Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο ελληνικό διήγημα

Παραμονές Χριστουγέννων και το στίγμαΛόγου θα σας αφήσει για τις γιορτές με ένα υπέροχο σταχυολόγημα από ελληνικά διηγήματα που συγκέντρωσε ο Απόστολος Σπυράκης. 
Σας ευχόμαστε Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένο το Νέο Έτος και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για τις 7 Ιανουαρίου 2019.






Στον πατέρα μου


"Να ο αστέρας! Να ο μεσονύκτης!", είπε και ο άλλος ποιμήν, παρακολουθών τον σύντροφο του εις την πρακτικήν ταύτην αλλ’ ακριβή αστρολογίαν. 
Και τους είδες τότε εκεί τους σκαιούς αυτούς ποιμένας ν' αποκαλυφθώσιν ευλαβώς και να προσκυνώσιν επί τινάς στιγμάς εν κατανύξει, γονατισμένοι, ως να παρίσταντο μυστηριωδώς εν τη εβραϊκή Βηθλεέμ εις την θείαν του Σωτήρος γέννησιν .
"Χριστούγεννα! Χριστούγεννα!"

Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, οι βοσκοί της Σκιάθου στο διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη "Η θεια Μυγδαλίτσα", παρατηρούν τον ουρανό για να νιώσουν ότι ξημερώνει η μεγάλη γιορτή:

"Μεσάνυχτα! Να, μεσάνυχτα", διέκοψε τότε ο Κουτσογεώργης, μετά ώρα σιωπής καταβιβάσας την κουκούλλαν της κάππας και θεωρών σοβαρώς τους αστερισμούς.

Έπειτα ένας -ένας πέφτουν για ύπνο γύρω από τη φωτιά που έχουν ανάψει για να μαγειρέψουν, σε μια σκηνή βιβλική:

Ήδη σκοτία πανταχού ηπλούτο. Νυξ ασέληνος. Ψύχος ξηρόν εσκόρπιζε ο ελαφρός βόρειος άνεμος και ούτε γλαυξ ούτε πτηνόν άλλο νυκτερινό ηκούετο την παγεράν αυτήν της παραμονής νύκτα · Μόνον οι παράδοξοι κροταλισμοί των καιομένων ξηρών ξύλων εκρότουν και τα πρατσαλίζοντα ενίοτε φύλλα του θυμωμένου πρίνου, εξακοντιζόμενα μακράν υπό της υποβοϊζούσης φλογός μετά σπινθήρων. Ο εις των ποιμένων, πλαγιασμένος εγγύς, ήτο σιωπηλός , αφαιρεθείς προς το ανακάχλασμα της χύτρας ήτις τεθείσα πλέον επί δύο λίθων εν τη πυρά εμαγείρευε των Χριστουγέννων το φαγητόν, εξάγουσα από των άκρων του καλύμματος ευώδη βράζοντος κρέατος αχνόν, κινούντα την όρεξιν των ποιμένων…
Ο ποιμήν βεβαρημένος υπό του καμάτου της ημέρας, εργώδους και οδυνηρού καμάτου ανά τους απατήτους των βουνών δρόμους υπό τον κρυερόν του χειμώνος καιρόν, κατεκλίθη πάλιν, εγγύτερον τώρα προς την ανθρακιάν, διότι το ψύχος ολονέν εγίνετο δριμύτερον, προχωρούσης της νυκτός.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929) γεννήθηκε στη Σκιάθο και ήταν συγγενής του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, από τον οποίο επηρεάστηκε. Η γλώσσα του είναι μια όμορφη και εύληπτη καθαρεύουσα και το 1926 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ στο τέλος της ζωής του έγινε μοναχός στο νησί όπου γεννήθηκε. Η αγάπη του για τη Σκιάθο φαίνεται από την περιγραφή που κάνει στην αρχή της ιστορίας του:

Τα προς βορράν λοφώδη μέρη της σκιεράς νήσου Σκιάθου, φαλακρούμενα ολίγον κατ’ ολίγον από γηραιών δρυών δάσος εις λόχμην εκ πρίνων , κομάρων και σχοίνων, απολήγουσιν εις βραχώδειςολισθηράς ακτάς, εφ’ ων μόλις πρασινίζει των χαμοκλάδων το ακανθωτόν φύλλωμα, σκληρόν και αυτό εκ της προς τους βορείους ανέμους ξηράς προστριβής του και αποκλίνων ολονέν την κορυφήν του προς νότον, τόσον λείος και τόσο κανονικώς, ως να το έκειρεν επιδεξίως η βαθέως ξυρίζουσα του παγωμένου βορρά κοπίς, ορμητικώς πνέοντος από της Χαλκιδικής και του Θερμαϊκού, και ερχομένου μετ’ εκκωφαντικής βοής και κυμάτων να προστριβεί οργίλως επί των ακτών τούτων, εις γλώσσας ποικίλας και περικαλλείς την θέαν, εκτεινομένων καθ’ όλην την βορείαν της νήσου έκτασιν μέχρι της δυτικωτέρας εσχατιάς, όπου ηδέως θάλλει το εύμορφον πράσινον χρώμα της κωνοφόρου πεύκης.

Η ηρωίδα του διηγήματός του, ελπίζοντας ότι ο γιος της θα γυρίσει μετά από μακροχρόνια παραμονή στην ξενιτιά, παρατηρεί όλη την μέρα τις ετοιμασίες των ντόπιων γυναικών:

Και κύψασα την στιγμήν εκείνην από του παραθύρου είδε γυναίκα εν αγαλλιάσει κομίζουσαν από του φούρνου εν κυκλοτερεί σινίω τέσσαρα ωραία ψωμία των Χριστουγέννων. Τα ψωμία ανέδιδον θερμήν ευωδίαν, ήτις ζεσταίνουσα της γυναικός τας παρειάς είχε καταστήσει αυτάς ως χρυσοπόρφυρα μήλα.

Τελικά παίρνει την απόφαση να ανάψει τα καντήλια της εκκλησίας που έχει εγκαταλειφθεί πάνω στο κάστρο του νησιού. Εκεί θα συναντήσει τους βοσκούς, οι οποίοι ζουν με τον τρόπο τους τη γιορτή, ετοιμάζοντας το δικό τους γιορταστικό φαγητό και τραγουδώντας:

Το παιδίον πλήρες χαράς έρριψε το ρύζι εν τη χύτρα, αφού εξέβαλεν επί κυάθου τα εντόσθια και την κεφαλήν, μοσχοβολούντα ηδονικώς· έλαβε την λύραν του, έκαμε τον σταυρόν του, και ήρχισε το άσμα των Χριστουγέννων. Η γραία ήτο εν τη εκκλησία. Οι δύο ποιμένες ένθεν και ένθεν του παιδίου κουκουλλωμένοι δια το ψύχος και στηριζόμενοι επί των ποιμενικών ράβδων άνω της ποθητής χύτρας ηκροώντο εν κατανυκτική χαρά του άσματος:
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα!
Πρώτη γιορτή του χρόνου!
Εβγάτε, ακούστε, μάθετε
πως ο Χριστός γεννιέται.
Γεννιέται κι’ αναθρέφεται
στο γάλα και στο μέλι.
Το γάλα τρων’ οι άρχοντες,
το μέλι οι αντρειωμένοι.

Ήτο γλυκύ κελάδημα το τραγούδι τούτο, όπερ το παιδίον με την οξυτάτην και παίζουσαν κατά τα αποθέσεις του μέλους φωνήν του ετόνισε τόσον από την καρδιά του, ώστε ηδηλάλως αντήχησαν τα εγγύς βουνά και ο πέραν πόντος. Έκλαυσαν δε οι δύο ποιμένες όταν προς το άσμα των Χριστουγέννων τούτο εκόλλησεν ο παις και μίαν ηδυτάτην επωδόν ταύτην:

Ν’ ασπρίσης σαν τον Όλυμπο,
σαν τ’ άσπρο περιστέρι
σαν το πουλάκι που κελαηδεί
χειμώνα καλοκαίρι!


Αυτός που έπεισε τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη να εκδώσει τα διηγήματά του ήταν ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947) ποιητής και συγγραφέας με καταγωγή από το Ναύπλιο, στο οποίο διαδραματίζεται το θαυμάσιο διήγημα "Ο ξένος των Χριστουγέννων". Αυτή είναι η αρχή του:

Με τα παιδιάτικα μάτια μου έβλεπα, πίσω απ το τζάμι, τη σημαία του Παλαμηδιού, του κάστρου τ’ Αναπλιού, ψηλά, και το σκοπό τυλιγμένο στο μανδύα του να πηγαινοέρχεται στην τάπια, με το τουφέκι στον ώμο. Στο φόντο του ουρανού, η σιλουέτα του γραφόταν τεράστια, επιβλητική. Κάμποσες οργιές πιο κάτω σάλευαν χαμόκλαδα κι οι γ φραγκοσυκιές πρασίνιζαν κρεμασμένες στο βάραθρο, πάνω απ’ τη βενετσιάνικη σκάλα -999 σκαλοπάτια.

Εκείνη η μέρα, η γκρίζα, η βουβή, ήταν τα Χριστούγεννα.


Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937) στο διήγημα  "Η καλύτερή μου Αρχιχρονιά" διηγείται μια παραμονή Πρωτοχρονιάς που έζησε με τους βοσκούς της πατρίδας του στην Ήπειρο, εν μέσω τρομερής καταιγίδας. Σ' αυτό το επεισόδιο μιλά ένας γέρος ποιμένας:

"Εγώ, παιδί μου, αφόντας κάνω αυτό το έργος της κλίτσας, δε βρέθηκα ποτέ με τα μάτια κοιμώμενα τη στιγμή που φεύγει ο ένας χρόνος και δίνει τα κλειδιά του κόσμου στον άλλο, πόρχεται να κάτσει στον τόπο του. Εγώ, το λοιπόν θα κάτσω που θα κάτσω … Εσύ κοίταξε να μην κοιμηθείς".

"Θα καθίσω, γέρο, θα καθίσω!", του είπα αποφασιστικά.

"Αα! Είν’ όμορφο πράγμα παιδί μου! Γίνεται ένας κλονισμός στην πλάση, ένα βαθύυυ .. βαθύ βουητό, πρέπει νάχεις πολύυυυ… πολύ αλαφρό αυτί για να το καταλάβεις. Γίνεται ένα τρομερό απόκοσμο κλάμα … Δεν είναι μικρό πράγμα νάρχεται ένας άλλος και να σου παίρνει από τα χέρια τα κλειδιά του κόσμου! Σαν καληώρα να ‘ρθει απόψε ένας άλλος και να μας πει: "Φευγάτε από το χειμάδι! Θα καθίσω εγώ! Είδες τι πόλεμος γένηκε έξω; Τι ήταν παντεχαίνεις, αυτή η τρομερή νεροποντή; Αυτό το στοιχειοπάλεμα; Αυτά τα τραντάγματα της γης μας; Τι άλλο ήταν παρά πόλεμος ανάμεσα του ενός χρόνου και τ’ αλουνού;". 


Στον "Στριγγάρο", μια ιστορία του Φώτη Κόντογλου (1895-1965) από την αγαπημένη του πατρίδα, το Αϊβαλί, έχουμε μια ακόμα εικόνα χριστουγεννιάτικη με τον συγγραφέα να ψέλνει μαζί μ έναν ντόπιο σκληροτράχηλο τύπο:

Ήταν πολύ παράξενο πράμα ν’ ακούει κανένας τούτα τ’ αρχαία λόγια σ’ εκείνο το έρημο μέρος της Ανατολής, μέσα στο σκοτεινό ρημοκλήσι που ΄μαστε τρυπωμένοι, τσομπάνηδες κι άλλοι βουνίσιοι ανθρώποι.

Με μεγάλο πάθος είπα αυτά τ’ αγιασμένα τραγούδια, αφού ο Στριγγάρος μερακλώθηκε κι ανεβοκατέβαζε το χέρι του απάνω στο στασίδι. Προπάντων το δεύτερο ιαμβικό Κανόνα που θαρρείς πως ο μερακλής Δαμασκηνός τον έγραψε ξεπίτηδες για μας , τον βροντήξαμε "εν κυμβάλοις αλαλαγμού": 

"Έσωσε λαόν θαυματουργών δεσπότης ,
υγρόν θαλάσσης κύμα χερσώσας πάλαι".
 

Η καλύτερη ιστορία στο νεοελληνικό διήγημα που αφορά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς είναι, κατά τη γνώμη μου, "Το βλογημένο μαντρί" του Φώτη Κόντογλου, μια ιστορία απλή και μεγαλόπρεπη συνάμα, που εμπερικλείει τον ελληνισμό. Ο Άγιος Βασίλης εδώ παίρνει τη μορφή καλόγερου και  γυρίζει πολιτείες και χωριά μέχρι που καταλήγει στο υποστατικό του Γιάννη του Βλογημένου, ο οποίος τον δέχεται φιλόξενα:

Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του: "Βλογημένο νάναι τούτο το καλύβι!"...

Και σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στον σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε: "Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!"

Κι έκοψε το πρώτο κομμάτι κι είπε "του Χριστού", έκοψε το δεύτερο και είπε "της Παναγίας" κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε "του Αγίου Βασιλείου", αλλά είπε: του νοικοκύρη του Γιάννη του βλογημένου!".

Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει: "Γέροντα, ξέχασες τον Άι Βασίλη".

Του λέγει ο Άγιος: "Αλήθεια, τον ξέχασα!". Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε: "Του δούλου του θεού Βασιλείου!".

Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια και σε καθένα που έκοβε έλεγε: "της νοικοκυράς", "του μωρού", "του δούλου του θεού Μάρκου του μογιλάλου", "του σπιτιού", "των ζωντανών", "των φτωχών".

Λέγει πάλι ο Γιάννης στον άγιο: "Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;".

Του λέγει ο Άγιος: "Έκοψα ευλογημένε!"...

Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζότανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης: "Εσύ γέροντα που ξέρεις τα γράμματα πες μας σε ποια παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Άϊ Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες μπορεί νάχουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μα κάνει να κολαζόμαστε."

Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή του αλλιώτικα: "Κύριε ο θεός μου, οίδας ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην σου εισέλθη, ότι νήπιος υπάρχει και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών...".

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.



Χρόνια πολλά!
Απόστολος Σπυράκης



Σημ.: Τα αποσπάσματα προέρχονται από τις συλλογές:
1. Ελληνικά διηγήματα Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς (δίτομο έργο) - ανθολόγηση: Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη και Μάνος Κοντολέων, επιμ. Κώστας Σταμάτης. Εκδόσεις Πατάκη, 1994.
2. Διηγήματα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων - εισαγωγή & ανθολόγηση: Χάρης Σακελλαρίου. Νεανική βιβλιοθήκη, εκδόσεις Καστανιώτη, 1985.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου