Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

"Μισέρημος" της Κατερίνας Ζησάκη

Είναι δεδομένο πως οι περισσότεροι ποιητές ξεκινούν από κάποιες αφετηρίες, από κάποιους ομότεχνους, που αρχικά επηρεάζονται, όμως οι ποιητές, που ξεχωρίζουν δεν μένουν για πολύ σ’ εκείνους που τους έδωσαν τις πρώτες εμπνεύσεις, αλλά σιγά-σιγά διαμορφώνουν ένα δικό τους καθαρά προσωπικό στυλ.

Τέτοιες διαπιστώσεις κάναμε, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Ζησάκη: μισέρημος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μανδραγόρας». Ενώ φαίνεται ότι στη συλλογή υπάρχουν διάφορες επιρροές, κυρίως, θα λέγαμε από την Κατερίνα Γώγου, η ποιήτρια καταφέρνει να αναδείξει το δικό της καθαρά προσωπικό ύφος και αυτό το επίτευγμα κάνει το έργο της ξεχωριστό.

Ας σταθούμε λίγο στον τίτλο: «μισέρημος» με το πρώτο γράμμα μικρό, που είναι μια λέξη σύνθετη και επινοημένη από τη γλωσσοπλαστική ικανότητα της ποιήτριας. Το πρώτο συνθετικό είναι το μίσος πάνω σε μια αντιστροφή της ρήσης του Σοφοκλή στην Αντιγόνη: «Ου συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν». Δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για να αγαπώ, λέει η Αντιγόνη. Γεννήθηκα για να αγαπώ, αλλά με έμαθαν να μισώ, μας λέει η Κατερίνα Ζησάκη μέσα από τους στίχους της. Ο άνθρωπος, όμως, που μισεί, νιώθει έρημος τόσο σωματικά όσο και ψυχικά και εδώ έχουμε το δεύτερο συνθετικό του τίτλου. Αυτή η ερημία είναι που πασχίζει να καλύψει. Έτσι, στο ομώνυμο ποίημα η Κατερίνα Ζησάκη αφού αρνείται τις ωραιοποιήσεις: «δεν είμαι ωραία μουσική για να μ’ ακούσεις / δεν είμαι κόμη απαλή για να με λούσεις», δεν φοβάται να πει την αλήθεια για το ποια είναι: «είμαι σημάδι και σπυρί παρανυχίδα» και δείχνει την ανάγκη της να καλύψει την ψυχική της ερημία: «λοιπόν; θα μ’ αγαπήσεις;». Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Είναι μια κραυγή αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου, που τον έμαθαν να μισεί και νιώθει την ερημία να μεγαλώνει μέσα του. Αυτή η κραυγή αγωνίας διαποτίζει ολόκληρη τη συλλογή με ποιήματα κυρίως σε ελεύθερο και λιγότερο σε παραδοσιακό στίχο, με εσωτερικό ρυθμό. Εδώ, το «δεν είμαι ωραία μουσική», σημαίνει ότι η συλλογή, που διαβάζουμε δεν είναι ωραιοποιημένη μουσική, αλλά σκληρό ροκ, που κρατά τον αναγνώστη-ακροατή σε εγρήγορση.

Πιο πάνω αναφερθήκαμε στις επιρροές της ποιήτριας. Μια από αυτές είναι και το ποίημα «Ποιητική» του Μανόλη Αναγνωστάκη. Στο τέλος του ποιήματος ο Αναγνωστάκης γράφει: «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις / να μην τις παίρνει ο άνεμος.» Η Κατερίνα Ζησάκη μας δίνει μια πολύ παραστατική εικόνα: «μια μέρα θα πάρω τσιμεντόπροκα / θα δώσω μια γερή / θα λιώσω τον αντίχειρά μου» για να καταλήξει: «να ουρλιάζω από πόνο / εκεί να δεις ποίημα».

Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η αντιμετώπιση ενός θέματος, με το οποίο έχουν ασχοληθεί οι περισσότεροι ποιητές, του θανάτου. Η Κατερίνα Ζησάκη μας παρουσιάζει έναν θάνατο με θηλυκή υπόσταση. Μια γυναίκα απαλή, που «οπωσδήποτε διαβάζει Παβέζε».

Ένα από τα πιο δυνατά ποιήματα της συλλογής είναι «τα κορίτσια της Κυριακής», που αναφέρεται στις γυναίκες οι οποίες, ενώ δώσανε αγάπη και έμαθαν πάντα να δίνουν, δεν πήραν ποτέ τίποτα και καταλήγουν μόνες τους «ώσπου να ‘ρθει η ματαίωση / το βράδυ».

Η αγάπη στη συλλογή της Κατερίνας Ζησάκη είναι φωτιά. Αν δεν καείς, αν δεν πονέσεις, δεν καταφέρνεις ούτε να αγαπηθείς, ούτε να αγαπήσεις: «Θέλει μεγάλη βάσανο / προκειμένου να ζεσταθείς από την αγάπη».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Ζησάκη μισέρημος είναι μια από τις πιο δυνατές ποιητικές συλλογές που διαβάσαμε τελευταία και, κατά τη γνώμη μας, τέτοιες ποιητικές συλλογές ανανεώνουν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος 



Παρακάτω παραθέτουμε τρία ποιήματα, που ξεχωρίσαμε:

μισέρημος

For the love of the crowd
and tree cheers from everyone

The Cure, Disintegration


δεν είμαι ωραία μουσική για να μ’ ακούσεις
δεν είμαι κόμη απαλή για να με λούσεις
δεν είμαι ήλιος να σε ντύσω με αχτίδα
είμαι σημάδι και σπυρί παρανυχίδα
είμαι σε νύχτα σκοτεινή μαύρο σκουλήκι
κατατροπώνω καίω λέω μου ανήκει
σκοτώνω βρίζω βρίζομαι σ’ αφήνω
και πάω πάνω απ’ τον τάφο μου
και φτύνω

λοιπόν; θα μ’ αγαπήσεις;


πάσα από Αναγνωστάκη για αδέξιους παίκτες

όταν καρφώνω τα καρφιά στον τοίχο για τα κάδρα
πρόβα για λέξεις – βαράω προσεχτικά
σφυριά σφυριά: ψιλό καρφάκι μη λυγίσει
μην τρίξει ο τοίχος ο αντίχειρας μη χτυπηθεί

δε βγαίνει τίποτα έτσι

μια μέρα θα πάρω τσιμεντόπροκα
θα δώσω μια γερή
θα λιώσω τον αντίχειρά μου
θα γκρεμίσει ο σοβάς
θ’ απομείνουν σφυρί
και καρφί και κρέατα
σφηνωμένα στον τοίχο

να ουρλιάζω από πόνο
εκεί να δεις ποίημα


τα κορίτσια της Κυριακής

τα κορίτσια της Κυριακής φοράνε το καπέλο τους
και βγαίνουν βόλτα στα φαστφουντάδικα
για λίγες αλμυρές πατάτες
έχοντας πρώτα γλύψει τα πεζοδρόμια
απ’ το μηδέν στο σπίτι την προηγούμενη νύχτα
έχοντας αγαπήσει κι απορριφθεί μεταξύ τρεις με πέντε
μετά στα πόδια τους κοιμήθηκε το ζώο
με τη βαριά ανάσα
που πρόσμεναν στο λαιμό τους

τα κορίτσια της Κυριακής κόβουν βόλτες στα παλιατζίδικα
ψάχνουν φωτογραφίες ευτυχισμένων γιων
πεθαμένων γαμπρών ή ενός λυπημένου εργάτη
που επειδή η δουλειά στο εργοστάσιο ήταν σκληρή
πήρε απόφαση κι έφυγε στα καράβια
κι έστειλε τη φωτογραφία του: Μον Αμούρ – απ’ αυτό το λιμάνι
που όπου να ΄ναι θα ‘φτανε ο κυκλώνας
και θα το βύθιζε μια για πάντα το σαπιοκάραβο
τη φθαρμένη ζωή που κρατούσε

τα κορίτσια της Κυριακής μετά απ’ όλα αυτά
έχουν την καρδιά να τρώνε γλυκό κουταλιού
να κυλάει στο χειλάκι τους το σιρόπι
ο ήλιος να παίζει απάνω του
και το γλυκό το βύσσινο να μοιάζει αίμα
και δεν καταλαβαίνεις: μάτωσαν
η κάποιον έχουν δαγκώσει
σταυρώνουν τρεις φορές τα πόδια νωχελικά
ύστερα σηκώνονται
περνάνε μέσα από παζάρια και φωνές την ώρα που σβήνουν
πετούν τη γόπα τους μπαίνουν στο λεωφορείο
χαζεύουν την Πατησίων που αποκαλύπτεται
γυρνούν στο σπίτι και δεν τα βλέπει κανένας πια
και δεν ξέρουμε αν είναι πλάσματα υπαρκτά
ή αν είναι το μάθημα που μαθαίνει ο κόσμος
που έψαξε το Σάββατο να βρει τι είναι ζωή

κορίτσια της Κυριακής
δαγκωμένες σκύλες που ημέρεψαν απ’ τα βάσανα
σήμερα που είναι Κυριακή σας αγαπώ
αγαπήστε με – κάπως ν’ αντέξουμε τη μέρα αυτή
ώσπου να ‘ρθει η ματαίωση
το βράδυ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου