Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Ναζίμ Χικμέτ, ο ρομαντικός επαναστάτης

Φίλους, που ποτέ δεν τους έδωσα το χέρι μου,
μα που όλοι είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε
για το ίδιο ψωμί
για την ίδια ελευθερία
για το ίδιο όνειρο.

Φίλους, που το αίμα τους είναι μέσα μου,
και το αίμα μου μέσα τους.
Δεν είμαι μόνος στον κόσμο
κι αυτό μου δίνει δύναμη.

(Μετάφραση: Άρης Δικταίος)

Είναι στίχοι από το ποίημα «Ο κόσμος, οι φίλοι, οι εχθροί εσύ κι’ η γη» του Ναζιμ Χικμέτ, του ρομαντικού επαναστάτη, όπως χαρακτηρίστηκε ο Τούρκος ποιητής. Ο Χικμέτ υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της Τουρκικής Λογοτεχνίας κατά τον 20ό αιώνα και, όντας δεξιοτέχνης της τουρκικής γλώσσας, με το έργο του εισήγαγε τον ελεύθερο στίχο και ένα ευρύ φάσμα νέων θεμάτων στη τουρκική ποίηση.

Ο Χικμέτ γεννήθηκε στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το 1902 από μια πλούσια οθωμανική οικογένεια της πόλης, με γερμανοπολωνικές ρίζες από τη μητρική πλευρά. Ο πατέρας του, Χικμέτ Μπέης, ήταν ανώτερος αξιωματούχος του Σουλτάνου και η μητέρα του, Τζελίλ Χανίμ, εγγονή του γερμανικής καταγωγής Οθωμανού στρατάρχη Μεχμέτ Αλή Πασά (Λούντβιχ Ντιτρόιτ, το γερμανικό του όνομα). Πέρασε πολλά από τα παιδικά του χρόνια κοντά στο παππού του, στις διάφορες περιπλανήσεις του ως ανώτερος κρατικός αξιωματούχος στη Μικρά Ασία, λόγω της διάστασης των γονέων του. Ο ποιητής παρ’ όλα αυτά, αποποιήθηκε τις κοινωνικές «ταμπέλες» που του προσέδιδε η πλούσια οικογένειά του και πολύ νωρίς φανέρωσε τις αριστερές τάσεις του.

Το 1918 αποφοίτησε από τη Ναυτική Σχολή Κωνσταντινούπολης και εργάστηκε ως αξιωματικός του πολεμικού Ναυτικού. Το 1920, σε μια εποχή έντονης πολιτικής αναταραχής, απαλλάχθηκε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα σαν άτομο με ειδικές ανάγκες, γιατί αρρώστησε από πλευρίτη. Κατ’ άλλους διώχθηκε από τη σχολή γιατί είχε πάρει μέρος σε μια επαναστατική κίνηση μαθητών.

Το 1921 ζήτησε να πολεμήσει στο πλευρό του Κεμάλ Ατατούρκ, που πολεμούσε τις Ελληνικές Δυνάμεις στη Μικρά Ασία. Μάλιστα, έγραψε κι ένα επικό ποίημα, που εξυμνούσε τα στρατιωτικά κατορθώματα του τουρκικού στρατού. Ο Κεμάλ εκτίμησε πολύ τις πνευματικές του ικανότητες και, αντί να τον στείλει στο μέτωπο, τον διόρισε διευθυντή ενός εξέχοντος σχολείου.

Για το επικό ποίημα, που έχει τίτλο «Το έπος του πολέμου της ανεξαρτησίας», ο Άρης Δικταίος, στη μετάφραση των 122 ποιημάτων του Χικμέτ, αναφέρει ότι γράφτηκε στη φυλακή 20 χρόνια αργότερα (τη περίοδο της επίθεσης του Άξονα εναντίον της Ελλάδας), πρωτοδημοσιεύτηκε μόλις το 1965, μετά το θάνατο του ποιητή και δεν μεταφράστηκε από κανένα άλλον Έλληνα προγενέστερο μεταφραστή του Χικμέτ. Ο ίδιος ο Άρης Δικταίος μεταφράζει μερικά αποσπάσματα.

ΤΟ ΕΠΟΣ TOY ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ
(απόσπασμα σε μετάφραση Άρη Δικταίου)

Εκείνοι που ’ναι σαν παιδιά
σαν τα μυρμήγκια μες στη γη
σαν ψάρια μέσα στο νερό
σαν τα πουλιά μες στον αέρα,
εκείνοι που ’ναι
δειλοί
γενναίοι
απαίδευτοι
σοφοί
εκείνοι που ’ναι παιδιά
εκείνοι που δημιουργούν, που καταστρέφουν
εκείνοι μόνο γεμίζουν το βιβλίο μου μ’ όσα έχουνε πάθει.

Εκείνοι που, γοητευμένοι απ’ τον προδότη,
πετούνε τη σημαία τους
και τρέχουν να κλειστούνε μες στα σπίτια τους,
αφήνοντας τον εχθρό στον κάμπο,
εκείνοι που μαχαιρώνουν, όμως, τον προδότη,
εκείνοι που κλαίνε ανεπιτήδευτα,
εκείνοι που ορκίζονται σ’ όλα
εκείνοι μόνο γεμίζουν το βιβλίο μου μ' όσα έχουνε πάθει.

Εκείνοι που ένα ωραίο πρωί, τα ξημερώματα,
ακουμπώντας στην γη με τα βαρειά τους χέρια,
υψώνονται ως τα κράσπεδα της νύχτας
για ν’ αλλάξουν τη μοίρα του κόσμου.

Εκείνοι που μες στους πιο ήρεμους καθρέφτες
αντανακλούν τις πιο χρωματιστές εικόνες,
εκείνοι που ’ναι τού αιώνα μας οι νικητές κ’ οι νικημένοι,
εκείνοι που έχουν πολύ γι’ αυτούς μιλήσει,
εκείνοι που γι’ αυτούς είπαν
ότι δεν είχαν τίποτα να χάσουνε
εκτός από τις αλυσίδες τους...
εκείνοι μόνο γεμίζουν το βιβλίο μου μ' όσα έχουνε πάθει. 


Την περίοδο αυτή ο Χικμέτ γνωρίζεται με Τούρκους φοιτητές και απ’ αυτούς μαθαίνει για τους Μαρξ και Ένγκελς κι έρχεται σε επαφή με την κομμουνιστική ιδεολογία.

Το Σεπτέμβρη του 1921 εγκαθίσταται στη Μόσχα, όπου σπουδάζει οικονομικές και πολιτικές επιστήμες, μελετά την Οκτωβριανή επανάσταση, γνωρίζεται με τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και έρχεται σε επαφή με τη ποίηση του. Ο Στέλιος Μαγιόπουλος, μεταφραστής του Χικμέτ στα ελληνικά, γράφει για την «τυχαία συνάντηση των δύο μεγάλων ιδιοφυιών, που…  θελήσανε να σπάσουνε τα δεσμά της σκέψης και της τέχνης». Είναι δυο ποιητές με κάποια κοινά χαρακτηριστικά που όμως ο καθένας εκφράζει τη κουλτούρα του λαού του. Η επίδραση του Μαγιακόφσκι στάθηκε καρποφόρα στην υπόλοιπη δημιουργική δουλειά του Χικμέτ. Από την εποχή αυτή ο Χικμέτ αφήνει πίσω του τη παραδοσιακή τουρκική ποίηση και ο λόγος του γίνεται επαναστατικός, μετατρέποντας τον ελεύθερο στίχο σε λογοτεχνικό «όπλο» του καταπιεσμένου λαού του.

Το 1924 πεθαίνει ο Λένιν και ο Ναζίμ στέκεται τιμητική φρουρά στο φέρετρο. Τον ίδιο χρόνο επιστρέφει στη Τουρκία, εντάσσεται στο Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα, και αρχίζει να εργάζεται σε μια εφημερίδα της Σμύρνης. Οι στίχοι και τα άρθρα του που δημοσιεύονται στα έντυπα του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας ενθουσιάζουν τους Τούρκους αριστερούς, με αποτέλεσμα η κεμαλική κυβέρνηση να τα κλείσει. Για να γλυτώσει τη σύλληψη φεύγει κρυφά από τη Τουρκία, επιστρέφει στη Μόσχα όπου μένει μέχρι το 1928,  για να ξαναεπιστρέψει κρυφά, να συλληφθεί και μετά από διαδοχικές δίκες να καταδικαστεί το 1938 σε 20ετή φυλάκιση. Στο διάστημα αυτό και μέχρι τη καταδίκη του, ο Χικμέτ γράφει συνεχώς κυρίως ποίηση, που ξεσηκώνει την εργατική τάξη, με αποτέλεσμα μετά από κάθε έκδοση να ακολουθεί και μια δίκη.

Το 1930 κυκλοφορεί δίσκος με τον ποιητή να διαβάζει ποιήματά του - και σε 20 μέρες εξαντλείται.

Για την ποιητική του συλλογή «Η πόλη που έχασε τη φωνή της», εμπνευσμένη από απεργία στα μέσα μεταφοράς, συλλαμβάνεται, αφήνεται όμως ελεύθερος λόγω πίεσης του μεγάλου λαϊκού ακροατηρίου της δίκης.

Η ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΧΑΣΕΙ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ
(Απόσπασμα σε μετάφραση Άρη Δικταίου)

Διαδρομές
μηδέν.
Η πόλη
σώπασε.
Της πόλης η μασέλα η ασφαλτομπετονένια
κλειδώθηκε:

Στα 1900...
κατά τον μήνα
τού...
Άδειος ο δρόμος.
Τρέχεις από τη μια στην άλλην άκρη.
Άδειος είναι ο δρόμος
ολότελα άδειος
όπως η τσέπη μου...

Στέρεψε, το νερό δεν κυλά πια...
Ούτε ένα ρονρόνισμα μοτέρ
ούτε ένας τροχός που να γυρίζει.
Ο άνεμος
σέρνει πάνω στην άσφαλτο τ’ όνομα τον Μίστερ Φόρντ
η χρωματιστή αφίσα, που από ένα τοίχο ξεκόλλησε,
στροβιλίζεται πάνω στον δρόμο...


Στην απολογία του το 1931 ο Χικμέτ αναφέρει: «Είμαι ένας κομμουνιστής ποιητής και κάθε μέρα προσπαθώ να γίνω καλύτερος κομμουνιστής και καλύτερος ποιητής».

Παράλληλα, οι Τούρκοι διανοούμενοι που πρόσκεινται στο καθεστώς τον συκοφαντούν λέγοντας ότι είναι τρελός, αγράμματος και, με αφορμή τις δημοσιεύσεις του με ψευδώνυμο, διαδίδουν ότι πήγε με το μέρος του καθεστώτος. Όλα αυτά όμως δεν είχαν καμιά απήχηση.

Γράφει ο Χικμετ:

Είμαι κομμουνιστής
Είμαι αγάπη απ’
την κορφή ως τα νύχια,
αγάπη θα πει βλέπω, σκέφτομαι, κατανοώ,
αγάπη θα πει το παιδί που γεννιέται,
το φως που πλημμυρίζει
αγάπη θα πει να δέσεις μια κούνια στ’ άστρα
αγάπη θα πει να χύνεις τ’ ατσάλι μ’ απέραντο μόχθο.
Είμαι κομμουνιστής.
Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ως τα νύχια. 


[Από τον επίλογο του μυθιστορήματός του «Οι Ρομαντικοί» (Όμορφη που ‘ναι η ζωή!…) σε μετάφραση Κώστα Κοτζιά]

Το 1933 συλλαμβάνεται ξανά και απαγορεύεται η κυκλοφορία ποιητικής του συλλογής. Υπόδικος κρατείται στις φυλακές της Προύσας, όπου ξεκινά τη συγγραφή του έργου «Το έπος του Σεΐχη Μπεντρεντίν». Αποφυλακίζεται τον επόμενο χρόνο και το 1935 δημοσιεύει το αφηγηματικό του ποίημα «Γράμματα στην Ταράντα – Μπαμπού», για την επίθεση της φασιστικής Ιταλίας στην Αιθιοπία.

Τη περίοδο αυτή (1935) παντρεύεται την πρώτη σύζυγό του και το 1938 φυλακίζεται. Τη περίοδο της 12ετούς παραμονής του σε διάφορες φυλακές της Τουρκίας, ο Χικμέτ μετατρέπει τη φυλακή σε ένα πραγματικό σχολείο για τους συγκρατούμενούς του με μαθήματα γλώσσας, λογοτεχνίας, γαλλικών.

Το 1941 ξεκινά τη συγγραφή του μνημειώδους έπους «Ανθρώπινα τοπία». Συνεχίζει τις μεταφράσεις, γράφει κινηματογραφικά σενάρια, φτιάχνει ξυλόγλυπτα και ζωγραφίζει πίνακες για βιοπορισμό.

Το 1945 ξεκινά τη συγγραφή μιας σειράς ποιημάτων με τη μορφή επιστολών προς τη γυναίκα του, που ξεπερνούν τα όρια της προσωπικής σχέσης τους, με τον τίτλο «Ποιήματα των 9 και 10 μ.μ.».

Τι όμορφο που ‘ναι να σε συλλογιέμαι
Να γράφω όλο για σένα
Να σε κοιτάζω πλαγιασμένος έτσι ανάσκελα
Μες στο κελί μου
Μια λέξη που ‘χες πει την τάδε μέρα
Στο τάδε μέρος, όχι η λέξη η ίδια
Μα αυτός ο τρόπος που είχε,
μέσα της να κλείνει όλο τον κόσμο.

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)

Συνεχίζει με τα «Ανθρώπινα τοπία», και παράλληλα με τα «Ρουμπαγιάτ», μια παραδοσιακή μορφή περσικών τετράστιχων, αλλά με σύγχρονο διαλεκτικό-υλιστικό, κοινωνικό και επαναστατικό περιεχόμενο.

Ο Χικμέτ είχε άνεση σε όποιο περιβάλλον βρισκόταν, σε πλήθος, με λίγους ανθρώπους, με φίλους, με αντιπάλους ή κατήγορους, μέσα στη φυλακή ή σε όποια χώρα ταξίδευε. Την ίδια άνεση είχε και στη ποίηση του, η οποία πήγαζε μέσα από τα σκιρτήματα των αισθημάτων του και μέσα από τη συγκίνηση που του προκαλούσαν. Είναι ποίηση ανθρώπινη, δραματική μέσα από τα γεγονότα και, όπου διαπιστώνει ότι οι συνάνθρωποι του δεν βλέπουν τη κοινωνική αδικία, απευθύνεται σ αυτούς με φιλικό και πατρικό τρόπο.

Στο ποίημα «Το πιο παράδοξο απ’ όλα τα πλάσματα», γραμμένο στα 1948, λέει:

Κι αν είναι δω στη γης τόση μιζέρια
είναι από σένανε, αδερφέ μου,
Αν είμαστε έτσι πεινασμένοι κ’ έτσι τσακισμένοι
Αν είμαστε γδαρμένοι ως το μεδούλι
και πατημένοι σαν τσαμπιά να δώσουμε όλο το κρασί μας,
Τάχα θα πω πώς είναι από δικό σου φταίξιμο; —όχι,
Όμως και συ, αδερφέ μου, φταις κάμποσο. 


(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)

Την ίδια χρονιά (1948) τα προβλήματα υγείας του επιδεινώνονται. Ξεσπά κύμα διεθνιστικής αλληλεγγύης για την απελευθέρωσή του. Διανοητές όπως οι Ελυάρ, Κιουρί, Νερούντα, Σαρτρ, Πικάσο ζητούν την απελευθέρωσή του.

Το Νοέμβρη του 1950 του απονέμεται στη Βαρσοβία το Παγκόσμιο Βραβείο Ειρήνης μαζί με τους Πικάσο και Νερούντα. Στον ίδιο απαγορεύεται να παραβρεθεί στην τελετή.

Το 1951, μετά από επαναλαμβανόμενες απεργίες πείνας, κατακτά την αποφυλάκισή του αξιοποιώντας τη γενική αμνηστία που χορήγησε στους πολιτικούς κρατουμένους η νέα κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές. Τον ίδιο χρόνο, ο Ναζίμ καλείται στην Άγκυρα για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία με στόχο να χαθεί κάπου στα βάθη της Ανατολής. Εγκαταλείπει την Τουρκία και το τουρκικό Κοινοβούλιο τον ανακηρύσσει προδότη και του αφαιρεί την τουρκική υπηκοότητα, η οποία του αποδόθηκε μετά θάνατον το 2009.

Το 1952, με αφορμή τις δίκες μετά τον Εμφύλιο γράφει το ποίημα « Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», αφιερωμένο στον Μπελογιάννη.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ

Έχω πάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με τα’ άσπρο γαρούφαλλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ’ το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρούφαλλο
πού ‘ναι σα μια φούχτα φως
από την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ’ τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.

Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρούφαλλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο που ‘πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ’ απ’ τη θανατική καταδίκη.


(Μετάφραση από ομάδα Ελλήνων επιστημόνων των τότε Ανατολικών χωρών)

Το 1954 τον βρίσκει να γράφει σειρά ποιημάτων με έντονη νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα και τον τόπο του.

ΓΕΝΝΗΣΗ

Η μαμά του μου γέννησε έναν γιόκα,
χωρίς φρύδια, έναν ξανθό γιο,
ξαπλώνεται στη γαλάζια φασκιά του
μια φωτόμπαλα, τριών κιλών.

Όταν γεννήθηκε
ο γιος μου,
μωρά γεννήθηκαν στην Κορέα,
έμοιαζαν με κίτρινο ηλιόσπορο.
Τα έσφαξε ο Μακ Άρθουρ,
έφυγαν χωρίς να χορτάσουν το μητρικό γάλα

Όταν γεννήθηκε
ο γιος μου,
μωρά γεννήθηκαν στα μπουντρούμια της Ελλάδας,
εκτελέστηκαν οι μπαμπάδες τους.
Είδαν πρώτα
τα κάγκελα στον κόσμο αυτόν.

Όταν γεννήθηκε
ο γιος μου,
μωρά γεννήθηκαν στην Ανατολή,
με μάτια μπλε, μαύρα, μελί
Κόλλησαν ψείρες μόλις γεννήθηκαν
ποιος ξέρει από θαύμα πόσα θα ζήσουν.

Όταν ο γιος μου θα είναι
στην ηλικία μου,
εγώ δεν θα υπάρχω πια,
αλλά ο κόσμος θα είναι τότε μια υπέροχη κούνια
που θα νανουρίζει,
μαύρα,
λευκά,
κίτρινα,
όλα τα μωρά
μια κούνια με ατλάζι θαλασσί. 


(Μετάφραση: Lale Alatli)

Η ποίηση του Χικμέτ είναι γνήσια, απλή και βιωματική, και - όπως γράφει ο Ρίτσος στη εισαγωγή της μετάφρασης των ποιημάτων του Ναζίμ - «είναι η κατάληξη και το στέρεο επιστέγασμα των ιστορικών και προσωπικών του εμπειριών. Κ’ έτσι διατηρεί πάντα την απλότητα της και το ξεκάθαρο περίγραμμά της.»

Το 1955 ο Χικμέτ ερωτεύεται τη Βέρα Τουλιάκοβα, την οποία περνά κατά πολλά χρόνια. Μένουν μαζί και τον Νοέμβριο του 1960 παντρεύονται.

Το 1956, λίγο μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ στην Κύπρο, ζητά από τους Τουρκοκυπρίους να ζήσουν ειρηνικά με τους Ελληνοκυπρίους και να υποστηρίξουν τον αγώνα τους για την αποτίναξη της Βρετανικής Κατοχής στο νησί.

Ο Χικμέτ γράφει επίσης ποιήματα εμπνευσμένα από τα ιδανικά του σοσιαλισμού και της αντιμπεριαλιστικής πάλης και, παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας, ταξιδεύει σ' όλο το κόσμο και στηρίζει τους λαούς που υποφέρουν και αγωνίζονται. Ο Χικμέτ βιώνει μέσα του την ανάγκη μιας παγκόσμιας κουλτούρας και τη δημιουργία ενός ενιαίου ανθρωπιστικού πολιτισμού.

Το ποίημά του "Kız Çocuğu "(Το μικρό κορίτσι) είναι μια έκκληση για ειρήνη από ένα επτάχρονο κοριτσάκι, δέκα χρόνια μετά το θάνατό της στη Χιροσίμα. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά αντιπολεμικά τραγούδια και το έχουν ερμηνεύσει σπουδαίοι καλλιτέχνες και συγκροτήματα, όπως η Τζόαν Μπαέζ.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ (Το μικρό κορίτσι)

Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας
Εδώ ή άλλου, χτυπάω όλες τις πόρτες
Ω, μην τρομάζετε καθόλου που ‘μαι αθώρητη
Κανένας μια μικρή νεκρή δε μπορεί να ιδεί.

Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα
Στη Χιροσίμα ό θάνατος με βρήκε
Κ’ είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα,
Μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
Μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
Όλη - όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
Την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ’ ένα ουρανό συγνεφιασμένο

Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
Κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
Τί το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε
Δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
Φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
Έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)

Το Σεπτέμβριο του 1961 ο Χικμέτ γράφει το ποίημα «Αυτοβιογραφία», στο οποίο με πολλή ειλικρίνεια μιλά για τον εαυτό του.

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γεννήθηκα στα 1902,
δεν ξαναγύρισα στη γενέτειρά μου
δε θα ’θελα να ξαναγυρίσω.
Τριών χρόνων, εγγονός του Πασά, βρισκόμουν
στη Δαμασκό,
στα δεκαεννιά μου φοιτητής στη Μόσχα,
στα σαρανταεννιά πάλι στη Μόσχα
κι από τα δεκατέσσερα μου γράφω στίχους. 


(Απόσπασμα σε μετάφραση Άρη Δικταίου)

Στις 3 Ιουνίου 1963 πεθαίνει στη Μόσχα από καρδιακή προσβολή.

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε, μεταξύ άλλων, τη μέρα του θανάτου του Χικμέτ: «Η ποίησή του παίρνει έναν ουσιαστικό δραματικό, σεμνά ανθρώπινο, ήρεμα απελπισμένο και, ταυτόχρονα, ήρεμα ηρωικό τόνο, όπως μπροστά στη φύση, τη μοίρα και το θάνατο, που πάντα τροφοδότησαν την ποίηση στην απόλυτη μορφή της και παρακίνησαν τον Άνθρωπο κάθε εποχής στον καθολικό του αγώνα για την Ελευθερία του… Και με τούτη τη βαθύτερη αίσθηση, ο κοινωνικός αγώνας, όπως κ’ η αποκαλούμενη κοινωνική τέχνη, αποκτούν βαθύτερη σημασία, υψηλότερο στόχο και πλατύτερη προοπτική. Αναπτύσσονται μέσα στην περιοχή… του πιο καίριου ανθρώπινου προβληματισμού, που ανανεώνει τη συνείδηση της ενότητας του παγκόσμιου πνευματικού πολιτισμού. Και τέτοια, πολύ συχνά, στις κύριες στιγμές της, είναι η ποίηση τού Χικμέτ, που πέρα και πάνω απ’ όποιες πρόσκαιρες σκοπιμότητες… θα μείνει για πάντα, τέλεια στα δικά της μέτρα, ουσιαστικά κοινωνική, βαθιά ανθρώπινη, θαυμαστά απέριττη, ανεξάντλητη πηγή ανακινήσεων και ευγενικό δίδαγμα της ευθύνης τού ποιητή μπροστά στην εποχή του και στον κόσμο.»

Στα ελληνικά, ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ μελοποίησαν ο Μάνος Λοΐζος και ο Θάνος Μικρούτσικος. Το 2001 ο Τούρκος συνθέτης Φαζίλ Σαί, συνέθεσε το ορατόριο Ναζίμ, σε ποίηση Ναζίμ Χικμέτ.

Ανδρέας Καρακόκκινος


Fazil Say: Nazim oratoryosu

 


1 σχόλιο: