Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

"Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ" της Χλόης Κουτσουμπέλη

Ντεσπερέ σημαίνει απελπισμένος. Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ προδιαθέτει ευθύς εξαρχής ότι κρύβει μέσα του μια συνθήκη απελπισίας. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ότι πρόκειται να βρεθεί μπροστά σε μια παρέλαση ψυχών που καθεμία με τον δικό της τρόπο διαμαρτύρεται για όσα η ζωή υποσχέθηκε και δεν δόθηκαν, για την αναπότρεπτη ενηλικίωση και το θάνατο της παιδικής ηλικίας, για το έλλειμμα του έρωτα, της αγάπης, τη ματαίωση, την προδοσία, με μεγαλύτερη εκείνη την προδοσία της ζωής από το θάνατο.

Στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη η φαντασία τρέχει με γρήγορα φτερά. Οι καταστάσεις είναι πολυκύμαντες, διάτρητες. Τίποτα δεν παραμένει σταθερό, όλα αλλάζουν, ακόμα και οι επιθυμίες, και κάποτε τα όνειρα, όπως και στη ζωή, παραμένουν οδυνηρά ανέφικτα.

Η ψυχή καταδυναστεύεται από τις συνθήκες μέσα στις οποίες υπάρχει. Η τριβή με τη ρουτίνα της καθημερινότητας αφήνει μια αίσθηση ματαιότητας, μιας ζωής που υπόσχεται πολλά και τελικά αναπόφευκτα προδίδει τις αρχικές υποσχέσεις της. Η ίδια η ύπαρξή μας εμπεριέχει την παγίδα, γράφει η ποιήτρια, στο ποίημα της «Όλη η αλήθεια για την προδοσία».… Η ζωή μας προετοιμάζει για πουτίγκα και μας σερβίρει χελωνόσουπα… Μια μέρα πάνω σε μαξιλάρι από βελούδο κάποιος μας απονέμει ένα κλειδί. Νομίζουμε μεγάλη πύλη, αλλά το μόνο που ανοίγει είναι ένα δοχείο από σανδαλόξυλο…

Στην ποίησή της οι ψυχές μοιάζουν με πεταλούδες που πετάνε γύρω από τη φωτιά που δημιούργησε την έκρηξη στον πυρήνα τους, στροβιλίζονται γύρω από το γεγονός που τις στιγμάτισε. Το γεγονός αυτό, που παραπέμπει στο παράλογο, γίνεται ο πυρήνας της ποιητικής αφήγησης.

Η ποιήτρια αποτυπώνει τον παραλογισμό, στα παιδικά μάτια, μιας πραγματικότητας που κάνει τους αγαπημένους ανθρώπους να εξαφανίζονται μια μέρα από κοντά μας σαν να ήταν όνειρο. Ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα αποκτά διάσταση υπερρεαλιστική στο ποίημα «Ο κύριος Χόθορν παραβιάζει την εναέρια κυκλοφορία». Όλες οι λέξεις φαίνεται να είναι εκεί για να περιστοιχίσουν μια κραυγή, «μπαμπά μη φεύγεις».

Την ίδια αίσθηση του παράλογου αφήνει η διάλυση της οικογένειας: η ξηλωμένη πατρική οικογένεια κρεμάει σαν μανίκι… Είναι στραβοί οι τοίχοι του σπιτιού και επιπλέον ανύπαρκτη η διεύθυνση. Συγκεκριμένα, ενώ η οδοσήμανση είναι κανονική, ο δρόμος ξαφνικά σπάει και αιωρείται, ενώ παρεμβάλλεται ένα πάρκο με σκυλιά που δαιμονισμένα γαβγίζουν λυσσασμένα… Επιπροσθέτως υπάρχει το θεματάκι με τη θάλασσα. Ενώ η παραλία απέχει πεντακόσιες μακροπόδαρες γιάρδες μακριά, τα κύματα συχνά πλημμυρίζουν το σαλόνι...

Η ανάγκη να αγαπήσεις και να αγαπηθείς διαθλάται στα κείμενα. Η έλλειψή της είναι το γεγονός που αποτελεί τη ρίζα της έμπνευσης. Η ποιήτρια ερευνά τα τραγικά αδιέξοδα της ύπαρξης, αποκαλύπτει τη διαφορετικότητα ανάμεσα στην ανδρική και τη γυναικεία ψυχή και μιλάει για το κενό που δημιουργείται στις σχέσεις. Την ενδιαφέρει ο τρόπος που αντιδρά η ψυχή σε στιγμές κρίσης, σε καταστάσεις που τη φτάνουν στο χείλος της αβύσσου, που είναι και το σημείο της μεταμόρφωσης της, τότε που από κάμπια γίνεται πεταλούδα και ξαφνικά ανοίγει το τεράστιο μάτι, που κάποιοι αποκαλούνε έμπνευση…

Η ποιήτρια πυρπολεί τη συνείδηση με πολυσχιδείς, πολυπρισματικούς τρόπους για να επιτύχει την επιθυμητή μεταμόρφωση. Επιζητεί την ευαισθησία του βλέμματος, τη ματιά που περικλείει μέσα της όλες τις αισθήσεις, την ποίηση που φιλοξενεί μέσα της όλες τις τέχνες, τη συνομιλία της λογικής με την ευαισθησία, τη σύγκλιση της ανδρικής με τη γυναικεία ψυχή, με ενωτικό υλικό την αγάπη.

Φανταστικές συναντήσεις με συγγραφείς και τους ήρωές τους υποδηλώνουν πως το μυθιστόρημα και ο μύθος είναι ιστορίες εν εξελίξει. Δεν περιορίζονται μόνο στα κείμενα που γράφτηκαν, αλλά δημιουργούν μέσα στις συνειδήσεις που τα φιλοξενούν νέες ιστορίες που συνεχίζουν να γράφονται εις το διηνεκές.

Στο ποίημα «Οι τρεις εραστές», οι ηρωίδες μιλούν για τη σχέση τους με τους συγγραφείς τους. Τρεις διαφορετικοί άνδρες, που καθένας τους προβάλλει με το δικό του τρόπο τις εμμονές και την κτητικότητά του πάνω στη γυναικεία ψυχή… Ο πρώτος, Αστρονόμος και αστρομέτρης, με νόμιζε αστερισμό… θα πει η ηρωίδα του έργου «Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ημέρες» για τον Φιλέα Φογκ, το alter ego του Ιουλίου Βερν.

…«Μην μεγαλώσεις ποτέ» ήταν το μήνυμα που έγραφε ο Κάρολ Λιούις στη μικρή Αλίκη και εκείνη το διάβαζε ανάποδα στον καθρέφτη. Αναπολώντας τη σχέση τους θα πει: …Μαζί του αυξομειωνόμουνα συνέχεια, γι’ αυτό έραβα και ξαναέραβα κουμπιά κι άλλαζα φερμουάρ. Μια μέρα κατάλαβα ότι για να ενηλικιωθώ έπρεπε να σπάσω τον καθρέφτη του...

Ο Φράντς Κάφκα αγάπησε μια αληθινή γυναίκα και της φέρθηκε σαν να ήταν φανταστική. Διατηρούσε σχέση μαζί της δι’ αλληλογραφίας. Εκείνη θα πει: …Μου έγραφε κιτρινισμένα γράμματα. Αγαπημένη Μιλένα, με προσφωνούσε. Ειλικρινά δικός σου, ο μικρός σου Φράντς. Κάθε πρωί ξέπλενα τα μάτια μου, έσταζαν πηχτό μελάνι μες στη σκάφη… Κάποτε σε μια επιστολή εσώκλεισε σκαθάρι. Αγάπησέ το. Είναι η ζωή μου, μου έγραψε.

Βιβλικές και τραγικές ηρωίδες, η Μύριαμ η Θαλασσινή-γυναίκα του Λοτ, η Άλκηστις, η Αντιγόνη, η Πηνελόπη βιώνουν μια ανατρεπτική εκδοχή του μύθου τους, έχουν και εκείνες, τη δική τους στιγμή αφύπνισης.

Η Μύριαμ η θαλασσινή-γυναίκα του Λοτ έγινε μια στήλη από δάκρυα, όταν μόνη, πιο μόνη από ξένο, στη μέση της ερήμου, νοστάλγησε… Αργότερα οι μελετητές θα διαλέξουν πτώση γενική, ή μήπως κτητική; Γυναίκα του Λοτ, θα την πουν… Νεκρή Θάλασσα οι αναμνήσεις…

Η Άλκηστις αρνείται να σώσει τον αγαπημένο της Άδμητο, δηλώνει ότι οι νεκροί έρωτες δεν ανασταίνονται ποτέ…

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ. Το αποκαλεί γραφή. …Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο…Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα, που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν, το λέει ενοχή. …Υπάρχει άραγε μετάνοια γι’ αυτούς που μετανιώνουν; Ήρθε στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη, αγάπησε όμως, άραγε, ποτέ της αρκετά; …Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος. Μισός. Η αγάπη όμως. Δεν γερνά ποτέ.

Η Πηνελόπη γερνά χωρίς να περιμένει πια κανέναν… Έξω από την πόρτα σε στοίβες μανικετόκουμπα, γραβάτες, γυαλιστερά σκαρπίνια που άφησαν πίσω οι μνηστήρες, όταν σκόρπισαν τα χρόνια…

Η ποίηση της γίνεται τόπος συνάντησης, ακυρώνει το χρόνο. Συγγραφείς που δεν έχουν συναντηθεί ποτέ στην πραγματική ζωή συναντώνται στους στίχους της και θαρρείς ότι η συνάντηση αυτή ήταν μοιραίο να συμβεί. Αίφνης, ο Λέων Τολστόι οδηγεί το τρένο που πάνω του θα πέσει η Άννα Καρένινα. Στο ίδιο τρένο ταξιδεύει και ο Χέρμαν Μέλβιλ. Το τρένο εκτροχιάστηκε μεσάνυχτα./ Ενάμιση σχεδόν αιώνα πριν./ Ο κόμης Βρόντσκι δεν έφτασε ποτέ./ Ένα σώμα γυναίκας έπεσε στις ράγες./ Ελάφι, ψιθύρισε ο μηχανοδηγός/… Με λένε Λεών φώναξε,/ καθώς το τρένο φιδογύριζε ανάμεσα στις σημύδες./ Λίγο πριν τον σταθμό Λαρίσης/ ανέπτυξε ταχύτητα./ Ξαφνικά σκόνταψε σε μία πελώρια φάλαινα-σκοτάδι./ Αυτό ονομάζεται σύγκρουση συμφερόντων,/ σχολίασε ένας επιβάτης κριτικός/ που καθόταν δίπλα σ’ έναν κύριο που ροχάλιζε./ Συμφωνείς, Μέλβιλ; τον ρώτησε,/ πριν όλα εξαφανιστούν μες στον λεπτό καπνό/...

Ίσως να πρόκειται για απλές «λογοτεχνικές συγκρούσεις», όπως αναφέρει η ποιήτρια στον τίτλο του ποιήματος. Ίσως οι δυο συγγραφείς να έχουν τη δική τους στιγμή αφύπνισης, καθώς βιώνουν τη συνάντηση με τους ήρωές τους τη μοιραία ώρα ή να είναι κάτι πολύ πιο βαθύ. Ίσως να είναι το τρένο της ιστορίας που ταξιδεύει προς το μέλλον, με τις νέες ιδέες των φιλοσόφων για έναν καλύτερο κόσμο που ξαφνικά εκτροχιάζεται από το μακελειό του πρώτου και αργότερα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Η φάλαινα-σκοτάδι θα μπορούσε να συμβολίζει την πιο σκοτεινή ιδεολογία που γέννησε ποτέ στην ιστορία της η ανθρωπότητα. Το ποίημα που γράφει ο ποιητής Βαλεντίν Σιμόνοφ από το μέτωπο των μαχών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Βαλεντίνα, φανερώνει πόσο ανάγκη έχει η ανδρική τη γυναικεία ψυχή. …Περίμενέ με, έλεγε. Πόσο δεν διευκρίνιζε… Στην πατρίδα έχυναν κρασί στο χώμα, ανάβανε γι΄αυτόν κεριά… Αψήφησέ τους της παράγγελνε… Είναι η σκέψη σου που με κρατάει στον αφρό….

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη παραθέτει γεγονότα που προκαλούν να τα εξιχνιάσεις, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο για να την απολαύσεις. Απλώς δημιουργεί μια αυθόρμητη ανάγκη στην ψυχή να εμβαθύνει στους συμβολισμούς της. Συχνά υπάρχει μια λέξη-«κλειδί» που μπορεί να αλλάξει όλο το νόημα του κειμένου. Όπως το κίτρινο αστέρι που φορούσε ο άνδρας που δεν ήρθε ποτέ στο «ραντεβού στην Καμάρα», που αναπάντεχα μεταφέρει χρονικά το ραντεβού, όπως υποδηλώνει και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ποιήματος, στην ημέρα εκτόπισης των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις ημέρες της γερμανικής κατοχής. Έτσι, αυτό που φαίνεται αρχικά σαν μια προσωπική εξομολόγηση, παίρνει τη μορφή μιας μαρτυρίας συλλογικής μνήμης που έρχεται σαν κραυγή από το παρελθόν για να ξεσπάσει πάνω στην πραγματικότητα του σήμερα. Η ποίηση της Χ. Κ. κρύβει πολλά ερωτήματα μέσα στην άμμο των λέξεων, για τη ζωή, τις σχέσεις, τις κοινωνικές ανισότητες που ριζώνουν στο παρόν, σαν απόηχοι του χθες. Η ποιήτρια δημιουργεί μια πόρτα διάφανη μέσα από την οποία η ποίησή της ανοίγεται στο κοινωνικό, χωρίς να χάνει την ιδιαιτερότητα και τη γοητεία της προσωπικής εξομολόγησης.

Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ είναι ένα σημείωμα που διαρκώς αλλάζει ιδιοκτήτη και κείμενο, περνάει από χέρι σε χέρι, αλλά το νόημά του παραμένει σπαρακτικά το ίδιο. Η ποιήτρια μοιάζει να λέει ότι καμία απώλεια, κανένα έλλειμμα ζωής δεν αναπληρώνεται. Ό,τι δεν δόθηκε, ό,τι έπρεπε να βιωθεί και δεν βιώθηκε, ό,τι ήταν να συμβεί και ματαιώθηκε δεν αναπληρώνεται στη ζωή, ίσως μόνο στη λογοτεχνία. Μοιάζει ωστόσο να επαναλαμβάνει και τα λόγια της Αντιγόνης: O άνθρωπος έρχεται στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη…Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος. Μισός. Η αγάπη όμως. Δεν γερνά ποτέ.

Κατερίνα Τσιτσεκλή


Ακολουθούν δύο ποιήματα από το βιβλίο:

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ

Είχαμε δώσει ραντεβού.
[Η σχέση εξαιρετικά βραχύβια.
Στα δεκαοχτώ χρόνια ρώτησες πώς με λένε.
Σου απάντησα ειλικρινά «δεν ξέρω»,
αφού ποιος στ’ αλήθεια γνωρίζει ποτέ τ' όνομα.]
Βρεθήκαμε Καμάρα.
Εκείνη την ημέρα
ο Λευκός Πύργος έμοιαζε καμηλοπάρδαλη,
καπνοί έζωναν την πόλη,
κάπου μακριά μύριζε πυρκαγιά,
στα εβραϊκά νεκροταφεία έκλεβαν τις πλάκες,
φορούσες ένα κίτρινο αστέρι
κι εγώ μια στολή παλιού ιππότη.
Η χιλιετηρίδα είχε ήδη λήξει.
Η Αριστοτέλους άχνιζε περιστέρια.
Τα κάστρα συνοφρυώνονταν δασιά.
Μια ταβέρνα στην Άνω Πόλη
παρέμεινε ακόμη ανοιχτή για μας.
Είναι το τέλος του κόσμου, είπες.
Στον γυρισμό με φίλησες στο στόμα.
Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα,

εσύ ποτέ δεν ήρθες,

κι εγώ ποτέ δεν έφθασα ολόκληρη.



Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΕΡΝΑ

Ι.

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα
μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν
τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.
Το αποκαλεί γραφή.
Στήνει παγίδες σε ασβούς
που μένουν πάντα άδειες.
Το ονομάζει μνήμη.
Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας
και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα
χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων
πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο.
Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή.
Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα,
που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.
Το λέει ενοχή.

ΙΙ.

Η ιερομαντεία σωστά το είχε προβλέψει.
Τα σπλάχνα των ζώων δεν λαθεύουν.
Ίσκιοι παραμένουμε ως το τέλος.
Ενωνόμαστε, χωρίζουμε, για πόσο;
Ποια πραγματικά είναι η θυσία;
Υπάρχει άραγε μετάνοια γι αυτούς που μετανιώνουν;

ΙΙΙ.

Ήρθε στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη,
αγάπησε όμως, άραγε, ποτέ της αρκετά;

ΙV.

Και η οικογένεια;
Συμβαίνει και στις καλύτερες.
Εδώ όμως ήτανε στημένη η παρτίδα.
Αναντίρρητα, οι Λαβδακίδες έτυχαν βαλέ.
Από πότε όμως αυτό αποτελεί δικαιολογία;

V.

Μήπως όμως η Αντιγόνη απέκτησε καινούργια μάτια;
Μήπως υπάρχουν πυγολαμπίδες στην σκιά;
Μήπως οι άνθρωποι γερνούνε μόνο μέσα
και ό, τι χάνεται στην επιφάνεια
κερδίζεται στο χώμα που γεννοβολά;

VI.

Ήρθαμε άραγε ταγμένοι
Ή είμαστε μονάχα
νυχτόβια τυφλά όντα
που τρυπάμε μάταια το σκοτάδι,
απέλπιδες ανθρακωρύχοι,
ανόσιοι τυμβωρύχοι,
σκαπανείς;

VII.

Τελευταία η Αντιγόνη κυκλοφορεί στο πάρκο.
Μεσάνυχτα την ώρα που σπαν στα δύο οι σκιές.
Αν την δείτε,
λευκή χλαμύδα, ύλη αραιή από αέρα και φωτιά
και δυο μάτια αναμμένα,
αφήστε ένα χτενάκι στο παγκάκι.

VIII.

Μου αρέσει τις νύχτες να χτενίζω τα μαλλιά μου.
Όμως δεν έχω πια μαλλιά, δεν έχω νύχτες.

IX.

Η μεγάλη Πολική νύχτα απλώνεται στον κόσμο.
Το χιόνι λευκή αρκούδα θα καταπιεί τη γη.
Όλα γύρω μας γερνούν.
Παγόβουνα ρυτίδες στην επιφάνεια του προσώπου.

Χ.

Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος.
Μισός.
Η αγάπη όμως.
Δεν γερνά ποτέ.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου