθε γενιά αδιάκριτα σκύβει πάνω τους και έχει κάτι να βρει, να συνειδητοποιήσει, να μάθει. Το είπαμε πολλές φορές εξ άλλου: η Τέχνη είναι μεγαλύτερη από τη ζωή.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Απόσπασμα από άρθρο με τίτλο "Η συνείδηση της μοναξιάς και τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής στην ποίηση του Καβάφη" που είχε δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 34-35, χειμώνας 2005.



Καλό καλοκαίρι!!!!

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

«Τα τελευταία μου λόγια» του Santiago H. Amigorena, μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια

Θα σας φανεί ίσως υπερβολικό, όμως το βιβλίο είναι κατά τη γνώμη μου εφάμιλλο του κλασικού Θαυμαστού, καινούργιου κόσμου (ή Γενναίου, νέου κόσμου) του Aldus Huxley. Περιγράφει και αυτό μια δυστοπία, μόνο που – σε αντίθεση με το βιβλίο του Haxley – δεν μπαίνει στον κόπο να τη μασκαρέψει σε ουτοπία, ούτε καν στην αρχή. Τα τεκταινόμενα τοποθετούνται στο 2086, τότε που η «πολυανθρωπία», με άλλα λόγια ο υπερπληθυσμός, έχει οδηγήσει στον αφανισμό του πόσιμου νερού αλλά και της διαθέσιμης τροφής («όταν ο άνθρωπος έμαθε ότι σε λίγο δεν θα έμενε ούτε ένα ψάρι για δείγμα σε καμία θάλασσα, συνέχισε να ψαρεύει για το κέφι του ή για να τα φάει και τα ψάρεψε όλα, ως το τελευταίο»), η μόλυνση έχει κρύψει τον γαλανό ουρανό κάτω από ένα ενιαίο και δυσοίωνο τοξικό σύννεφο και ένας φονικός ιός, σε συνδυασμό με την τρέλα, έχει οδηγήσει στη βίαιη, ραγδαία και μαζική αποκλιμάκωση του πληθυσμού, ο οποίος έχει εντέλει συρρικνωθεί σε μερικές μόλις εκατοντάδες ανθρώπους παγκοσμίως, την ίδια στιγμή που είναι αδύνατο πλέον ακόμη και να συλληφθούν παιδιά…

Και τότε έρχεται το Κάλεσμα. Άνθρωποι από παντού αρχίζουν τη μετανάστευση προς την Αθήνα, την κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, διαλαλώνοντας απ’ όπου περνούν το σχέδιό τους να συγκεντρωθούν εκεί όλοι οι επιζήσαντες. Η Ακρόπολη μετατρέπεται στο ύστατο καταφύγιο για όσους επιζούν της μετανάστευσης. Στον μεγεθυντικό φακό μπαίνουν οι πέντε τελευταίοι από αυτούς, μέχρις ότου αρχίσουν κι αυτοί να πεθαίνουν ένας-ένας. Ο Μπελαρμέν, ο τελευταίος άνθρωπος, ο τελευταίος εκπρόσωπος της Ανθρωπότητας, κάθεται να γράψει την ιστορία της… το βιβλίο συγκεντρώνει τα τελευταία του λόγια.

Δεν είναι μόνο η ιστορία που είναι τόσο υποβλητική όσο και αληθοφανής, είναι και το ύφος στο οποίο είναι γραμμένο το βιβλίο. Ο αφηγητής δεν θυμάται απλώς, αναστοχάζεται, αλλά αναστοχάζεται με την ηρεμία που μόνο το αναπόφευκτο μπορεί να χαρίσει. Παραθέτω τη στιγμή που φθάνει στην Αθήνα, είναι τόσο χαρακτηριστική του ύφους όσο και οποιοδήποτε άλλο απόσπασμα του βιβλίου:

61

Και έπειτα έφθασα στην Αθήνα. Η νύχτα σκέπαζε τον ουρανό με τον ζοφερό μανδύα της. Ένα νεαρό φεγγάρι οδήγησε τα σκοτεινά μου βήματα στις έρημες λεωφόρους.

Υπήρχαν ερείπια, ερείπια, ερείπια παντού.

Η σιωπή, η ίδια αυτή σιωπή που κατέκλυζε ολόκληρη τη γη, δεν ξέρω για ποιον λόγο έμοιαζε εδώ ακόμη πιο μεγάλη από ό,τι στις άλλες πόλεις που είχα διασχίσει.

Προχωρούσα διστακτικά: δεν ήξερα τι επρόκειτο να συναντήσω.

Στρίβοντας σε ένα δρομάκι, είδα φωτιά πάνω σε έναν λόφο. Στην κορυφή, το περίγραμμα ενός ναού με ψηλούς κίονες διαγραφόταν σκοτεινό στον ουρανό.

Άκουσα, πέρα μακριά, κραυγές και φωνές.

Πόνου; Χαράς; Δεν ήξερα.

Καθώς πλησίαζα, η φωτιά που τριζοβολούσε μέσα στον ναό με τρόμαξε: τερατώδεις ίσκιοι σχηματίζονταν στους τοίχους.

Κι ακούγονταν φωνές σαν να ήταν πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι.

Φοβήθηκα.

Φοβήθηκα και πάλι.

Για μένα τότε, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ήταν καλοί παρά μόνο αν τους έπαιρνες τον καθένα χωριστά.


Υπό μία έννοια, το βιβλίο δεν περιγράφει απλά μια δυστοπία, περιγράφει την εξορία του ανθρώπου από τη φυσική του κατάσταση, την ολίσθησή του στα ζωώδη ένστικτα και τη συνακόλουθη κατάρρευση του κόσμου.

Ωστόσο δεν εξαντλείται σε μια περιγραφή, όσο σκοτεινή, όσο συναρπαστική κι αν είναι. Συνδιαλέγεται. Παραθέτοντας αποσπάσματα από τον «Υπερίωνα» του Hölderlin, τον Nietzsche, τον Borges, τον Pessoa, τον Όμηρο, τον Guérin. Ο τελευταίος έγραψε στα τέλη του 18ου αιώνα ένα υποβλητικό έργο, τον «Κένταυρο» (ο οποίος παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου ως παράρτημα) και ο Amigorena κλείνει το βιβλίο του με μια χαραμάδα ελπίδας: τη στιγμή που ξεψυχά ο Μπελαρμέν, βλέπει έναν κένταυρο να τον κοιτάζει με απορία. Και σκέφτεται πως «όλα θα ξαναρχίσουν. Τους κενταύρους θα τους διαδεχτούν οι Έλληνες. Τους Έλληνες θα τους διαδεχτούν οι Ρωμαίοι. Τους πολλούς θεούς θα τους διαδεχτεί ο ένας Θεός, μαζί ένας και τριαδικός». Η ελπίδα βρίσκεται στον μύθο.

Όλα θα ξαναρχίσουν. Η επανάληψη είναι ένα ρητορικό σχήμα που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Amigorena. Εξασφαλίζει όχι μόνο τη συνοχή του κειμένου, την εξακολούθηση των μοτίβων, αλλά και μια υποφώσκουσα μουσικότητα που βαθαίνει τα νοήματα και τις πιθανές ερμηνείες τους, την ίδια στιγμή που ανοίγει τον δρόμο στη φιλοσοφία. Εκτός από την κατατοπιστικότατη εισαγωγή της Τιτίκας Δημητρούλια, το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα την ανάλυση της διακειμενικής σχέσης Amigorena-Hölderlin από την καθηγήτρια του ΕΚΠΑ Αναστασία Αντωνοπούλου σαν παράρτημα, μαζί με τον «Κένταυρο» του Guérin.

Θα ήθελα να κλείσω με τα τελευταία από τα τελευταία λόγια του Μπελαρμέν: «Ο κόσμος είναι υπέροχος… Το σύμπαν ολόκληρο είναι ένας ύμνος στη χαρά». Πράγματι έτσι είναι (αρκεί κάποιος να κοιτάξει για ώρα τον έναστρο ουρανό ένα βράδυ ή να παρατηρήσει την τελειότητα οποιουδήποτε λουλουδιού) κι αναρωτιέμαι: χρειάζεται να φθάσει ο άνθρωπος στην απόλυτη καταστροφή για να το συνειδητοποιήσει;

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr.


Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

Παλάτια των Κυκλώπων - Αποσπάσματα χαμένων τραγωδιών του Αισχύλου και του Ευρυπίδη

Εκτός από τα ολοκληρωμένα έργα των μεγάλων τραγικών και κωμικών ποιητών, έχουν διασωθεί με διάφορους τρόπους και πολλά αποσπάσματα από έργα που πιθανότατα χάθηκαν για πάντα. Οι κωμωδίες και τα δράματα αντιγράφονταν στην αρχή από τους συντελεστές των παραστάσεων ώστε να μπορούν οι ηθοποιοί να μελετούν τους ρόλους τους. Κατά την αντιγραφή αυτή, έγιναν οι πρώτες αλλοιώσεις. Ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος τον 3ο αιώνα π. Χ και ο Δίδυμος Αλεξανδρέας ή Χαλκέντερος επιμελήθηκαν τις πρώτες κριτικές εκδόσεις των αρχαίων τραγικών, ιδίως του Ευριπίδη που είχε μεγάλη απήχηση κατά την αρχαιότητα. Ένα παράδειγμα τέτοιων θραυσμάτων είναι κάποια κομμάτια από τον "Μελέαγρο" του Ευριπίδη που αναφέρεται στο κυνήγι του ξακουστού Καλυδώνιου κάπρου. Η τραγωδία θα πρέπει να ξεκινούσε με τούτα τα λόγια:

Αυτή είναι η χώρα της Καλυδώνας με τις πεδιάδες
τις εύφορες απέναντι από την Πελοπόννησο.
Ο Οινέας βασιλεύει σε τούτη την αιτωλική γη…


Σε ένα άλλο κομμάτι της ίδιας τραγωδίας ακούγεται ο ήρωας να φωνάζει :

Δία, ας γίνει να σκοτώσω εγώ τον κάπρο!

Ένας άλλος τρόπος επιβίωσης τέτοιων σπαραγμάτων ήταν η αποκρυπτογράφηση παπύρων που είχαν χρησιμοποιηθεί για να αντιγραφούν χριστιανικά κείμενα, όπως επιστολές του Απόστολου Παύλου. Οι επιστολές αυτές περιείχαν στο πίσω μέρος τους άλλα κείμενα, μισοσβησμένα,  που θα χάνονταν για πάντα. Μέσα απ’ αυτά τα αποσπάσματα που έφτασαν σε μας με ποικίλους τρόπους ανασυντίθεται ένας κόσμος χαμένος, από τον καιρό που σημειώθηκε μια από τις πιο εκπληκτικές εκρήξεις πολιτισμού της ιστορίας. Σ’ ένα κομμάτι από τον "Προμηθέα Λυόμενο" του Αισχύλου ο Ηρακλής, τεντώνοντας το τόξο για να σκοτώσει τον αετό που βασανίζει τον Τιτάνα, ακούγεται να εύχεται:

Ο κυνηγός Απόλλωνας μακάρι
σωστά να μου οδηγήσει τη σαΐτα.


Στον "Φιλοκτήτη" του Ευριπίδη, ο ήρωας μιλά για τις νυχτερινές εικόνες που τον συντρόφευαν τα χρόνια της εξορίας του στη Λήμνο:

...που βρίσκεται κάτω από τον πόλο του ουρανού
κοντά στα επτά αστέρια, απ’ όπου το φοβερό
σφύριγμα του Βοριά φέρνει τα παγωμένα χιόνια.


Ένα μέρος από τους "Τημενίδες" του Ευριπίδη σώθηκε στο έργο του Αιλιανού "Περί ζώων". Η τραγωδία αναφέρονταν στις περιπέτειες των Τημενιδών, απόγονων του Ηρακλή. Εδώ μιλά ο χορός θυμίζοντας έναν από τους άθλους του μεγάλου ήρωα, τη σύλληψη της χρυσοκέρατης Κερυνίτιδος ελάφου, που ζούσε στο ομώνυμο όρος της Αρκαδίας:

Βγήκε σε αναζήτηση της χρυσοκέρατης λαφίνας,
αναλαμβάνοντας έργο φοβερό μέσα στους μεγαλειώδεις
άθλους του, στα βουνίσια λημέρια,
στα λιβάδια τα άβατα και στα άλση
που τα κοπάδια βόσκουν.


Σπαράγματα αριστουργημάτων, που το πιο πιθανό είναι ότι χάθηκαν για πάντα, προσπαθούν να ξαναφέρουν στο φως με κάθε τρόπο οι φιλόλογοι κι οι ειδικοί σ’ όλον τον κόσμο, συνθέτοντας ψηφίδες που κάθε τόσο έρχονται στο φως. Στους "Ηρακλείδες", μια άλλη χαμένη τραγωδία του Αισχύλου γίνεται μνεία του άθλου του Ηρακλή που είχε να κάνει με την κλοπή των βοδιών του τρισώματου γίγαντα Γυρυόνη:

Εκείθε ξεκινώντας από τους άκρους
τόπους της γης, τον Ωκεανό
με το χρυσό το κύπελλο διαβαίνοντας,
τους ορθοκέρατους έφερε ταύρους,
σκότωσε τους αντίθεους βοσκούς
και τον τρισώματο άρχοντά τους,
που βάσταε τρεις ασπίδες, τρία κοντάρια
και σειώντας τρία λοφία στις κεφαλές του
βάδιζε δυνατός καθώς ο Άρης.

Μια άλλη κατηγορία αποσπασμάτων αποτελούν τα λεγόμενα αμφίβολα ή νόθα, για τα οποία δεν υπάρχει βεβαιότητα απόλυτη ότι ανήκουν στους μεγάλους Έλληνες τραγικούς. Σ’ ένα τέτοιο θραύσμα του Αισχύλου μιλά ο Ύπνος, αδερφός του Θανάτου - και οι δυο είχαν θεϊκή υπόσταση στην αρχαιότητα:

Η νύχτα δε με γέννησε τεχνίτη
στη μουσική, γιατρό , ούτε μάγο
μονάχα τις ψυχές για να κοιμίζω.


Κάποια άλλα αποσπάσματα αμφίβολα όπως αυτό που αποδίδεται στον Αισχύλο, απηχούν την Ιλιάδα:

Αλάθευτα σαϊτεύοντας ο Τεύκρος
τους Φρύγες εσταμάτησε την ώρα
που πάσκιζαν τον τράφο να πηδήξουν.


Η τραγωδία "Δίκτυς" του Ευριπίδη αναφέρεται στον μύθο της Δανάης που την βρίσκουν σε μια ακτή της Σερίφου μαζί με τον μικρό γιο της Περσέα. Την Δανάη είχε ρίξει στη θάλασσα, κλεισμένη σε μια λάρνακα, ο πατέρας της Ακρίσιος επειδή, σύμφωνα με μια προφητεία, αυτός που θα τον σκότωνε θα ήταν ο εγγονός του. Από αυτή την τραγωδία σώζεται ένα απόσπασμα που μιλά για το όμορφο νησί του Αιγαίου:

Η Σέριφος ζωσμένη ολόγυρα
από την αρμύρα της θάλασσας
(Σέριφος ἂλμη ποντία περίρρυτος)


Σ’ ένα απόσπασμα από άγνωστο δράμα του Ευριπίδη, η θάλασσα περιγράφεται ως πορφυρένια (ἃλα πορφυρέην), ενώ στα "Σχόλια" του Απολλόδωρου σώθηκε μια φράση ποιητικότατη από άγνωστο δράμα του ίδιου ποιητή:

Κι η γαλανομάτα σελήνη περιφέρεται
(γλαυκώπις τε στρέφεται μήνη)


Είναι οδυνηρή η απώλεια των χαμένων έργων που ήταν ξακουστά στους αρχαίους χρόνους, όμως από την άλλη μεριά τα αποσπάσματα έχουν μια δικιά τους γοητεία θυμίζοντας μισοτελειωμένα αγάλματα του Μιχαήλ Άγγελου ή σπασμένα γλυπτά που φέρνουν στην επιφάνεια οι αρχαιολόγοι. Σε ένα θραύσμα από τους "Μυρμιδόνες" του Αισχύλου, ακούγεται ο Αχιλλέας να ζητά αυτά που ξέρει να χειρίζεται καλύτερα από κάθε άλλον:

Όπλα, χρειάζομαι όπλα !
(Ὃπλων, ὃπλων δεῖ)


Στην "Πηνελόπη" του Αισχύλου πάλι, μιλά ο Οδυσσέας παραπλανώντας τη γυναίκα του:

Εγώ είμαι Κρητικός, πανάρχαιο γένος.
(ἐγὼ γένος μὲν εἰμὶ Κρῆς ἀρχέστατον)

Στα σκόρπια αυτά αποσπάσματα του Αισχύλου ακούγονται αντίλαλοι μιας εποχής μυθικής :

Πέφτοντας η δροσιά στον ξερό δρόμο.
(νοτὶς προσαυρίζουσα χερσαία τροχὴ)


Χιτώνας σα Λιβυρνικός μανδύας.
(Λιβυρνικῆς μίμημα μανδύας χιτὼν)


Βασίλισσα νεράιδα, που αφεντεύεις
στα κακοχείμωνα βουνά.
(δέσποινα νύμφη, δισχίμων ὁρῶν ἂνασσα)


Καλύπτρες φόραε για τ’ αυτιά
σιμά στα σκουλαρίκια.
(ἀμφώτιδες τοι τοῖς ἐνωτίοις πέλας )


Τους είδα να καλπάζουν μες τις λόγχες.
(Εἶδον καλπάζοντας ἐν αἰχμαῖς)


Λόγχες κοντάρια και σωρός οι πέτρες
(καὶ παλτὰ καγκύλητα καὶ χλήδων βελῶν)


Κάστρο της Τίρυνθας παλάτι των Κυκλώπων.
(Τιρύνθιον πλίνθευμα, Κυκλώπων ἓδος). 




Απόστολος Σπυράκης



Πηγές: 
1. Αισχύλου Αποσπάσματα – Εκδόσεις Κάκτος, 1992
2. Ευριπίδη Αποσπάσματα – Εκδόσες Κάκτος, 2003
3. E. G. Turner Ελληνικοί πάπυροι – Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2000





Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Δύο νέα βιβλία (Γιώργος Καραντώνης - Ιουλία Τολιά)

"Το λεύκωμα της Ευρυδίκης" του Γιώργου Καραντώνη (επιμ.)
Ευρυδίκη είναι η μητέρα του Γιώργου Καραντώνη, ο οποίος επιμελείται και προλογίζει το βιβλίο. Ήταν βαφτιστήρα του Λουκά Καστανάκη, μεγάλου αδελφού του συγγραφέα Θράσου Καστανάκη, με τον οποίο και τη σύζυγό του Μίλη συνδέθηκαν στενά, καθώς δεν είχαν οι ίδιοι παιδιά και την έπαιρναν μαζί τους σε διάφορες λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές συνάξεις κι εκδηλώσεις. Εκεί γνώρισε διάφορους επιφανείς λογοτέχνες και ζωγράφους και αποφάσισε να τους ζητήσει να της γράψουν κάτι, ό,τι ήθελε καθένας, στο λεύκωμά της. Η συντριπτική πλειοψηφία δεν θέλησε να της χαλάσει το χατίρι.

Από την πρώτη εγγραφή, που χρονολογείται στο 1939, μέχρι την τελευταία, που χρονολογείται στο 1945, περνούν έξι δύσκολα χρόνια. Το λεύκωμα δίνει την εικόνα της εποχής, έστω και σαν ανατανάκλαση, αλλά και των ανθρώπων των γραμμάτων που έζησαν τότε.

Υπάρχουν συνολικά 33 εγγραφές στο λεύκωμα, γραμμένες ή ζωγραφισμένες από 32 λογοτέχνες και καλλιτέχνες, κι αυτό γιατί η ποιήτρια Μελισσάνθη έγραψε δύο ποιήματα στην Ευρυδίκη, αντί για ένα. Ο Κόντογλου, πάλι, δεν ζωγράφισε τίποτα στο λεύκωμα, κόλλησε απλώς την τυπωμένη εικόνα μιας προσωπογραφίας που είχε φιλοτεχνήσει ο ίδιος, όμως έγραψε και μερικές σκέψεις του για τη ζωγραφική στη συνέχεια. Οι περισσότερες καταχωρήσεις είναι πεζά ή ποιήματα, αποσπάσματα από άλλα βιβλία των συγγραφέων και μερικά ανέκδοτα κείμενα. Τα πιο πολλά όμως είναι ποιήματα.

Ο Γιώργος Καραντώνης στον πρόλογό του προκρίνει τις εγγραφές των δύο γνωστών λογοτεχνικών ζευγαριών, του Μάρκου Αυγέρη και της Γαλάτειας Καζαντζάκη από τη μία, του Κώστα Βάρναλη και της Δώρας Μοάτσου-Βάρναλη από την άλλη. Στις δύο αυτές περιπτώσεις, το λεύκωμα γίνεται "πεδίο μάχης" ανάμεσα στον Αυγέρη και την Καζαντζάκη αφενός και στον Βάρναλη και τη Μοάτσου αφετέρου.

Άλλα ονόματα ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών που έγραψαν ή ζωγράφισαν στο λεύκωμα είναι: Μενέλαος Λουντέμης, Νίκος Καββαδίας, Στράτης Μυριβήλης, Ηλίας Βενέζης, Κάρολος Κουν, Γιώργος Κοτζιούλας, Έλλη Αλεξίου, Ρίτα Μπούμη-Παππά, Καρθαίος, Φώτης Κόντογλου. Και βέβαια πολλοί άλλοι. Το βιβλίο είχε πρωτοεκδοθεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, τώρα εκδόθηκε εκ νέου από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Και το ένα από τα δύο ποιήματα της Μελισσάνθης:

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΚΟΡΗΝ ΑΘΗΝΑΙΑ
(Π' ΟΣΟΙ ΤΗ ΔΟΥΝ Τ' ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ ΠΩΣ ΘΕΛΧΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΝΕΑ)

Μέλι έχεις στο χαμόγελο
Κι' έτσι καλή, όσο ωραία!
Πολλοί ως τον Άδη θάφταναν
για σε, σαν τον Ορφέα!

Μελισσάνθη

Αθήνα 26 Αυγούστου 1941



"Στου παρελθόντος της αντήχηση" της Ιουλίας Τολιά
Προς το τέλος του 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Στοχαστής η πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή της Ιουλίας Τολιά Στου παρελθόντος την αντήχηση. Πρόκειται για την έβδομη συλλογή της ποιήτριας, η οποία τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται στα γράμματα ανά διετία περίπου. Η Τολιά είναι μία από τις πιο αγαπημένες μου σύγχρονες ποιήτριες, επειδή γράφει με έναν τρόπο που βρίσκω αυθεντικά συγκινητικό.

Όπως και στις προηγούμενες συλλογές της, έτσι και Στου παρελθόντος την αντήχηση τα επιμέρους ποιήματα αφαίνεται σαν να συνθέτουν ένα και μόνο ενιαίο ποίημα. Συνηγορεί σε αυτό και το γεγονός ότι είναι πάντα άτιτλα όλα και μοιάζουν έτσι σαν συνέχεια το ένα του άλλου, σαν μια αφήγηση σε μέρη. Αντίθετα όμως με τις προηγούμενες συλλογές, σε τούτη δεν υπάρχει μια ραχοκοκαλιά που να συγκροτείται από επιμέρους σύμβολα ούτε επαναλήψεις στίχων που αντηχούν από ποίημα σε ποίημα, υπάρχουν αυτόνομες σκηνές γραμμένες με την ίδια διάθεση που πέφτουν η μία μετά την άλλη σαν την ταινία της ζωής ενός ανθρώπου χαμένου μέσα στους απόηχους των αναμνήσεών του, αυτούς που του καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ατενίζει το παρόν.

Πρόκειται για έναν άνθρωπο απορροφημένο στον εαυτό του («Αυτός ο άνθρωπος υπέφερε πολύ./ Σαν Άτλαντας./ Μόνο,/ που δεν κουβαλούσε στην πλάτη του τον ουρανό,/ μα εσωτερικά/ θολά τοπία»), χαμένο στη μαγική σκέψη με τον τρόπο των παιδιών («Είχε συνδέσει την ισορροπία του/ με τον ανεμοδείχτη του απέναντι σπιτιού./ Μια μέρα δεν τον είδε/ και ταράχτηκε./ Πώς θα προσανατολιζόταν τώρα,/ δίχως να βλέπει την κατεύθυνση των ανέμων;»), άρα κατά βάση αθώο, μα υποκείμενο στο εσωτερικό του χάος («από την εσωτερική δυσαρμονία/ πρόβαλλε μια κλίμακα αρμονίας,/ που του προσέφερε/ έστω και στιγμιαία/ μια αίσθηση συνοχής»). 

Ο χαρακτήρας που παρουσιάζει η Τολιά μοιάζει με τους πρωταγωνιστές παλαιότερων συλλογών της που, μπερδεμένοι και συχνά χαμένοι, φαίνεται να βαδίζουν στον κόσμο με μια πυξίδα που δείχνει σταθερά προς το λυκόφως. Ωστόσο, η συνολική αίσθηση είναι αυτή μιας λίμνης που η ομίχλη αιωρείται τριγύρω: το μυστήριο υποχωρεί μπροστά στην ανυπέρβλητη ομορφιά που κατακλύζει τις αισθήσεις του παρατηρητή. Αυτήν την αίσθηση αποκομίζω κάθε φορά που παίρνω στα χέρια μου μια συλλογή της Ιουλίας Τολιά.

Παραθέτω, αντί επιλόγου, ένα ποίημα από τη δεύτερη χρονικά συλλογή της, που περιγράφει με ακρίβεια την υπέροχη αίσθηση που αφήνει η ποίησή της:
Και φανταζόταν τον εαυτό του
να διασχίζει ένα τοπίο
με γυμνά δέντρα
πεσμένα φύλλα
και ατμόσφαιρα ώχρας.
Αργά να ξεμακραίνει
ώσπου να υποτάσσεται στο υποκίτρινο.
Και το τοπίο να μεγαλώνει τόσο,
που να αδειάζει·
και να φαντάζει
σαν ιχνογράφηση μιας αισθήσεως απουσίας.

(Μονότροπα σχεδόν..., 1995)


Χριστίνα Λιναρδάκη



Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Μια οδοιπορία στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη

Τάσος Λειβαδίτης
Μην απορήσετε που αποκαλώ τον μεγάλο μας ποιητή με το μικρό του όνομα, σα να ήταν παλιός μου γνώριμος. Έχω περάσει τόσα χρόνια στη συντροφιά των ποιημάτων του, που μου είναι πλέον τόσο οικείος, αγαπημένος και κάποτε αβάσταχτος όσο σχεδόν ο ίδιος μου ο εαυτός. Ούτε για το ότι αναφέρομαι στο άτομό του σε παρόντα χρόνο. Ξέρετε καλά πως οι ποιητές δεν πεθαίνουν ποτέ. Τέλος, παρακαλώ μην απορήσετε για το στιλ του κειμένου. Μερικές φορές ο μόνος τρόπος για να περιγράψει κανείς επαρκώς το διάπυρο αυτό μέσο έκφρασης που αποκαλούμε «ποίηση» είναι ο έντεχνος λόγος.

Είναι η σιδηροδρομική γραμμή, αυτό που τον κρατά στη ζωή μέσα από την άκρη του ονείρου. Κι η σκάλα που δεν οδηγεί πουθενά, εκείνη με την τυφλή στροφή, είναι ο μεγάλος του φόβος και το πρώτο του βήμα προς την απελπισία. Η σκάλα της μοναξιάς, της απώλειας, της ανέκκλητης απουσίας. Η σιδηροδρομική γραμμή της φυγής, της δραπέτευσης, της περιπέτειας, της ζωής του που βρίσκεται πάντοτε αλλού. Εκείνος αλήθεια δεν έγραψε σε ένα κομμάτι χαρτί – ή ίσως και σ’ ένα φύλλο από δέντρο, ή, τέλος, σ’ ένα σύννεφο στην άκρη του ορίζοντα:

«ολόκληρη η ζωή μας δεν είναι παρά η θαμπή ανάμνηση μιας άλλης ζωής»;

Α, αυτή η άλλη ζωή, που σαν ουρανός αδυσώπητος μας κατατρέχει ενώ είμαστε πάντοτε απόντες («κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή»)… Όμως ο ουρανός είναι εκεί και είναι για όλους, το ίδιο κι αυτό το αστέρι, το ίδιο κι οι παράτολμες αποφάσεις που δεν πήραμε. Ούτε ο Τάσος στάθηκε τολμηρός, «μεταμορφώνομαι σε ήρωα (για να αποφύγω τους πραγματικούς κινδύνους)», λέει και ξαναλέει στα ποιήματά του ή «οι πράξεις τρέχουν αίμα απ’ τη δειλία αποκεφαλισμένες» ή, τέλος, «πάντοτε με βάραινε μια αόριστη ενοχή, σα να ‘χα κλείσει την πόρτα μου σ’ έναν άγγελο».

Όμως υπάρχει μεγαλύτερη γενναιότητα από το να είναι κανείς ποιητής;
«..Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου
ονειρεύτηκα πολύ
έτσι ξέχασα να ζήσω
μόνο μ’ ένα μυστικό που το ‘χα μάθει από παιδί
ξαναγύριζα στον πραγματικό κόσμο
αλλά κανείς δε με γνώριζε
σαν τους θαυματοποιούς
που χάρισαν όλη μέρα το χαμόγελο στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στη σοφίτα τους
πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους…».

Κι η ποίηση… «ένας τρόπος για να πεθαίνεις όλο και πιο δύσκολα κάθε μέρα», αυτή η καταραμένη, αβάσταχτη τέχνη:
«μεγάλα σαρκοφάγα αισθήματα
που μου μάσησαν τα πλεμόνια, το συκώτι, την καρδιά,
κι ύστερα φτύσαν πάνω στο χαρτί
μερικά απομεινάρια
λέξεων».


Πρέπει να μην έχει κανείς τίποτε: έτσι γίνεται ωραίος ποιητής. Να κοιτά τη ζωή σε φωτογραφίες απ’ τις οποίες πάντα απουσιάζει ή διαπιστώνει, μετά από κοντινότερη εξέταση, πως τη θέση του έχει καταλάβει ένα άλλος, καθ’ όλα ξένος:
«Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου
από τότε ξέρω ότι δεν θα πεθάνω ποτέ
- αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα».


Ο Τάσος έμεινε για πάντα παιδί, ένα παιδί πληγωμένο που παίζει με τους χρωματιστούς του βόλους στις γωνίες των κόσμων, μήπως και εξευμενίσει με το παιχνίδι του μια μοίρα σκληρή («θυμάμαι παιδί έν’ αμάξι που ‘φευγε μες στο απόβραδο χωρίς να με πάρει μαζί του, οι ρόδες του κομματιάζουν ακόμα τον ύπνο μου»). Ένας βόλος για τη μητέρα του που γνώριζε πριν ακόμη γεννηθεί, από την αρχή του χρόνου («στεκόμουν στη μικρή γέφυρα του πατρικού κήπου – σε κάποια γέφυρα τέλος πάντων – κι ένιωθα σα να με έχουν μυστικά ετοιμάσει να υποδεχτώ τη μητέρα τη μέρα που θα με γεννούσε»), ένας άλλος για τον πατέρα («φορώ το σακάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δυο») η για τον παππού, τη θεία Ρίζα, τον συμβολαιογράφο, όλα πρόσωπα χαμένα μέσα από ένα αντίο που ποτέ δεν ειπώθηκε:
«Άλλοτε πάλι
ξυπνάς μέσα στη νύχτα απαρηγόρητος. Το σπίτι έρημο, πού πήγαν οι άλλοι;
Κι εσύ γιατί έμεινες;».

Πάντοτε μόνος, «… υπήρξα κι εγώ παιδί κι ύστερα νέος κι έκλαψα σε μοναχικά δωμάτια», πάντοτε απών, «κι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα, όπως πάντα, τις πιο ωραίες στιγμές μου. Όχι δεν μένει κανείς εδώ, είπα. Κι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα», πάντοτε ταξιδεύοντας μέσα σε τραίνα που δεν οδηγούν πουθενά γιατί βρίσκονται πάνω σ’ αυτήν την «αχρηστευμένη σιδηροδρομική γραμμή που διασχίζει τα παιδικά μας χρόνια και χάνεται στο άπειρο».

Όμως ο Τάσος έχει πολύ ταξιδέψει, «όταν κάποτε σηκωθώ ν’ απολογηθώ θα ‘χω μάρτυρες όλα τα σταυροδρόμια που έφτασα ναυαγός ή τους έρημους σταθμούς που μπήκα να ζητήσω μια μικρή προθεσμία». Σημείο αφετηρίας και τελικός προορισμός φυσικά η ψυχή του, ποιος χρειάζεται να πάει παραπέρα, «όποιος στάθηκε αναποφάσιστος στη μέση της κάμαρας έχει διαβεί κιόλας τα σύνορα του κόσμου».

Ο Τάσος, υπέροχος φανοστάτης στο σκοτάδι των ευτελών πραγμάτων: «και συχνά μ’ έβρισκε άγρυπνο το πρωί να χρωματίζω χάρτινα πουλιά και να περιμένω να κελαηδήσουν. Ένας αλκοολικός του ονείρου σ’ έναν ύπνο από χιόνι».
Τόσο βαθιά απελπισμένος, τόσο παράφορος στην ύπαρξή του, που κι αυτός ο έρωτας μες στη συνθηκολόγησή του δεν κατάφερε να τον σώσει από τον εαυτό του, «από τότε περιπλανιέμαι στην τύχη ή αργοπορώ στα δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων όπου στενάζει το ανεκπλήρωτο των εραστών, απομεινάρια μοναξιάς κάτω από τα έπιπλα, σκιές από φτωχές αμαρτίες». Με επίγνωση πάντοτε της βαθιάς μοναξιάς του αγαπά και πληγώνεται «έτσι κι οι εραστές μέσα στην κάμαρα απλώνουν τα χέρια ο ένας στον άλλον ενώ εκείνοι στέκονται έξω, μόνοι».

Α, ναι, ο Τάσος αγάπησε πολύ.

«Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου τότε που μου χαμογελούσες»
ή

«Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή»

ή, τέλος,

«μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου».

Πάντα ο χωρισμός και πάντα μια πρόθεση στην καρδιά και στα χέρια, που του ξεφεύγει και χάνεται, όπως η βροχή ανάμεσα από τα φύλλα των δέντρων ή τα ανοικτά μας δάχτυλα ή τα μισόκλειστά μας βλέφαρα όταν παιδιά ακούγαμε παραμύθια:
«λόγια που δεν καταλάβαμε παρά μόνο όταν ήταν πια αργά,
πράξεις ακατανόητες που εξηγήθηκαν μια νύχτα σ’ έναν εφιάλτη
κι ίσως η μεγάλη περιπέτεια που μας περίμενε σε μια πάροδο
που δεν της δώσαμε σημασία».


Μαζί με κάποιες αφόρητες στιγμές: «στιγμές που ανοίγεις ένα παράθυρο σα να λύνεις ένα αίνιγμα ή κλείνεις μια πόρτα σα να συνοψίζεις μια ζωή».

Κι ο Τάσος πάντοτε πίσω από την πόρτα, καθισμένος σε μια καρέκλα να παρακολουθεί τη ζωή του να φεύγει, ερήμην του. Πάντοτε ερήμην του:

«Αλήθεια, τι ζήσαμε; Μικρά καθημερινά γεγονότα που δε μάθαμε ποτέ το κρυφό νόημά τους,
η μοναξιά της κάμαρας, η απειλή των δρόμων, η σιωπή τ’ ουρανού
(…)
δρόμοι που τους διαβήκαμε ολομόναχοι, μέρες θαμπές, χρόνια χαμένα
κι εκείνο το άρωμα που μας τυλίγει όταν μας έχει σφραγίσει το πεπρωμένο».


Γιατί το δικό του πεπρωμένο είναι να κουβαλά για πάντα μέσα του όλους τους αγαπημένους κι ούτε να μπορεί ποτέ να τους αποχωριστεί «μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ από τον εαυτό της – η ζωή των άλλων» ή «κι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα». Μα, μήπως δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι αγαπημένοι του; Τους κοίταζε έναν-έναν:

«Φτωχοί που περνάνε στους δρόμους, κρύβοντας στα φαρδιά ξεχειλωμένα πανωφόρια τους κάποιον ποιητή,
που τον αρνήθηκε η τύχη ή τον ξεγέλασαν οι περιστάσεις
αλλά που τους χαρίζει καμιά φορά τα πιο ωραία τους δάκρυα»

«βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
ανυπεράσπιστους
κι ακατάλυτους
με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη».


Συχνά αναγνωρίζει μέσα τους τον εαυτό του: «και κάποτε θα τρομάξεις όταν καταλάβεις ποιος είσαι» και πάντοτε αποζητά τη συντροφιά τους, φοβούμενος την άρνηση, την απόρριψη, τη μοναξιά «είναι πράγματι απάνθρωπο να εξαρτάται η ζωή σου από λόγια ή βλέμματα», προσπαθώντας να ενστερνιστεί μια θεϊκή λήθη, «ω χαμηλά φώτα των τρένων, των φτηνών ξενοδοχείων, των απόμερων δρόμων ή των μικρών εκκλησιών στις εξοχές και γενικά εκεί που οι ψυχές πηγαίνουν να λησμονήσουν λίγο, ενώ ένας ζητιάνος κάτω από ένα παράθυρο τραγουδά βραχνά την εποποιΐα της ερημιάς».

Και πίσω απ’ όλα αυτά μια μεγάλη ιδέα: «δεν εμπιστεύτηκα σε κανέναν ένα από τα πιο ωραία μου όνειρα: να πεθάνω για την ανθρωπότητα» ή, αλλού:

«Δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»


ή, τέλος,

«Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων
ή
έναν θάνατο
για τη ζωή των άλλων».


Στα σταυροδρόμια του κόσμου σπαταλά ο Τάσος τη ζωή του για τους ανθρώπους, τους αγαπημένους άλλους («Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ’ ανασηκώνει πάνω απ’ τον εαυτό σου»), μάρτυρας σε πολέμους φρικτούς, την ώρα που φυσά ένας άνεμος τρελός, σαρωτικός, μανιασμένος («σ’ όλους τους τοίχους απόψε τουφεκίζεται η ζωή»). Με τον Τάσο να αντιστέκεται, άτρωτος απέναντι στον θάνατο:
«Ζήσαμε πάντα μέσα στ’ όνειρο και δε θα βγούμε παρά μόνο για να πεθάνουμε
στην άκρη ενός κόσμου που δεν γνωρίσαμε».
Όμως τότε τουλάχιστον, δεν θα ‘μαστε μόνοι:
«Τα παιδικά μας χρόνια την ώρα του θανάτου μας
θα ‘ναι εκεί και θα μας περιμένουν».


Παιδικά χρόνια, εξαγνισμένα από μια ταπείνωση βαθιά:
«εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου»


ή

«Κι η αυτοταπείνωση, το ίδιο όπως ο εγωισμός,
είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος να υπάρξεις».


Να υπάρξεις… ο Τάσος υπάρχει ακόμα και θα υπάρχει για πάντα, γιατί βρήκε μια θέση στην ψυχή τόσων ανθρώπων, γιατί έγινε τόσες πολλές φορές η φωνή μας. Αρνούμενος να το υποψιαστεί. Αποχαιρέτησε αναζητώντας πάντα: «Δε θα μάθει ποτέ κανείς ποιος είναι ο προορισμός του, “ μα επιτέλους τι ζητάς” με ρωτούσε η μικρή εξαδέλφη, “να με θυμούνται εξαδέλφη”». Υπάρχει άραγε περίπτωση να τον ξεχάσουμε;

Κι έπειτα, δεν έφυγε ποτέ. Σε μια άμαξα ανέβηκε απ’ αυτές που διέσχιζαν τον ύπνο του και δραπέτευσε. «Θα με ξαναβρείτε στα ωραία ποιήματα του άλλου αιώνα να νοσταλγώ τον Θεό» δεν είπε; Έπειτα εκείνος ούτε που έγραψε ποτέ του ποιήματα, απλώς είπε να σχεδιάσει «ένα όνειρο στην άμμο της λησμονιάς»

Χριστίνα Λιναρδάκη~



Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 26-27, φθινόπωρο-χειμώνας 2001.

Δευτέρα, 8 Ιουλίου 2019

Ζαν Ανούιγ: Μια άλλη Μήδεια

Jean Anouilh
Ο Ζαν Ανούιγ (1910-1987) εμπνεύστηκε από τους αρχαίους τραγικούς και ονειρεύτηκε να προσδώσει στους ήρωές τους άλλη πνοή, να ανακαλύψει τα λόγια εκείνα που θα προφέραν για να εκφράσουν την εποχή του, να τους αναπλάσει σε μοντέρνους εκπροσώπους του εικοστού αιώνα. Ως γνήσιος συγγραφέας αισθανόταν ως τα μύχια της ψυχής του την αθανασία και τη διαχρονικότητα της τέχνης, την αθανασία της ψυχής των αρχαίων ηρώων· ψυχή διαχρονική, στέρεη και αδάμαστη, όμοια με τα αιώνια βουνά τούτης της γης.

Αυτή του η εμμονή ήταν θαρρείς ένα θεϊκό κάλεσμα, όπως είναι πάντα η αυθεντική τέχνη και καταφέρνει το ακατόρθωτο: Μας δωρίζει μια ίδια και όμως αλλιώτικη Αντιγόνη του σήμερα, έναν πιο ανθρώπινο Κρέοντα, μια διαφορετική, αλλά εξίσου παθιασμένη και βάρβαρη Μήδεια του 20 αιώνα. Συνομιλεί με τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη για την ουσία της τέχνης και την αποστολή των ποιητών να δημιουργούν πρότυπα για έναν καλύτερο και δικαιότερο κόσμο· επικοινωνία μυστικιστική και ακατάληπτη των πνευμάτων διά μέσου του χρόνου. Ενδύει τους ήρωές του με ενδυμασίες του εικοστού αιώνα, τους κάνει απόστολους της νέας εποχής, συγκλονίζει τις ψυχές τους με την υπαρξιακή αγωνία και τα πάθη ενός αιώνα πληγωμένου από δύο καταστροφικούς πολέμους.

Την ώρα που ο υπαρξισμός του Σαρτρ και του Καμί και το θέατρο του παραλόγου του Μπέκετ και του Ιονέσκο μιλούσαν για τη μοναξιά και το χάος που άφησε ο πόλεμος, εκείνος επιζητά, μέσω της λογοτεχνίας, την ελπίδα. Ο Ανούιγ μιλάει εξόχως ποιητικά για τη φύση του καλού και του κακού, την ανθρώπινη φύση, και τον τρόπο που ο άνθρωπος μπορεί να καθορίσει τη μοίρα. Επιχειρεί να αναπροσδιορίσει τις θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες της μεταπολεμικής εποχής, μιλάει για τις βασικές έννοιες της ύπαρξης, την αξία της ζωής και τον παραλογισμό του θανάτου.

Επιλέγει για ηρωίδες του την Αντιγόνη, την Ευριδίκη, τη Μήδεια. Οικειοποιείται την φωνή του αδύναμου για να καταγγείλει τον ισχυρό. Η Αντιγόνη του θυμίζει τις γυναίκες της αντίστασης που κλαίνε πάνω από τους αγαπημένους νεκρούς τους. Η εκδίκηση της Μήδειας, που στέλνει τα δηλητηριασμένα δώρα της στο παλάτι του Κρέοντα, θυμίζει επίθεση αυτοκτονίας και γίνεται μια προειδοποίηση για το σεβασμό που οφείλουμε στο ξένο, στο από αλλού φερμένο, μοιραίο σημάδι της εποχής.

Στη σκιά της τραγωδίας δρα πάντα η φιγούρα ενός άνδρα που εκπροσωπεί την εξουσία και καθορίζει το μέλλον, ο Ιάσονας, ο Κρέοντας... Οι ηρωίδες του Ανούιγ, βαθιά ανθρώπινες, οδηγούνται σε ακραίες πράξεις γιατί αρνούνται να υποκύψουν στους άδικους νόμους και στις αποφάσεις των ισχυρών.'Ετσι το αθώο αίμα της Αντιγόνης γίνεται η ερινύα του Κρέοντα, η τυραννία της τύψης, ενώ η Μήδεια θα γίνει για τον Ιάσονα πρέσβειρα του κακού, η ταραγμένη θάλασσα που μέσα της βούλιαξε το όραμα της Αργοναυτικής εκστρατείας, το όραμα της δύναμης και του πλούτου.

Η βαθύτερη ουσία του θεάτρου του Ανούιγ είναι ότι εκφράζει τη συνεχή αναζήτηση και τις ανησυχίες ενός ατόμου αναρχικού, ανυπότακτου ακόμη και στους κανόνες της ίδιας του της αναρχίας και συνεπώς, εξ ορισμού, έξω από τους κανόνες της ηθικής. Οι άλλοι το παρατηρούν καθώς αγωνίζεται, πληγώνεται και δεν νιώθουν παρά περιφρόνηση και οίκτο για την απέραντη μοναξιά του επαναστατημένου. Κρίνουν και καταδικάζουν την παρανοϊκή αλαζονεία εκείνου που επαναστατεί, γιατί η επανάσταση του γι' αυτούς είναι παράλογη.

Η βάρβαρη Μήδεια με τον τραχύ της τρόπο λέει όχι, αρνείται το συμβιβασμό με τη ζωή, δεν είναι παρά ένα αγρίμι ή πιο σωστά μια λέαινα που μεταφέρθηκε στον εικοστό αιώνα. Ο Γάλλος συγγραφέας διατηρεί αναλλοίωτο τον χαρακτήρα της, αλλά διαφοροποιεί την πλοκή του μύθου. Απαλείφει το χορό, τα πρόσωπα του Αιγέα και του παιδαγωγού και δίνει ένα άλλο τέλος στην ίδια τη Μήδεια, σε σχέση με τον Ευριπίδη.

Αυτή η μοντέρνα Μήδεια έχει την εμφάνιση τσιγγάνας και ζει με την παραμάνα της σε μια χειράμαξα. Η ιστορία, όπως και στον Ευριπίδη, διαδραματίζεται το βράδυ που η Μήδεια πληροφορείται τους γάμους του Ιάσονα με τη Γλαύκη, κόρη του Κρέοντα, βασιλιά της Κορίνθου. Η Μήδειά του κυριεύεται και εκείνη από τα πράσινα μάτια της ζήλειας, νιώθει τον πόνο της προδοσίας και της εγκατάλειψής της από τον Ιάσονα, σκοτώνει τη Γλαύκη και τον Κρέοντα με τα δηλητηριασμένα δώρα της, αλλά κατόπιν δεν υπάρχει για εκείνη διαφυγή, αυτοκτονεί και καίγεται μαζί με τα νεκρά παιδιά της μέσα στην άμαξα που θα την μετέφερε στην εξορία, μπροστά στα μάτια του Ιάσονα.

Ουσιαστικά ο Ανούιγ καταλύει το μύθο. Δεν υπάρχει πια ο από μηχανής Θεός, η λογική και η επιστήμη έχει από αιώνες εξαφανίσει τις νύμφες του, τις έχουν μεταμορφώσει σε αδύναμες θνητές, απροστάτευτες μετανάστριες χαμένες σε έναν άδικο κόσμο. Η Μήδεια του Ευριπίδη εμφανίζεται πανίσχυρη, είναι η «παιδοκτόνος λέαινα», η οποία τιμωρεί τον Ιάσονα για την προδοσία του σκοτώνοντας τον σπόρο του και μετά αποχωρεί με το άρμα του Ήλιου για να βρει καταφύγιο στην πατρίδα του Αιγέα. Η Μήδεια του Ανούιγ φωτίζεται κάτω από ένα άλλο πρίσμα· γίνεται η εκπρόσωπος της αδυναμίας του φύλου της, η μετανάστρια, η φυγάς δίχως πατρίδα, η εκπρόσωπος της Ανατολής, με το πάθος, το συναισθηματισμό, τις δεισιδαιμονίες και τις μαγείες της. Στην πατρίδα του Ιάσονα την θεωρούν διαφορετική, μάγισσα, την φοβούνται, την διώχνουν, γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος. Η εκδίκησή της είναι πιο άγρια και πιο απελπισμένη, γιατί δεν υπάρχει πουθενά καταφύγιο για εκείνη. Η μόνη της διέξοδος είναι ο θάνατος.

Αντίθετα, ο Ιάσονας στον Ανούιγ, από απόκληρος των θεών, γίνεται ο άνθρωπος που μετά την καταστροφή θα ξανακτίσει το μέλλον. Μετριοπαθής, ορθολογιστής, δεν επιζητά πλέον την ευτυχία, προτιμά να είναι συμβιβασμένος με τη ζωή και με εκείνη τη μικρή ελπίδα ευτυχίας που βρίσκεται μέσα στη καθημερινότητα. Κάποτε αγάπησε τη Μήδεια, αντιπροσώπευε για κείνον το νεανικό έρωτα, το πάθος για τη ζωή, την παράφορη αλαζονεία της νιότης, γιατί του δώρισε το χρυσόμαλλο δέρας, το όραμα της αργοναυτικής εκστρατείας. Αυτό το όραμα, κάποτε δίκαιο, καταστράφηκε, εφόσον στην πορεία για την κατάκτησή του ο Ιάσονας, στο πρόσωπο της Μήδειας, συνεταιρίστηκε με το κακό. Ο δρόμος του προς τη δόξα βάφτηκε με το αίμα αθώων θυμάτων, μια αλληγορία για τον πόλεμο και τα δεινά που προξενεί και προξένησε! Τώρα επιζητά να εξαγνισθεί μέσω της αγνής Γλαύκης, να διαγράψει το παρελθόν του, να κάνει μια καινούργια αρχή. Ο Ιάσονας του Ανούιγ δεν είναι «ηρωϊκός», εμφανίζεται σαν ένας καθημερινός άνθρωπος που αποδέχεται τη ζωή. Αποδοχή της ζωής, ωστόσο, σημαίνει συμβιβασμό, συμφωνία και, κατά συνέπεια, προδοσία...

Όταν ο Ιάσονας φεύγει, η Μήδεια εγκαταλείπεται στο πάθος της, γίνεται άθυρμα της μοναξιάς και του μίσους της. Καταριέται την ανήμπορη γυναικεία φύση της που δεν την αφήνει να ξεπλύνει σαν άνδρας την προδοσία του Ιάσονα. Φωνάζει: Ακρωτηριασμένη! Μισερή!... Ω, Ήλιε, αν ειν’ αλήθεια ότι κατάγομαι από σένα, γιατί με μισέρωσες; Γιατί με έκανες γυναίκα; γιατί τα στήθια αυτά; γιατί τούτη η αδυναμία; Δε θα’ ταν όμορφο ένα αγόρι με τ’ όνομά μου; Δε θα’ ταν δυνατό; με το κορμί σκληρό σαν πέτρα, καμωμένο να παίρνει και να φεύγει μετά, κλειστός, ανέπαφος, ολόκληρος αυτός! Α! Θα μπορούσε τότε να’ χει έρθει ο Ιάσων, με τα μεγάλα, φοβερά του χέρια· θα ’κανε να μ’ αγγίξει. Μ’ ένα μαχαίρι ο καθένας στο χέρι ―ναι!― κι ο πιο δυνατός σκοτώνει τον άλλο και φεύγει λευτερωμένος. Γυναίκα!... Σάρκα καμωμένη με λίγη λάσπη κι ένα αντρικό πλευρό! Κομμάτι αντρός!... Και πιο κάτω: Τώρα ειν’ η ώρα Μήδεια να γίνεις ο εαυτός σου… Θεέ του κακού! Ζώα αμέτρητα τριγύρω μου, εργάτες σκοτεινοί αυτής της γης, αθώα, τρομερά, δολοφόνοι… Η Μήδεια είναι σαν εσάς! Η Μήδεια σε λίγο θα χαρεί όπως εσείς!... Ό,τι κυνηγά, κι ό,τι σκοτώνει αυτή τη νύχτα, είναι η Μήδεια!

Λίγες ώρες αργότερα, θα καεί μαζί με τα ήδη νεκρά παιδιά της μέσα στην άμαξα που θα την μετέφερε στην εξορία, αφού πρώτα θα έχει στείλει τα δηλητηριασμένα δώρα της στο παλάτι. Μαζί της καίγεται και το πάθος και η στείρα εξέγερση. Τη φωτιά, έως ότου σβήσει και καούν και οι τελευταίες στάχτες της, περιτριγυρίζουν καθημερινοί άνθρωποι, οι νικητές της ζωής, η παραμάνα, ο φύλακας… Μιλούν για το θερισμό και τη σοδειά, δεν δίνουν σημασία στις στάχτες της Μήδειας. Ο Ιάσονας, αρχηγός αυτών των καθημερινών ηρώων, αναλαμβάνει να ξανακτίσει τα ερείπια. Πρώτο καθήκον του είναι η λησμοσύνη, «…ναι θα σε ξεχάσω, θα πει, ναι θα ζήσω και χωρίς το ματωμένο αχνάρι που άφησε πλάι μου το πέρασμά σου· θα ξαναχτίσω το αύριο μ’ υπομονή, τη φτωχή αντρική μου αρματωσιά, κάτω από το αδιάφορο βλέμμα των θεών».

Το τέλος που δίνει ο Ανούιγ στη δική του Μήδεια αποτυπώνει την ανάγκη του μεταπολεμικού ανθρώπου να ζήσει ειρηνικά και να ξεχάσει τη βιαιότητα του πολέμου που αιματοκύλισε τον κόσμο στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα. Ο μεταπολεμικός άνθρωπος είναι ο απλός άνθρωπος που τιμά τη ζωή και κάνει το καθημερινό χρέος του ακόμα και όταν δεν υπάρχει για κείνον ελπίδα για ευτυχία. 'Ισως πάλι η ζωή να είναι οι απλές χαρές, ίσως η ίδια η ζωή να είναι η ευτυχία!

Η Μήδεια γράφτηκε το 1946 και πρωτοπαίχτηκε μπροστά στο γαλλικό κοινό μόλις το 1953. Η παράσταση θεωρήθηκε αποτυχία. Ο θεατής χρειάζεται να διαθέτει γερά νεύρα και ικανό βαθμό μύησης για να διακρίνει πίσω από τις αποτρόπαιες πράξεις της Μήδειας τους κρυμμένους συμβολισμούς και αυτή την παράξενα εκρηκτική ποίηση που διαθέτει κάτι από τη μεγαλοπρέπεια και την καταστροφικότητα του κεραυνού.

Κατερίνα Τσιτσεκλή 


Σημ.:  Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 81, Ιούνιος-Αύγουστος 2008, στα πλαίσια του αφιερώματος «Γυναίκες του μύθου».


Πηγές:
1. Jean Anouilh, Pièces costumées, Nouνelles pièces noires (1976) Antigone.
2.Jean Anouilh, Pièces costumées, Nouνelles pièces noires (1976), Médée.
3.XXe SIECLE, Colllection Litteraire Lagarde et Michard, εκδόσεις Bordas.
4.Έλση Μπακονικόλα-Γιαμά, Η ύπαpξη στα ελληνικής έμπνευσηςδpάματα του Jean Anouilh, διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1999.
5. Ζαν Ανούιγ, Μήδεια, μτφ. Φώντα Κονδύλη, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα
6. Ευριπίδη, Μήδεια, Βιβλιοθήκη αρχαίων συγγραφέων, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, Αθήνα

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

Μικρή ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες ΙΙ

Πηγή φωτογραφίας: cnn.com
Σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησής μας με το ίδιο θέμα, ευχαριστούμε τους ποιητές που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά μας στο Facebook και μας έστειλαν ποιήματά τους για να διευρυνθεί η ανθολογία μας. Πρόκειται για τους ποιητές: Νίκη Κωνσταντοπούλου, Αντώνη Σκιαθά, Χρήστο Τουμανίδη, Δήμο Χλωπτσιούδη.

Ακολουθούν ορισμένα από αυτά:



NIKH ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Από τη συλλογή Απόψε νιώθω μια ντροπή, εκδ. Περί τεχνών, 2014

ΑΠΟΨΕ ΝΙΩΘΩ ΜΙΑ ΝΤΡΟΠΗ

Απόψε νιώθω μια ντροπή
που πάει και βασιλεύει
σε μία θάλασσα πικρή
που με αίμα γαληνεύει.

Απόψε νιώθω μια πληγή
βαθιά να ξεριζώνει
μία ανείπωτη φυγή
που ελπίδες ενσαρκώνει.

Από ένα μέσο φουσκωτό
βρώμικα ναυλωμένο
βουτάω μέσα στο βυθό
κουφάρι φαγωμένο.

Γίνομαι αύρα και νερό
τροφή κι απομεινάρι
για ένα λαό απύθμενο
κόκκινο συναξάρι.

Γίνομαι στάση και σταθμός,
δρόμος και μονοπάτι
και ταξιδεύω μοναχός
μ’ ένα σταυρό στην πλάτη.

*

Από τη συλλογή Εγώ, απέναντι, εκδ. Βακχικόν 2017

Ή

Είναι ένα νεογέννητο παιδί
που κυοφορεί και αυτό
ελπίδες, όνειρα, και απόψεις
που κάποτε θα πει ή δεν θα πει
που κάποτε μ’ αυτές θα πορευτεί ή όχι.
Αυτό το διαζευκτικό το ή
που θα το ταλαιπωρήσει πιο πολύ
κανείς δεν θα είναι εκεί
να του το εξηγήσει.
Κι έτσι με λίγη τύχη θα ζει
με λίγη ζωή και προσμονή
μέχρι σε λήθαργο να πέσει
στο σύμπαν πάλι να επιστρέψει
σαν επιταγή τυφλή τη μοίρα θα διατρέξει.



ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΚΙΑΘΑΣ
Από τη συλλογή Θερινό ανεμούριο, Αχαϊκές εκδόσεις, 1993

ΙΙ

Πλησίαζαν μεσάνυχτα
ένα τρακτέρ με πρόσφυγες
ακούγεται στο βάθος,

με τα δρεπάνια ασχημονούν
ξεσχίζουν το σκοτάδι.

Σμήνη αυτόφωτα πτηνά
τους οδηγούν στο Δέλτα
όπου
καραδοκεί τ' απόσπασμα
μ' ολόγυμνα τα ξίφη.

Το αίμα έπηξε κερί.

Ένας χιτώνας κόκκινος
σ' ένα κλαδί αφημένος.

*

Από τη συλλογή Χαίρε αιώνα, εκδ. Νέο επίπεδο/Χειροκίνητο, 2002

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΑΡΜΕΝΗ
                                             Στον Α.Μ.

Το μεγάλο υπόστεγο προς τη μεριά του λιμανιού
κράταγε τα νερά της βροχής
και το καφενείο του Αρμένη.
Άλλοτε κρατούσε ένα απόσπασμα χωροφυλάκων
δυο-τρεις νταβαντζήδες και την Ελένη.
Δυο λευκές μπακέτες
από τη συμφωνική της Σμύρνης ήταν
τα πόδια της.
Ο κόρφος της,
ο κόρφος της Ελένης, μύριζε βότανα καθώς φύτευε
στο αυλάκι του
βασιλικό, μέντα, δυόσμο και τις γιορτινές μέρες
ένα αγριοτριαντάφυλλο.
Στου Αρμένη, όλα τα σπόρια των καρπών της
Σαλονίκης
έκλειναν δουλειές για μπάρκα, γυναίκες, χασίσι
και μετανάστες.
Εκεί ο Ιάσονας, γιατρός από την Τασκένδη,
με το ξύλινο κουτί να παίζει Τσαϊκόφσκυ
σ' αυτούς που χάσαν την πατρίδα,
σ' αυτούς που τη βρήκαν ξένη.
Τα βαπόρια έφερναν και έπαιρναν ψυχές
χειμώνα-καλοκαίρι, μέρα-νύχτα.
Κάθε πρωί ο Ιάσονας άνοιγε το ξύλινο κουτί,
φόραγε το ακορντεόν και έπαιζε τον Εθνικό Ύμνο,
για να τον μαθαίνουν τα παιδιά
που μάζευε ο Αρμένης.
Τα βαπόρια έφερναν και έπαιρναν ψυχές
στο μεγάλο υπόστεγο,
προς τη μεριά του λιμανιού.



ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ
Από τη συλλογή Οι ελεγείες της Ανατολής, εκδ. Κουκκίδα, 2014

ΙΚΕΤΕΣ ΕΦΤΑΣΑΝ

Ικέτες έφτασαν μια νύχτα εδώ,
άνδρες, γυναίκες και παιδιά―
Ρακένδυτοι Απόστολοι της Πίκρας.

Μόνα εφόδια: Μια πίστη ακλόνητη
και η απόφαση να ζήσουνε δίχως πατρίδα.

Ήρθαν, ελπίζοντας, εδώ
στη δυτική πλευρά του ονείρου.
Ενώ η Ελλάδα
αναπολεί ακόμα, και θρηνεί!

Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων.



ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΣΟΥ, ΑΘΗΝΑ, ΑΝΟΙΞΕ

Αντί για τείχη και γκρεμούς,
τις ικεσίες των ηττημένων δέξου!

Όμως, εσύ Αθήνα,
―πόλη και χώρα και στερέωμα― θυμήσου!
Εσύ που γνώρισες πολλά,
που δίδαξες φωτίζοντας αιώνες σκοτεινούς,
την αγκαλιά σου, τώρα, άνοιξε
και δέξου τους απάτριδες αυτούς.
Δώσε τους μιαν αυλή, λίγο δικό σου ουρανό.
Ένα παράθυρο ανοιχτό,
που να μοσχοβολάει βασιλικό κι αστέρια.

Κάτω απ' τα σπασμένα, έστω, ακροκέραμα σου,
κάνε τους να υπάρξουν πάλι.
Να δούνε αλλιώς τον κόσμο ετούτο τον απέραντο.
Που δεν τους περιέχει.


ΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΒΑΘΥΤΕΡΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Κάθε παιδί, και μια βομβαρδισμένη πολιτεία

—Ερχόμαστε από τις χώρες του ολέθρου,
από την Παλαιστίνη, τη Συρία, το Ιράν.
Από τα βάθη των αιώνων.
Η μοίρα μας, ίδια με τη δική σου αρχαία μοίρα.
Λένε μιλώντας την γλώσσα της βαθύτερης σιωπής.

Ανάμεσα σε χορτασμένους, πεινασμένοι τριγυρνούν.

Άλλοι, από ψηλά κι από μακριά κοιτούν.
Κι άλλοι τούς καταριούνται.

Οι συνετοί, εμείς.
Με τα μεγάλα αισθήματα μας.
Υποκρινόμαστε πως τους κατανοούμε:

—Ήρθανε για να μείνουν. Μέσα στη διαρκή φυγή.
—Ή μήπως για να τραβήξουν της καμπάνας το σκοινί;
(Διαλογιζόμαστε πάνω στον ξένο πόνο,
οι ασυλλόγιστοι εμείς).


ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

Ι

Μήτρα της προσφυγιάς και μάνα του καημού μας.
Εσένα και το αίμα σου κουβαλάμε, όλοι εμείς
που ανήκουμε στη Δύση.
Χίλιες και μία νύχτες σε ονειρευτήκαμε,
και άλλες τόσες σε απαρνηθήκαμε!

Μια φορά κι έναν καιρό ήσουν το φως.
Το σάλπισμα του ήλιου.
Μα τώρα όπως λένε οι «σοφοί»,
είσαι το φοβερό σκοτάδι.
Το Έρεβος της ψυχής μας.
Το τέλος μιας αρχαίας αυταπάτης.

Στον Κήπο της Εδέμ και στη Γη Χαναάν,
δεν ανθίζουν λουλούδια. Δεν καρπίζουν ελιές -
Βόμβες και πύραυλοι και, τάφοι, τάφοι, τάφοι...
Φλεγόμενα παιδικά δωμάτια.
Προσευχές.
Ουράνιες προσδοκίες.

*

Ενώ οι θεοί του κόσμου· οι Αναλυτές,
συνεδριάζουν στις Βρυξέλες των νεφών!

Τις επόμενες ανθρώπινες τραγωδίες σχεδιάζουν δηλαδή.


II

«Αυτός δεν είναι τόπος για ζωή.
Σε αυτά εδώ τα χώματα,
ποιήματα δεν βλασταίνουν».

Μα, πίσω από τους γκρεμισμένους τοίχους,
— της Βαγδάτης, της Δαμασκού,
της Ιερουσαλήμ, της Γάζας —
κάτι παράξενες κι απόκοσμες φωνές φέρνει ο αγέρας:

«Εσείς μπορεί να κλαίτε για το μέλλον, αλλά εμείς,
κι από τον Άλλο Κόσμο ακόμα,
πολεμάμε· τραγουδώντας!».

Κι έπειτα· σιωπή!
Ρουκέτες.
Πύραυλοι.
Πάλι σιωπή.

Το έσχατο εκείνο καταφύγιο που φθονούμε.



ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ
Από τη συλλογή Ακατάλληλο, εκδ. Μανδραγόρας, 2016

ΠΟΙΗΣΗ ΝΑΥΑΓΟΣ

πρόσφυγες λέξεις
ναυαγούν
σε πελαγίσιες σελίδες
με κουφάρια ποιητικών σχημάτων.
Φυλακισμένες σε χάρτινα
κέντρα υποδοχής
αποζητούν ελπίδα
εξόδου
προς τον ανθρώπινο πόνο.

Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση.


ΜΑΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΙΑ

Σαν πάτησε στην κόκκινη πια άμμο
άφησε ελεύθερη
την κραυγή απ’ το χέρι,
έλυσε ένα χαμόγελο
από τα μαλλιά
για να πετάξει
με της ελπίδας τα φτερά,
και έσπρωξε τη βάρκα
με τα παιδιά στη θάλασσα
και συνοδό ένα θραύσμα τρόμου
να θυμούνται το σπίτι
μη γυρίσουν πίσω ποτέ


ΥΓΡΟΣ ΤΑΦΟΣ

βροχή καρφιά
σταυρώνουν όνειρα,
θόρυβος πνίγει λαμαρίνες
σε τρύπιο φουσκωτό.

πρόσφυγας ανήλικος
δίχως αδιάβροχο
η δικαιοσύνη


ΑΓΙΟ ΑΙΓΑΙΟ

Παπούτσια υγρά
πνιγμένα σε αλάτι
στάζουν εξορία,
άχρωμες ώρες
βουλιάζουν στα κάτεργα
δουλεμπορικής αγοράς
νικημένων ονείρων.

Όλη η ελπίδα
κρύβεται σε στρείδια
ναυαγισμένα.
Γεωγραφία οστράκων
χαραγμένων ονομάτων,
ανάμνηση γης
μητρικής.

Ανθολόγηση:
στίγμαΛόγου

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2019

"Σκυλίσια ψυχή" του Αύγουστου Κορτώ

«Γεννήθηκα στο Βερολίνο, στο μαιευτήριο του Σαριτέ, την Κυριακή 29 Φεβρουαρίου του 1920 – αυτή τη λειψή, παράξενη μέρα, που ξεχνάει, θαρρείς ο μήνας στο πέρασμά του και πρέπει κάθε τέσσερα χρόνια να του τη θυμίσουμε». Η ιστορία ξεκινά στο Βερολίνο το 1920 και μετά από πολλούς κύκλους του χρόνου, αλλά και κύκλους γεγονότων καταλήγει πάλι στο Βερολίνο το 2005.

«2005. Σκέφτομαι τον αριθμό απλωμένο στις λέξεις που τον συνθέτουν –δύο χιλιάδες πέντε- για να κατανοήσω το εξωπραγματικό του μέγεθος, την απόσταση που τον χωρίζει απ’ το 1920, και το γεγονός ότι υπήρξα και στις δύο χρονολογίες. Πώς φανταζόμουν άραγε το μακρινό αυτό μέλλον; Δεν το φανταζόμουν, αυτή είναι η αλήθεια, ήταν ασύλληπτο, και επιπλέον μέχρι να αποκτήσω συναίσθηση του κόσμου, άρα και των πιθανών μορφών που μπορεί να λάβαινε με το χρόνο, το μέλλον είχε ματαιωθεί απ’ τον αυταρχισμό της ιστορίας: κανείς μας δεν φανταζόταν ότι θα ‘μενε ζωντανός τόσο πολύ. Κι ίσως να ΄ναι καλύτερα που συνέβησαν έτσι τα πράγματα – τουλάχιστον δεν νιώθω απογοήτευση για το ότι δεν κυκλοφορούμε με ιπτάμενα αυτοκίνητα και δεν έχουμε εποικίσει ακόμα στον Άρη».

Η ηρωίδα γεννιέται σε μια εποχή κρίσιμη ιστορικά και είναι ένα μικροκαμωμένο πλάσμα με μια μορφή αυτισμού, αγαπά ιδιαίτερα τα σκυλιά και είναι Εβραία στην καταγωγή.

Με όλες αυτές τις ιδιαίτερες αδυναμίες της, εγγενείς και εκ καταγωγής η μοίρα που θα της επιφύλασσε η ιστορία θα ήταν μάλλον προκαθορισμένη. Όμως ο συγγραφέας επιλέγει για αυτήν μια τροχιά ζωής που στροβιλίζεται σε μέρη και καταστάσεις τελείως απρόσμενες. Από την εξαθλίωση και τη βίωση της επιβεβλημένης ταπείνωσης, επιστρέφει σε μια ζωή του της χαρίζει απλόχερα χρήματα, ευκολίες, ανθρώπινες σχέσεις, αγάπη διττή προς και από τα ζώα και ευκαιρίες να πορευτεί σε έναν κόσμο που βιώνει διαρκώς αλλαγές .

Ο ίδιος ο συγγραφέας χαράσσει σε συνέντευξή του το πλαίσιο πάνω στο οποίο κινείται το βιβλίο του. Προτάσσω εξαρχής τις απόψεις του ίδιου γιατί η συνέχεια είναι τόσο απρόβλεπτη και ανεξιχνίαστη η ροή της σκέψης του, που καλό είναι να κατατεθεί και η δική του άποψη. « Δεν με αφορούν διόλου τα εκατοντάδες βιβλία που έχουν γραφτεί για το Ολοκαύτωμα – ούτε καν αυτά που έχω διαβάσει κι αγαπώ. Κι επιπλέον, η Σκυλίσια ζωή δεν είναι ένα μυθιστόρημα για το εβραϊκό ζήτημα, και συνεχίζει: αλλά η αγάπη μου για τα σκυλιά και τους βαθιά πληγωμένους ανθρώπους».

Όταν ξεσπά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος η Έστερ Κλάιν μεταφέρεται στο στρατόπεδο του Μπούχενβαλντ. Εκεί, μια γυναίκα παίρνει τη νεαρή κοπέλα στο σπίτι της και την αντιμετωπίζει ως σκύλο και για δύο σχεδόν χρόνια γίνεται το κατοικίδιό της. Θα μπορούσε η επικίνδυνη φαντασίωση του συγγραφέα να είχε προκύψει σε μια άρρωστη εποχή; Πολύ πιθανόν, αν λάβουμε μάλιστα υπόψη μας τα διεστραμμένα πειράματα των ναζί και τις διαστροφικές επιλογές τους. Μάλιστα, καθώς ο αναγνώστης απορεί με την όλη σκηνή και την εξέλιξή της, ξαφνιάζεται όταν μαθαίνει ότι αυτή η λογοτεχνική σκιά προέρχεται από πρόσωπο υπαρκτό. Την Ίλζε Κοχ, τη ναζίστρια με τα απάνθρωπα σαδιστικά βίτσια, τη μάγισσα του Μπούχενβαλντ.

Ο συγγραφέας χειρίζεται με επιδεξιότητα το παιχνίδι της πλοκής, και μετά από μια δεύτερη κλειστοφοβική, επίσης περίεργη και αρρωστημένη περιπέτεια, η κοπέλα μέσα από μια σήραγγα βγαίνει στο φως, μαζί με έναν σκύλο, τη στιγμή που οι Σοβιετικοί έχουν εγκατασταθεί στο Βερολίνο. Ξαφνική ανάκαμψη από το σκοτάδι στο φως, ταξίδι προς την ελευθερία και την ελπίδα. Και ύστερα πάλι αλλαγή της εξέλιξης. Η κοπέλα βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, μαζί με την αγαπημένη της σκύλα την εποχή της απελευθέρωσης, της ψυχανάλυσης, αλλά και του μακαρθισμού, σε μια ζωή πλουσιοπάροχη.

Έπειτα όμως ακολουθεί ένας νέος αιφνιδιασμός, μια ιστορία που δένει πάλι το παρόν της με το παρελθόν. Ένα μυστήριο «θρίλερ» που εξιχνιάζεται καθ΄οδόν. Κάποια μέρα διαβάζει σε ένα άρθρο των New York Times πως κάποιος τιμωρός των ναζί αναζητεί το εξαφανισμένο σκυλί του Χίτλερ για να το σκοτώσει. Η καταδιωκτική του μανία μεταφέρεται από τον άνθρωπο στο ζώο – σύντροφο του ανθρώπου. Η ζωή της αναστατώνεται γιατί αντιλαμβάνεται πως αυτό το σκυλί είναι το δικό της που της προσφέρθηκε εν αγνοία της και ενώθηκε μαζί της εκείνη τη μέρα που φυγαδεύτηκαν από κοινού στη σήραγγα. Από κει και πέρα η ζωή της, ενώ εξακολουθεί να προχωρεί και να εξελίσσεται, μπλέκεται σε μια παράλληλη πορεία με αυτήν του τιμωρού. Κι εδώ αρχίζει μια νέα «κούρσα» γεγονότων και συγκεκριμένης τοποθέτησης πάνω σε αυτά. Η μικροκαμωμένη ηρωίδα που από τον εφιάλτη περνά στο όνειρο του παραδείσου και στη συνέχεια στην προσωπική της εξέλιξη, έρχεται ξανά αντιμέτωπη με νέες εμμονές, πάντα δεμένη ακλόνητα με μια έντονη συγγενική σχεδόν αγάπη προς τα σκυλιά της, άλλοτε καταδιωκόμενη και άλλοτε καταδιώκοντας εκείνη .

Ο συγγραφέας πατάει πάνω στα χνάρια της ιστορίας, παίρνοντας από αυτή κυρίως το χρονικό πλαίσιο και το περίγραμμά της για να χτίσει την πλοκή του. Κεντά αρχικά πάνω σε μια φρικαλέα εποχή μια ιστορία που θα μπορούσε να ανήκει στη δική της διεστραμμένη φαντασία. Κι όταν ο πόλεμος τελειώνει δεν στέκεται στο θέμα της αποκατάστασης της δικαιοσύνης στην εποχή, απλά η ζωή συνεχίζεται αλλιώς και η υπόθεση παίρνει διαρκώς διαφορετικές τροπές. Πάντα βέβαια, παράλληλα με την εξέλιξη της υπόθεσης και της ηρωίδας είναι παρούσα η προσήλωση των ζώων, η ακατέργαστη αίσθηση της αγάπης και η σχέση μιας αδιαπραγμάτευτης, αμοιβαίας και αδιαμφισβήτητης εμπιστοσύνης.

Με ροή γραφής που τρέχει, καταφέρνει να διατηρεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη –όχι όμως τη συναισθηματική του φόρτιση- καθώς στήνει μια αλλοπρόσαλλη πλοκή που υπηρετεί το ακατάπαυστο παιχνίδι μιας υπερ-παραγωγικής φαντασίας.

Η προσήλωση των ζώων και η αγάπη προς αυτά, η γενικότερη αντιμετώπισή τους από τον άνθρωπο, η διαφορετικότητα, το Βερολίνο και ο ναζισμός, η Ν. Υόρκη, το Βερολίνο με τείχος και χωρίς, και μια Ευρώπη που από την εποχή των πολέμων περνά στην εποχή του ίντερνετ. Θέματα, εποχές και τόποι που θίγονται ακροθιγώς σε έναν κόσμο που τρέχει. Τι καταγράφεται τελικά όμως με όλη αυτή την ιλιγγιώδη ταχύτητα; Πώς γεννιέται η διαστροφή ενός έθνους ή μεμονωμένα ενός ατόμου; Αρκεί μονάχα η απεικόνιση του τρόπου με τον οποίο εκφράζονται; Κι έπειτα προλαβαίνει κάθε εποχή να αφήσει κάπου το καταστάλαγμά της;

Οι απότομες και απρόβλεπτες αλλαγές στήνουν το συγγραφικό παιχνίδι που άλλοτε προκαλεί με τις επικίνδυνες φαντασιώσεις κι άλλοτε εξάπτει το ενδιαφέρον με το γαϊτανάκι της τύχης και της τρελής συγκυρίας που επινοεί ο συγγραφέας. Παρά την εντυπωσιακή και στιβαρή αρχή που πατά σε εποχές στέρεες της ιστορίας, η πλοκή του εκτυλίσσεται με ένα είδος έξαλλης φαντασιακής ροής, που συχνά ξεπερνά το επίπεδο της εσωτερικότητας του κειμένου και μοιάζει να υπηρετεί κυρίως τη δράση. Έτσι λοιπόν κυριαρχεί μια αλληλουχία από τα πλέον παράξενα συμβάντα, που συχνά παρασύρουν την εξέλιξη σε τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις και ο αναγνώστης δυσκολεύεται να βρει το νήμα που προσδίδει συνοχή στην πορεία και στην προσωπικότητα της ηρωίδας .

‘Ένα βιβλίο που προκαλεί αρκετά με την επιλογή του θέματος και την όλη τοποθέτηση πάνω σε αυτό, ένα βιβλίο που δημιουργεί εχθρούς και φίλους.

Ήλια Λούτα

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2019

Για τον Μίλτο Σαχτούρη

Μίλτος Σαχτούρης
Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στην κλινική του "Λούρου" στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου του 1919. Μοναχογιός με καταγωγή από την ιστορική οικογένεια της Ύδρας: "Σε πολλά βιογραφικά αναφέρεται η Ύδρα ως τόπος γεννήσεώς μου, το αληθινό όμως είναι ότι κατάγομαι από την Ύδρα, είμαι δισέγγονος του αντιναυάρχου του '21 καπετάν Γιώργη Σαχτούρη...".

[...]
Διαβάζοντας από τα νεανικά του χρόνια ποίηση - ελληνική και ξένη - επέλεξε τον Σολωμό, τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη - κάποια φορά είχε αναφέρει και τον Κάλβο - τον Ρίλκε, τον Χαίντερλιν, τον Ρεμπό, τον Απολινέρ, τον Μποντλέρ, τον Τρακλ και τον Ντίλαν Τόμας. Πάνω απ' όλους όμως τοποθετεί τον Κάφκα, τον οποίο θαυμάζει απεριόριστα, παρότι είναι πεζογράφος: "Τον Κάφκα τον αγάπησα πολύ, τον ένιωσα βαθύτατα. Γι' αυτό και του έχω αφιερώσει τρία-τέσσερα ποιήματα στις τελευταίες συλλογές μου". Ακόμα και κατά τη διάρκεια της αρρώστιας του, επηρεασμένος από όλους αυτούς τους μεγάλους της λογοτεχνίας, δεν σταματά να γράφει ποίηση. Δεν υπηρέτησε κανένα άλλο λογοτεχνικό είδος, παρά το γεγονός ότι από τις πρώτες του προσπάθειες προέκυψαν μικρά διηγήματα επηρεασμένα από τον εξπρεσιονισμό, τα οποία στη συνέχεια πύκνωσαν και έγιναν ποιήματα. Το δοκίμιο και η κριτική δεν τον απασχόλησαν ποτέ.

Η επιρροή του υπερρεαλισμού στο έργο του Σαχτούρη ήταν δεδομένη, κυρίως λόγω της θερμής φιλίας του με τον Εγγονόπουλο. Ωστόσο, αν και στην ποίησή του αναγνωρίζεται η τόλμη του συγκεκριμένου ρεύματος, όπως τα σύμβολα αλλά και πρότυπα στοιχεία του, μέχρι το τέλος δεν εντάσσεται πλήρως σε αυτό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κλίνει περισσότερο προς τον εξπρεσιονισμό, λόγω των έντονων χρωματικά ποιητικών εικόνων του αλλά και των αλλοιώσεων στη μορφή και το περιχόμενό τους.

"Ο υπερρεαλισμός", παραδέχεται ο Σαχτούρης, "με λευτέρωσε και σαν άνθρωπο και σαν ποιητή από πολλά πράγματα (οικογενειακήν αυστηρότητα ενός πατέρα δικαστού κ.τ.λ.) Στην ποίηση με λευτέρωσε στο να εκφραστώ πιο ελεύτερα, να μη φοβάμαι να μεταχειριστώ όλες τις λέξεις που μου έρχονταν στο κεφάλι. [...] Από την άλλη όξυνα το μάτι μου και τ' αυτιά μου, έτσι που παρατηρώντας τη γύρω μου ζωή, να βλέπω και να ακούω πράγματα που ούτε ο πιο παράλογος ποιητής δεν θα σκεφτόταν να βάλει σε ποίημά του...".

Ο Δάλλας πάλι αναφέρει πως ο Σαχτούρης αυτοτροφοδοτείται από εσωτερικά κοιτάσματα λαϊκού πολιτισμού. Αντλεί στοιχεία από τη ναυτική καταγωγή του, τη θρησκεία, το δημοτικό τραγούδι και, με μια αθωότητα παραμυθιού και λαϊκής λογοτεχνίας, μεταφέρει στην ποίησή του τις ισορροπίες μεταξύ λογικού και παραλόγου, φυσικού και μη φυσικού, ζωής και θανάτου.

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου



Επιλογή λίγων ποιημάτων του Μίλτου Σαχτούρη:

Σταδιοδρομία
Γεννήθηκα στην αγκαλιά κρατώντας
το φανταστικό ζώο
ήταν χρυσαφί με γαλάζια πόδια
μόνο τα μάτια ήταν ματωμένα
μεγάλωσε με την αγωνία των χρωμάτων
- σήμερα θ' αλλάξει το γαλάζιο
- σήμερα θ' αλλάξει το χρυσαφί
γλυκειά πλάνη
πέθανε κρατώντας το φανταστικό ζώο
στην ίδια απελπισία των χρωμάτων.
(Μίλτος Χρυσάνθης, Η μουσική των νησιών μου,1941)


Ο δυνατός
Καθρέφτης κρεβάτι γιασεμί

στάχτες τσιγάρων δάκρυα
κόκκινο από χείλια
και σεντόνια
η ηρωίδα απελπισμένη μέχρι θανάτου
καθρέφτης κρεβάτι

ένας άντρας δίχως πόδια
σε μια καρέκλα με ρόδες
με ρόδινες ανταύγειες ο ΄ηλιος
στον τοίχο
στο πάτωμα  φ ρ ί κ η  ένα φιλί

Καθρέφτης

ο δυνατός άντρας είναι στο ταβάνι
γυμνάζει τα όνειρά του
με πάθος
κατεβαίνει κλείνει το παράθυρο
σκοτεινιάζει

Κραυγή
(Παραλογαίς, 1948)


Η σκηνή
Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει
ένα κεφάλι από πηλό
τους τοίχους τους είχαν στολίσει
με λουλούδια
απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί
δυο σώματα ερωτικά
στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια
και πεταλούδες
ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στη γωνιά

Σπάγκοι διέσχιζαν το δωμάτιο απ' όλες
τις πλευρές
δε θα 'ταν φρόνιμο κανείς
να τους τραβήξει
ένας από τους σπάγκους έσπρωχνε τα σώματα
στον έρωτα

Η δυστυχία απ' έξω
έγδερνε τις πόρτες
(Με τον πρόσωπο στον τοίχο, 1952)



Σημ. Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το άρθρο με τίτλο "Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005) Μια βιογραφία" που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 60. Το τεύχος περιέχει εκτενέστατο αφιέρωμα στον Μίλτο Σαχτούρη, με πολλά πρωτότυπα κείμενα, ανθολόγιο ποιημάτων (απ' όπου και τα λίγα ποιήματα που αναδημοσιεύονται εδώ) και αποθησαύρισμα παλιότερων δημοσιευμάτων για τον ίδιο και το έργο του.

Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2019

Μικρή ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες

Πηγή φωτογραφίας: newsbomb.gr
Το θέμα των προσφύγων, ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα του 21ου αιώνα, είναι μια χαρακιά στο πρόσωπο της Ευρώπης, ένα μελανό σημείο στην ιστορία της ανθρωπότητας, μια ανοιχτή πληγή στην καρδιά του κόσμου. Οι Έλληνες και οι Κύπριοι ποιητές ευαισθητοποιούνται ως προς αυτό το μείζονος σημασίας θέμα που υψώνει τείχη και δημιουργεί ανισότητες μεταξύ των ανθρώπων και με την ποίησή τους δίνουν φωνή σε αυτή τη μεγάλη κοινότητα πόνου, που ολοένα αυξάνεται. Στο στίγμαΛόγου παρουσιάζουμε μια ανθολογία ποίησης για τους πρόσφυγες, από ποιήματα που επιλέξαμε μέσα από τις συλλογές που έχουμε παρουσιάσει. Τα ποιήματα, όλα μαζί συγκεντρωμένα, ακούγονται σαν μια συλλογική φωνή διαμαρτυρίας που ταυτόχρονα ηχεί και σαν μια νότα ελπίδας. Ανθολογούνται οι ποιητές: Γιάννης Αντιόχου, Ευθυμία Γιώσα, Γιώργος Γκανέλης, Ανδρέας Καρακόκκινος, Φροσούλα Κολοσιάτου, Φιλέας Τετράζης, Ευσέβεια Χατζηχαραλάμπους.

Η ανθολογία εξυπακούεται ότι δεν είναι εξαντλητική και εφορμήθηκε από την προσπάθεια συγκέντρωσης συναφών ποιημάτων προς τον σκοπό της συγγραφής ενός επιστημονικού άρθρου. Την εν λόγω προσπάθεια συνέδραμαν και άλλοι bloggers, κυρίως ο Δήμος Χλωπτσιούδης και η Διώνη Δημητριάδου, όμως εδώ δεν παρουσιάζονται τα ποιήματα που μας υπέδειξαν, αλλά αυτά που προέκυψαν –όπως προειπώθηκε– από τις δικές μας αναγνώσεις.

Κατερίνα Τσιτσεκλή & 
Χριστίνα Λιναρδάκη 
για το στίγμαΛὀγου




ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΤΙΟΧΟΥ
Από την ποιητική συλλογή Διάλυσις, εκδ. Ίκαρος, 2017

ΠΤΗΣΗ ΒΟΛ-ΠΛΑΝΕ (απόσπασμα)

… [Πτήση βολ-πλανέ
πάνω από την κόλαση
ζητιανεύοντας μέσα στα θρύψαλα
το παρόν μιας άλλης πόλης]

Μάτωσα όλα μου τα δάχτυλα
Στις πλατιές χειρονομίες
και τα γόνατά μου στις μεγάλες αμαρτίες

Αυτή η απελπιστική γονυκλισία
που αντιστέκεται στην αθωότητα
και η εξασθενημένη σκιά μου
στο προαύλιο του Αγίου Κωνσταντίνου
αναλογικό φάσμα παράσιτων τηλεόρασης
που ξημερώνοντας θα αναληφθεί
στην εξόδιο ακολουθία ενός αλκοολικού εφημέριου

Και συμμάζεψα όσο μπορούσα τα κουρέλια μου
να μπω στο ναό σχεδόν καθαρός
με μια επιπόλαιη χωρίστρα στα μαλλιά
και λίγο σάλιο στις άκρες του στόματος
απασφαλίζοντας τα βιτρό παράθυρα των θαυμάτων
μοιράζοντας τα ψίχουλα μιας μπαγιάτικης αρτοκλασίας
στο εξαντλημένο φεγγάρι και στα αποδημητικά πουλιά
που μόλις είχαν φτάσει από τη Χομς και τη Λατάκεια
και ξεχωρίζοντας ζωστικά ράσα
διακονικά άμφια και βελούδινα καλύμματα
έντυσα όλα τα παιδιά της κεντρικής πλατείας
μέχρι να φυτρώσουν τα φτερά τους
μήπως και αντέξουν τον επόμενο χειμώνα

[Πτήση βολ-πλανέ
και παντελώς αδιαφορώ
αν όλοι σας
λέτε πως σέρνομαι]


ΕΥΘΥΜΙΑ ΓΙΩΣΑ
Από το ποιητικό αφήγημα Σώματα πτερόεντα, εκδ. Σοκόλη (2016)

ΤΟ ΣΩΜΑ ΩΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΙΙ
«Δεν κατοικείς παρά μες στο κορμί σου»
Πάνος ΚυπαρίσσηςΤα Τιμαλφή

Μόνη αποσκευή το σώμα μου. Το πήρα όπως όπως κι έφυγα να το σώσω. Κι ενώ το γλίτωσα, τώρα δεν έχω πού να το εναποθέσω. Ολόκληρη η γη και μοιάζει με ρούχο που μάζεψε στο πλύσιμο. Τόσοι κάμποι, τόσα βουνά, τόσος ουρανός, και για εκείνο δεν υπάρχει πουθενά χώρος. Το χώμα ξερνάει κάθε τόσο τα δάκρυα των νεκρών και το μουσκεύει. Η θάλασσα γίνεται Μέδουσα και το πετρώνει με την όψη των κυμάτων της. Η άσφαλτος χωρίζεται στα δύο και το καταπίνει. Δεν υπάρχει τόπος ν’ ανεχθεί το σώμα μου.

Όταν συνειδητοποίησα πως κατάφερα να το κρατήσω σώο και αβλαβές, το ένιωσα σαν λάφυρο από πόλεμο χαμένο. Τώρα ρίχνω το βλέμμα μου πάνω του, το παρατηρώ κι αναρωτιέμαι τι να κάνω με δαύτο. Δεν είναι φύλλο από χαρτί να το διπλώσω, να το κρύψω. Δεν είναι σταγόνα από νερό να τη ρουφήξω. Δεν είναι κάρβουνο να το ανάψω και να γίνει στάχτη. Είναι ένα σώμα. Με μια καρδιά που ζητάει άδεια για να χτυπήσει. Με δυο χέρια σε στάση ικεσίας. Με δυο πόδια που δεν ξέρουν αν πρέπει να περπατήσουν και προς ποια κατεύθυνση να κινηθούν. Προς το παρόν είναι και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα κατειλημμένα από σώματα που αξίζει κι έχουν το δικαίωμα να ζουν.

Όλες οι πυξίδες χαλασμένες. Όλες οι άγκυρες θηλιές. Όλοι οι δρόμοι αλληλόμορφα γονιδίων που χάθηκαν στην εξέλιξη. Το σώμα μου δεν επιτρέπεται να έχει πια καμιάν απαίτηση. Κοιμάται στις πέτρες, μένει βρόμικο για μέρες, τρώει όποτε και ό,τι του πούνε, πηγαίνει όπου του υποδείξουνε. Και περιμένει. Υποπτεύομαι δε πως βάζω καταχρηστικά πλέον δίπλα του την κτητική αντωνυμία. Νομίζω πως είναι άλλοι που ρυθμίζουν τον κιρκαδικό ρυθμό του, που του υπαγορεύουν τις ανάγκες του, που σχεδιάζουν τα βήματά του.

Τόσα ποτάμια, τόσα χωράφια, τόσος ήλιος, και για το κορμί μου δεν υπάρχει ούτε ένα χιλιοστό πατρίδας. Η κοινωνική και πολιτική αισθητική τους ενίσταται μπροστά στην παρουσία του. Γίνονται ξενηλάτες του, κατήγοροί του, διώκτες του, καταχραστές του πόνου του. Οι παραχαράκτες των ονείρων που πρόλαβε και κατέστρωσε.

Είναι στιγμές που ο σφυγμός του μοιάζει με φοβισμένου λαγού που μόλις πρόλαβε και ξέφυγε από το βόλι του κυνηγού. Τότε είναι που εύχεται να γυρίσει πίσω στη μήτρα που το γέννησε. Να τρυπώσει πάλι μέσα της και να λουφάξει στην αιμάτινη αιωνιότητά της. Ν’ αφήσει απ’ έξω την αδιάβατη θνητότητά του, αφού, όσο και αν προχωρά, μένει αγκυλωμένο σε μια διαρκή αναμονή. Δεν υπάρχει μονοπάτι να διαβεί ετούτο το σώμα.

Δεν έχουν αφήσει μονοπάτι ανοιχτό γι’ αυτό το κορμί. Τους άκουγα τις προάλλες να υπολογίζουν πόσο σύρμα χρειάζεται για να υψώσουν σύνορα μέχρι τον ουρανό. Να μην μπορούν λέει, ούτε τα πουλιά να πετούν. Να στριμωχτούν όλα ετούτα τα σώματα μαζί και όσο γίνεται πιο μακριά τους. Ζήτησαν μάλιστα και τη γνώμη του ειδικού: υπάρχει περίπτωση να μπορούμε να τους παρέχουμε ημερησίως όση ποσότητα οξυγόνου επιθυμούμε;

Μητρικό μου καταφύγιο, πληρώνω ακριβά το τίμημα του αποχωρισμού μας.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ
Από τη συλλογή Υπό το Μηδέν, εκδ. Στοχαστής (2017)

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Γελάει ο θυμωμένος άνεμος
Αναποδογυρίζουν τα βαρέλια
Ο δρόμος αναμασά τη λάσπη
Το γατί κλαίει στα κεραμίδια
Σκοράρει ο θάνατος
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.

Σιδερένια πουλιά στις κολόνες
Μετά πηγαίνουν στην εκκλησία
Μοσχοβολούν τα ρούχα τους
Αστράφτουν και τα φτερά τους
Στη φάτνη σκοτωμένα βρέφη
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.

Γυρίζει ανάποδα το δέντρο
Καρφώνεται στη θάλασσα
Καράβια σημαιοστολισμένα
Μεταφέρουν τους νεκρούς
Τους αποθέτουν στο λιμάνι
Τα μάτια τους ακόμη ζωντανά
Στάζουν φρέσκο χιονοπόλεμο
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.

Σκύλοι έξω απ’ τα κλουβιά
Προπονούν τα δόντια τους
Κατασπαράζουν την παγωνιά
Ξεθάβουν το μαύρο κόκαλο
Και το τινάζουν στα σύννεφα

Βρίσκει στο μάγουλο το Θεό
Δονείται απ’ τον κρότο η γη
Έχουμε λοιπόν Χριστούγεννα.
Τα Χριστούγεννα των ποιητών.


ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

Η νέα χρονιά θα εκβράσει πτώματα
Ακατάλληλες σκηνές για βολεμένους
Αυτό το χέρι απροκάλυπτα σκληρό
Έριχνε στο νερό το υπέρβαρο φορτίο
Γελούσε με την απονιά των μποφόρ
Υπήρχαν νεκροί χωρίς ταυτοποίηση
Ζωντανοί ανάμεσα στους αγέννητους.

Αδήλωτοι επιβάτες στη σειρά
Έτρωγαν βρώμικο ψωμί
Κι έπεφταν στη θάλασσα
Ύστερα τα παραπλέοντα πλοία
Τους ανέβαζαν στο κατάστρωμα
Οι ναύτες τους έδεναν τα μάτια
Να μην βλέπουν το νέο φεγγάρι
Στο τέλος πέθαιναν από μοναξιά.

Απολογισμός της χρονιάς:
Γέμισε πτώματα ο ουρανός.


ΑΜΟΚ

Βρίσκω τη σάρκα σου στις ράγες
Δίπλα σε χαλασμένες κονσέρβες
Στερεά υπολείμματα της ομορφιάς
Πεταμένα από κάποιο βαγόνι
Μάτια τρομαγμένα ηφαίστεια
Σκεπάζουν την άνοιξη με λάβα
Χέρια πουλιά αποδημητικά
Αγγίζουν τον ουρανό τα βράδια
Αμέτρητα χιλιόμετρα η ερημιά
Ουραγός σε προσφυγικό καραβάνι
Τείχη υψώνονται απροσπέλαστα
Δυο βήματα απ’ τον παράδεισο
Και πίσω απ’ τα οδοφράγματα
Η αθωότητα στην κρεατομηχανή.

Βρίσκω το αίμα σου στις ράγες
Ευρώπη του ρατσιστικού αμόκ.


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ
Από τη συλλογή Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, εκδ. Ένεκεν, 2017

ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ

Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και ψεύτικα παραμύθια.

Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.

Θάβουμε ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για ένα κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.


ΤΥΦΩΝΕΣ

Οι τυφώνες στην εποχή τους
ξεριζώνουν δέντρα
αρπάζουν στέγες
πλημμυρίζουν τις ακτές
σηκώνουν κύματα βουνά

Οι τυφώνες στην εποχή μας
ξεριζώνουν θεμέλια
αρπάζουν το αύριο
πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα
σηκώνουν συρματοπλέγματα
βουλιάζουν αθώες ψυχές.


ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ
Από τη συλλογή Σκοτεινή συγκατοίκηση, εκδ. Γαβριηλίδης (2014)

Αετοί μαζεύουν τα φτερά τους
Βυθίστηκαν στην υγρασία

Απότομα
Νερό θαλασσινό
Με θόρυβο απλώθηκε
Σαν μοιρολόι

Με το θάνατο
Να είναι της κάθε στιγμής
Ενδεχόμενο
Ρόδι βαρύ
Κύλησε και σκορπίστηκε
Στα ελλείμματα του χρόνου

./..

Μη σπάσει η βροχή
Και ομολογήσει
Μυστήρια ευανάγνωστα
Τα σφράγισαν τα μυστικά μας

Η αγάπη
Κύλησε σαν το νερό
Ακούμπησε τη θάλασσα
Στο πίσω μέρος του ουρανού
Καθρέφτης γυρισμένος
Προς τα μέσα

Εκεί περνούν τα τρένα
Παιδιά με κλάματα
Μην κοιμηθείς

Όπου και να πας
Θα βρεις ανθρώπους
Πάντα να μετακινούνται

Τυλιγμένα στον ύπνο
Μυριάδες χέρια
Υπνοβατούν
Με κύκλους του θανάτου

./..

Μια αγέλη πεινασμένων ανθρώπων
Μεταμορφώθηκε
Και εγκαταστάθηκε στην πόλη
Έκαψα στα γρήγορα
Όλες τις μέρες μου
Τις χάρισα
Σε ένα θίασο περιπλανώμενο
Μέσα ο μινώταυρος
Με πολλά ξερά στόματα
Και μια θλίψη άηχη
Έπλυνα τα λόγια του
Στο ψέμα

Να τρως τα φρούτα με τη φλούδα
Μου έλεγε κάποτε η μητέρα

./..

Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Σε μια κοινότητα πόνου
Ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται
Όταν άλλοι πεθαίνουν
Τα χαμένα λόγια
Κατεβαίνουν στη θάλασσα

Να προλάβουμε λέει
Πριν εξαφανιστούν οι μέλισσες
Την αυλή των ψιθύρων
Η φωνή της μέρας αντηχεί
Μια κουκκίδα στο χάρτη

Έχει αρχίσει να νυχτώνει
Ανοίγω την πόρτα
Νεκρά είδωλα
Πέφτουν μπροστά μου
Άλλος τώρα ο προσανατολισμός
Ολόκληρη η γεωγραφία
Η δική μας αλλάζει
Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
Και ο πόνος


ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ
Από τη συλλογή Φοράει τα μάτια του νερού, εκδ. Γαβριηλίδης (2017)

ΦΩΝΕΣ

Ραγδαίο σκοτάδι
Στα ερείπια του πολέμου
Σκουριάζει το φεγγάρι

Με τα πλοία των τρελών
Τα ναυάγια συνεχίζονται

Τα δάκρυα διασταυρώνουν
Λαθραία όνειρα
Όταν αγρυπνά η θύελλα
Κάτι σπασμένες βάρκες
Σε βαθιά μεθυσμένα κύματα

Το χρονικό του ναυαγίου
Περιφέρεται μέσα στο σπίτι μας
Συνηθίζεται η οσμή του θανάτου;


Η ΜΕΔΟΥΣΑ

Άκου σκάβουν το νερό
Αλλόκοτα
Με παφλασμό η Μέδουσα
Τους σαβανώνει
Σχεδόν γυμνή η νύχτα εμποδίζει
Με δουλεμπόρους
Θα έχει χαλάσει
Η αντανάκλαση του φεγγαριού
Δεμένη με μαύρο σκοινί
Στην ακτή

Ένα παιδάκι
Ικετεύει τα κύματα
Να ζήσει
Όταν αγγίζει το βυθό
Γίνεται κόκκινος
Μυρίζει φόβο
Αμετάκλητο κακό
Άλλαξε η γεύση του νερού
Ποιος κολυμπάει σε τούτον το γιαλό;


ΔΡΕΠΑΝΗΦΟΡΟ ΑΡΜΑ

Να την έρχεται η γυναίκα εκείνη
Σαν μάνα Τρωαδίτισσα
Μες στην καταστροφή
Να ψάχνει τα παιδιά της
Στασιάζουν οι νεκροί
Και στάζουν αίμα
Σαν πυρακτωμένη μήτρα
Της Αίτνας
Και το σβησμένο άστρο της Συρίας


ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΘΟΡΑΣ

Συνομωτούν
Φέρνουν το φάντασμα της ελπίδας
Βάζουν τους ανθρώπους
Να ψάχνουν
Όπως ο τυφλός με τα χέρια

Επαναπροώθηση ονείρων
Γλιστρά μες στο Βαλκανικό διάδρομο
Και φέρνει δυστυχία

Αν περάσουν στην άλλη πλευρά
Λένε θα σωθούν
Άνθρωποι που χρειάζονται προστασία


Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ

Περίτεχνα ο τυφώνας
Φοράει τα μάτια του νερού

Δίχως επίθετο
Η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς
Γωνία ακτής και θάλασσας


Η ΓΑΤΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Βοηθήστε μας
Να ξαναγίνουμε πρόσωπα

Με ένα χάδι από βαθιά
Η γάτα των προσφύγων
Αποκοιμίζει τις έγνοιες τους
Σε αδιέξοδες νύχτες ανταλλάσσει
Στοργή κατάκλειστη σαν σε όνειρο
Σε αυτούς που δεν είναι τίποτε
Μα και κανένας

Στο βηματισμό της τρυφερότητας
Αντιφεγγίζει τα όνειρα
Σαν βροχή καθαρίζει το τοπίο
Φέρνει αποθέματα αγάπης

Τότε τα νούμερα γίνονται άνθρωποι

Η γυναίκα και η γάτα
Θα φύγουν μαζί με ένα άγγιγμα
Μέχρι τα πέρατα της οικουμένης
Τόσο μακριά
Τόσο δεμένες

Η γυναίκα που έφερε τη γάτα της
Αγκαλιά από τη Συρία


ΦΙΛΕΑΣ ΤΕΤΡΑΖΗΣ
Από τη συλλογή Δεν είναι όμως έτσι, εκδ. POLARIS (2017)

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ 2016 μ.Χ.

Στους ηγέτες της Βίζεγκραντ
Κανένα μήνυμα δεν ήρθε ούτε σήμερα
και φοβάμαι μηδενίστηκαν
οι πιθανότητες να φύγουμε από δώ.

Οι δρόμοι της φαντασίας μόνο απόμειναν ανοιχτοί
να ταξιδέψουμε μακριά χωρίς επίσημες σφραγίδες
μα λαθραία περπατώντας στα βουνά
βόρεια πάντα εμείς,
τα χελιδόνια πάντα νότια,
διασχίζοντας ποτάμια αδιαφορίας
κυνηγημένοι σαν όντα προϊστορικά.

Ξέρουμε τα συρματοπλέγματα πνίξανε την ελπίδα
κι όλο μας περισφίγγουν το λαιμό.
Πώς έγινε να μην έχουμε πατρίδα, χωριό, σπίτι
μιαν αυλή να παίζουν τα παιδιά μας αμέριμνα κρυφτό.
Οι δρόμοι της φαντασίας απόμειναν μονάχα
είμαστε βέβαια ζωντανοί αλλά αόρατοι
στα μαύρα σας γυαλιά
που μας κοιτούν μα δεν μας βλέπουν…


ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Από τη συλλογή Βιογραφικό σημείωμα, εκδ. Θράκα 2018

ΕΚΤΟΣ ΤΟΠΟΥ

Εκεί που
δεν υπήρξαμε
υπάρχει κάποια ελπίδα
ίσως ο χώρος
για όλα όσα πρέπει να ειπωθούν
που είναι τόσο μικρά σαν και μένα
και τόσο μεγάλα σαν και σένα
και τανάπαλιν

δεν ξέρω τι να κάνω
μ’ αυτό το δάκρυ
το σέρνω πίσω μου χρόνους καιρούς
δε λιγοστεύει –σκυλί σκέτο

τρέμω φοβάμαι
γίνομαι ένα τόξο

οι τόποι που αγάπησα είναι μακριά
κάθομαι εδώ περιμένοντας
όσα δεν έρχονται
ενώ
οι απώλειες γίνονται
-ξανά-
ποτάμι
(τα μαγικά χαλιά
που φτιάχναμε στον τόπο μας
παππού
στάχτες έγιναν
μάθαμε να χάνουμε
και δυστυχώς
αυτός ο κατήφορος
δε σταματά πουθενά
κι όλα τα ονόματα
που άφησες
ποιος μπορεί
να τ’ αναστήσει ξανά;)


TΗΕSIS 27/1

όλα σχετίζονται μ’ αυτό:
από ποια μεριά
σου φανερώθηκε
ο κόσμος

σμήνη ψυχών
με περιβάλλουν
επικαλούμαι την προστασία τους
ο παλιός ο άδικος πόνος τους
ζητά
αγάπη και μνήμη

ο παράλογος ο τρομερός
ο αδυσώπητος
χωρίς γυρισμό
κι ανώφελος
δρόμος
προς το χάος
απλώνεται μπροστά
απαράλλακτος

Ιούνιος 2019
στίγμαΛόγου