Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

"Γενούφα" σε πανελλήνια πρώτη παρουσίαση


 Πηγή φωτογραφίας: thecaller.gr

Μόνο θετικό θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς το αποτύπωμα που άφησε στη μνήμη μας η παρουσίαση για πρώτη φορά στην Ελλάδα της όπερας "Γενούφα" του Λέος Γιάνατσεκ από την Εθνική Λυρική Σκηνή στις 19.10.2018.

Η "Γενούφα" ή αλλιώς "η ψυχοκόρη της" δεν έμεινε γνωστό ως θεατρικό έργο, αλλά θριάμβευσε ως λιμπρέτο όπερας. Βασισμένος στο ομώνυμο θεατρικό της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα, ο Λέος Γιάνατσεκ (1854-1928) έγραψε το λιμπρέτο και συνέθεσε μία αριστουργηματική όπερα στους πρόποδες του μοντερνισμού. Ο κοινωνικός ρεαλισμός του έργου θίγει σοβαρά θέματα όπως ο κοινωνικός αποκλεισμός, η ερωτική διάψευση, η ευθύνη απέναντι στο σύντροφο και στον συνάνθρωπό μας. Μια γυναίκα στην τσέχικη επαρχία, η Γενούφα, είναι ερωτευμένη με τον μυλωνά του χωριού και ο αδελφός του μυλωνά είναι ερωτευμένος μαζί της. Από τον πρώτο περιμένει παιδί. Όταν εκείνος δεν το αποδέχεται και ο αδελφός του φέρεται απρόθυμος να αναλάβει γυναίκα και παιδί, τότε η Νεωκόρισσσα του χωριού, μητριά της γυναίκας, φοβούμενη ότι δε θα βρει η ψυχοκόρη της άντρα, θανατώνει το μωρό. Η φιγούρα της Νεωκόρισσας μας φέρνει στο νου την Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη και το δυνατό ψυχογράφημα του συνθέτη σκιαγραφεί με την εξέλιξη του έργου την ψυχική περιπέτεια μάνας και κόρης πριν και μετά το συμβάν του θανάτου του νεογέννητου.

Η μουσική απασχόλησε τον συνθέτη επί εννέα χρόνια και τελείωσε το έργο το 1903. Την ίδια χρονιά, λίγες μέρες πριν πεθάνει η κόρη του από τύφο, της είχε παίξει στο πιάνο το έργο του. Αργότερα, το αφιέρωσε στη μνήμη της.

Το έργο πέρασε από πολλά στάδια επεμβάσεων στο λιμπρέτο και στην ενορχήστρωση από εκείνους που το ανέβαζαν, προκειμένου να το καταστήσουν πιο οικείο στους ακροατές με βάση τα μουσικά και αισθητικά ρεύματα της εποχής. Ακόμα και ο τίτλος "Γενούφα" ήρθε αργότερα αποκλείοντας από το κεντρικό πλάνο τον καίριο ρόλο της Νεωκόρισσας. Ο Γιάνατσεκ προσπάθησε να αποδώσει τα ηχοχρώματα και τη γοητεία της μουσικής διαλέκτου των Μοραβών και το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να τον συσχετίζει με τις λεγόμενες εθνικές μουσικές σχολές, διότι δε μιμείται περίτεχνα τα παραδοσιακά μοτίβα ούτε διανθίζει με αυτά το έργο. Αντίθετα, χρησιμοποιεί την επανάληψη μουσικών θεμάτων με τρόπο που κάθε φορά αποδίδουν ένα διαφοροποιημένο συναίσθημα ή λειτουργούν με διττή σημασία. Η ενορχήστρωση, λιτή και εστιασμένη στους χαρακτήρες, αποτελεί ένα καλειδοσκόπιο ψυχογραφικών αναφορών από τη ζήλια και την περιφρόνηση, ως την κατανόηση και την αποδοχή. Ο ρόλος κάθε οργάνου από τα κόρνα ως το ξυλόφωνο και από το βιολιά ως το φλάουτο έχει να επισημάνει ένα στοιχείο κάθε φορά και να προσδώσει ηχητικό πρόσημο στην εκφορά του θεατρικού λόγου.

Η σκηνοθεσία του Νίκολα Ράαμπ τονίζει το γεγονός ότι "οι παραδόσεις και το παρελθόν διαμορφώνουν αδιάλειπτα τις ζωές και τη συμπεριφορά μας", πολλές φορές χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε. Τρεις γενιές γυναικών σε μια κλειστή επαρχιακή κοινωνία απλώνουν τα σκοτεινά τους νήματα και περνούν από γενιά σε γενιά τις αγκυλώσεις και το ισχυρό τους δέσιμο. Δε λείπουν, ασφαλώς, οι ευτυχισμένες στιγμές, αλλά αυτές είναι φωτεινά διαλείμματα παρά ευεργετικός άνεμος. Ο Γιώργος Σουγλίδης έντυσε τα πρόσωπα με κοστούμια εποχής χωρίς αυστηρές προδιαγραφές, εκτός από τις λαμπρές φορεσιές των χορωδών. Ο ίδιος έκανε και τα σκηνικά, όπου κυριαρχεί μια λευκή κατοικία περιτριγυρισμένη από δάσος, μια κατοικία που σταδιακά αποδομείται ενώ το δάσος αποκτά με την εξέλιξη έναν μαγικό, πνευματικό χαρακτήρα, συνάδοντας με τις σκηνοθετικές απόψεις.

Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε, τη Νεωκόρισσα ερμήνευσε η Τζούλια Σουγλάκου και τη Γενούφα η Μαρία Μητσοπούλου, οι οποίες συντονίστηκαν εύστοχα και τραγούδησαν, με υπόγεια δύναμη η πρώτη και με πλατιές λυρικές φράσεις η δεύτερη, τις πλούσιες αποχρώσεις των ρόλων τους. Στο πλάι τους, ο Λάτσα του Φρανκ βαν Άκεν και ο Στέβα του Δημήτρη Πακσόγλου, τα αδέλφια που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή της Γενούφα, απέδωσαν με υποκριτική επάρκεια και φωνητική ακρίβεια τους "άχαρους" ρόλους των αρσενικών.

Η μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού ανέδειξε την ορχήστρα ως το ηχητικό "εργαλείο" που ξεκλείδωνε τις σχέσεις των ηρώων στη σκηνή, αν και δεν απέφυγε κάποια ρυθμικά ολισθήματα. Σε κάθε περίπτωση, σεβάστηκε τους τραγουδιστές και τους άφησε να ξεδιπλώσουν τις φωνητικές αρετές τους. Με χαρά θα ξανακούγαμε το έργο και στην πρώτη του διανομή με τις ξένες ερμηνεύτριες που προσκλήθηκαν.


Αθανάσιος Βαβλίδας




Η άρια Salve Regina από τη δεύτερη πράξη της "Jenůfa" με την Gabriela Beňačková


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου