Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Το ποίημα "Dear Rose" του Αμερικανού Όσιαν Βονγκ

«Πόσα στεφάνια μέ τριαντάφυλλα καί ἴα/ πλάι μου καθισμένη δέν φοροῦσες...», έγραφε περί τα 600 π.Χ. η Σαπφώ, συνδέοντας το τριαντάφυλλο με την ομορφιά. Περίπου 1.000 χρόνια αργότερα, και ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ έβαζε στα λόγια του Μοντέγου Ρωμαίου του ένα τριαντάφυλλο, πάλι για ομορφιά μιλώντας. Έκτοτε το υπέροχο αυτό άνθος έχει βρει πολλούς δρόμους μέσα στην ποίηση, εμπνέοντας εμβληματικά ποιήματα του δυτικού κανόνα, όπως το “A red, red rose” του Robert Burns ή το The sick rose του William Blake.

Στα αγγλικά, η λέξη Rose είναι επίσης γυναικείο όνομα· ο Αμερικανός ποιητής Ocean Vuong, που γεννήθηκε στη Σαϊγκόν το 1988, τη χρησιμοποιεί και με αυτήν τη σημασία, αφού Ρόουζ είναι το αγγλικό αντίστοιχο του ονόματος της μητέρας του στα βιετναμέζικα, Χονγκ. Έτσι, ο τίτλος έχει δύο αναγνώσεις: «Αγαπητή Ρόουζ», αλλά και «αγαπημένο τριαντάφυλλο». Εδώ, για λόγους οικονομίας, επιλέχθηκε η πρώτη.

Το ποίημα, που δημοσιεύθηκε στο Harper’s Magazine τον Δεκέμβριο του 2017, είναι μια ταλάντωση: από το φως στο σκοτάδι, από τη ζωή στον θάνατο, από το παρόν στο παρελθόν, από τη βεβαιότητα στην αμφιβολία, από το λουλούδι στο όνομα. Κι αν υπάρχει μια σταθερά, αυτή είναι το τραύμα. Οι ολοένα επανερχόμενες μεταφορές και η πλούσια εικονοποιΐα υπογραμμίζουν τη δραματικότητα της περιγραφής. Τα νοήματα διαλύονται το ένα μέσα στο άλλο, καθώς κάθε στίχος μπαίνει μέσα στον επόμενο, και το ποίημα ξεδιπλώνεται σαν μία σύνθεση που βασίζεται στην αποσύνθεση. Ως φυσικό επακόλουθο, η οσμή του θανάτου διαποτίζει τα πάντα.


ΑΓΑΠΗΤΗ ΡΟΟΥΖ 

αν διαβάζεις αυτό τότε επέζησες
της ζωής μου μέσα σε αυτήν εδώ αυτήν εδώ με
το όνομά μου σβησμένο μετά βαλμένο
σχεδόν μέσα στο στόμα σου αν διαβάζεις αυτό
τότε η σφαίρα δεν σε ξέρει
ακόμη ξέρω όμως μαμά πως δεν μπορείς
να διαβάσεις η ναπάλμ έπεσε στο σχολείο
στα έξι σου & αυτό ήταν είπαν

μια λέξη είναι μονάχα εκείνο που σημαίνει
έτσι ξέρω πως του βέλους
η αιχμή στην πλάτη μου σημαίνει πως
είμαι όμορφος μια λέξη σαν σφαίρα
αιωρείται σ’ ένα κεχριμπαρένιο απόγευμα καθ’ οδόν
προς το νόημα το βιβλίο ανοίγει σαν πόρτα
μα το μόνο που διάβασες ποτέ
ήταν ένα φέρετρο που οι μεντεσέδες του ταλαντεύονταν

κλείνοντας με τις χορταστικές περιγραφές
ενός αδερφού & και της σφαίρας ακινητώντας
το πιο γρήγορο δάχτυλο δείχνει
προς τη ζωή δείχνω εσένα εμένα εσύ σή
-μερα Πέμπτη πήγα έναν μεγάλο περίπατο
μόνος δεν τα κατάφερα συνέχεια σταματούσα
για ν’ αγγίξω τη σκιά μου μήπως και
η αίσθηση είναι η μοναδική αλήθεια

που αντέχω & εκεί κάτω
εκεί ανάμεσα σε αντίχειρα & δείκτη
ένα μυρμήγκι τρέχει σε κύκλους μετά κάνει ζιγκ ζαγκ
ήθελα σημαντικότητα μα σκέψου
ήταν απλώς το φορτίο που κουβαλούσε
που τον ταλάντευε: ένα άλλο μυρμήγκι
σγούρυνε & το κρύο σηκώθηκε από
τους ώμους του που έμοιαζαν με σειρά

αποφθεγμάτων απ’ όπου λείπει η ομιλία λέγεται
ότι μπορούν να κουβαλήσουν πάνω από 5.000 φορές το βάρος τους
μα συχνά είναι ψίχουλα ψωμιού
όχι αδερφοί αυτά που κουβαλούν
στο σπίτι μα ίσως πάει πολύ μακριά
να παραδεχτούμε πως η μέρα τελειώνει οπουδήποτε
μα εδώ όχι όχι μαμά αυτό
είναι το όνομά σου λέω δείχνοντας

το Χονγκ στο πιστοποιητικό γέννησης λεπτό
σαν σκόνη Χονγκ λέω που σημαίνει
τριαντάφυλλο βάζω το δάχτυλό σου σε ένα λουλούδι τόσο
οικείο που είναι σχεδόν συνθετικό κόκκινο
πλαστικά πέταλα με κόλλα σαν δροσοσταγόνες το αφήνω
έξω από τα ποιήματά μου αποστρέφομαι
το πρόσωπό του – κλισέ μεγάλου μεγέθους
το κεφάλι ξεφτισμένο στις άκρες

σαν κάτι παραβιασμένο
από σφαίρα που αναζητεί τη γλώσσα
ένα είδος ανθρώπου που είναι σαν να λέω
γεννήθηκα επειδή εσύ
πέθαινες της πείνας μα πώς μπορεί οτιδήποτε
να βρεθεί με δύο μόνο χέρια
με δύο μόνο χέρια πέταξες
μια σακούλα σκουπιδιών με αντζούγιες στο γυάλινο βάζο

η μέρα ήταν ακίνδυνη μια αύρα αιωρούνταν
σε κεχριμπαρένιο φως από πάνω μας γκρίζα
κλαδιά της Νέας Αγγλίας ταλαντεύονταν χωρίς
ν’ αγγίζουν για να κάνεις σάλτσα από ψάρια είπες
πρέπει να αντέξεις τη μυρωδιά των πτωμάτων τους
αλατισμένων & κομματιασμένων για έναν χρόνο σε βάζο ψηλό
σαν αγόρι έπεφταν με επιτήδεια
χτυπήματα σαν σφαίρες κάθε λέξη πρέπει να σταματά

κάπου – γιατί όχι σε ένα κίτρινο
ποιητή βάζω μέσα τη σάλτσα ψαριού βγάζω
έξω τη σάλτσα ψαριού χορεύω
στη γραμμή ώσπου γίνομαι η γραμμή
που κάποιοι περνούν ή σβήνουν
σχεδόν με σκότωσαν
είπες επειδή είμαι λευκή
με ένα πιγκάλ τουαλέτας έσπρωχνες τα ψάρια

κάτω ήχος από κόκκαλα σαν χαλίκια
η βιολετιά φλέβα στον καρπό σου γυάλιζε
ο πατέρας σου ήταν ένας λευκός στρατιώτης
είχα κεχριμπαρένια μαλλιά είπες με αποκάλεσαν
προδότρια με αποκάλεσαν φάντασμα
κορίτσι πασάλειψαν το πρόσωπό μου με ακαθαρσίες αγελάδας
στην αγορά για να με κάνουν μελαμψή
σαν εσένα & τον πατέρα σου τα μάτια έλαμψαν

μέσα από το βάζο πυροβόλησαν
τον αδερφό μου είπες κοιτάζοντας κάτω
όμως μακριά από τα νεκρά
μάτια ο μικρός αδερφός μου
αν να διαβάζεις σημαίνει να ζεις
σε δύο κόσμους συγχρόνως γιατί
δεν είναι εκείνος εδώ ο φίλος μου είπε μπορείς να κάνεις
οτιδήποτε σε ένα ποίημα

έτσι βγήκα αμέσως έξω από αυτό
το να μπεις είναι να επανα
-προσδορίζεσαι η σφαίρα δικαιώνει το όνομά της
σπρώχνοντας το σώμα μέσα στον εαυτό του σάρκα
προσφυγεμένη μέσα στη σάρκα χτυπήθηκα
από αυτές τις λέξες που λέμε χτυπήθηκα από
τούτη τη δίοδο απ’ όπου πέρασε κατευθείαν
με άνοιξε στα δύο αυτά τα μάτια που διαβάζουν

δεν έχουν κλείσει ακόμη δεν έχουν θεραπευτεί
σφαλιστά είμαι γεμάτος από μολυβένιο νόημα που χωρίζει
μια ερυθρά θάλασσα μέσα μου τένοντας που καλύφθηκε από μαλακό ιστό σαν σκόνη
το αίμα μου μια χωρίς σύνορα μετάφραση
σφαλμάτων στης αναγνώστριας
τα χέρια ένα τριαντάφυλλο που χάσκει που είναι
το όνομά σου Χονγκ λέω που επίσης σημαίνει
ροζ το χρώμα που κάθε σφαίρα συναντά

προτού βρει τον πιο αληθινό εαυτό της είπε ο Καλβίνος
ανθρώπινο ένστικτο είναι να γελάς
όταν κάποιος πέφτει οι στρατιώτες
ράγιζαν καθώς πυροβολούσαν
τον αδερφό σου που έτρεχε το χρώμα του ουρανού
πουκάμισο ροζ στο έδαφος
η εξέλιξή μας ως κυνηγών ο Καλβίνος συνέχιζε
το σώμα που είχε καταρρεύσει ένα σήμα

από κρέας άρα η πείνα
οδηγεί σε θανατηφόρο
χαρά είναι σχεδόν τέλειο
χαμογέλασες η μύτη βαθιά
μες στο βάζο λες και το να σε κυνηγούν
σημαίνει ότι είδαν επιτέλους για λίγο πως είσαι ζωντανός
λες κι η σφαίρα σε κάνει αληθινό
κάνοντάς σε λιγότερο

κι αυτό είναι τέλειο
στα ποιήματα το κείμενο
πολλαπλασιασμένο από δολοφο
-νικές διαγραφές
οδηγεί σε αναπόφευκτη
τέχνη σε άριστη κατάσταση ο κρατούμενος
μέσα στο μαρμάρινο φέρετρό του το μήκος
ενός ψαριού είναι η γραμμή ενός χρονοδιαγράμματος

που διασχίζει τη σελίδα για να τεκμηριώσει μέρες
ο νεκρός μονάδα μέτρησης
της απόστασης μέχρι εκεί που ζει κάποιος
το σώμα ανθίζει
καθώς σήπεται Ροζ
Τριαντάφυλλο Ρόουζ Χονγκ Μαμά
το διαβάζεις αυτό καλή μου
αναγνώστρια μήπως είσαι η μαμά μου

μήπως είναι σε γλώσσα που δεν μπορώ
να τη βρω χωρίς εσένα σ’ αυτόν τον κόσμο
που έφτιαξα δεν μπορείς να μπεις σε λίγους μήνες
το κρέας τους θα λιώσει θα γίνει μελαμψή
μύξα σάπια σχεδόν σαν σάλτσα η γραμμική
ραχοκοκαλιά του ψαριού διαλυμένη από τον χρόνο
επιτέλους έντονη μυρωδιά φαντασμάτων είπες
μου έδωσες το όνομα ενός σώματος

νερού επειδή είναι το μεγαλύτερο πράγμα που ήξερες
μετά τον θεό κοιτάζω επίμονα τα ασημί στρώματα
τη σκιερή γραμμή ανάμεσα σε δύο πατικωμένα ψάρια
είναι ένα δάχτυλο στο σκοτάδι απαλά
θυμήθηκα στο σκοτάδι το δάχτυλό του
στα χείλη μου μαμά το σσσσσς του
ο φίλος σου ο άντρας που με φύλαγε
ενώ εσύ δούλευες την τελευταία

βάρδια στο εργοστάσιο ρολογιών Timex γιατί
τα σκέφτομαι τώρα αυτά τα έκπληκτα στόματα
διάστικτα γεμάτα λακούβες πτερύγια απαλά η πόρτα η λεπίδα της
από κεχριμπαρένιο φως μεγάλωνε καθώς άνοιγε
σσσσσς ακούγεται σαν ζώο
που πνίγεται καθώς ταρακουνούσες
το βάζο τα κιτρινόλευκα μπράτσα σου ροζ
εντόσθια ψαριών να αφρίζουν απαλά εσύ πρέπει

να θυμάσαι απαλά τον άντρα είναι
στο παρελθόν τώρα το πρόσωπό του ένα μαύρο τριαντάφυλλο
που κλείνει μήπως ξέρεις
πώς είναι μωρό μικρό μου
αγόρι είπες ιδρώνοντας πάνω απ’ το βάζο
να είσαι ο μόνος που μισούν ο μόνος
ο λευκός εχθρός της ίδιας σου
της χώρας του ίδιου σου

του προσώπου τα δέντρα βρυχώνταν
από πάνω μας κόκκινα φύλλα άφηναν μικρές ουλές
στον ουρανό απαλά άγγιξα
τον αγκώνα σου τα ψάρια στριφογύριζαν
στο χαμένο τους καρουσέλ
μάτια χωρίς βλέμμα όχι όχι μαμά είπα
κρατώντας την ανάσα μου δεν ξέρω
πώς είναι & γύρισα

το κεφάλι μου προς τον ήλιο
που λαμπερός ακυρώνει
αν το διαβάζεις αυτό τότε
επέζησα η ζωή μου μέσα στη δική σου
εσένα που είπες στον αδερφό σου ότι πεινούσες
έτσι έκλεψε ένα ψητό κοτόπουλο
έτσι το έκρυψε κάτω από το στο χρώμα του ουρανού
πουκάμισο & δεν είναι

δικό σου το λάθος αναγνώστρια έπρεπε
να δουλέψεις έπρεπε να σηκωθείς
στη γαλάζια σαν αίμα αυγή για να ζεστάνεις
το αμάξι σου εσένα που κράτησες
στιγμιαίο καφέ με τα δυο σου χέρια
έφαγες το κολατσιό σου ψωμί τοστ βουτηγμένο
σε γάλα εβαπορέ στο πάρκινγκ
μόνη μού έφερες μολύβια αναγνώστρια θα μπορούσα

να μη μιλάω έτσι εγγράφηκα στη
σιωπή όπου καθόμουν περιμένοντας εσένα μαμά
να με διαβάσεις με διαβάζεις τώρα με
ακούς βοήθεια βοήθεια εσύ που ονειρεύτηκες
λωρίδες κοτόπουλου μαριναρισμένες
σε σάλτσα ψαριού καθώς κρυβόσουν στις σπηλιές
πάνω απ’ το χωριό σου εσύ λευκό
διαβολοκόριτσο που λιμοκτονούσες φάντασμα

μα δεν έπρεπε να ήμουν τόσο
πεινασμένη είπες κοιτάζοντας πάνω
τα φύλλα άλικα μέσα από έναν ουρανό
στο χρώμα του αδερφού μισούσα την πείνα μου οι φλέβες
στις γροθιές σου το βάζο όλο κεχριμπάρι κομμάτια
άδειο σαν δίχως
λέξεις μυαλό σταμάτα να γράφεις
για τη μητέρα σου είπαν

όμως δεν μπορώ ποτέ να βγάλω
το τριαντάφυλλο ανθίζει ξανά σαν δικό μου
ροζ στόμα μα πώς
μπορώ να σας το πω αυτό όταν ψάχνετε πάντα
το ορθό του νοήματος
καθώς σας σπρώχνει πιο πέρα μέσα στο λευκό
διάστημα πώς μπορώ να πω ότι η τρύπα
στην πλάτη του αδερφού σου δεν είναι

τμήμα του αδερφού σου μα ο αδερφός σου
ξεχωριστά είναι ακόμη κάπου
και τρέχει επειδή το έγραψα
σε ενεστώτα χρόνο η σφαίρα ακινητεί
λίγο πριν τον θάνατό του ένα έντομο
παγιδευμένο σε κεχριμπάρι το καμμένο
κοτόπουλο σφιγμένο στο στήθος του σκόνη
να σηκώνεται από τα σανδάλια του

καθώς τρέχει γρήγορα προς το μέλλον
όπου περιμένεις στη βροχή
που σκέβρωσε το παράθυρο υγρά βήματα
στην οδό Ρίλσεϋ μα αγαπητή αναγνώστρια
είναι απλώς ο γιος σου που γυρίζει σπίτι
ξανά μετά το σχολείο μετά
που οι νταήδες του έτριψαν τη μούρη σε μελαμψό
χώμα τι κι αν είπα πως το πιο γρήγορο

δάχτυλο που δείχνει εσένα Μαμά
είμαι εγώ θα απέστρεφες το βλέμμα σου
σε δείχνω όχι όχι πέρασα κατευθείαν
από μέσα σου άφησα ένα ροζ τριαντάφυλλο να φλέγεται
στη μέση του νοσοκομείου
στη Σαϊγκόν αναγνώστρια που
δεν μπορείς να διαβάσεις
ή να γράψεις έγραψες ένα γιο

στον κόσμο χωρίς
λέξεις μα μια συλλαβή τόση
όση μια σφαίρα η ζέστη της σε γεμίζει
σήμερα Πέμπτη
(δική μας όχι του Βαγιέχο) με αραιή συννεφιά με λίγο
αέρα ασθμαίνοντας γονατίζω για να γράψω
τα ονόματά μας στο πεζοδρόμιο & περιμένω
τα γράμματα για να σηματοδοτήσω

ένα μέλλον ένα τόξο που δείχνει
μια έξοδο κοιτάζω & κοιτάζω επίμονα
ώσπου να σκοτεινιάσει πολύ να μην μπορώ να διαβάσω το μυρμήγκι
& τον αδερφό του από καιρό
στο σπίτι πια η νύχτα πλημμυρίζει
το τσιμέντο μαύρο τα μπράτσα μου αμυδρά
σαν μισοτελειωμένες προτάσεις
αναγνώστρια διέπραξα λογοκλοπή

της ζωής μου για να σου δώσω το καλύτερο
του εαυτού μου το υπόλοιπο στα πιο άδεια
περιθώρια & αυτές οι λέξεις αυτά
τα έντομα αντζούγιες σφαίρες που περισώθηκαν
& εξορίστηκαν από την τέχνη μαμά η τέχνη μου αυτά τα πτώματα
ξαπλώνω δίπλα τους στη σελίδα για να σου πω
ότι ο ενεστώτας χρόνος μας δεν ήρθε πολύ αργά.

Όσιαν Βονγκ

Εισαγωγικό σχόλιο και μετάφραση:
Χριστίνα Λιναρδάκη



Σημ.: Η μετάφραση πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Poetix, τεύχος 19.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου