Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Ο Νάνος Βαλαωρίτης μιλά στον Αντρέα Παγουλάτο για τον Εμπειρίκο

Αντρέας Παγουλάτος & Νάνος Βαλαωρίτης
Αντρέας Παγουλάτος: Πότε διάβασες για πρώτη φορά ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου; Πότε συναντήθηκες μαζί του και γίνατε φίλοι;

Νάνος Βαλαωρίτης: Πιστεύω ότι πρωτοδιάβασα ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου στα «Νέα Γράμματα», στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Αλλά την εποχή εκείνη, δεν τον είχα ακόμη γνωρίσει... Τον γνώρισα γύρω στο 1940, 1941, στο εστιατόριο του Βασίλη, στην οδό Βουκουρεστίου, όπου πηγαίναμε πολλοί συγγραφείς και ζωγράφοι, να φάμε, μετά τις συναντήσεις μας στο στέκι μας, το Μπραζίλιαν. Πιθανόν να μου τον γνώρισε ή ο Τσαρούχης ή ένας «αναλυόμενος», ο Γαβαλάς. Στην ίδια περίσταση γνωρίστηκα και με την Μάτση Ανδρέου (Χατζηλαζάρου), που τρώγανε μαζί, σαν ζευγάρι που ήταν. Λίγο αργότερα του ζήτησα κι ένα ραντεβού για ψυχανάλυση. Αφού με άκουσε, μου είπε ότι δεν έχω σοβαρό πρόβλημα κι αρνήθηκε να με πάρει για ανάλυση. Ήμασταν άλλωστε ήδη φίλοι.

Α.Π.: Πώς εξελίχθηκαν οι σχέσεις σας, εκείνη ιδιαίτερα την εποχή, σχέσεις που από όσο γνωρίζω διατηρήθηκαν πολύ φιλικές ως και το τέλος της ζωής του, το 1975;

Ν.Β.: Στην αμέσως μετά περίοδο, συναντιόμαστε στο σπίτι του, τις Πέμπτες, αν θυμάμαι καλά, και διαβάζαμε τα ποιήματά μας, ο Ελύτης, ο Γκάτσος, ο Εγγονόπουλος, ο Κακναβάτος, ο Παπαδίτσας, ο Λίκος και άλλοι. Ο Εμπειρίκος κι ορισμένοι άλλοι σχολίαζαν σύντομα τα ποιήματα που ακούστηκαν.

Α.Π.: Περίγραψέ μας μια τυπική επίσκεψη στο σπίτι του Εμπειρίκου, αργότερα, στην μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο περίοδο, όταν σας διάβαζε αποσπάσματα από τον «Μέγα Ανατολικό»...

Ν.Β.: Μετά τον πόλεμο πλέον και τον εμφύλιο, στις αρχές των χόνων του ’50 και αργότερα, πηγαίναμε στο σπίτι του, στην οδό Νεοφύτου Βάμβα και ακούγαμε κεφάλαια του «Μεγάλου Ανατολικού» κι επίσης διαβάζαμε δικά μας κομμάτια, που τα μαγνητοφωνούσε. Οι συζητήσεις ήταν ζωηρές από πάντα και ο ίδιος τρομερά ενθαρρυντικός και ενθουσιώδης.

Α.Π.: Εσύ που ήσουν ένας από τους στενούς του φίλους και σου εκμυστηρευόταν, φαντάζομαι τα σχετικά με την ποιητική του και τη γενικότερη εξέλιξή του, πώς θα περιέγραφες, στο πέρασμα του χρόνου, τις σχέσεις του Ανδρέα Εμπειρίκου με τον υπερρεαλισμό;

Ν.Β.: Πρέπει να ομολογήσω ότι πιο σπάνια μιλούσαμε για θεωρητικά θέματα. Κυρίως αρκούνταν σε σχόλια στα ποιήματα που άκουγε... Ήταν η εποχή, όπου η Μαρία κι εγώ σχετιζόμαστε με τον Αντρέ Μπρετόν και τον κύκλο των οπαδών του. Του φέραμε την Ελίσα Μπρετόν, να την γνωρίσει. Και του λέγαμε διάφορα νέα απ’ το Παρίσι. Αυτά ήταν σε μια πρώτη φάση...

Α.Π.: Πιστεύεις ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ή ακόμη στις αρχέςτ ης δεκαετίας του ’60, ο Ανδρέας Εμπειρίκος θεωρούσε τον εαυτό του, παρ’ όλες τις αλλαγές που είχαν γίνει στο διεθνές ήδη υπερρεαλιστικό κίνημα, καθαρά υπερρεαλιστή;

Ν.Β.: Ασφαλώς ναι, αν και είχε διαχωρίσει την πολιτική του θέση σχετικά με τον μαρξισμό. Αιτία που δεν τους επισκέφθηκε στο Παρίσι, γιατί νόμιζε ότι ήταν ακόμη ιδεολογικά στην ίδια γραμμή: βέβαια κυρίως του Τρότσκι, αλλά και του Μαρξ. Ο μεν Περέ ήταν μαρξιστής μέχρι τέλους. Αλλά ο Μπρετόν έμοιαζε να έχει στραφεί μάλλον προς τον Μπακούνιν. Στο μεταξύ είχαν στρέψει την προσοχή τους στον εσωτερικισμό, στην αλχημεία, στον ερμητισμό. Αυτά τα τελευταία δεν τα γνώριζε τόσο καλά ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Και δεν ξέρω αν του φέρναμε τα περιοδικά της περιόδου, πάντως τον είχαμε πληροφορήσει για την στροφή σε μία έμφαση στη γλώσσα και μία γενική υποστήριξη πολιτικών θεμάτων της πεοχής, από διαμαρτυρίες για τον πόλεμο στην Αλγερία μέχρι την υποστήρξη του Πολίτη του Κόσμου, στα Ηνωμένα Έθνη, και αντιπυρηνικές διαδηλώσεις. Γενικά ήταν μια ανεξάρτητη στάση πολιτικά και ιδεολογικά – αριστερή χωρίς ένταξη.

Α.Π.: Ποια ήταν η θέση και η στάση του για την προσπάθεια έκδοσης περιοδικού, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και στις αρχές της δεκαετίας του ’60; Ποιες ήταν οι σχέσεις του, αργότερα, με το «Πάλι»:

Ν.Β.: Ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας ενός περιοδικού, όπως φαίνεται από το βιβλίο μου «Μοντερνισμός, πρωτοπορία και Πάλι» (εκδόσεις Καστανιώτη), στα γράμματά του κι ενίσχυσε οικονομικά το πρώτο και τα υπόλοιπα τεύχη. Και ως γνωστόν μας έδωσε και δημοσιεύσαμε πολλά ποιήματα και πεζά. Επίσης, την ίδια εποχή, έγινε η επαφή με τον Alan Ross και με τον Νίκο Στάγκο, μεταφράστηκαν και δημοσιεύτηκαν, στην Αγγλία τα «Γραπτά» με τον τίτλο “Amour Amour”. Στο «Πάλι» δημοσιεύτηκαν και περικοπές (αυτολογοκριμένες λόγω των τυπογράφων) του Μέγα Ανατολικού.

Α.Π.: Στις μεταθανάτιες συλλογές του «Οκτάνα» και «Αι γενεαί πάσαι», διακρίνει κανείς σε ορισμένα ποιήματά του, μιαν ιδιότυπη, αλλά ουσιαστική επίδραση από την ποίηση των μπήτνικς. Μιλούσατε για αυτήν την σχετικά νέα λογοτεχνία, και ποια ήταν η άποψή του για αυτήν, που, άλλωστε, την είχατε δημοσιεύσει και παρουσιάσει και στο «Πάλι»;

Ν.Β.: Ήταν ενθουσιώδης, και του γνωρίσαμε Αμερικανούς ποητές, όπως τον Φίλιπ Λαμαντία, τον Conrad Rooks και τη γυαίκα του Zina Rakovski, καθώς και τον Charles Henri Ford, τον Αμερικανό υπερρεαλιστή. Ο Rooks κατόπιν έγινε σκηνοθέτης δύο ταινιών, που η μία ήταν για τους μπήτνικς και η άλλη για τον Σιντάρθα – για την ζωή του Βούδα, ή ακόμα για τον Hermann Hesse. Και από αυτόν γνώρισε πιθανόν τον Γκρέγκορυ Κόρσο και τον Άλεν Γκρίνσμπεργκ κι επίσης τον Harold Norse. Αυτοί όλοι έβγαλαν ένα τεύχος του περιοδικού «Residue» την άνοιξη του 1965. Τότε ο Εμπειρίκος μεταφραζόταν αγγλικά, αλλά, αυτοί οι νέοι φίλοι του, γνώριζαν λίγο το έργο του. Αυτός, πάντως, τους «ενσωμάτωσε» σε πολλά ποιήματά του, συνδέοντας τους με την παράδοση του Walt Whitman.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ανοιχτός, όπως πάντα, στους δημιουργικούς ανέμους που έπνεαν στον κόσμο, δεν αγνόησε τους νέους αυτούς Αμερικανούς ποιητές και είναι προς τιμήν του ότι δεν υπήρξε ποτέ δογματικός. Τον είδα μια τελευταία φορά μετά την πτώση της χούντας, πριν πεθάνει, στην Κηφισιά, και ήταν όπως πάντα γεμάτιος από το σφρίγος φιλίας και καρδιάς.



  • Σημ.: Η συνομιλία πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 55 (Δεκέμβριος 2001-Φεβρουάριος 2002).

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

Η αφηγήτρια ταινιών του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ

Η αφηγήτρια ταινιών είναι μια μικρή νουβέλα του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, ενός Χιλιανού συγγραφέα που έχει τιμηθεί δύο φορές με το Εθνικό βραβείο της Χιλής. Στο έργο του αποτυπώνει τη σκληρή ζωή της εργατικής τάξης της χώρας του στα μεταπολεμικά χρόνια.

Στην έρημο Ατακάμα της Χιλής οι κάτοικοι δουλεύουν στα ορυχεία του νίτρου, η ζωή είναι δύσκολη και η διασκέδαση «πολύτιμη». Ο κινηματογράφος είναι η μοναδική ευχάριστη διέξοδος των κατοίκων της πάμπας, καθώς τους φέρνει σε επαφή με τον απαστράπτοντα κόσμο της οθόνης, τους αναδυόμενους και υπέρλαμπρους αστέρες της εποχής και μια μαγεία που ξεχύνεται απλόχερα από την οθόνη για να γεμίσει τις πενιχρές ζωές τους.

«Ο οικισμός μας ήταν ένας από τους φτωχότερους της περιοχής. Ο κόσμος δεν είχε τίποτα να δει ή να κάνει τα αργόσυρτα απογεύματα της πάμπας. Δεν υπήρχε ορχήστρα για να πάμε να χορέψουμε, δεν είχαμε μπάντα που να παίζει τα Σαββατοκύριακα στο κιόσκι της πλατείας. Δεν είχαμε καν την ημέρα του τραίνου, που στους άλλους οικισμούς που διέθεταν σιδηροδρομικό σταθμό ήταν φιέστα με τα όλα της».

Εκεί, σε αυτό το νιτροχώρι, ένα μικρό, ταλαντούχο κορίτσι κερδίζει επάξια τον τίτλο της αφηγήτριας ταινιών, πρώτα πρώτα μέσα στην ίδια την οικογένειά της. Ανήκει σε μια φτωχή οικογένεια, ο πατέρας είναι ανάπηρος από εργατικό ατύχημα και η μάνα τούς έχει εγκαταλείψει όλους, το σύζυγο και τα πέντε παιδιά τους.

Για να αποφεύγονται λοιπόν τα έξοδα, επειδή η οικονομική κατάσταση είναι σχεδόν ασφυκτική, παρακολουθεί μονάχα το νεαρό κορίτσι τις ταινίες που έρχονται στην πάμπα, εκ μέρους όλης της οικογένειας και σιγά σιγά αναδεικνύεται σε δεινή αφηγήτρια ταινιών. Πολλοί είναι μάλιστα αυτοί που προτιμούν να ακούσουν την αφήγηση από την ίδια παρά να την παρακολουθήσουν στη μεγάλη οθόνη του σινεμά. Κι έρχεται μια εποχή που γίνεται συνωστισμός στο μικρό φτωχόσπιτο.

Κι ενώ η νουβέλα αρχικά μοιάζει σαν ένα ανάγνωσμα νοσταλγικό μιας κινηματογραφικής εποχής ένδοξης που άφηνε απόηχο εκστατικό στις ψυχές των ανθρώπων, σιγά σιγά πίσω από το βασικό καμβά πάνω στον οποίο υφαίνεται η ιστορία, με πολύ ήπιο τρόπο, δίχως κανείς να κραυγάζει, δίχως κανείς να σχολιάζει καν, έρχεται ατόφια η αντανάκλαση μιας δύσκολης προσωπικής ιστορίας, που δεν απέχει πολύ από το ίδιο το τοπίο της ζωής όλων των κατοίκων, από τις περιορισμένες τους δυνατότητες και από τα ψαλιδισμένα φτερά που δεν τους παρέχουν εκ προοιμίου περιθώρια για μεγάλα ταξίδια.

Η κοινωνική ανισότητα, η σεξουαλική κακοποίηση, το αλκοόλ, η τοκογλυφία συνυπάρχουν σε ένα περίεργο μίγμα ζωής και λειτουργούν καταλυτικά στον ψυχισμό των ανθρώπων που τα αποδέχεται ωστόσο ως μέρος της πραγματικότητάς του και της δύσκολης επιβίωσης.

Πώς κυλά όμως η δράση και πώς εξελίσσονται τα γεγονότα;

Όλα τα συμβάντα θα ‘λεγε κανείς πως εκτυλίσσονται με μια στωική νομοτέλεια. Οι άνθρωποι είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με τις ζωές τους και κινούνται μέσα στα στενά όρια που χάραξε για αυτούς πολύ νωρίς η ανέχεια. Ο χώρος, ο χρόνος και η κοινωνική τάξη έχουν ορίσει ένα τρίγωνο που περιχαράσσει τις ζωές τους σε ένα δεδομένο πλαίσιο, εγκλωβίζοντάς τους μέσα σε αυτό. Η θλίψη υπόκωφα μπαίνει στις ψυχές τους, δημιουργώντας ένα άυλο υπόστρωμα κάτω από τη χτισμένη και ήπια καθημερινότητά τους.

«Τα σπίτια στον οικισμό μας, όπως και σε όλα τα νιτροχώρια της πάμπας, αντικατόπτριζαν τέλεια τις τρεις κυρίαρχες τάξεις, τα σπίτια με τις λαμαρίνες ήταν των εργατών, τα πλίθινα ήταν των υπαλλήλων και οι πολυτελείς βίλες των Γιάνκηδων».

Η διάθεση του συγγραφέα δεν είναι καταγγελτική, απλά καταγράφει και αφουγκράζεται. Οι ζωές των ανθρώπων συναντώνται σε μια σπιθαμή τόπο και οι πληγές διαχέονται από τη μια γενιά στην άλλη, από τη μάνα στην κόρη, από την αδελφή στον αδελφό και πάλι από τον ένα στον άλλο μεταδίδεται η δυστυχία σαν νόσος κολλητική. Ακόμη, στη σκηνή της δολοφονίας του τοκογλύφου μοιάζει να ηχεί σαν λογοτεχνική παρήχηση, να ξαναζωντανεύει θαρρείς λογοτεχνικά η ιστορία της δολοφονίας της γριάς τοκογλύφου στο Έγκλημα και Τιμωρία, χωρίς να υπάρχει βέβαια η ίδια ψυχογραφική διείσδυση στα τρίσβαθα της ανθρώπινης ψυχής.

Με μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση που διαθέτει κάτι από τη γοητεία του παραμυθιού και τη συναισθηματική επίδραση της ποίησης, η ζωή στο μικρό νιτροχώρι προχωρεί με νύχια και με δόντια ώσπου έρχεται ένα άκομψο αδηφάγο τετράγωνο κουτί, η τηλεόραση, για να συμπαρασύρει μαζί του τα τελευταία ψήγματα της αφηγηματικής αίγλης, της αληθινής ανθρώπινης επικοινωνίας και να οδηγήσει τους ανθρώπους της ιστορίας σε νέα αδιέξοδα, καθώς πρέπει και πάλι να αναμετρηθούν με τις ζωές τους και την ίδια την επιβίωσή τους.

Ο κόσμος πάντα αλλάζει κι όμως πάντα καταφέρνει να παραμένει δύσκολος… Ο συγγραφέας βρίσκει τρόπο να αναφερθεί και στα γεγονότα εκείνης της εποχής που θα έστρεφαν σε μια κατεύθυνση πιο προοδευτική τον κόσμο. Αναφέρεται στον ηγέτη τους που αγαπούσε τους ανθρώπους και υπερασπιζόταν τα δικαιώματά τους, αλλά και στις βίαιες ιστορικές αλλαγές που σηματοδότησαν την πορεία του Χιλιανού λαού.

«Εκείνη την εποχή συνέβησαν ορισμένα γεγονότα που άλλαξαν τον κόσμο. Εμφανίστηκαν οι χίπηδες. Ο άνθρωπος πάτησε στο φεγγάρι (το έδειξαν στην τηλεόραση). Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε ανέβηκε στην εξουσία. Μια φορά πέρασε από τον κεντρικό δρόμο του οικισμού ο κομαντάντε Φιντέλ Κάστρο (καταφέραμε να δούμε μόνο τη γενειάδα του να ανεμίζει πίσω από τα τζάμια μιας καμιονέτας).

»Εν τω μεταξύ έγινε το πραξικόπημα του στρατηγού Πινοσέτ. Με το πραξικόπημα χάθηκαν πολλά. Χάθηκαν άνθρωποι. Χάθηκε το τραίνο. Χάθηκε η εμπιστοσύνη».

Κρατά ωστόσο το καλύτερο κομμάτι για το τέλος, σμίγοντας την πορεία του λαού της Χιλής με τον αγαπημένο και εμβληματικό ποιητή της και παραθέτει ένα απόσπασμα στο επίμετρο από την αυτοβιογραφία του Πάμπλο Νερούδα με τίτλο Η πάμπα του νίτρου.

«…Η πάμπα είναι τόπος άγριος και δύσβατος. Στα μέρη της κάνει μισό αιώνα να βρέξει και η έρημος διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά των μεταλλωρύχων. Τα πρόσωπά τους είναι καμένα. Όλη αυτή η έκφραση της μοναξιάς και της εγκατάλειψης κατακάθεται στα σκούρα έντονα μάτια τους τους. Το να ανέβεις από την έρημο προς την Κορδιλιέρα, να μπεις σε κάθε φτωχόσπιτο, να γνωρίσεις τις απάνθρωπες δουλειές, να νιώσεις ότι πάνω σου αποθέτουν τις ελπίδες τους άνθρωποι απομονωμένοι και καταποντισμένοι είναι βαριά ευθύνη. Η ποίησή μου ωστόσο άνοιξε ένα δίαυλο επικοινωνίας και κατάφερα να περπατήσω στον τόπο τους, να γίνω δεκτός σαν παντοτινός αδερφός από όσους συμπατριώτες μου ζούσαν σ΄αυτές τις συνθήκες της σκληρής βιοπάλης…»

Τελικά η αφηγήτρια ταινιών καταφέρνει να συνδέσει το υλικό των ονείρων με την πικρή βιοπάλη. Καταφέρνει να δείξει παράλληλα την αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ των ανθρώπων που παλεύουν για την επιβίωσή τους χωρίς μακρόπνοα οράματα, το ίδιο πονεμένοι όλοι, με μόνο όπλο την αγάπη για τον άλλο και την αγάπη για τον τόπο τους, που είναι ο ίδιος αυτός που τους δένει με τη μοίρα τους.

Ήλια Λούτα


Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Νάνος Βαλαωρίτης: Ανδρέας Εμπειρίκος & Άγγελος Σικελιανός, μια εισαγωγή

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ο Σεφέρης, έγινε το επίκεντρο της αντίφασης που κατά κάποιο τρόπο σηματοδότησε τον διαχωρισμό των ομάδων που τάσσονταν υπέρ ή κατά της Πειραματικής avant-garde γραφής στην Ελλάδα. Αυτήν τη φορά, μέσω της αντιφατικής ερωτικής του νουβέλας οχτώ τόμων Μέγας Ανατολικός που τοποθετείται στα χρόνια του Ιουλίου Βερν και είναι γραμμένη προς το τέλος της ζωής του. Αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει μια τέτοια αντίφαση. Στα 1935, η εκπληκτική απάντηση, αρνητική, χλευαστική, με σατιρικές παρωδίες κ.λπ., γύρω στα 300 άρθρα και επιπλέον στιγμιότυπα από κωμικές σκηνές σε δημοφιλείς θεατρικές κριτικές χαιρέτισαν τα πρώτα σουρεαλιστικά «αυτόματα» κείμενα του Εμπειρίκου με τίτλο Υψικάμινος. Η έκρηξη συνεχίστηκε μέχρι το 1939, κατά τη διάρκεια του οποίου δύο άλλοι σουρεαλιστές ποιητές, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Εγγονόπουλος, συμπεριελήφθησαν στη διαμάχη. Η ποίηση του τελευταίο επαναπαρήχθη στο σύνολό της καθημερινά με χλευαστικά σχόλια στη συντηρητική εφημερίδα Ακρόπολις. Ο Α. Τριβιζάς, στο βιβλίο του Το σουρεαλιστικό σκάνδαλο συγκέντρωσε όλα αυτά τα άρθρα, τα οποία και προσφέρονται ως ευχάριστο ανάγνωσμα.

Δεν εννοώ πως οι Έλληνες αδυνατούσαν να αναγνωρίσουν στη δεκαετία του ’30 τη σημασία που η Μοντέρνα ποίηση και πεζογραφία θα είχαν μακροπροθέσμως. Αλλά είχαν αναπτύξει μια προκατάληψη αναφορικά με το τι ήταν ποιητικό και τι όχι. Αυτήν την περίοδο η Σχολή του Παλαμά, του μεγάλου δημοτικιστή ποιητή, και το παρακλάδι της των Νέο-Συμβολιστών ήταν στο φόρτε τους, και αυτοί ήταν οι ποιητές που διδασκόμασταν στο σχολείο από τους «προοδευτικούς» δασκάλους. Αυτό ήταν ήδη μια επανάσταση, παρά το ότι δεν ήταν ένα αληθινό ξέκομμα από τους δημοτικιστές ποιητές του παρελθόντος, τον Σολωμό και τη Σχολή του, τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη και ακόμη τον καθαρευουσιάνο Κάλβο. Κι αυτό έλαβε χώρα μεσούσης ακόμα της διαμάχης με την αρχαΐζουσα γλώσσα που χρησιμοποιούνταν παντού στο δημόσιο βίο και τους σχολαστικούς που κυριαρχούσαν εξ ίσου στα Γυμνάσια και στα Πανεπιστήμια. Και το να είναι κανείς δημοτικιστής εκείνες τις μέρες ήταν από μόνο του πολύ τολμηρό.

Στην σουρεαλιστική ατμόσφαιρα δύο γλωσσών που αντιμάχονταν η μια την άλλη, η είσοδος των πρώτων σουρεαλιστών ποιητών, που έγραψαν υπό την πρόκληση ή ακόμα ένα είδος δανδισμού σε άκρατη καθαρεύουσα ήταν ένα είδος πραξικοπήματος. Την ίδια χρονιά, το 1935, εμφανίστηκε και η συλλογή ποιημάτων του Καβάφη, όμως δεν αποτέλεσαν καινοτομία, καθώς τα τευχίδια των ποιημάτων του ήταν ήδη πολύ γνωστά σ’ ένα επιλεγμένο κοινό πολύ νωρίτερα. Το ποίημα του Γ. Σεφέρη «Μυθιστόρημα», που εκδόθηκε την ίδια χρονιά, σηματοδότησε την εποχή, όπως είχε κάνει 15 χρόνια νωρίτερα η Έρημη Χώρα του Τ. Σ. Έλιοτ. Ο Γ. Σεφέρης, παρά το ότι χτυπήθηκε σκληρά από τους κριτικούς, ποτέ δεν έγινε αντικείμενο χλευασμού ή οργής, αλλά μάλλον απορίας και εχθρότητας εξαιτίας των σκοτεινών μηνυμάτων του νέου του στυλ, του ελεύθερου στίχου. Η περίφημη πρώιμη καθαρή ποίησή του είχε γίνει καλώς αποδεκτή. Επηρεασμένος από τον Paul Valery υπήρξε αξιοσημείωτη λόγω της ανανέωσης που επέφερε στον παραδοσιακό στίχο, παρά το ότι τα μηνύματά της ήταν συχνά σκοτεινά.

Υπήρχε όμως και κάποιος άγνωστος στο προσκήνιο ήδη από το 1909, όταν τυπώθηκε σε μια πολυτελή έκδοση το ποίημα «Αλαφροΐσκιωτος» ο Άγγελος Σικελιανός, του οποίου η ποίηση, παρά το ότι δανείστηκε στοιχεία από το επίσημο κίνημα των δημοτικιστών στο ύφος αλλά και στο λεξιλόγιο, ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση. Η ποίηση αυτή, πολύ περισσότερο σκοτεινή και ερμητική, στόχευσε σε κάτι το διαφορετικό: στην ανανέωση της αντίληψης περί παγανιστικών, διονυσιακών και απολλωνιακών αποκαλύψεων στη ζωή και στη φύση του ελληνικού τοπίου και των ανθρώπων. Αυτή την εποχή, ως τη δεκαετία του ’30 ήταν κυρίως γνωστός ως ο προαγωγός του Δελφικού κινήματος, της αναγεννήσεως του αρχαίου ελληνικού δράματος. Ήταν στο νεωτεριστικό περιοδικό Τα Νέα Γράμματα του 1935, που φιλοξενούσε νέους ποιητές, όπου η ποίησή του εμφανιζόταν ταχτικά και άρχισε να ‘χει μια παρουσία και μια επίδραση, και μέχρι το 1947 όταν οι τρεις τόμοι του Λυρικού Βίου που συγκέντρωναν όλα τα προηγούμενα ποιήματα εκδόθηκαν, τέσσερα μόλις χρόνια πριν από τον θάνατό του, το 1951 […]

Η ποίηση του Σικελιανού γράφτηκε στη ρωμαλέα μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας, της οποίας ήταν μεγάλος τεχνίτης. Η συχνή επίκληση στο έργο του αρχαίων παγανιστικών θεοτήτων, καθώς και χριστιανικών μορφών τον σηματοδοτεί ως συμφιλιωτή θρησκειών και φιλοσοφιών. To χάρισμά του αυτό, συνδυαζόμενο με την ερμητική του φιλοσοφία, συνιστούν ένα μοναδικό αμάλγαμα στάσεων που επίσης δημιούργησαν την αναγέννηση του αρχαίου ελληνικού δράματος στους Δελφούς, γνωστό ως Δελφικό Κίνημα. Η Αμερικανίδα σύζυγός του Εύα Πάλμερ συνέβαλε στην καινοτόμο χορογραφία του χορού και υποστήριξε το όλο εγχείρημα όχι μόνο πνευματικά, αλλά και οικονομικά. Και οι δύο πίστευαν πως οι Δελφοί θα μπορούσαν να γίνουν το Παγκόσμιο Επίκεντρο της πνευματικής αναγέννησης του σύγχρονου κόσμου, όπως το μαντείο είχε υπάρξει για τον αρχαίο κόσμο. Από τότε οι Δελφοί έγιναν το πολιτιστικό κέντρο που φιλοξενούσε έναν αριθμό συμποσίων επί διαφόρων θεμάτων, περισσότερο στην πραγματική σύγχρονη έννοιά τους παρά στον υψηλά πνευματικό μαντικό ρόλο που ο ίδιος ο ποιητής με τη γυναίκα του είχαν ονειρευτεί. […]

Συγκρινόμενη με την ποιητική, πολύ πλούσια και ρητορική γλώσσα του Σικελιανού, ο Εμπειρίκος χαράσσει ένα πολύ ηπιότερο ποιητικό προφίλ. Η ποίησή του είναι μοντέρνα, δανειζόμενη πολλές εκφράσεις από την καθημερινή γλώσσα, και εστιάζεται κυρίως στον ερωτικό πόθο. Ωστόσο, κάποιοι κριτικοί έχουν συγκρίνει στιγμές έξαρσης στην ποίηση του Εμπειρίκου με διονυσιακά θέματα, υπαινιγμούς και αναφορές από το έργο του Σικελιανού. Επίσης, τα πεζά του Εμπειρίκου Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (Amour Amour στη μετάφραση) και οι συχνές εμφανίσεις αρχαίων ελληνικών θεοτήτων και μυθικών μορφών σχετίζονται με τις εμφανίσεις και επικλήσεις θεοτήτων και μυθικών μορφών στην ποίηση του Σικελιανού. Σε κάθε περίπτωση και οι δύο ποιητές μοιράζονται ένα ξεχείλισμα εκφραστικότητας, κάτι με το οποίο οι Αμερικανοί είναι εξοικειωμένοι από την ποίηση του Walt Whitman. Ειδικά η ύστερη πεζή ποίηση του Εμπειρίκου, συγκεντρωμένη σε έναν τόμο υπό τον τίτλο Οκτάνα είναι καθαρά μεσσιανική σε τόνο και στυλ, φέρνοντας τους δύο ποιητές ακόμη εγγύτερα. Η φιλοσοφία του σουρεαλισμού που στόχευε στην ανανέωση της πνευματικής καλλιτεχνικής και ποιητικής έκφρασης σε όλους τους χώρους και στην καθημερινή ζωή, προσεγγίζει αυτό που ο Σικελιανός ήλπιζε να πετύχει με την ποίησή του και το Δελφικό Κίνημα.


Νάνος Βαλαωρίτης 



Σημ.: Απόσπασμα από το πρώτο μέρος της διάλεξης που έδωσε ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης στο Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού  στη Ν. Υόρκη στα αγγλικά στις 22.4.2001. Μετάφραση στα ελληνικά: Δήμητρα Σ. Καλλιγέρη, Master Κλασικής φιλολογίας & Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ολόκληρο το πρώτο μέρος της διάλεξης πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 54 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2001).

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Όποτε ακούω από τότε ακορντεόν...

Air του Μπαχ. Ακορντεόν: Ρισάρ Γκαλιανό. 

Ένα από τα πιο ευήκοα, πλήρη και διαδεδομένα μουσικά όργανα είναι το ακορντεόν, αν και δεν έχει κατακτήσει ακόμα τη δημοφιλία που απολαμβάνει μια κιθάρα ή ένα πιάνο. Πρόκειται για ένα αερόφωνο πληκτροφόρο όργανο, που εφευρέθηκε κατά πάσα πιθανότητα στη Γερμανία το 1822, αλλά κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στη Βιέννη της Αυστρίας από τον Cyrill Demian το 1829. Αποτελείται από δύο πληκτρολόγια και μια αεροπαραγωγό φυσούνα στη μέση, η οποία επεκτείνεται και συμπιέζεται από τον εκτελεστή, παράγοντας ήχο με τη ροή του αέρα, καθώς δονεί μεταλλικά ελάσματα στο εσωτερικό του οργάνου.

Το όνομα ακορντεόν είχε την πρόθεση να το κάνει να ξεχωρίσει από το μελοντεόν, την αρμόνικα, τη φυσαρμόνικα και άλλα παρόμοια όργανα με τα οποία ερευνούσαν νέες ηχητικές δυνατότητες οι κατασκευαστές της εποχής εκείνης, αξιοποιώντας, ουσιαστικά, στοιχεία από το πανάρχαιο κινέζικο σενγκ με τις παλλόμενες γλωττίδες.

Το ακορντεόν υιοθετήθηκε γρήγορα από τους λαϊκούς μουσικούς της κεντρικής Ευρώπης και κατέκτησε ως και τη Ρωσία. Λίγο αργότερα διαδόθηκε και στις άλλες ηπείρους (Νότιο Αμερική, Νότια Αφρική, Ανατολική Ασία) κι έφτασε ως τον Καναδά και τη Νέα Ζηλανδία, προσαρμόζοντας μέγεθος, κούρδισμα και τρόπο κατασκευής, παραμένοντας, ωστόσο φορητό, με τη φυσούνα του και τον γλυκό, πολυφωνικό του ήχο. Οι πιο γνωστές παραλλαγές του είναι το ρώσικο μπαγιάν και η γερμανική κονσερτίνα, ενώ η πιο γνωστή εξελιγμένη του μορφή είναι το μπαντονεόν (που εφευρέθηκε από τον Γερμανό Χάινριχ Μπαντ, αλλά γρήγορα μετανάστευσε στην Αργεντινή). Το μπαντονεόν αντί για πλήκτρα έχει κουμπιά στις δύο πλευρές, τα οποία καθένα παράγει διαφορετική νότα όταν ανοίγει η φυσούνα και διαφορετική όταν κλείνει.

Από τη δεκαετία του 1920, το ακορντεόν γίνεται αποδεκτό και στον κόσμο της λεγόμενης κλασικής ή λόγιας μουσικής. 'Όπως αναφέρει σε κείμενό του ο Κωνσταντίνος Ράπτης, "από τις αρχές του εικοστού αιώνα, έγιναν προσπάθειες για την κατασκευή ενός τέτοιου τύπου ακορντεόν, που θα επέτρεπε να παίζονται ταυτόχρονα διαφορετικές μελωδίες στο αριστερό και στο δεξιό πληκτρολόγιο, αυξάνοντας την έκταση και τις δυνατότητες του οργάνου. Η διάδοση του "ακορντεόν με μελωδικά μπάσα" από τη δεκαετία του 1960 και μετά, υπήρξε το καθοριστικό βήμα για την ολοκλήρωσή του ως φορητού πολυφωνικού οργάνου, διατηρώντας ταυτόχρονα τον λαϊκό χαρακτήρα του.

Σήμερα το ακορντεόν ακούγεται παντού, από την παραδοσιακή μουσική, τη τζαζ και τις εορταστικές εκδηλώσεις, μέχρι τη μουσική δωματίου, το θέατρο και την όπερα.

Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών οργάνωσε μια σειρά συναυλιών με επίκεντρο το ακορντεόν, σε μια προσπάθεια να αναδείξει τον πολυφωνικό, πειραματικό και γοητευτικό χαρακτήρα του, προσκαλώντας τον σύγχρονο δεξιοτέχνη Ρισάρ Γκαλιανό, αλλά και καταξιωμένους Έλληνες ερμηνευτές.

Εμείς παρακολουθήσαμε τη συναυλία με την παρουσία του ακορντεόν στη σύγχρονη δημιουργία με το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής και τον Παναγιώτη Ανδρέογλου, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς εκτελεστών του ακορντεόν.

Πρώτο έργο της βραδιάς ήταν το "Φολκλορικόν οξύ VI" για ενόργανο σύνολο (2018), του Γιώργου Χατζημιχελάκη. Ανήκει σε μία σειρά ομότιτλων φθογγοκεντρικών έργων του συνθέτη, που διαπραγματεύονται τη διαχείριση παραδοσιακού υλικού σε ένα πλαίσιο αναδιοργάνωσης προς σύγχρονες κατευθύνσεις. Πραγματικά, η μετάλλαξη των ήχων προσδίδει στο αποτέλεσμα μια απρόσμενη γοητεία χωρίς υπερβολικές εξάρσεις. Ακολούθησε το "Cantus firmus" για σόλο ακορντεόν κονσέρτου (μπαγιάν για την ακρίβεια εδώ) (2011), του Κώστα Τσούγκρα. Το έργο βασίζεται σε μία σταθερή επτάφθογγη τροπική μελωδία και στους διατονικούς και χρωματικούς μετασχηματισμούς της. Το σόλο ακορντεόν πραγματώνει μια σύνθετη θεματική επεξεργασία με σπειροειδή μορφή. Έπεται το έργο "Στη σκιά του κόσμου με τρεις νότες" για ενόργανο σύνολο (2018) του Χρήστου Ζερμπίνου. Ο πυρήνας του έργου βασίζεται σε δύο αντιθετικές μεταξύ τους ιδέες: η πρώτη ιδέα αποτελείται κυριολεκτικά από τρεις νότες (ρε ύφεση, σι, ντο), ενώ η δεύτερη εμφανίζεται λίγο αργότερα με γκλισάντι από το βιολί. Οι ρυθμικές εναλλαγές και η εξέλιξη των ιδεών πλάθουν ηχητικές φωτοσκιάσεις με εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Στο δεύτερο μέρος, παρατέθηκαν τα έργα δύο σπουδαίων δημιουργών της μουσικής του εικοστού αιώνα. Το πρώτο ήταν το "In croce" για βιολοντσέλο και μπαγιάν (1992), της Σοφίας Γκουμπαϊντούλινα. Γραμμένο αρχικά για εκκλησιαστικό όργανο και τσέλο, μεταγράφηκε από την Ελ. Μόζερ και ανήκει στα έργα που εκφράζουν τις θρησκευτικές αναζητήσεις της συνθέτριας με το μπαγιάν σε κύριο ρόλο. Η ενατένιση της θείας σταύρωσης με υπερβατικό, μυστικιστικό χαρακτήρα εκφράζει πλήρως το πνεύμα της δημιουργού. Για την κορύφωση του τέλους ερμηνεύθηκαν τρία τάνγκο για ενόργανο σύνολο του Άστορ Πιατσόλα. Συγκεκριμένα, ακούστηκαν τα τάνγκο Fuga y Misterio, Oblivion, Adios Nonino, στα οποία ο αναμορφωτής του τάνγκο και δεξιοτέχνης του μπαντονεόν, που είχαμε την τύχη να ακούσουμε ζωντανά στο Ηρώδειο λίγους μήνες πριν αποβιώσει, ανέμειξε δημιουργικά στοιχεία τζαζ και κλασικής μουσικής. Τα γοητευτικά ηχοχρώματα της μουσικής του επιβιώνουν σε πείσμα των καιρών και υπερβαίνουν τα μουσικά στεγανά.

Οι ερμηνείες από το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής υπό τη διεύθυνση του Ιάκωβου Κονιτόπουλου υπήρξαν υποδειγματικές, αλλά και φορτισμένες από συγκίνηση, καθώς ήταν η πρώτη συναυλία του Συγκροτήματος χωρίς τη φυσική παρουσία ή διεύθυνση του ιδρυτή του, Θόδωρου Αντωνίου, που πέθανε τον χειμώνα που πέρασε. Ο σολίστ του ακορντεόν Παναγιώτης Ανδρέογλου έπαιξε με εκφραστική δεινότητα και ρυθμική συνέπεια, σεβόμενος το ύφος του κάθε συνθέτη και τους μουσικούς που τον συνόδευαν.

Αθανάσιος Βαβλίδας

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

Ο Νάνος Βαλαωρίτης γράφει για τον André Breton

Με τον Α. Breton γνωρίστηκα το 1954 και έως το 1960 διατηρήσαμε μια αρκετά στενή επαφή, συχνά καθημερινή. Βέβαια ήταν περιτριγυρισμένος από τους νεαρούς τρίτης γενεάς οπαδούς του που ήταν πολυάριθμοι, καμιά τριανταριά, με συμπαθούντες επισκέπτες κάθε τόσο στις συναντήσεις στο καφενείο, και στο σπίτι του στο Saint cirq la Popie στον ποταμό Lot, στη νότιο Γαλλία. 


Εκεί, χάρις στο αυτοκίνητο της Μαρίας, της τότε φίλης και κατόπιν συζύγου μου, που με είχε φέρει σε επαφή μαζί τους στο Παρίσι, τον Οκτώβρη του 1954, εξερευνούσαμε τον ποταμό για αχάτες στην κοίτη και στις όχθες του. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άρθρο για τις πέτρες, που ο Breton δημοσίευσε στο περιοδικό του Surréalisme Même το 1955, όπου και περιέλαβε μια ανακοίνωσή μου για την ανακάλυψη ενός πιθανώς προϊστορικού γλυπτού μιας θεάς με κεφάλι νυχτερινού πουλιού, που λατρευόταν στην περιοχή. Η Μαρία είχε βρει ένα τέλειο μαύρο αυγό. 

Οι μέρες αυτές με συντροφιά τον Breton, τον Peret και τους φίλους τους, θα μου μείνουν αξέχαστες. Όταν έφυγαν οι άλλοι και μείναμε με τον Breton και τη σύντροφό του Ελίσα, σε απογευματινές συναντήσεις μας σ’ ένα καφενείο του χωριού, μου εκμυστηρεύτηκε τι του είχε πει ο Paul Valéry για τα ποιήματά του: ότι μια γυναίκα είναι ωραία με λιγότερα στολίδια, – ήταν η εποχή που έγραφε μαλλαρμεϊκά ποιήματα πολύ φορτωμένα με εικόνες και μπαρόκ. 

Ότι το κίνημα του Υπερρεαλισμού ποτέ δεν έχασε την αισθητική παιδεία απ’ την οποία είχε προέλθει είναι λίγο γνωστό. Συνήθως η έμφαση δίνεται στα αυτόματα κείμενα των πρώτων χρόνων – ενώ στο βάθος ο Breton ήταν ένας μεγάλος αισθητικός της γλώσσας και βασάνιζε κάθε φράση που έγραφε. Το ίδιο σε αναλογία ήταν και οι άλλοι φίλοι του, Eluard, Chart, Queneau, Desnos, Peret, Aragon, Soupault, Vitrac, Prévert, κ.τ.λ. Ότι ο Υπερρεαλισμός είναι και ένα κίνημα ανανέωσης μεν αλλά και αισθητικής της γλώσσας η απόδειξη είναι ότι οι ηλεκτρικοί ποιητές που βγαίνουν απευθείας από το γλωσσικό αισθητισμό του Υπερρεαλισμού έκαναν μια ποίηση υπερ- αισθητισμού, πιο έντονα μπαρόκ από τα κλασσικά υπερρεαλιστικά κείμενα. 

Τα πεζά του Breton, είναι γραμμένα με πολύ εκτεταμένες φράσεις που μοιάζουν εκπληκτικά στο στυλ, στο ύφος του Proust, του οποίου διετέλεσε διορθωτής όταν ήταν νέος, αλλά βέβαια και της πρόζας του Mallarmé, χωρίς να είναι ο προσανατολισμός του ο ίδιος. 

Μια πολύ έστω κι επιφανειακή γνωριμία με τον Breton επικυρώνει ότι ακόμα και τα αυτόματα κείμενα είναι μετατροπές κλασσικών κειμένων και δείχνουν φανερά την προέλευσή τους, και διατηρούν το γούστο και την παραδοσιακή αισθητική της γαλλικής γλώσσας. Θα παρατηρήσουμε το ίδιο φαινόμενο στην ποίηση του Εμπειρίκου, του Ελύτη, του Εγγονόπουλου, του Γκάτσου, στα οποία η ανανεωτική τους πλευρά ποτέ δεν παραβιάζει το αισθητικό αισθητήριο της γλώσσας. 

Το ίδιο παρατηρείται στον αισθητισμό του εικαστικού υπερρεαλισμού από τον De Chirico, (που είναι και πολύ μεγάλος μαέστρος του ποιητικού πεζού λόγου) έως τον Matta, τον Brauner και άλλους νεότερους, που διατηρούν πάντοτε μια αισθητική της σύνθεσης της γραμμής, και του χρώματος, ακόμα και στο λεγόμενο αφαιρετικό λυρισμό. Η τεχνική τελειότητα στους Tanguy, Dali, Magritte, Picabia, Duchamp, παρ’ όλες τις ανατροπές στο περιεχόμενο, το θέμα, και την κατάργηση της απλής απεικόνισης (ρεαλισμός, νατουραλισμός) δείχνει και κατ’ αναλογία στην ποίηση μια ανάλογη προσοχή στα μεταφραστικά μέσα. 

Ο Breton δεν ήταν ποτέ υπέρ του οτιδήποτε και με όποιο τρόπο. Τα κριτήριά του πολύ αυστηρότερα από των κριτικών του κανόνα, ακόμα μας εκπλήσσουν με την ορθότητα της επινόησής τους. Και το άλλο στοιχείο είναι ο σεβασμός που είχε στη φύση, στα ζώα, τα φυτά, τις πέτρες, σε όλα τα φυσικά φαινόμενα, τόσο που θα’ λεγες ότι έχεις να κάνεις μ’ έναν φυσιολόγο. 

Η προήγηση των μανιφέστων και των πειραμάτων της εποχής των νταντά είχε τον χαρακτήρα της ανάγκης της ανανέωσης, που ήταν ήδη φανερή στους προδρόμους ποιητές, Jarry, Mallarmé, Apollinaire, R. Roussel, και στον πρώτο Valéry του «Κυρίου Τεστ». Η γαλλική ποιητική γραφή, όδευε προς τα εκεί, όπου τα μανιφέστα και η σύνταξη του κινήματος συστηματοποίησε την τάση στο επίπεδο της θεωρίας και των ιδεών. Ιδέες που είχαν τις ρίζες τους στο ρομαντισμό, παρνασσισμό και συμβολισμό των Baudelaire, Nerval, Rimbauld, Lautréamont, και του Huysmans, του οποίου το «Ενάντια στο ρεύμα» είναι η βίβλος και των λεγομένων αισθητικών ντεκαντάν, του Wilde και άλλων, αλλά και στέκεται ψηλά στην εκτίμηση των υπερρεαλιστών. Ας μην ξεχνάμε ότι ο E. A. Poe, από τον οποίο κατάγεται ο συμβολισμός ήταν ένας μεγάλος θεωρητικός και εφαρμοστής της αισθητικής της γλώσσας, άσχετα αν τα θέματα του είχαν μια τάση προς το πεισιθάνατο, τη μελαγχολία και τη φρίκη. Η γλώσσα του δίνει ένα άλλο ζωτικό και ανυψωτικό μήνυμα. Κι αυτός ο πολύ λεπτός συνδυασμός εξηγεί πολλές πλευρές της περίπλοκης ποιητικής θεωρίας του υπερρεαλισμού. 

Η ώση του παραλόγου, του ανατρεπτικού, του ασύνειδου, χωρίς αισθητικό μέτρο, οδηγεί μόνο σε προϊόντα με ψυχολογική αλλά όχι ποιητική αξία. Μόνο ο συνδυασμός των δύο αποτελεί ποιητική γραφή. 

Νάνος Βαλαωρίτης
Ποιητής – ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Σαν Φρανσίσκο


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 64 (Μάρτιος-Μάιος 2004).

Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2019

Άνεμος στο γρασίδι - Η ποίηση του Φορντ Μάντοξ Φορντ

Ο Φορντ Μάντοξ Φορντ (1873-1939) θεωρείται ένας από τους πιο αξιόλογους Βρετανούς ποιητές των αρχών του εικοστού αιώνα. Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό με τη νουβέλα του «Ο καλός στρατιώτης». Αρχικά δούλεψε στο τμήμα προπαγάνδας της αγγλικής κυβέρνησης και κατόπιν κατατάχθηκε στο στρατό -το 1915- συμμετέχοντας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου μάλιστα τραυματίστηκε από έκρηξη οβίδας.

Ο Έζρα Πάουντ πίστευε ότι ο Φορντ ήταν ένας από τους καλύτερους κριτικούς λογοτεχνίας στη Βρετανία. Μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκε στη Γαλλία με την Αυστραλή σύντροφό του και ασχολήθηκε με τη δημοσιοποίηση πρωτοποριακών κειμένων από την Ευρώπη και την Αμερική, δημοσιεύοντας έργα συγγραφέων όπως ο Τζέιμς Τζόις και η Γερτρούδη Στάιν. Ο Φορντ καταπιάστηκε με πολλά λογοτεχνικό είδη: πεζογραφία, ποίηση, θέατρο. Σ’ ένα μικρό θεατρικό σκετσάκι που έγραψε μιλούν όλα τα μέλη μιας κατοικίας εκτός απ’ τους ενοίκους.

Σε αυτό το απόσπασμα μιλά η γάτα :

Η ΓΑΤΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

Γύρω απ’ το τζάκι με τα μάτια μισόκλειστα νιαουρίζω· μέχρι
να σβήσει το τελευταίο κάρβουνο.
Κάθε τρύπα ποντικού,
κάθε φωλιά τριζονιού,
την έχω μυρίσει.
Έχω νιώσει
κάθε τρίξιμο σάπιου δοκαριού
κι άκουσα
κάθε πουλί στη λόχμη.
Αηδόνι ψηλά στο δέντρο
σε βλέπω!
Κατάγομαι από ράτσα παράξενη
απ’ τις ερήμους, τα τρανά τέμπλα, τους ξακουστούς βασιλιάδες,
απ’ την καυτή άμμο όπου τ’ αηδόνι δε λαλεί ποτέ!

Πειραματιζόταν πάντα με κάθε καινούρια ιδέα. Τούτο είναι ένα κομμάτι από τη συλλογή Songs from London που κυκλοφόρησε το 1910:

ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΚΟ
(Στον V. M.)

Στ’ άλογα! Στ’ άλογα! το πέπλο της νύχτας βουλιάζει απαλά.
Οι λόφοι πορφυροί, η έρημος καστανοκίτρινη.
Αν και νυσταγμένοι από τα μεταξένια μαξιλάρια
Χωμένοι στη μικρή λευκή πολιτεία
Καλπάζουμε! Καλπάζουμε! πάνω απ’ τους κυματισμούς της άμμου.
Το φεγγάρι ψηλά στη χάση ρίχνει το απαλό του βλέμμα.

Ο Φορντ χρησιμοποίησε εκτενώς τις εμπειρίες του από το Δυτικό Μέτωπο. Το ποίημά του Antwerp (Αμβέρσα) θεωρήθηκε από τον Τ.Σ. Έλιοτ ως το καλύτερο ποίημα σχετικά με τον πόλεμο. Αυτές είναι οι δύο πρώτες στροφές:

Ι.

ΣΚΟΤΕΙΝΙΑ!

Ο Οκτώβριος όπως κι ο Νοέμβριος·
Ο Αύγουστος εκατό χιλιάδες ώρες,
Κι όλος ο Σεπτέμβρης,
Εκατό χιλιάδες ηλιόλουστες μέρες που σέρνονταν,
Κι ο μισός Οκτώβρης χιλιάδες χρόνια…
Καταδίκη!
Αυτή ήταν η Αμβέρσα…
Για τ’ όνομα του Θεού,
Πώς μπόρεσαν να το κάνουν;
Εκείνες οι ψυχές που βυθίζονταν όλη την ώρα
Μες τους βρώμικους κρατήρες των ναρκών·
Που μαζεύονταν συχνά σαν τις μέλισσες
Σε ξασπρισμένα καλύβια· κάτω από κόκκινες λεύκες·
Που έσερναν βρώμικα φτυάρια στη λάσπη
Που σπρώχνονταν να εκτελέσουν γλοιώδεις αγγαρείες…
Εκείνοι οι άνδρες με την όψη σβώλων γης
Ήταν οι πιο γενναίοι άνδρες που οδήγησε ποτέ κάποιος αδιάφορος
Ιερέας του Θεού…
Κι ούτε χρειάζονται ύμνους από μας.
Αν βρίσκαμε λέξεις που θα έβγαιναν δίχως την πνοή του ανέμου
Σ’ ένα σκοπό που θα φυσούσαν οι τρομπέτες,
Διαπεραστικά μέσα απ’ τους ουρανούς τους δικούς μας ή και του Αλλάχ,
Μέσα απ’ τους φαρδιούς θαλάμους όποιας Βαλχάλα.
Τέτοιους ύμνους δε μπορούμε να φτιάξουμε. Το μόνο που μένει να πούμε εμείς
Που σχεδιάζουμε σονέτα, ελεγείες, στίχους εξεζητημένους, ρίμες.
είναι τούτο:
«Για τ’ όνομα το Θεού, πώς μπόρεσαν;»

ΙΙ.

Γιατί δεν υπάρχει τίποτα καινούριο κάτω απ’ τον ήλιο,
Μόνο ένας άχαρος άνδρας με το τουφέκι που καπνίζει
Στη σκοτεινιά…
Τι στο διάβολο θα κερδίσει απ’ αυτό;
Σκάβοντας μια τρύπα στη λάσπη με τη βροχή να πέφτει
Περιμένοντας το μοιραίο,
Το κοφτερό χτύπημα, το τίναγμα του αίματος
Ώσπου το γκρίζο λασπωμένο όρυγμα
Γίνει ένα σκούρο μαβί αυλάκι.
Λοιπόν, έχουν υπάρξει σημάδια πληγών
Κερδισμένα σε πολέμους πολλούς…
Kαρχηδονιακός,
Πελοποννησιακός, Πόλεμοι του Ναπολέοντα, πόλεμοι για την πίστη, την τιμή, τις κτήσεις,
Όμως αυτός ο Βέλγος με την αποκρουστική πουκαμίσα,
Το άχαρο στρογγυλό κράνος, εθισμένος στους πυροβολισμούς
για την επέκταση της μίζερης χώρας του,
αυτός που στέκει με το βρεγμένο όπλο στο χέρι του…
Καταδίκη!
Αυτό θα βρει σε μια ξαφνική ταραχή,
Και κείτεται, στο μουσκεμένο χορτάρι θέαμα απεχθές...
Εικόνα που θα πάρει καιρό να ξεχαστεί.

Το πραγματικό του όνομα του ήταν Ford Hermann Hueffer και ο πατέρας του καταγόταν από την Γερμανία. Αργότερα θέλησε να αλλάξει το όνομά του, καθώς εκείνον τον καιρό η Γερμανία ήταν συνώνυμη του ναζισμού. Πριν απ’ τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τάχθηκε σθεναρά κατά του Φράνκο και του Χίτλερ, υπογράφοντας μανιφέστα εναντίον του ναζισμού και του φασισμού. Ο Φορντ έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Αμερική διδάσκοντας στο κολέγιο Olivet του Μίσιγκαν. Από την εμπειρίες του στην αμερικανική ήπειρο προέρχεται το ακόλουθο ποίημα:

ΟΙ ΕΚΒΟΛΕΣ ΤΟΥ ΧΑΝΤΣΟΝ
( Για την Έσθερ Μπρουκς)

Ένας μοναχικός άντρας στέκεται σαν παρατηρητικής πουλιών
και μπλέκεται στο σταχτί χιόνι
από ’να πεταμένο, γκρίζο
καρούλι καλωδίου της Γουέστινγχάους Ελέκτρικ.
Μετρώντας τις γραμμές των παροπλισμένων εμπορικών
αμαξοστοιχιών από τριάντα πολιτείες δε μπορεί ν’ ανακαλύψει
την Αμερική. Τινάζονται και τραντάζονται
και ξεχαρβαλώνονται στην παρακαμπτήριο από κάτω του.

Δεν τα ’χει καλά με την ισορροπία του.
Τα μάτια του χαμηλώνουν κι ακολουθούν το ρεύμα του ποταμού,
και παρασέρνεται με τα κομμάτια του μανιασμένου πάγου
που κυλούν στον Χάντσον κατά το πέλαγος,
σαν τις ζωγραφιστές πλευρές ενός τεμαχιόγριφου.

Οι πάγοι κατεβαίνουν κατά τη θάλασσα χτυπώντας σα ρολόι.
Ένας νέγρος ψήνει
σιταρόσπορους πάνω στους καπνούς του κοκ
που βγαίνουν από ’να τρυπημένο βαρέλι.
Χημικό αέριο
σωριάζεται απ’ το Νιου Τζέρσεϊ
και μυρουδιές καφέ.

Στις όχθες του ποταμού
μαρκίζες προαστιακών εργοστασίων μαυρίζουν
μες στο θειαφοκίτρινο ήλιο
του ασυγχώρετου τοπίου.

Στο Poeta Nascitur (ποιητής γεννιέσαι) που εκδόθηκε το 1927 από το περιοδικό Magazine of verse περιλαμβάνονται και τα "Δύο τραγούδια της σέλας":

ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ

Το τσακάλι ουρλιάζει στο φεγγάρι τη νύχτα,
Κι ο αγριόγαλος κροταλίζει την αυγή·
Όμως οι τραγουδιστάδες, οι καβαλάρηδες,
Έχουν φύγει… φύγανε.
Συρματοπλέγματα απλώνονται κάθετα κι οριζόντια
Κλείνοντας το δρόμο σ’ όσους θέλουν να περάσουν
Σ’ όλους εκτός απ’ το μοναχικό τραγούδι
Άνεμος στο γρασίδι·
Μνήμη των καβαλάρηδων
Άνεμος στο γρασίδι.


ΖΩΟΚΛΕΦΤΕΣ

Στις αψηλές πλαγιές, στις στεγνές πλαγιές,
Ομίχλη επωάζεται
Καθώς ο ήλιος πέφτει σκοτεινός.
Τότε βγαίνουν απ’ τις κρυψώνες οι ζωοκλέφτες καβαλάρηδες,
Μαζεύοντας ζώα αδέσποτα·

Η σκόνη θα κοσκινίσει κι η βροχή θα χτυπήσει
Καλύπτοντας τα χνάρια απ’ τα πέταλα των αλόγων·
Η κουκουβάγια προσκυνητής θα ολολύξει θρηνητικά -
Νύχτα… καταιγίδα.

Ο ποιητής υπήρξε πολυγραφότατος και θεωρούσε ότι μέσω της λογοτεχνίας πρέπει να απαθανατίζονται τα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονται σε κάθε εποχή. Είχε πάντα το παράπονο ότι ενώ είχε βοηθήσει πολλούς να γίνουν διάσημοι, όπως τον Χέμινγουεϊ και τον Κόνραντ, εκείνος δεν κατάφερε να προβληθεί όπως έπρεπε. Στο ποίημα ΑΡΚΕΤΑ από τη συλλογή FROM INLAND (1907) γίνεται χρήση του μύθου του Άβαλον, με αφορμή κάποιο χρονικό:

«Αρκετά με σένα, "είπε" αυτό που βλέπουμε πέρα είναι το όμορφο πράγμα που κανείς ίσως δεν έχει δει ούτε από μακριά.» – Πως αναζητούσαν κ.τ.λ.

Καιρό αναζητούσαμε το Άβαλον,
Άβαλον ο τόπος της γαλήνης·
Καιρό, καιρό πολύ παλεύαμε
Τραβώντας κουπί - ω, για χρόνια.
Ένα σούρουπο, προτού νυχτώσει
Είδαμε πάνω απ’ τα ακίνητα νερά
Πυργίσκους να υψώνονται
Χρυσοί μέσα στη λάμψη τους,
Ακούσαμε για μια στιγμή γυναικείες φωνές και άρπες
Να αιωρούνται πάνω στους κυματισμούς.
Είδαμε αυτό που καιρό ποθούσαμε, το Άβαλον
Βυθισμένο στ’ ακίνητα νερά·
Καιρό, καιρό πολύ παλεύαμε
Τραβώντας κουπί - ω, λαχταρώντας.


Απόστολος Σπυράκης

Πηγές:
1. https://en.wikipedia.org/wiki/Ford_Madox_Ford
2.https://books.google.gr/books? id=Md0ZAgAAQBAJ&pg=PT5000&lpg=PT5000&dq=mauresque+ford
3. https://www.poetryfoundation.org/poets/ford-madox-ford
4. Μεταπολεμική Αμερικανική ποίηση, επιλογή, εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις, Αλέξης Τραϊανός, Εκδόσεις ΑΣΑ 1979.



Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Νάνος Βαλαωρίτης: Μια προσωπική αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο

Ανδρέας Εμπειρίκος (στη μέση) και Νάνος Βαλαωρίτης (δεξιά).
Πηγή: The Books' Journal
Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς είχα πρωτογνωρίσει τον Ανδρέα Εμπειρίκο, αν και θυμάμαι τα ακριβή περιστατικά και το τι έχει ειπωθεί όταν συνάντησα τους περισσότερους Έλληνες ποιητές της γενιάς του τριάντα ή και τους προηγούμενους, όπως τον Παλαμά, τον Καζαντζάκη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Εγγονόπουλο, τον Γκάτσο, τον Νικόλαο Κάλα.

Έχω την αίσθηση ότι τον Εμπειρίκο τον γνωρίζω από τότε που η μνήμη χάνεται μέσα στο χρόνο. Ίσως το γεγονός ότι υπήρξε ψυχαναλυτής τον έκανε άχρονο, όπως είναι τα μυθικά πρόσωπα. Από φίλους, όπως είναι ο Ελύτης και ο Γκάτσος είχα ακούσει πολλά γι’ αυτόν πριν γνωριστούμε. Παρ΄όλα αυτά, κανένας κριτικός δεν έχει ασχοληθεί επισταμένως με αυτόν, όπως ασχολήθηκε ο Καραντώνης με τον Σεφέρη και τον Ελύτη στο πολύ μοντέρνο περιοδικό της δεκαετίας του ΄30, τα «Νέα Γράμματα». Ήδη ολόκληρη η περίοδος αυτή χάνεται στην αχλή του μύθου και της ιστορίας του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Εγώ που ως μαθητής έζησα αυτήν την περίοδο, δεν μπορώ να πιστέψω πόσο μακρινή μου φαίνεται αυτή η εποχή. Έτσι, έχω πλάσει έναν ολόκληρο μύθο μέσα μου και υποθέτω ότι έχω συναντήσει τον Ανδρέα Εμπειρίκο στο εστιατόριο του Βασίλη στην οδό Βουκουρεστίου, όπου πολλοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες γευμάτιζαν το ’39, ’40, ’41, ότι καθόταν με την πρώτη του γυναίκα Μάτση, επίσης ποιήτρια, και ότι ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης μας συνέστησε. Και ότι τον ρώτησα αν θα μπορούσα να κλείσω ένα ραντεβού στο ιατρείο του, προκειμένου να τύχω ψυχοθεραπείας (ή να υποβληθώ σε ψυχοθεραπεία).

Κλείσαμε το ραντεβού αργότερα και άκουσε τα προβλήματά μου και μου είπε ότι θα περνούσαν με τον καιρό και ότι δεν είχα ανάγκη ψυχοθεραπείας.

Τα προβλήματα δεν πέρασαν με τον καιρό, αυτό είναι βέβαιο, τα έχω ακόμη, ευτυχώς σε ηπιότερο βαθμό… ας πούμε ότι έχουν γεράσει. Τι θα είχα απογίνει χωρίς τις νευρώσεις μου;

Με την έναρξη της Κατοχής, αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο σπίτι του τις Τετάρτες και να διαβάζουμε τα ποιήματά μας. Όλοι διαβάζαμε. Υπήρχε μια ολόκληρη ομάδα με τον Ελύτη, τον Γκάτσο, τον Εγγονόπουλο να συμμετέχουν και να διαβάζουν. Εγώ επίσης διάβαζα μεγάλα ποιήματα, τώρα χαμένα στην αχλή, αχλή του χρόνου, και οι παρατηρήσεις του Ανδρέα ήταν πάντα τολμηρές και ενθαρρυντικές. Χρόνια αργότερα θυμόταν ακόμη ένα ποίημα που είχα διαβάσει με τίτλο «Γιος της Αρμένισσας» και με ρώτησε αν το είχα ακόμη. Αυτά ήταν σχεδόν μια θεραπευτική ομάδα και για τους νεότερους, όπως ήμουν εγώ και ο Ανδρέας Καμπάς, καθώς και ο Έκτωρ Κακναβάτος, ο Δημ. Παπαδίτσας, και οι δύο νεοφερμένοι, και ο Μίλτος Σαχτούρης, ο Γιώργος Λύκος και άλλοι, ήταν η αρχή της μύησης στα μυστήρια της Υπερρεαλιστικής ποίησης, αληθινή τελετουργία αποδοχής(;). Η ακτινοβολία του Εμπειρίκου ήταν ήδη μεγάλη, γιατί ήταν ο μόνος Έλληνας ποιητής που μετείχε κατά τη δεκαετία του ΄20 στην παρισινή ομάδα των Υπερρεαλιστών, και, φυσικά, ο πρωτοπόρος εισηγητής της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, και μαζί με τη Μαρία Βοναπάρτη ο ιδρυτής της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχανάλυσης.

Η ισχυρή του προσωπικότητα και η υπερβολική του ευγένεια αποτελούσαν ένα ενισχυτικό παράγοντα της αναγνώρισής του ως ποιητού και θεραπευτού. Ακολούθησαν τα χρόνια του πολέμου, και μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα, οδηγήθηκε με τα πόδια ως όμηρος στη Βοιωτία από τους αντάρτες, όπου σώθηκε ως εκ θαύματος, λόγω της άτακτης φυγής των ανταρτικών ομάδων που καταδιώκονταν από τους Βρετανούς, και τη φιλοξενία Ελληνοαλβανών χωρικών, οι οποίοι του έδωσαν παπούτσια και ρούχα και τον έκρυψαν ανάμεσά τους, και είδε να έρχονται μερικοί αντάρτες με μια πληγωμένη, όμορφη αντάρτισσα που την κράτησαν στο ίδιο αγρόκτημα.

Αυτή η εμπειρία άφησε τα σημάδια της, αν και δεν τον οδήγησε στα άκρα δεξιά, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί σε άλλους. Σύντομα ανέρρωσε, και μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του και το γιο τους ταξίδευε συχνά στο Παρίσι, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του, και στο αγαπημένο του νησί την Άνδρο, απ’ όπου κατάγονταν η οικογένειά του. Όταν το 1963 εξέδωσα το μικρό πρωτοποριακό περιοδικό «Πάλι», προσέφερε τόσο την ηθική του βοήθεια, δημοσιεύοντας άρθρα και ποιήματα, όσο και την οικονομική, τη στιγμή που άλλοι, με εξαίρεση τον Νικόλαο Κάλα, από τη Νέα Υόρκη, και τον Τάκη Παπατσώνη και τον Νίκο Εγγονόπουλο, στάθηκαν απρόθυμοι. Το περιοδικό κυκλοφόρησε μέχρι το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967. Την περίοδο αυτή των δοκιμασιών χωρισθήκαμε. Κατά την επιστροφή μας στην Ελλάδα το 1975 τον είδαμε να πεθαίνει στην Κηφισιά. Παρά τη δυσάρεστη κατάστασή του, ήταν ζεστός και αισιόδοξος και με δέχθηκε με μεγάλη χαρά. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Μετά το θάνατό του, δημοσιεύθηκαν ειδικά αφιερώματα σε περιοδικά γι’ αυτόν, όπως το πολύ πλούσιο υλικό του χάρτη, το οποίο εκδόθηκε από τον ποιητή και συνεργάτη του Δημήτρη Καλοκύρη, στενό του φίλο, κατά τα δύσκολα χρόνια της Χούντας.

Αυτό σήμαινε ότι επιτέλους ο Εμπειρίκος εισέπραττε τη δέουσα αναγνώριση, εκτός από τα δύο διηγήματα «Amour Amour», που αποτελεί τον αγγλικό τίτλο του έργου «Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία», μία συλλογή μικρότερων έργων, και «Αργώ ή πλους αεροστάτου», που δημοσιεύθηκαν στο London Magazine, δεν δημοσιεύθηκε ακόμη καμιά ανθολογία των έργων του σε καμιά άλλη γλώσσα, εκτός από την ελληνική.

Αγνοήθηκε από τους μεταφραστές και τους εκδότες, με εξαίρεση τον Alan Ross του London Magazine, στον οποίο νομίζω ότι οφείλουμε μια συνεισφορά μετά τον πρόσφατο θάνατό του ο οποίος δημοσίευσε και άλλους Έλληνες ποιητές και πεζογράφους, καθώς και το μεταφραστή του Νίκο Στάγκο. Αυτή τη χρονιά που έχει χαρακτηρισθεί ως χρονιά Εμπειρίκου παλεύουμε να βρούμε έναν Άγγλο εκδότη για πολλά ποιήματα, ήδη μεταφρασμένα από εμένα και άλλους, και ο οποίος θα μπορούσε να ενισχυθεί οικονομικά από το Κέντρο του Ελληνικού Βιβλίου, καθώς και το Υπουργείο Πολιτισμού.

Νομίζω ότι ο λόγος για τον οποίο ο Εμπειρίκος αγνοήθηκε οφείλεται στη φήμη που έχει ως ακραίος υπερρεαλιστής, εξαιτίας του απόηχου της πρώτης του δημοσίευσης, που η αμφισβητούμενη υποδοχή αποτελεί ένα σοβαρό λάθος, γιατί τόσο το ποιητικό όσο και το πεζό του έργο είναι εξαιρετικά ευανάγνωστα. Και σήμερα είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς ποιητές για το πολύ προσωπικό, χαριτωμένα ρητορικό, αποκαλυπτικό ύφος και χιούμορ.

Νάνος Βαλαωρίτης 
Ποιητής - Δοκιμιογράφος


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Ομπρέλα με τίτλο "Μια προσωπική συνεισφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο", τεύχος 55 (Δεκέμβριος 2001-Φεβρουάριος 2002).

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

Ποιήματα και κολάζ του Νάνου Βαλαωρίτη



Τα  ποιήματα και τα κολάζ της ανάρτησης προέρχονται από την ποιητική συλλογή του Νάνου Βαλωρίτη "Μια αλφάβητος κωφαλάλων". Τα κολάζ έγιναν τη δεκαετία του 1970 στην Καλιφόρνια κι είχαν εκτεθεί σε μια μικρή γκαλερί του Σαν Φρανσίσκο και μερικά παρουσιάστηκαν στο περιοδικό ANDROGYNE. Στα κολάζ συχνά δεσπόζει ένα αρχαίο ρολόι, σαν υπενθύμιση για  το πέρασμα του χρόνου και την αξία της στιγμής που γίνεται ανάμνηση. Ευχαριστούμε θερμά τις εκδόσεις Άγκυρα για την ευγενική παραχώρηση και την άδεια αναδημοσίευσης.



ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ 

Για ποιον τρέχουν τα σύννεφα 
Για ποιον πετάνε τα πουλιά 
Για ποιον φρενάρουν τ’ αυτοκίνητα 
Για ποιον πλαταγίζουν τα πανιά 
Για ποιον φυτρώνουν τα παιδιά 
Για ποιον συναντιούνται τα αντίθετα 
Για ποιον φωνάζουν κάτω αίσχος 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 

Για ποιον ανοίγουν τα παράθυρα 
Για ποιον κλείνουν οι πόρτες 
Για ποιον υποκλίνονται οι κυρίες 
Για ποιον χαμογελούν οι δεσποινίδες 
Για ποιον γράφουν οι εφημερίδες 
Για ποιον εκτελούνται πορείες 
Για ποιον καίνε σημαίες 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 

Για ποιον ανοίγουν οι ουρανοί 
Για ποιον γιορτάζουμε τη γη 
Για ποιον χαζέυουν τα χαμίνια 
Για ποιον στολίζονται οι όμορφες 
Για ποιον αλλάζουν οι συρμοί 
Για ποιον υψώνονται τα κύματα 
Για ποιον χιονίζουν τα βουνά 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 

Για ποιον πετάνε οι χαρταετοί 
Για ποιον δακρύζουν οι περαστικοί 
Για ποιον σιγομιλούν οι θαμώνες 
Για ποιον χτενίζονται οι χορεύτριες 
Για ποιον σφυρίζουν τα πλοία 

Για ποιον ξετρελαίνονται οι έφηβοι 
Για ποιον πεθαίνουμε από έρωτα 
Για ποιον χτυπάει η καμπάνα 
ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑΝ 

Καλιφόρνια, 3.12.1990 
Αθήνα, Δεκέμβριος 2001 

 

ΑΝΕΔΑΦΙΚΟ 
ΣΤΗΝ Ο. 

Ο Αχυρένιος άνθρωπος χτύπησε 
Την πόρτα μου τ’ άγρια μεσάνυχτα 
Τι θέλεις Αχυρένιε άνθρωπε 
Και μου χτυπάς τόσο αργά την πόρτα; 
– Να μου ανοίξεις θέλω να μου πεις 
Ποιο είναι το νόημα της ζωής 
Θέλω να μάθω γιατί να υπάρχω εδώ 
Κάτω από τον έναστρο ουρανό 

Αχυρένιε άνθρωπε γιατί με κυνηγάς 
Τέτοιες ανόητες κουβέντες να σου πω 
Κι από περιέργεια παιδική να μάθεις 
Αυτά που στον κόσμο κανένας δεν γνωρίζει; 

 – Φίλε μου κι εγώ ταξίδεψα πολύ 
Μη με βλέπεις τώρα έτσι χάλια 
Ένας στρόβιλος με συνεπήρε 
Και μ’ έριξε στη σκεπή σου επάνω 

Γι’ αυτό Αχυρένιε άνθρωπε σώνει και καλά 
Θέλεις να μάθεις τ’ αδύνατα δυνατά 
Ποιος άθλιος άνεμος σε πήρε και σε σήκωσε 
Και σ’ άφησε στην πόρτα μου μπροστά; 

– Μην το πεις ετούτο σε κανέναν – Μα 
Δυστυχώς είμαι λιγάκι ελαφρός 
Και δεν παίρνω τίποτα στα σοβαρά 
Και μ’ έπιασε απ’ τα μαλλιά ο ουρανός 

Τα μαλλιά σου σκόρπισαν σαν άχνα 
Που αλωνίζουμε αλωνιστές στ’αλώνι 
Μα ’συ Αχυρένιε μου πρόσεξε καλά 
Μη σε ξεφτίσουν γρήγορα οι χρόνοι 

– Δωσ’ μου ένα στρώμα για να ξεκουραστώ 
Κι ας είναι από άχυρο δικό μου καμωμένο 
Από άχυρο σε άχυρο έτσι κι αλλιώς πηγαίνω 
Τέλος θα καταντήσουν όλα άχυρα στον κόσμο 

Αχυρένιε άνθρωπε η φωνή σου από- 
χρωματίζεται επικίνδυνα και πάει να σβήσει 
Κι εσύ ο ίδιος θα διαλυθείς σε λίγο 
Πριν προλάβει να σε πιάσει ο ύπνος 

– Ένα ένα φεύγουν τα φωνήεντά μου 
Τις φράσεις μου τις παίρνουν τα πουλιά 
Μια βουή δυναμώνει μες στ’ αυτιά μου 
Και χάνουνε σιγά σιγά το νόημά τους 

Εδώ Αχυρένιε άνθρωπε νόμοι δεν υπάρχουν 
Όλα είναι αφύσικα και κατασκευασμένα 
Ό,τι βλέπεις στον καθρέφτη αντίκρυ σου 
Σ’ έναν άλλον πίσω σου αντιγράφεται 

– Τι να κάνω, τι να κάνω, Κύριέ μου, 
Αφού είμαι καμωμένος έτσι ανήμπορος 
Από σένα τον ίδιο τον δημιουργό μου 
Που μ’ έφτιαξες και με ξεφτιάχνεις 
Κατά το θέλημά σου. 

Φεβρουάριος 2002 



ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ 
ΠΟΤΕ ΟΠΩΣ ΕΙΜΑΣΤΕ 

Ο μεγάλος σεβντάς 
της Κοκκινο- 
σκουφίτσας 
στο τρένο 
με τις φράουλες 
που άλλαξε 
ράγες και χώθηκε μες 
στο παρθένο δάσος 
καταλάθος 
χωρίς εμένα 
τον δεύτερο 
μηχανικό 
στο διαμέρισμα 
του τρίτου βαγονιού 
ενώ καθισμένη 
κοντά στο 
παράθυρο 
στο λυκόφωτο 
ήταν Εκείνη 
μια μισο- 
κοιμισμένη 
και μειδιούσα 
Μέδουσα 

Είσαι κάπου 
αλλά δεν ξέρω πού 
ομαλή κι ανώμαλη 
Ουράνια η θαλασσινή 
Ευθαλία η στεριανή 
καλλιέπεια 
η στεφανωμένη 
αναμαλλιασμένη 
όπως ένα δέντρο 
όταν φυσάει 
δυνατός 
αέρας 
στα 
έπη 
των 
Ελλήνων 

Ιανουάριος 2003 




ΑΔΕΞΙΕΣ ΡΙΜΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 

Με τ’ αυτοκίνητό του κύλησε λίγο παρακάτω 
και νοίκιασε δωμάτιο στο παραθαλάσσιο Κιάτο 

Στο εστιατόριο του Αφαλατισμένου Γάτου 
έμεινε μέρες τρώγοντας ένα και μόνο πιάτο 

Είχε συχνά κάποιο καινούργιο αίτημα 
όμως έτρωγε αλίμονο πάντα από τα έτοιμα 

Κάθε πρωί κρατούσε σημειώματα 
να μην ξεχάσει μερικά άθλια του καμώματα 

Ένα σπαθί τον έκοψε σαν να ’τανε σκουλήκι 
Κι ο λόγος του ο στερνός χάθηκε μες στα φύκια 

Το ηλιοκαμένο εκείνο πύρινο φεγγαρόφωτο 
ήταν ένα φαινόμενο τελείως ετερόφωτο 

Μια φίλη τον ακολούθησε από μνήμης 
στην ύστερή του κατοικία στο βυθό μιας λίμνης 

Η διαδρομή με λεωφορείο έληξε με δύο 
δαχτυλικά αποτυπώματα σ’ ένα Ξενοδοχείο 

Έβγαλα το κεφάλι μου κάτι να δω 
Από το φινιστρίνι του φεριμπότ Αργώ 

Και είδα με έκπληξη μεγάλη ότι 
δεν είχαμε περάσει ακόμα τη λίμνη Μαρεότι 

Αιγύπτιοι ποντικοί με γάτες και με γύπες 
κυνηγούσαν ναυτικούς που φύσαγαν τουλίπες 

Σε σκαλισμένες πίπες ανθρωπάκια αβέρτα 
αδιάντροπα συνουσιάζονταν χωρίς κουβέρτα 

Αλίμονο σε μένα, με τι αδέξια υπεροψία 
έφτιαξα ρίμες εύκολες από μια σκέτη παρρησία. 

Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2001




Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

Μια στιγμή μέθεξης με την εικονολεκτική ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη

Το στίγμαΛόγου ξεκινά σήμερα τις αναρτήσεις του με ανανεωμένη συντακτική επιτροπή. Στη σκιά της απώλειας του μεγάλου Έλληνα υπερρεαλιστή ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη, επιλέξαμε οι πρώτες μας  αναρτήσεις να είναι αφιερωμένες στην ποίησή του, για να περιπλανηθούμε ακόμα μια φορά στο σύμπαν του και να κεραστούμε από τις λέξεις και τις εικόνες του. Στην επόμενη ανάρτησή μας, θα έχετε τη δυνατότητα να θαυμάσετε τα υπέροχα κολάζ του ποιητή, τα οποία ο εκδοτικός οίκος Άγκυρα είχε την ευγενή καλοσύνη να μοιραστεί μαζί μας. Επίσης, όλο τον Οκτώβριο κάθε Δευτέρα θα δημοσιεύουμε δικά του κείμενα και ποιήματα. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση και καλό φθινόπωρο!

Η Συντακτική Επιτροπή 


Στις 10/11/2003, στον «Αστρολάβο-Δεξαμενή», εγκαινιαζόταν μια έκθεση κολάζ του ποιητή - πεζογράφου Νάνου Βαλαωρίτη, με τίτλο «Μια αλφάβητος κωφαλάλων». Τα 27 κολάζ πλαισίωναν την τελευταία τότε ποιητική συλλογή του με ομώνυμο τίτλο, από τις εκδόσεις Άγκυρα 2003. Κάθε εικόνα συνοδευόταν από επαναλαμβανόμενα ρολόγια κι ένα γράμμα με τα οπτικά σημεία της αλφαβήτου των κωφαλάλων. 

Σε αυτήν την εκδήλωση, είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη, στον οποίο με σύστησε ο ποιητής Μάκης Αποστολάτος, εκδότης του περιοδικού Ομπρέλα, με το οποίο συνεργαζόμουν. Ο ποιητής μας ξενάγησε ο ίδιος στην έκθεση και μας μίλησε με ενθουσιασμό για τα κολάζ και τους λόγους που τον οδήγησαν στην κατασκευή τους. Η ιδέα ήταν να φτιαχτεί ένα αλφάβητο κωφαλάλων σε συνδυασμό με ορισμένες εικόνες, έτσι ώστε να μιλάνε με την άηχη εικαστική γλώσσα που να υποβάλλει προοπτικές. Αργότερα ήρθαν να προστεθούν και τα ποιήματα, που δεν αντιστοιχούσαν μεν θεματικά αλλά που απηχούσαν λεπτομέρειες στις εικόνες έτσι ώστε ο αναγνώστης να τις συλλαμβάνει μόνος του. Η ονειρική ατμόσφαιρά τους γινόταν έτσι εικονολεκτική. Μετά τη συνάντηση, ο Μάκης Αποστολάτος μου ζήτησε να γράψω ένα κείμενο για την ποιητική συλλογή, το οποίο συμπεριελήφθηκε στο περιοδικό Ομπρέλα Μάρτιος-Μάιος 2004, στο αφιέρωμα για τον σουρεαλισμό. Το μοιραζόμαστε σήμερα εδώ μαζί σας.

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Μια αλφάβητος Κωφαλάλων
(Άγκυρα 2003)

«Για ποιον τρέχουν τα σύννεφα 
για ποιον πετάνε τα πουλιά
για ποιον φρενάρουν τ’ αυτοκίνητα
για ποιον πλαταγίζουν τα πανιά
για ποιον φυτρώνουν τα παιδιά
για ποιον συναντιούνται τα αντίθετα.....»

(Απόσπασμα από το ποίημα «Για ποιον»).

Εν αρχή είναι η εικόνα, η οπτική ποίηση, το ντεκόρ σαν σκηνή θεάτρου, εικοσιεπτά κολάζ του ποιητή, ένα για κάθε γράμμα της λατινικής νοηματικής αλφαβήτου, φτιαγμένα από τον ίδιο τον ποιητή την δεκαετία του ’70. Μετά έρχεται η παράσταση, ο λόγος, η αέρινη ποίηση, η ποίηση με τις λέξεις. Ο χρόνος επιβραδύνεται στο μεγάλο στρογγυλό ρολόι που εμφανίζεται χωρίς βαρύτητα να δεσπόζει σε κάποιο σημείο των ονειρικών κολάζ, στη βεγγέρα μιας φανταστικής σύναξης. Όλα αιωρούνται χωρίς βάρος, τα όνειρα έχουν αναδυθεί από την βουβή λίμνη της κοσμικής συνείδησης όπου ενυπάρχουν σιωπηλά για να εμφανιστούν και να μιλήσουν, για να συναντηθούν και να ερωτοτροπήσουν, στην ποιητική συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη, «Μια αλφάβητος κωφαλάλων», γνήσιο όψιμο δώρο ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες υπερρεαλιστές που φιλοξενείται σε ένα κομψό τόμο του εκδοτικού οίκου Άγκυρα.
Προσπαθώ να διακρίνω τι ώρα ήταν όταν όλα ακινητοποιήθηκαν, όταν πάγωσαν οι ετερόκλητες εικόνες, τι ώρα έδειχνε το πανταχού παρόν ρολόι. Ανάμεσα στα στοιχεία των κολάζ, ένας φάρος, ένα καράβι που πετάει, μια ταραγμένη θάλασσα, ένας άγγελος σε ένα κήπο, δυο νέοι ντυμένοι με ρούχα εποχής σε τρυφερό τετ α τετ, ένας ελέφαντας στα γόνατα, μέσα σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο, μια λάμπα θυέλλης δίπλα σε μια νεαρή σελήνη, ένα άγαλμα, ένα κουβάρι, ένα κρεββάτι προσαραγμένο στην κορυφή ενός βράχου, μια ωραία κοιμωμένη, μια πηγή, ένα ρολόι ακουμπισμένο στο κεφάλι μιας γυναίκας με μακρύ φόρεμα, ένα καπηλειό της εποχής των παλιών γουέστερν, μια ιπτάμενη ατμομηχανή. Και μέσα από την κλίση των σωμάτων, τις καμπυλότητες των αντικειμένων, ξεπροβάλλει ο φθόγγος που σχηματίζεται άηχα από ένα χέρι, το γράμμα που κυριαρχεί σε κάθε εικόνα, για να της δώσει ζωή, για να την προφέρει. Το Άλφα, το Βήτα, το Ζήτα, το Ύψιλον, οι φθόγγοι με τη σειρά δίνουν το «παρών», σαν στρατιώτες στην υπηρεσία της γλώσσας, θυμίζοντας τους στρατιώτες – τραπουλόχαρτα, που συνάντησε η Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων και μέσα από τους φθόγγους ξεπροβάλλουν τα ποιήματα. Ποιος άνοιξε τον ασκό των ονείρων, ποιος είναι υπεύθυνος για την μυστική σύναξή τους, ποιος μάγος μας τα φανέρωσε; Ο ποιητής, ο ποιητής είναι ο μάγος! 

Τα ποιήματα, αέρας επάνω στις εικόνες, ανάσα που μουρμουρίζει για να χαθεί πάλι, ταξιδεύουν, ίπτανται, αφηγήσεις παραμυθιού, δοσμένες με γλώσσα απλή, με επιτηδευμένα απλοϊκή ρίμα, διηγούνται την ιστορία του αέρα που ταξιδεύει, Αέρας. Φιλοξενούν ήρωες παραμυθιών, η κοκκινοσκουφίτσα ταξιδεύει στο τρένο με τις φράουλες, το αχυρένιο σκιάχτρο χτυπάει μια άγνωστη πόρτα άγρια μεσάνυχτα για να ζητήσει ένα αχυρένιο στρώμα σαν το σώμα του για να κοιμηθεί … Μιλούν με τη φωνή ενός Ανώνυμου Σαμουράι του 14ου αιώνα για να θυμίσουν παλιούς κώδικες τιμής. Τραγουδούν την ερωτική επιθυμία όταν η όμορφη κόρη, η κομψή βασίλισσα - ντάμα ανοίγει το μαγικό των επιθυμιών κουτί και τρέχει να φιλήσει το νεκρό θεό του δάσους για να τον ξυπνήσει, Η μέση δαχτυλίδι. Μιλούν κορακίστικα πάνω από το πεδίο των μαχών στο μακρινό Αφγανιστάν, μια αλληγορία για τα δεινά της πραγματικότητας και όσους ευθύνονται για τη διαχρονικότητα του πολέμου, Κορακίστικα. Μετατρέπουν τον σύγχρονο τρόπο ζωής σε Αδέξιες ρίμες για ένα καλοκαίρι. Τα ποιήματα δίνουν νόημα στις εικόνες, φανερώνουν την αθέατη πλευρά της πραγματικότητας, ανασύρουν από την λήθη κόσμους και ιδανικά που χάθηκαν, μόνο και μόνο για να θυμίσουν και να αφυπνίσουν με τον όμορφο τρόπο της αυθεντικής ποίησης. Μια ποίηση παιγνιώδης, σατυρική, νοσταλγική, που χωρίς να ξεχνάει την παράδοση έχει πάντα επίμονα στραμμένα τα μάτια της προς το μέλλον.

Κατερίνα Τσιτσεκλή 

Υ.Γ. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στο στίγμαΛόγου ο Νάνος Βαλαωρίτης το 2013.


ΚΟΡΑΚΙΣΤΙΚΑ 

Στο μακρινό Αφγανιστάν 
Άφησα τα κόκαλά μου αμάν αμάν 
Ν΄ασπρίζουν στην πεδιάδα του Χεράτ 
Κι απάνου κάθονται τρία Κοράκια 
Και λένε ανάμεσά τους «Ποιανού να' τανε 
Κρα Κρα άραγες αυτά – τα τόσο καλο- 
Ασπρισμένα οστά ενός άγνωστου 
Μαχητή ή τυχαίου επισκέπτη που βρήκε 
Άδικο θάνατο στις μάχες εκεί, ανάμεσα 
Στους Ταλιμπάν και τους Τατζίκους
Τον χτύπησε λένε μια αδέσποτη… 
Κι όπως ξέρεις οι αδέσποτες είναι σαν 
Άστατες σκέψεις που πετάνε 
Δεξιά κι αριστερά όπως εμείς όταν 
Γυρεύουμε πρόσφατους νεκρούς να φάμε 
Λίγο φρέσκο κρέας να τσιμπήσουμε 
Αχ βρε, αχ βρε, Κρα Κρα, φίλε μου αδελφέ 
Πώς έχει καταντήσει η ζωή μας βαρετή 
Με την ειρήνη που απειλεί 
Να μας κόψει το φαΐ – 
Και πού θα βρούμε τώρα λεία σκοτωμένων;…» 
«Δίκιο έχεις, Κρα Κρα Κράκοβιτς, πόσο άδικο 
Αυτό που γίνεται στον κόσμο σήμερα 
Και μας στερεί, βρε Κρακοβίτση, την πηγή 
Τροφοδοσίας στα πεδία των μαχών… 

Πες μας εσύ, βρε Κράκοβιτς, που διέσχισες 
Απέραντες πεδιάδες απ’ τον Κράκοβο έως
Το Βελουχιστάν, για να βρεις εδώ
Καινούριες μάχες στο Αφγανιστάν
Όπως εκείνες στον Παγκόσμιο πόλεμο 
Στις μπαρουτοκαπνισμένες 
Στέπες της Ρωσίας και της Ουκρανίας 
Θυμάσαι τι φοβερά τσιμπούσια κάναμε 
Με Γερμανούς, με Ρώσους, με Ρουμάνους 
Με Ιταλούς, με Γεωργιανούς, με Ισπανούς, 
Που άφησαν το πετσί τους στις απέραντες 
Εκτάσεις, τώρα γέρο μου συρρικνωθήκαμε 
Εδώ στις μικρογειτονιές της Κεντρικής Ασίας
Έχε γεια, Γέρο, που έζησες με σοφία και σωφροσύνη 
Πάνω από χρόνια εκατό… Ευχόμαστε να τα χιλιάσεις». 

Αθήνα 21 Δεκεμβρίου 2001 

… 

ΚΑΣΣΙΟΠΕΙΑ 

Μιας ασύμμετρης 
προοπτικής α-γωνίας 
μικρό απόσπασμα 
αποσταγμένης αφήγησης 
μες στις αναδιπλώσεις 
αφομοιωμένης σαρκός 
και σαρκασμού 
η ερεβώδης 
ομιλία 

Στο κράσπεδο του κενού 
που άφησε το αφήγημα 
μια διάρρηξη φλέβας 
καθηλωμένη αμετακίνητη 
με μαύρα γυαλιά του «ήλιου» 
με κόκκινα μαλλιά «βαμμένα» 
μπαινοβγαίνεις από 
τις λέξεις άνετα 
τις ξεκοκαλίζεις 
μια μια 
και 

Τις τρως 
όπως οι Τρώες κάποτε 
κατάπιαν τα λόγια τους 
στην πεδιάδα του 
Σκάμανδρου 

Φεβρουάριος 2003

Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

Για την ποίηση του Καβάφη

Η Τέχνη είναι και δεν είναι αρκετά πραγματική για να γίνει δρόμος, είναι και δεν είναι αρκετά μη πραγματική για να σταθεί εμπόδιο. Η τέχνη είναι ένα «σαν να». 



Maurice Blanchôt (“La part du feu”) 





«Η ζωή είναι πιθανώς στρογγυλή», έγραψε ο Βαν Γκογκ. Διαγράφει την τροχιά της ονειροπόλησης ή της ελπίδας, αυτό είναι αλήθεια. Από την άλλη, η Τέχνη, που είναι μεγαλύτερη από τη ζωή, ιχνηλατεί ένα διαφορετικό σύμπαν, το σχήμα του οποίου μονίμως μεταβάλλεται και μας διαφεύγει. Στο σύμπαν του Καβάφη η ονειροπόληση και η ελπίδα συμπυκνώνονται σε ένα και μοναδικό σημείο από όπου εκπορεύονται και επιστρέφουν οι γραμμές που τραβά. Είναι το σημείο όπου η ονειροπόληση και η προσδοκία ταυτίζονται με την πατρίδα, με τον τόπο που ανήκει κάποιος. Η πατρίδα του Καβάφη παραμένει εσαεί κάτι το φευγαλέο που εντέλει χαρτογραφείται καθ’ ολοκληρία εντός του, όπως η πατρίδα όλων των Ελλήνων της διασποράς. Έτσι, αν θα θέλαμε να περιγράψουμε το σχήμα της τέχνης του Καβάφη, θα λέγαμε ότι μοιάζει κάπως με τις γραμμικές απεικονίσεις του ήλιου ή μιας μαργαρίτας: ένα κεντρικό σημείο από το οποίο ξεκινούν γραμμές διπλής κατεύθυνσης ή γραμμές που επιστρέφουν στο σημείο εκκίνησης, διαγράφοντας ελλειπτική τροχιά.

Πολλά έχουν γραφτεί για τους τόπους εξορίας και την επίδραση της συνείδησης της μοναξιάς στην Τέχνη, για την ψυχοσύνθεση του ποιητή που «δεν ανήκει». Ο Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, μεγάλωσε στην Αγγλία και την Αίγυπτο και πέρασε την εφηβεία του στην Κωνσταντινούπολη, προτού επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του, κάνοντας συχνά ταξίδια στην Αθήνα. Αναπόδραστα ο Καβάφης ήταν ένας Αιγυπτιώτης στην Ελλάδα και ένας Έλληνας στην Αίγυπτο. Η συνείδηση του μη ανήκειν τον ακολουθούσε παντού. Ήταν μοναδικός, με μια αίσθηση μοναδικότητας δυσβάστακτη, που όμως κράδαινε με υπερηφάνεια, σχεδόν σνομπισμό.

Αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση υπερηφάνειας, μαζί με την αβίαστη συνειδητοποίηση του αδιεξόδου της πολιτογράφησής του διαπνέουν το ποιητικό έργο του Καβάφη. Ο Καβάφης έγραψε όπως κανένας άλλος πριν από αυτόν. Με μια αποφασιστική κίνηση παραμέρισε από τους ώμους του και από τους ώμους του αναγνώστη το βάρος της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς που συνέθλιβε τους προκατόχους του. Η προσπάθεια του Σολωμού, του Παλαμά, του Κάλβου ν’ αναδείξουν τα ιδανικά του έθνους αναπόφευκτα τους εξόρισε από τη σφαίρα της αμεσότητας, αφήνοντας αναπάντητα καίρια ερωτήματα για την αγάπη, το μυστήριο της ύπαρξης, την ηθική του καθημερινού βίου. Ήταν μια ποίηση που εξυμνούσε το υψηλό και ένιωθε αμήχανη μπροστά στο ωραίο, το απλά ανθρώπινο, το ζωντανό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καβάφης απαρνήθηκε την κληρονομιά του. Ίσα-ίσα. Όπως γράφει ο Β. Λαμπρόπουλος, «ο Καβάφης ως ποιητής είχε μια οξύτατη αίσθηση και επίγνωση της παράδοσης ως παρακαταθήκης αξιών, ως πολιτιστικής κληρονομιάς, ως συντριπτικού μέσου σύγκρισης, ως απολεσθέντος παρελθόντος». Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να γράψει ποίηση απαλλαγμένη από γλωσσικό στόμφο, σε μια γλώσσα απλή, γυμνή («φτωχή» τη χαρακτήρισε ο Σεφέρης), που άφηνε περισσότερο χώρο στο νόημα. Όπως οι μουσικοί παραδέχονται πως δεν είναι οι νότες αλλά οι παύσεις ανάμεσα στις νότες που δίνουν το μουσικό αποτέλεσμα, έτσι και στην ποίηση δεν είναι εντέλει οι λέξεις αλλά οι σιωπές που προκαλούν οι λέξεις στον νου μας. Είναι οι σιωπές που ανακαλούν την Τέχνη, στην υπερβατική εκείνη στιγμή που ένας στίχος μας απελευθερώνει από τη λατρευτή τροχοπέδη της γλώσσας και το πνεύμα μας περιπλανιέται στον κόσμο των ιδεών, κρατώντας σφιχτά το συναίσθημα από τον στίχο στα χέρια.

Ο Δ. Δημηρούλης γράφει πως η Τέχνη είναι ένας τρόπος να ταξιδεύουμε στον απέραντο ωκεανό της γλώσσας χωρίς ποτέ να βρίσκουμε την Ιθάκη του νοήματος, όμως να χαιρόμαστε το ταξίδι ανταλλάσσοντας τη μάχη για το νόημα με την απατηλή ειρήνη της υπέρβασής του. Θα συμφωνήσω εν μέρει, διαπιστώνοντας το αναπόφευκτο: ότι η μόνη πραγματική ταυτολογία είναι η σύμπτωση της γλώσσας με τον εαυτό της, η οποία αποτελεί τον ορίζοντα της ανθρώπινης κατανόησης. Από κει και πέρα όμως, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω πως ολόκληρος ο μόχθος της ζωής είναι μια υπέρβαση, καθόλου απατηλή. Η υπέρβαση είναι δεδομένο της ανθρώπινης ύπαρξης: υπερβατικά ερχόμαστε στον κόσμο, καθ’ υπέρβαση ζούμε και υπερβατικά σύρουμε το πέπλο για την άλλη πλευρά. Η Τέχνη μιμείται τη ζωή και τις υπερβάσεις της, είναι όμως περισσότερο φιλόξενη: χωρά κι άλλες διαστάσεις, αυτό που είναι και αυτό που «θα μπορούσε» να είναι, καθώς κι αυτό που δεν υπήρξε ή δεν θα υπάρξει ποτέ.

Αν σε κάτι συνδράμει τον άνθρωπο η Τέχνη, είναι ότι τον βοηθά να συνειδητοποιήσει πως η υπέρβαση είναι συνυφασμένη στην ίνα της ύπαρξής του. Ο Καβάφης, ο ποιητής που έζησε χωρίς πατρίδα, αυτός που βρέθηκε στην οριακή στιγμή μιας ολόκληρης εποχής και μάλιστα έκλεισε την αυλαία, σηματοδοτώντας συγχρόνως με το τέλος και την καινούρια αρχή, περισσότερο από πολλούς άλλους είναι αρωγός στη συνειδητοποίηση αυτή.

Στο ποίημά του «Τείχη» μιλά για τα τείχη που χτίζουν γύρω μας οι προκαταλήψεις, οι προλήψεις, οι κοινωνικές συμβάσεις, οι συνθήκες της ζωής, η εκπαίδευσή μας. Πρόκειται για φράγματα του νου μέσα στα οποία βαπτιζόμαστε, με τα οποία μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε να ορκιζόμαστε στο όνομά τους. Συχνά τα σφίγγουμε στην αγκαλιά μας μέχρι τον θάνατό μας, τόσο που ταυτιζόμαστε με αυτά και χάνουμε τον εαυτό μας στη διαδικασία. Αντικαθιστούν την πραγματικότητά μας με μια άλλη πλαστή (οι θεολόγοι θα αποκαλούσαν αυτό το φαινόμενο «το παράλογο του κτιστού κόσμου», φαντάζομαι) και το χειρότερο είναι πως επικαλούμαστε τις λέξεις για να τα ενισχύσουμε, να τα περιφρουρήσουμε, να τα κάνουμε να φαίνονται ψηλότερα. Όμως οι λέξεις οριοθετούν τον κόσμο μας και, αν αυτές μας δεσμεύουν, αυτές είναι που μπορούν και να μας λυτρώσουν. Στις λέξεις βρίσκεται το κλειδί για την απελευθέρωσή μας. Στις λέξεις τις ποιητικά εκφρασμένες, τις βαλμένες και καθαγιασμένες στην Τέχνη. Στις λέξεις που διευκολύνουν τη σιωπή. Γιατί μόνο στη σιωπή μπορούμε να ακούσουμε ό,τι έχει να μας εκμυστηρευθεί το σύμπαν. […]

Υπάρχει ωστόσο ένα από τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής που ο Καβάφης αποφεύγει να ονοματίσει. Τα θωπεύει, το περιγράφει, το σκιαγραφεί, ποτέ όμως δεν το λέει με το όνομά του. Είναι η αγάπη. Ποτέ δεν μιλά για την αγάπη ο Καβάφης. Μιλά συχνά για αίσθημα, για τον έρωτα, για φυσική έλξη. Μιλά για τη σαρκική επαφή με ευθείες ή πλάγιες αναφορές. Η αγάπη όμως είναι λέξη απαγορευμένη, ίσως πολύ ιερή για να λέγεται έστω και μέσα από την Τέχνη. Ίσως η αγάπη να είναι η Ιθάκη, αυτό το άφταστο, το φευγαλέο που δίνει νόημα στο ταξίδι της ζωής.

Η απουσία της αγάπης στα ποιήματά του και η απλότητα της έκφρασης έκανε σύσσωμους κριτικούς και φιλολόγους να συμφωνήσουν πως από τον Καβάφη απουσιάζει ο λυρισμός. Ναι, είναι αλήθεια. Δεν γράφει γλαφυρά ο Καβάφης. Η ποίησή του είναι παραπεμπτική: αναφέρεται σε γνωστά κείμενα, σε ιστορικά ονόματα, σε συγκεκριμένους τόπους και ημερομηνίες, παραθέτει αποσπάσματα από πληθώρα γραπτών κειμένων. «Η μεταφορά της βιβλιοθήκης και του σπουδαστηρίου ρίχνει επίμονα τη σκιά της στην άσκηση της γραφής», διατείνεται ο Δ. Δημηρούλης. Αρχικά, ο αναγνώστης αισθάνεται αμήχανος: πρόσωπα βγαλμένα από ιστορικά βιβλία ξαφνικά αποκτούν σάρκα και οστά, νιώθουν και σκέπτονται μέσα στα ποιήματα. Τα εισαγωγικά που φαίνεται να κατατέμνουν τους στίχους και να καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ αναφοράς και ποιήματος επιτείνουν τη σύγχυση. Όμως ο αιφνιδιασμός κρατά λίγο. Σύντομα ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως ο ποιητής βάζει τα πρόσωπα να μιλούν για λογαριασμό του. Ο ποιητής εξομολογείται μέσα από τις personae των ομιλητών στα ποιήματά του. Οι αναμνήσεις τους, οι σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους είναι κατάδικά του. Είναι δικές του στιγμές, παραθεματοποιημένες μέσα στα ποιήματά του.

Όποιος καταφέρει λοιπόν να ξεσκεπάσει τον αφηγητή πίσω από τον αφηγητή, θα αντιληφθεί την αίσθηση του σύμπαντος του Καβάφη. Το σύμπαν του Καβάφη είναι όπως μια σταγονίτσα στη βροχή. Περήφανη, όρθια, με το βάρος της κληρονομιάς της καλά ζυγισμένο στους ώμους της, με την αποφασιστικότητα να γράψει ιστορία να γεμίζει την καρδιά της, με συνείδηση της μοναδικότητάς της. Πάντα όμως σταγονίτσα. Ένα μικρό δάκρυ που χάνεται μέσα στην καταιγίδα των φθαρτών πραγμάτων. Όχι όμως σιωπηλά:

«Έφηβοι τώρα τους δικούς τους στίχους λένε.
Στα μάτια των ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με τη δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται».


Αυτή είναι η δικαίωση του ποιητή: ότι ολοένα επιστρέφουμε στα ποιήματά του, κάθε γενιά αδιάκριτα σκύβει πάνω τους και έχει κάτι να βρει, να συνειδητοποιήσει, να μάθει. Το είπαμε πολλές φορές εξ άλλου: η Τέχνη είναι μεγαλύτερη από τη ζωή.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Απόσπασμα από άρθρο με τίτλο "Η συνείδηση της μοναξιάς και τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής στην ποίηση του Καβάφη" που είχε δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 34-35, χειμώνας 2005.



Καλό καλοκαίρι!!!!

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

«Τα τελευταία μου λόγια» του Santiago H. Amigorena, μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια

Θα σας φανεί ίσως υπερβολικό, όμως το βιβλίο είναι κατά τη γνώμη μου εφάμιλλο του κλασικού Θαυμαστού, καινούργιου κόσμου (ή Γενναίου, νέου κόσμου) του Aldus Huxley. Περιγράφει και αυτό μια δυστοπία, μόνο που – σε αντίθεση με το βιβλίο του Haxley – δεν μπαίνει στον κόπο να τη μασκαρέψει σε ουτοπία, ούτε καν στην αρχή. Τα τεκταινόμενα τοποθετούνται στο 2086, τότε που η «πολυανθρωπία», με άλλα λόγια ο υπερπληθυσμός, έχει οδηγήσει στον αφανισμό του πόσιμου νερού αλλά και της διαθέσιμης τροφής («όταν ο άνθρωπος έμαθε ότι σε λίγο δεν θα έμενε ούτε ένα ψάρι για δείγμα σε καμία θάλασσα, συνέχισε να ψαρεύει για το κέφι του ή για να τα φάει και τα ψάρεψε όλα, ως το τελευταίο»), η μόλυνση έχει κρύψει τον γαλανό ουρανό κάτω από ένα ενιαίο και δυσοίωνο τοξικό σύννεφο και ένας φονικός ιός, σε συνδυασμό με την τρέλα, έχει οδηγήσει στη βίαιη, ραγδαία και μαζική αποκλιμάκωση του πληθυσμού, ο οποίος έχει εντέλει συρρικνωθεί σε μερικές μόλις εκατοντάδες ανθρώπους παγκοσμίως, την ίδια στιγμή που είναι αδύνατο πλέον ακόμη και να συλληφθούν παιδιά…

Και τότε έρχεται το Κάλεσμα. Άνθρωποι από παντού αρχίζουν τη μετανάστευση προς την Αθήνα, την κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, διαλαλώνοντας απ’ όπου περνούν το σχέδιό τους να συγκεντρωθούν εκεί όλοι οι επιζήσαντες. Η Ακρόπολη μετατρέπεται στο ύστατο καταφύγιο για όσους επιζούν της μετανάστευσης. Στον μεγεθυντικό φακό μπαίνουν οι πέντε τελευταίοι από αυτούς, μέχρις ότου αρχίσουν κι αυτοί να πεθαίνουν ένας-ένας. Ο Μπελαρμέν, ο τελευταίος άνθρωπος, ο τελευταίος εκπρόσωπος της Ανθρωπότητας, κάθεται να γράψει την ιστορία της… το βιβλίο συγκεντρώνει τα τελευταία του λόγια.

Δεν είναι μόνο η ιστορία που είναι τόσο υποβλητική όσο και αληθοφανής, είναι και το ύφος στο οποίο είναι γραμμένο το βιβλίο. Ο αφηγητής δεν θυμάται απλώς, αναστοχάζεται, αλλά αναστοχάζεται με την ηρεμία που μόνο το αναπόφευκτο μπορεί να χαρίσει. Παραθέτω τη στιγμή που φθάνει στην Αθήνα, είναι τόσο χαρακτηριστική του ύφους όσο και οποιοδήποτε άλλο απόσπασμα του βιβλίου:

61

Και έπειτα έφθασα στην Αθήνα. Η νύχτα σκέπαζε τον ουρανό με τον ζοφερό μανδύα της. Ένα νεαρό φεγγάρι οδήγησε τα σκοτεινά μου βήματα στις έρημες λεωφόρους.

Υπήρχαν ερείπια, ερείπια, ερείπια παντού.

Η σιωπή, η ίδια αυτή σιωπή που κατέκλυζε ολόκληρη τη γη, δεν ξέρω για ποιον λόγο έμοιαζε εδώ ακόμη πιο μεγάλη από ό,τι στις άλλες πόλεις που είχα διασχίσει.

Προχωρούσα διστακτικά: δεν ήξερα τι επρόκειτο να συναντήσω.

Στρίβοντας σε ένα δρομάκι, είδα φωτιά πάνω σε έναν λόφο. Στην κορυφή, το περίγραμμα ενός ναού με ψηλούς κίονες διαγραφόταν σκοτεινό στον ουρανό.

Άκουσα, πέρα μακριά, κραυγές και φωνές.

Πόνου; Χαράς; Δεν ήξερα.

Καθώς πλησίαζα, η φωτιά που τριζοβολούσε μέσα στον ναό με τρόμαξε: τερατώδεις ίσκιοι σχηματίζονταν στους τοίχους.

Κι ακούγονταν φωνές σαν να ήταν πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι.

Φοβήθηκα.

Φοβήθηκα και πάλι.

Για μένα τότε, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ήταν καλοί παρά μόνο αν τους έπαιρνες τον καθένα χωριστά.


Υπό μία έννοια, το βιβλίο δεν περιγράφει απλά μια δυστοπία, περιγράφει την εξορία του ανθρώπου από τη φυσική του κατάσταση, την ολίσθησή του στα ζωώδη ένστικτα και τη συνακόλουθη κατάρρευση του κόσμου.

Ωστόσο δεν εξαντλείται σε μια περιγραφή, όσο σκοτεινή, όσο συναρπαστική κι αν είναι. Συνδιαλέγεται. Παραθέτοντας αποσπάσματα από τον «Υπερίωνα» του Hölderlin, τον Nietzsche, τον Borges, τον Pessoa, τον Όμηρο, τον Guérin. Ο τελευταίος έγραψε στα τέλη του 18ου αιώνα ένα υποβλητικό έργο, τον «Κένταυρο» (ο οποίος παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου ως παράρτημα) και ο Amigorena κλείνει το βιβλίο του με μια χαραμάδα ελπίδας: τη στιγμή που ξεψυχά ο Μπελαρμέν, βλέπει έναν κένταυρο να τον κοιτάζει με απορία. Και σκέφτεται πως «όλα θα ξαναρχίσουν. Τους κενταύρους θα τους διαδεχτούν οι Έλληνες. Τους Έλληνες θα τους διαδεχτούν οι Ρωμαίοι. Τους πολλούς θεούς θα τους διαδεχτεί ο ένας Θεός, μαζί ένας και τριαδικός». Η ελπίδα βρίσκεται στον μύθο.

Όλα θα ξαναρχίσουν. Η επανάληψη είναι ένα ρητορικό σχήμα που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Amigorena. Εξασφαλίζει όχι μόνο τη συνοχή του κειμένου, την εξακολούθηση των μοτίβων, αλλά και μια υποφώσκουσα μουσικότητα που βαθαίνει τα νοήματα και τις πιθανές ερμηνείες τους, την ίδια στιγμή που ανοίγει τον δρόμο στη φιλοσοφία. Εκτός από την κατατοπιστικότατη εισαγωγή της Τιτίκας Δημητρούλια, το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα την ανάλυση της διακειμενικής σχέσης Amigorena-Hölderlin από την καθηγήτρια του ΕΚΠΑ Αναστασία Αντωνοπούλου σαν παράρτημα, μαζί με τον «Κένταυρο» του Guérin.

Θα ήθελα να κλείσω με τα τελευταία από τα τελευταία λόγια του Μπελαρμέν: «Ο κόσμος είναι υπέροχος… Το σύμπαν ολόκληρο είναι ένας ύμνος στη χαρά». Πράγματι έτσι είναι (αρκεί κάποιος να κοιτάξει για ώρα τον έναστρο ουρανό ένα βράδυ ή να παρατηρήσει την τελειότητα οποιουδήποτε λουλουδιού) κι αναρωτιέμαι: χρειάζεται να φθάσει ο άνθρωπος στην απόλυτη καταστροφή για να το συνειδητοποιήσει;

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr.