Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά στο ελληνικό διήγημα

Παραμονές Χριστουγέννων και το στίγμαΛόγου θα σας αφήσει για τις γιορτές με ένα υπέροχο σταχυολόγημα από ελληνικά διηγήματα που συγκέντρωσε ο Απόστολος Σπυράκης. 
Σας ευχόμαστε Καλά Χριστούγεννα και Ευτυχισμένο το Νέο Έτος και ανανεώνουμε το ραντεβού μας για τις 7 Ιανουαρίου 2019.






Στον πατέρα μου


"Να ο αστέρας! Να ο μεσονύκτης!", είπε και ο άλλος ποιμήν, παρακολουθών τον σύντροφο του εις την πρακτικήν ταύτην αλλ’ ακριβή αστρολογίαν. 
Και τους είδες τότε εκεί τους σκαιούς αυτούς ποιμένας ν' αποκαλυφθώσιν ευλαβώς και να προσκυνώσιν επί τινάς στιγμάς εν κατανύξει, γονατισμένοι, ως να παρίσταντο μυστηριωδώς εν τη εβραϊκή Βηθλεέμ εις την θείαν του Σωτήρος γέννησιν .
"Χριστούγεννα! Χριστούγεννα!"

Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, οι βοσκοί της Σκιάθου στο διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη "Η θεια Μυγδαλίτσα", παρατηρούν τον ουρανό για να νιώσουν ότι ξημερώνει η μεγάλη γιορτή:

"Μεσάνυχτα! Να, μεσάνυχτα", διέκοψε τότε ο Κουτσογεώργης, μετά ώρα σιωπής καταβιβάσας την κουκούλλαν της κάππας και θεωρών σοβαρώς τους αστερισμούς.

Έπειτα ένας -ένας πέφτουν για ύπνο γύρω από τη φωτιά που έχουν ανάψει για να μαγειρέψουν, σε μια σκηνή βιβλική:

Ήδη σκοτία πανταχού ηπλούτο. Νυξ ασέληνος. Ψύχος ξηρόν εσκόρπιζε ο ελαφρός βόρειος άνεμος και ούτε γλαυξ ούτε πτηνόν άλλο νυκτερινό ηκούετο την παγεράν αυτήν της παραμονής νύκτα · Μόνον οι παράδοξοι κροταλισμοί των καιομένων ξηρών ξύλων εκρότουν και τα πρατσαλίζοντα ενίοτε φύλλα του θυμωμένου πρίνου, εξακοντιζόμενα μακράν υπό της υποβοϊζούσης φλογός μετά σπινθήρων. Ο εις των ποιμένων, πλαγιασμένος εγγύς, ήτο σιωπηλός , αφαιρεθείς προς το ανακάχλασμα της χύτρας ήτις τεθείσα πλέον επί δύο λίθων εν τη πυρά εμαγείρευε των Χριστουγέννων το φαγητόν, εξάγουσα από των άκρων του καλύμματος ευώδη βράζοντος κρέατος αχνόν, κινούντα την όρεξιν των ποιμένων…
Ο ποιμήν βεβαρημένος υπό του καμάτου της ημέρας, εργώδους και οδυνηρού καμάτου ανά τους απατήτους των βουνών δρόμους υπό τον κρυερόν του χειμώνος καιρόν, κατεκλίθη πάλιν, εγγύτερον τώρα προς την ανθρακιάν, διότι το ψύχος ολονέν εγίνετο δριμύτερον, προχωρούσης της νυκτός.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929) γεννήθηκε στη Σκιάθο και ήταν συγγενής του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, από τον οποίο επηρεάστηκε. Η γλώσσα του είναι μια όμορφη και εύληπτη καθαρεύουσα και το 1926 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ στο τέλος της ζωής του έγινε μοναχός στο νησί όπου γεννήθηκε. Η αγάπη του για τη Σκιάθο φαίνεται από την περιγραφή που κάνει στην αρχή της ιστορίας του:

Τα προς βορράν λοφώδη μέρη της σκιεράς νήσου Σκιάθου, φαλακρούμενα ολίγον κατ’ ολίγον από γηραιών δρυών δάσος εις λόχμην εκ πρίνων , κομάρων και σχοίνων, απολήγουσιν εις βραχώδειςολισθηράς ακτάς, εφ’ ων μόλις πρασινίζει των χαμοκλάδων το ακανθωτόν φύλλωμα, σκληρόν και αυτό εκ της προς τους βορείους ανέμους ξηράς προστριβής του και αποκλίνων ολονέν την κορυφήν του προς νότον, τόσον λείος και τόσο κανονικώς, ως να το έκειρεν επιδεξίως η βαθέως ξυρίζουσα του παγωμένου βορρά κοπίς, ορμητικώς πνέοντος από της Χαλκιδικής και του Θερμαϊκού, και ερχομένου μετ’ εκκωφαντικής βοής και κυμάτων να προστριβεί οργίλως επί των ακτών τούτων, εις γλώσσας ποικίλας και περικαλλείς την θέαν, εκτεινομένων καθ’ όλην την βορείαν της νήσου έκτασιν μέχρι της δυτικωτέρας εσχατιάς, όπου ηδέως θάλλει το εύμορφον πράσινον χρώμα της κωνοφόρου πεύκης.

Η ηρωίδα του διηγήματός του, ελπίζοντας ότι ο γιος της θα γυρίσει μετά από μακροχρόνια παραμονή στην ξενιτιά, παρατηρεί όλη την μέρα τις ετοιμασίες των ντόπιων γυναικών:

Και κύψασα την στιγμήν εκείνην από του παραθύρου είδε γυναίκα εν αγαλλιάσει κομίζουσαν από του φούρνου εν κυκλοτερεί σινίω τέσσαρα ωραία ψωμία των Χριστουγέννων. Τα ψωμία ανέδιδον θερμήν ευωδίαν, ήτις ζεσταίνουσα της γυναικός τας παρειάς είχε καταστήσει αυτάς ως χρυσοπόρφυρα μήλα.

Τελικά παίρνει την απόφαση να ανάψει τα καντήλια της εκκλησίας που έχει εγκαταλειφθεί πάνω στο κάστρο του νησιού. Εκεί θα συναντήσει τους βοσκούς, οι οποίοι ζουν με τον τρόπο τους τη γιορτή, ετοιμάζοντας το δικό τους γιορταστικό φαγητό και τραγουδώντας:

Το παιδίον πλήρες χαράς έρριψε το ρύζι εν τη χύτρα, αφού εξέβαλεν επί κυάθου τα εντόσθια και την κεφαλήν, μοσχοβολούντα ηδονικώς· έλαβε την λύραν του, έκαμε τον σταυρόν του, και ήρχισε το άσμα των Χριστουγέννων. Η γραία ήτο εν τη εκκλησία. Οι δύο ποιμένες ένθεν και ένθεν του παιδίου κουκουλλωμένοι δια το ψύχος και στηριζόμενοι επί των ποιμενικών ράβδων άνω της ποθητής χύτρας ηκροώντο εν κατανυκτική χαρά του άσματος:
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα!
Πρώτη γιορτή του χρόνου!
Εβγάτε, ακούστε, μάθετε
πως ο Χριστός γεννιέται.
Γεννιέται κι’ αναθρέφεται
στο γάλα και στο μέλι.
Το γάλα τρων’ οι άρχοντες,
το μέλι οι αντρειωμένοι.

Ήτο γλυκύ κελάδημα το τραγούδι τούτο, όπερ το παιδίον με την οξυτάτην και παίζουσαν κατά τα αποθέσεις του μέλους φωνήν του ετόνισε τόσον από την καρδιά του, ώστε ηδηλάλως αντήχησαν τα εγγύς βουνά και ο πέραν πόντος. Έκλαυσαν δε οι δύο ποιμένες όταν προς το άσμα των Χριστουγέννων τούτο εκόλλησεν ο παις και μίαν ηδυτάτην επωδόν ταύτην:

Ν’ ασπρίσης σαν τον Όλυμπο,
σαν τ’ άσπρο περιστέρι
σαν το πουλάκι που κελαηδεί
χειμώνα καλοκαίρι!


Αυτός που έπεισε τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη να εκδώσει τα διηγήματά του ήταν ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947) ποιητής και συγγραφέας με καταγωγή από το Ναύπλιο, στο οποίο διαδραματίζεται το θαυμάσιο διήγημα "Ο ξένος των Χριστουγέννων". Αυτή είναι η αρχή του:

Με τα παιδιάτικα μάτια μου έβλεπα, πίσω απ το τζάμι, τη σημαία του Παλαμηδιού, του κάστρου τ’ Αναπλιού, ψηλά, και το σκοπό τυλιγμένο στο μανδύα του να πηγαινοέρχεται στην τάπια, με το τουφέκι στον ώμο. Στο φόντο του ουρανού, η σιλουέτα του γραφόταν τεράστια, επιβλητική. Κάμποσες οργιές πιο κάτω σάλευαν χαμόκλαδα κι οι γ φραγκοσυκιές πρασίνιζαν κρεμασμένες στο βάραθρο, πάνω απ’ τη βενετσιάνικη σκάλα -999 σκαλοπάτια.

Εκείνη η μέρα, η γκρίζα, η βουβή, ήταν τα Χριστούγεννα.


Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937) στο διήγημα  "Η καλύτερή μου Αρχιχρονιά" διηγείται μια παραμονή Πρωτοχρονιάς που έζησε με τους βοσκούς της πατρίδας του στην Ήπειρο, εν μέσω τρομερής καταιγίδας. Σ' αυτό το επεισόδιο μιλά ένας γέρος ποιμένας:

"Εγώ, παιδί μου, αφόντας κάνω αυτό το έργος της κλίτσας, δε βρέθηκα ποτέ με τα μάτια κοιμώμενα τη στιγμή που φεύγει ο ένας χρόνος και δίνει τα κλειδιά του κόσμου στον άλλο, πόρχεται να κάτσει στον τόπο του. Εγώ, το λοιπόν θα κάτσω που θα κάτσω … Εσύ κοίταξε να μην κοιμηθείς".

"Θα καθίσω, γέρο, θα καθίσω!", του είπα αποφασιστικά.

"Αα! Είν’ όμορφο πράγμα παιδί μου! Γίνεται ένας κλονισμός στην πλάση, ένα βαθύυυ .. βαθύ βουητό, πρέπει νάχεις πολύυυυ… πολύ αλαφρό αυτί για να το καταλάβεις. Γίνεται ένα τρομερό απόκοσμο κλάμα … Δεν είναι μικρό πράγμα νάρχεται ένας άλλος και να σου παίρνει από τα χέρια τα κλειδιά του κόσμου! Σαν καληώρα να ‘ρθει απόψε ένας άλλος και να μας πει: "Φευγάτε από το χειμάδι! Θα καθίσω εγώ! Είδες τι πόλεμος γένηκε έξω; Τι ήταν παντεχαίνεις, αυτή η τρομερή νεροποντή; Αυτό το στοιχειοπάλεμα; Αυτά τα τραντάγματα της γης μας; Τι άλλο ήταν παρά πόλεμος ανάμεσα του ενός χρόνου και τ’ αλουνού;". 


Στον "Στριγγάρο", μια ιστορία του Φώτη Κόντογλου (1895-1965) από την αγαπημένη του πατρίδα, το Αϊβαλί, έχουμε μια ακόμα εικόνα χριστουγεννιάτικη με τον συγγραφέα να ψέλνει μαζί μ έναν ντόπιο σκληροτράχηλο τύπο:

Ήταν πολύ παράξενο πράμα ν’ ακούει κανένας τούτα τ’ αρχαία λόγια σ’ εκείνο το έρημο μέρος της Ανατολής, μέσα στο σκοτεινό ρημοκλήσι που ΄μαστε τρυπωμένοι, τσομπάνηδες κι άλλοι βουνίσιοι ανθρώποι.

Με μεγάλο πάθος είπα αυτά τ’ αγιασμένα τραγούδια, αφού ο Στριγγάρος μερακλώθηκε κι ανεβοκατέβαζε το χέρι του απάνω στο στασίδι. Προπάντων το δεύτερο ιαμβικό Κανόνα που θαρρείς πως ο μερακλής Δαμασκηνός τον έγραψε ξεπίτηδες για μας , τον βροντήξαμε "εν κυμβάλοις αλαλαγμού": 

"Έσωσε λαόν θαυματουργών δεσπότης ,
υγρόν θαλάσσης κύμα χερσώσας πάλαι".
 

Η καλύτερη ιστορία στο νεοελληνικό διήγημα που αφορά τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς είναι, κατά τη γνώμη μου, "Το βλογημένο μαντρί" του Φώτη Κόντογλου, μια ιστορία απλή και μεγαλόπρεπη συνάμα, που εμπερικλείει τον ελληνισμό. Ο Άγιος Βασίλης εδώ παίρνει τη μορφή καλόγερου και  γυρίζει πολιτείες και χωριά μέχρι που καταλήγει στο υποστατικό του Γιάννη του Βλογημένου, ο οποίος τον δέχεται φιλόξενα:

Ο Άγιος Βασίλης γύρισε κι είδε γύρω του και ξανάπε μέσα στο στόμα του: "Βλογημένο νάναι τούτο το καλύβι!"...

Και σαν αποφάγανε, έφερε η γυναίκα τη βασιλόπιτα και την έβαλε απάνω στον σοφρά. Κι ο Άγιος Βασίλης πήρε το μαχαίρι και σταύρωσε τη βασιλόπιτα κι είπε: "Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος!"

Κι έκοψε το πρώτο κομμάτι κι είπε "του Χριστού", έκοψε το δεύτερο και είπε "της Παναγίας" κι ύστερα έκοψε το τρίτο και δεν είπε "του Αγίου Βασιλείου", αλλά είπε: του νοικοκύρη του Γιάννη του βλογημένου!".

Πετάγεται ο Γιάννης και του λέγει: "Γέροντα, ξέχασες τον Άι Βασίλη".

Του λέγει ο Άγιος: "Αλήθεια, τον ξέχασα!". Κι έκοψε ένα κομμάτι κι είπε: "Του δούλου του θεού Βασιλείου!".

Ύστερα έκοψε πολλά κομμάτια και σε καθένα που έκοβε έλεγε: "της νοικοκυράς", "του μωρού", "του δούλου του θεού Μάρκου του μογιλάλου", "του σπιτιού", "των ζωντανών", "των φτωχών".

Λέγει πάλι ο Γιάννης στον άγιο: "Γέροντα, γιατί δεν έκοψες για την αγιοσύνη σου;".

Του λέγει ο Άγιος: "Έκοψα ευλογημένε!"...

Σαν τελείωσε την ευχή κι ετοιμαζότανε να πλαγιάσουνε, του λέγει ο Γιάννης: "Εσύ γέροντα που ξέρεις τα γράμματα πες μας σε ποια παλάτια άραγες πήγε απόψε ο Άϊ Βασίλης; Οι αρχόντοι κι οι βασιλιάδες τι αμαρτίες μπορεί νάχουνε; Εμείς οι φτωχοί είμαστεν αμαρτωλοί και κακορίζικοι, επειδής η φτώχεια μα κάνει να κολαζόμαστε."

Ο Άγιος Βασίλης δάκρυσε. Σηκώθηκε πάλι απάνω, άπλωσε τις απαλάμες του και ξαναείπε την ευχή του αλλιώτικα: "Κύριε ο θεός μου, οίδας ότι ο δούλος σου Ιωάννης ο απλούς εστίν άξιος και ικανός ίνα υπό την στέγην σου εισέλθη, ότι νήπιος υπάρχει και των τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών...".

Και πάλι δεν κατάλαβε τίποτα ο Γιάννης ο καλότυχος, ο Γιάννης ο Βλογημένος.



Χρόνια πολλά!
Απόστολος Σπυράκης



Σημ.: Τα αποσπάσματα προέρχονται από τις συλλογές:
1. Ελληνικά διηγήματα Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς (δίτομο έργο) - ανθολόγηση: Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη και Μάνος Κοντολέων, επιμ. Κώστας Σταμάτης. Εκδόσεις Πατάκη, 1994.
2. Διηγήματα Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων - εισαγωγή & ανθολόγηση: Χάρης Σακελλαρίου. Νεανική βιβλιοθήκη, εκδόσεις Καστανιώτη, 1985.



Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Το ποίημα "Dear Rose" του Αμερικανού Όσιαν Βονγκ

«Πόσα στεφάνια μέ τριαντάφυλλα καί ἴα/ πλάι μου καθισμένη δέν φοροῦσες...», έγραφε περί τα 600 π.Χ. η Σαπφώ, συνδέοντας το τριαντάφυλλο με την ομορφιά. Περίπου 1.000 χρόνια αργότερα, και ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ έβαζε στα λόγια του Μοντέγου Ρωμαίου του ένα τριαντάφυλλο, πάλι για ομορφιά μιλώντας. Έκτοτε το υπέροχο αυτό άνθος έχει βρει πολλούς δρόμους μέσα στην ποίηση, εμπνέοντας εμβληματικά ποιήματα του δυτικού κανόνα, όπως το “A red, red rose” του Robert Burns ή το The sick rose του William Blake.

Στα αγγλικά, η λέξη Rose είναι επίσης γυναικείο όνομα· ο Αμερικανός ποιητής Ocean Vuong, που γεννήθηκε στη Σαϊγκόν το 1988, τη χρησιμοποιεί και με αυτήν τη σημασία, αφού Ρόουζ είναι το αγγλικό αντίστοιχο του ονόματος της μητέρας του στα βιετναμέζικα, Χονγκ. Έτσι, ο τίτλος έχει δύο αναγνώσεις: «Αγαπητή Ρόουζ», αλλά και «αγαπημένο τριαντάφυλλο». Εδώ, για λόγους οικονομίας, επιλέχθηκε η πρώτη.

Το ποίημα, που δημοσιεύθηκε στο Harper’s Magazine τον Δεκέμβριο του 2017, είναι μια ταλάντωση: από το φως στο σκοτάδι, από τη ζωή στον θάνατο, από το παρόν στο παρελθόν, από τη βεβαιότητα στην αμφιβολία, από το λουλούδι στο όνομα. Κι αν υπάρχει μια σταθερά, αυτή είναι το τραύμα. Οι ολοένα επανερχόμενες μεταφορές και η πλούσια εικονοποιΐα υπογραμμίζουν τη δραματικότητα της περιγραφής. Τα νοήματα διαλύονται το ένα μέσα στο άλλο, καθώς κάθε στίχος μπαίνει μέσα στον επόμενο, και το ποίημα ξεδιπλώνεται σαν μία σύνθεση που βασίζεται στην αποσύνθεση. Ως φυσικό επακόλουθο, η οσμή του θανάτου διαποτίζει τα πάντα.


ΑΓΑΠΗΤΗ ΡΟΟΥΖ 

αν διαβάζεις αυτό τότε επέζησες
της ζωής μου μέσα σε αυτήν εδώ αυτήν εδώ με
το όνομά μου σβησμένο μετά βαλμένο
σχεδόν μέσα στο στόμα σου αν διαβάζεις αυτό
τότε η σφαίρα δεν σε ξέρει
ακόμη ξέρω όμως μαμά πως δεν μπορείς
να διαβάσεις η ναπάλμ έπεσε στο σχολείο
στα έξι σου & αυτό ήταν είπαν

μια λέξη είναι μονάχα εκείνο που σημαίνει
έτσι ξέρω πως του βέλους
η αιχμή στην πλάτη μου σημαίνει πως
είμαι όμορφος μια λέξη σαν σφαίρα
αιωρείται σ’ ένα κεχριμπαρένιο απόγευμα καθ’ οδόν
προς το νόημα το βιβλίο ανοίγει σαν πόρτα
μα το μόνο που διάβασες ποτέ
ήταν ένα φέρετρο που οι μεντεσέδες του ταλαντεύονταν

κλείνοντας με τις χορταστικές περιγραφές
ενός αδερφού & και της σφαίρας ακινητώντας
το πιο γρήγορο δάχτυλο δείχνει
προς τη ζωή δείχνω εσένα εμένα εσύ σή
-μερα Πέμπτη πήγα έναν μεγάλο περίπατο
μόνος δεν τα κατάφερα συνέχεια σταματούσα
για ν’ αγγίξω τη σκιά μου μήπως και
η αίσθηση είναι η μοναδική αλήθεια

που αντέχω & εκεί κάτω
εκεί ανάμεσα σε αντίχειρα & δείκτη
ένα μυρμήγκι τρέχει σε κύκλους μετά κάνει ζιγκ ζαγκ
ήθελα σημαντικότητα μα σκέψου
ήταν απλώς το φορτίο που κουβαλούσε
που τον ταλάντευε: ένα άλλο μυρμήγκι
σγούρυνε & το κρύο σηκώθηκε από
τους ώμους του που έμοιαζαν με σειρά

αποφθεγμάτων απ’ όπου λείπει η ομιλία λέγεται
ότι μπορούν να κουβαλήσουν πάνω από 5.000 φορές το βάρος τους
μα συχνά είναι ψίχουλα ψωμιού
όχι αδερφοί αυτά που κουβαλούν
στο σπίτι μα ίσως πάει πολύ μακριά
να παραδεχτούμε πως η μέρα τελειώνει οπουδήποτε
μα εδώ όχι όχι μαμά αυτό
είναι το όνομά σου λέω δείχνοντας

το Χονγκ στο πιστοποιητικό γέννησης λεπτό
σαν σκόνη Χονγκ λέω που σημαίνει
τριαντάφυλλο βάζω το δάχτυλό σου σε ένα λουλούδι τόσο
οικείο που είναι σχεδόν συνθετικό κόκκινο
πλαστικά πέταλα με κόλλα σαν δροσοσταγόνες το αφήνω
έξω από τα ποιήματά μου αποστρέφομαι
το πρόσωπό του – κλισέ μεγάλου μεγέθους
το κεφάλι ξεφτισμένο στις άκρες

σαν κάτι παραβιασμένο
από σφαίρα που αναζητεί τη γλώσσα
ένα είδος ανθρώπου που είναι σαν να λέω
γεννήθηκα επειδή εσύ
πέθαινες της πείνας μα πώς μπορεί οτιδήποτε
να βρεθεί με δύο μόνο χέρια
με δύο μόνο χέρια πέταξες
μια σακούλα σκουπιδιών με αντζούγιες στο γυάλινο βάζο

η μέρα ήταν ακίνδυνη μια αύρα αιωρούνταν
σε κεχριμπαρένιο φως από πάνω μας γκρίζα
κλαδιά της Νέας Αγγλίας ταλαντεύονταν χωρίς
ν’ αγγίζουν για να κάνεις σάλτσα από ψάρια είπες
πρέπει να αντέξεις τη μυρωδιά των πτωμάτων τους
αλατισμένων & κομματιασμένων για έναν χρόνο σε βάζο ψηλό
σαν αγόρι έπεφταν με επιτήδεια
χτυπήματα σαν σφαίρες κάθε λέξη πρέπει να σταματά

κάπου – γιατί όχι σε ένα κίτρινο
ποιητή βάζω μέσα τη σάλτσα ψαριού βγάζω
έξω τη σάλτσα ψαριού χορεύω
στη γραμμή ώσπου γίνομαι η γραμμή
που κάποιοι περνούν ή σβήνουν
σχεδόν με σκότωσαν
είπες επειδή είμαι λευκή
με ένα πιγκάλ τουαλέτας έσπρωχνες τα ψάρια

κάτω ήχος από κόκκαλα σαν χαλίκια
η βιολετιά φλέβα στον καρπό σου γυάλιζε
ο πατέρας σου ήταν ένας λευκός στρατιώτης
είχα κεχριμπαρένια μαλλιά είπες με αποκάλεσαν
προδότρια με αποκάλεσαν φάντασμα
κορίτσι πασάλειψαν το πρόσωπό μου με ακαθαρσίες αγελάδας
στην αγορά για να με κάνουν μελαμψή
σαν εσένα & τον πατέρα σου τα μάτια έλαμψαν

μέσα από το βάζο πυροβόλησαν
τον αδερφό μου είπες κοιτάζοντας κάτω
όμως μακριά από τα νεκρά
μάτια ο μικρός αδερφός μου
αν να διαβάζεις σημαίνει να ζεις
σε δύο κόσμους συγχρόνως γιατί
δεν είναι εκείνος εδώ ο φίλος μου είπε μπορείς να κάνεις
οτιδήποτε σε ένα ποίημα

έτσι βγήκα αμέσως έξω από αυτό
το να μπεις είναι να επανα
-προσδορίζεσαι η σφαίρα δικαιώνει το όνομά της
σπρώχνοντας το σώμα μέσα στον εαυτό του σάρκα
προσφυγεμένη μέσα στη σάρκα χτυπήθηκα
από αυτές τις λέξες που λέμε χτυπήθηκα από
τούτη τη δίοδο απ’ όπου πέρασε κατευθείαν
με άνοιξε στα δύο αυτά τα μάτια που διαβάζουν

δεν έχουν κλείσει ακόμη δεν έχουν θεραπευτεί
σφαλιστά είμαι γεμάτος από μολυβένιο νόημα που χωρίζει
μια ερυθρά θάλασσα μέσα μου τένοντας που καλύφθηκε από μαλακό ιστό σαν σκόνη
το αίμα μου μια χωρίς σύνορα μετάφραση
σφαλμάτων στης αναγνώστριας
τα χέρια ένα τριαντάφυλλο που χάσκει που είναι
το όνομά σου Χονγκ λέω που επίσης σημαίνει
ροζ το χρώμα που κάθε σφαίρα συναντά

προτού βρει τον πιο αληθινό εαυτό της είπε ο Καλβίνος
ανθρώπινο ένστικτο είναι να γελάς
όταν κάποιος πέφτει οι στρατιώτες
ράγιζαν καθώς πυροβολούσαν
τον αδερφό σου που έτρεχε το χρώμα του ουρανού
πουκάμισο ροζ στο έδαφος
η εξέλιξή μας ως κυνηγών ο Καλβίνος συνέχιζε
το σώμα που είχε καταρρεύσει ένα σήμα

από κρέας άρα η πείνα
οδηγεί σε θανατηφόρο
χαρά είναι σχεδόν τέλειο
χαμογέλασες η μύτη βαθιά
μες στο βάζο λες και το να σε κυνηγούν
σημαίνει ότι είδαν επιτέλους για λίγο πως είσαι ζωντανός
λες κι η σφαίρα σε κάνει αληθινό
κάνοντάς σε λιγότερο

κι αυτό είναι τέλειο
στα ποιήματα το κείμενο
πολλαπλασιασμένο από δολοφο
-νικές διαγραφές
οδηγεί σε αναπόφευκτη
τέχνη σε άριστη κατάσταση ο κρατούμενος
μέσα στο μαρμάρινο φέρετρό του το μήκος
ενός ψαριού είναι η γραμμή ενός χρονοδιαγράμματος

που διασχίζει τη σελίδα για να τεκμηριώσει μέρες
ο νεκρός μονάδα μέτρησης
της απόστασης μέχρι εκεί που ζει κάποιος
το σώμα ανθίζει
καθώς σήπεται Ροζ
Τριαντάφυλλο Ρόουζ Χονγκ Μαμά
το διαβάζεις αυτό καλή μου
αναγνώστρια μήπως είσαι η μαμά μου

μήπως είναι σε γλώσσα που δεν μπορώ
να τη βρω χωρίς εσένα σ’ αυτόν τον κόσμο
που έφτιαξα δεν μπορείς να μπεις σε λίγους μήνες
το κρέας τους θα λιώσει θα γίνει μελαμψή
μύξα σάπια σχεδόν σαν σάλτσα η γραμμική
ραχοκοκαλιά του ψαριού διαλυμένη από τον χρόνο
επιτέλους έντονη μυρωδιά φαντασμάτων είπες
μου έδωσες το όνομα ενός σώματος

νερού επειδή είναι το μεγαλύτερο πράγμα που ήξερες
μετά τον θεό κοιτάζω επίμονα τα ασημί στρώματα
τη σκιερή γραμμή ανάμεσα σε δύο πατικωμένα ψάρια
είναι ένα δάχτυλο στο σκοτάδι απαλά
θυμήθηκα στο σκοτάδι το δάχτυλό του
στα χείλη μου μαμά το σσσσσς του
ο φίλος σου ο άντρας που με φύλαγε
ενώ εσύ δούλευες την τελευταία

βάρδια στο εργοστάσιο ρολογιών Timex γιατί
τα σκέφτομαι τώρα αυτά τα έκπληκτα στόματα
διάστικτα γεμάτα λακούβες πτερύγια απαλά η πόρτα η λεπίδα της
από κεχριμπαρένιο φως μεγάλωνε καθώς άνοιγε
σσσσσς ακούγεται σαν ζώο
που πνίγεται καθώς ταρακουνούσες
το βάζο τα κιτρινόλευκα μπράτσα σου ροζ
εντόσθια ψαριών να αφρίζουν απαλά εσύ πρέπει

να θυμάσαι απαλά τον άντρα είναι
στο παρελθόν τώρα το πρόσωπό του ένα μαύρο τριαντάφυλλο
που κλείνει μήπως ξέρεις
πώς είναι μωρό μικρό μου
αγόρι είπες ιδρώνοντας πάνω απ’ το βάζο
να είσαι ο μόνος που μισούν ο μόνος
ο λευκός εχθρός της ίδιας σου
της χώρας του ίδιου σου

του προσώπου τα δέντρα βρυχώνταν
από πάνω μας κόκκινα φύλλα άφηναν μικρές ουλές
στον ουρανό απαλά άγγιξα
τον αγκώνα σου τα ψάρια στριφογύριζαν
στο χαμένο τους καρουσέλ
μάτια χωρίς βλέμμα όχι όχι μαμά είπα
κρατώντας την ανάσα μου δεν ξέρω
πώς είναι & γύρισα

το κεφάλι μου προς τον ήλιο
που λαμπερός ακυρώνει
αν το διαβάζεις αυτό τότε
επέζησα η ζωή μου μέσα στη δική σου
εσένα που είπες στον αδερφό σου ότι πεινούσες
έτσι έκλεψε ένα ψητό κοτόπουλο
έτσι το έκρυψε κάτω από το στο χρώμα του ουρανού
πουκάμισο & δεν είναι

δικό σου το λάθος αναγνώστρια έπρεπε
να δουλέψεις έπρεπε να σηκωθείς
στη γαλάζια σαν αίμα αυγή για να ζεστάνεις
το αμάξι σου εσένα που κράτησες
στιγμιαίο καφέ με τα δυο σου χέρια
έφαγες το κολατσιό σου ψωμί τοστ βουτηγμένο
σε γάλα εβαπορέ στο πάρκινγκ
μόνη μού έφερες μολύβια αναγνώστρια θα μπορούσα

να μη μιλάω έτσι εγγράφηκα στη
σιωπή όπου καθόμουν περιμένοντας εσένα μαμά
να με διαβάσεις με διαβάζεις τώρα με
ακούς βοήθεια βοήθεια εσύ που ονειρεύτηκες
λωρίδες κοτόπουλου μαριναρισμένες
σε σάλτσα ψαριού καθώς κρυβόσουν στις σπηλιές
πάνω απ’ το χωριό σου εσύ λευκό
διαβολοκόριτσο που λιμοκτονούσες φάντασμα

μα δεν έπρεπε να ήμουν τόσο
πεινασμένη είπες κοιτάζοντας πάνω
τα φύλλα άλικα μέσα από έναν ουρανό
στο χρώμα του αδερφού μισούσα την πείνα μου οι φλέβες
στις γροθιές σου το βάζο όλο κεχριμπάρι κομμάτια
άδειο σαν δίχως
λέξεις μυαλό σταμάτα να γράφεις
για τη μητέρα σου είπαν

όμως δεν μπορώ ποτέ να βγάλω
το τριαντάφυλλο ανθίζει ξανά σαν δικό μου
ροζ στόμα μα πώς
μπορώ να σας το πω αυτό όταν ψάχνετε πάντα
το ορθό του νοήματος
καθώς σας σπρώχνει πιο πέρα μέσα στο λευκό
διάστημα πώς μπορώ να πω ότι η τρύπα
στην πλάτη του αδερφού σου δεν είναι

τμήμα του αδερφού σου μα ο αδερφός σου
ξεχωριστά είναι ακόμη κάπου
και τρέχει επειδή το έγραψα
σε ενεστώτα χρόνο η σφαίρα ακινητεί
λίγο πριν τον θάνατό του ένα έντομο
παγιδευμένο σε κεχριμπάρι το καμμένο
κοτόπουλο σφιγμένο στο στήθος του σκόνη
να σηκώνεται από τα σανδάλια του

καθώς τρέχει γρήγορα προς το μέλλον
όπου περιμένεις στη βροχή
που σκέβρωσε το παράθυρο υγρά βήματα
στην οδό Ρίλσεϋ μα αγαπητή αναγνώστρια
είναι απλώς ο γιος σου που γυρίζει σπίτι
ξανά μετά το σχολείο μετά
που οι νταήδες του έτριψαν τη μούρη σε μελαμψό
χώμα τι κι αν είπα πως το πιο γρήγορο

δάχτυλο που δείχνει εσένα Μαμά
είμαι εγώ θα απέστρεφες το βλέμμα σου
σε δείχνω όχι όχι πέρασα κατευθείαν
από μέσα σου άφησα ένα ροζ τριαντάφυλλο να φλέγεται
στη μέση του νοσοκομείου
στη Σαϊγκόν αναγνώστρια που
δεν μπορείς να διαβάσεις
ή να γράψεις έγραψες ένα γιο

στον κόσμο χωρίς
λέξεις μα μια συλλαβή τόση
όση μια σφαίρα η ζέστη της σε γεμίζει
σήμερα Πέμπτη
(δική μας όχι του Βαγιέχο) με αραιή συννεφιά με λίγο
αέρα ασθμαίνοντας γονατίζω για να γράψω
τα ονόματά μας στο πεζοδρόμιο & περιμένω
τα γράμματα για να σηματοδοτήσω

ένα μέλλον ένα τόξο που δείχνει
μια έξοδο κοιτάζω & κοιτάζω επίμονα
ώσπου να σκοτεινιάσει πολύ να μην μπορώ να διαβάσω το μυρμήγκι
& τον αδερφό του από καιρό
στο σπίτι πια η νύχτα πλημμυρίζει
το τσιμέντο μαύρο τα μπράτσα μου αμυδρά
σαν μισοτελειωμένες προτάσεις
αναγνώστρια διέπραξα λογοκλοπή

της ζωής μου για να σου δώσω το καλύτερο
του εαυτού μου το υπόλοιπο στα πιο άδεια
περιθώρια & αυτές οι λέξεις αυτά
τα έντομα αντζούγιες σφαίρες που περισώθηκαν
& εξορίστηκαν από την τέχνη μαμά η τέχνη μου αυτά τα πτώματα
ξαπλώνω δίπλα τους στη σελίδα για να σου πω
ότι ο ενεστώτας χρόνος μας δεν ήρθε πολύ αργά.

Όσιαν Βονγκ

Εισαγωγικό σχόλιο και μετάφραση:
Χριστίνα Λιναρδάκη



Σημ.: Η μετάφραση πρωτοδημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Poetix, τεύχος 19.

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Ναζίμ Χικμέτ, ο ρομαντικός επαναστάτης

Φίλους, που ποτέ δεν τους έδωσα το χέρι μου,
μα που όλοι είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε
για το ίδιο ψωμί
για την ίδια ελευθερία
για το ίδιο όνειρο.

Φίλους, που το αίμα τους είναι μέσα μου,
και το αίμα μου μέσα τους.
Δεν είμαι μόνος στον κόσμο
κι αυτό μου δίνει δύναμη.

(Μετάφραση: Άρης Δικταίος)

Είναι στίχοι από το ποίημα «Ο κόσμος, οι φίλοι, οι εχθροί εσύ κι’ η γη» του Ναζιμ Χικμέτ, του ρομαντικού επαναστάτη, όπως χαρακτηρίστηκε ο Τούρκος ποιητής. Ο Χικμέτ υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της Τουρκικής Λογοτεχνίας κατά τον 20ό αιώνα και, όντας δεξιοτέχνης της τουρκικής γλώσσας, με το έργο του εισήγαγε τον ελεύθερο στίχο και ένα ευρύ φάσμα νέων θεμάτων στη τουρκική ποίηση.

Ο Χικμέτ γεννήθηκε στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το 1902 από μια πλούσια οθωμανική οικογένεια της πόλης, με γερμανοπολωνικές ρίζες από τη μητρική πλευρά. Ο πατέρας του, Χικμέτ Μπέης, ήταν ανώτερος αξιωματούχος του Σουλτάνου και η μητέρα του, Τζελίλ Χανίμ, εγγονή του γερμανικής καταγωγής Οθωμανού στρατάρχη Μεχμέτ Αλή Πασά (Λούντβιχ Ντιτρόιτ, το γερμανικό του όνομα). Πέρασε πολλά από τα παιδικά του χρόνια κοντά στο παππού του, στις διάφορες περιπλανήσεις του ως ανώτερος κρατικός αξιωματούχος στη Μικρά Ασία, λόγω της διάστασης των γονέων του. Ο ποιητής παρ’ όλα αυτά, αποποιήθηκε τις κοινωνικές «ταμπέλες» που του προσέδιδε η πλούσια οικογένειά του και πολύ νωρίς φανέρωσε τις αριστερές τάσεις του.

Το 1918 αποφοίτησε από τη Ναυτική Σχολή Κωνσταντινούπολης και εργάστηκε ως αξιωματικός του πολεμικού Ναυτικού. Το 1920, σε μια εποχή έντονης πολιτικής αναταραχής, απαλλάχθηκε από τα στρατιωτικά του καθήκοντα σαν άτομο με ειδικές ανάγκες, γιατί αρρώστησε από πλευρίτη. Κατ’ άλλους διώχθηκε από τη σχολή γιατί είχε πάρει μέρος σε μια επαναστατική κίνηση μαθητών.

Το 1921 ζήτησε να πολεμήσει στο πλευρό του Κεμάλ Ατατούρκ, που πολεμούσε τις Ελληνικές Δυνάμεις στη Μικρά Ασία. Μάλιστα, έγραψε κι ένα επικό ποίημα, που εξυμνούσε τα στρατιωτικά κατορθώματα του τουρκικού στρατού. Ο Κεμάλ εκτίμησε πολύ τις πνευματικές του ικανότητες και, αντί να τον στείλει στο μέτωπο, τον διόρισε διευθυντή ενός εξέχοντος σχολείου.

Για το επικό ποίημα, που έχει τίτλο «Το έπος του πολέμου της ανεξαρτησίας», ο Άρης Δικταίος, στη μετάφραση των 122 ποιημάτων του Χικμέτ, αναφέρει ότι γράφτηκε στη φυλακή 20 χρόνια αργότερα (τη περίοδο της επίθεσης του Άξονα εναντίον της Ελλάδας), πρωτοδημοσιεύτηκε μόλις το 1965, μετά το θάνατο του ποιητή και δεν μεταφράστηκε από κανένα άλλον Έλληνα προγενέστερο μεταφραστή του Χικμέτ. Ο ίδιος ο Άρης Δικταίος μεταφράζει μερικά αποσπάσματα.

ΤΟ ΕΠΟΣ TOY ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ
(απόσπασμα σε μετάφραση Άρη Δικταίου)

Εκείνοι που ’ναι σαν παιδιά
σαν τα μυρμήγκια μες στη γη
σαν ψάρια μέσα στο νερό
σαν τα πουλιά μες στον αέρα,
εκείνοι που ’ναι
δειλοί
γενναίοι
απαίδευτοι
σοφοί
εκείνοι που ’ναι παιδιά
εκείνοι που δημιουργούν, που καταστρέφουν
εκείνοι μόνο γεμίζουν το βιβλίο μου μ’ όσα έχουνε πάθει.

Εκείνοι που, γοητευμένοι απ’ τον προδότη,
πετούνε τη σημαία τους
και τρέχουν να κλειστούνε μες στα σπίτια τους,
αφήνοντας τον εχθρό στον κάμπο,
εκείνοι που μαχαιρώνουν, όμως, τον προδότη,
εκείνοι που κλαίνε ανεπιτήδευτα,
εκείνοι που ορκίζονται σ’ όλα
εκείνοι μόνο γεμίζουν το βιβλίο μου μ' όσα έχουνε πάθει.

Εκείνοι που ένα ωραίο πρωί, τα ξημερώματα,
ακουμπώντας στην γη με τα βαρειά τους χέρια,
υψώνονται ως τα κράσπεδα της νύχτας
για ν’ αλλάξουν τη μοίρα του κόσμου.

Εκείνοι που μες στους πιο ήρεμους καθρέφτες
αντανακλούν τις πιο χρωματιστές εικόνες,
εκείνοι που ’ναι τού αιώνα μας οι νικητές κ’ οι νικημένοι,
εκείνοι που έχουν πολύ γι’ αυτούς μιλήσει,
εκείνοι που γι’ αυτούς είπαν
ότι δεν είχαν τίποτα να χάσουνε
εκτός από τις αλυσίδες τους...
εκείνοι μόνο γεμίζουν το βιβλίο μου μ' όσα έχουνε πάθει. 


Την περίοδο αυτή ο Χικμέτ γνωρίζεται με Τούρκους φοιτητές και απ’ αυτούς μαθαίνει για τους Μαρξ και Ένγκελς κι έρχεται σε επαφή με την κομμουνιστική ιδεολογία.

Το Σεπτέμβρη του 1921 εγκαθίσταται στη Μόσχα, όπου σπουδάζει οικονομικές και πολιτικές επιστήμες, μελετά την Οκτωβριανή επανάσταση, γνωρίζεται με τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι και έρχεται σε επαφή με τη ποίηση του. Ο Στέλιος Μαγιόπουλος, μεταφραστής του Χικμέτ στα ελληνικά, γράφει για την «τυχαία συνάντηση των δύο μεγάλων ιδιοφυιών, που…  θελήσανε να σπάσουνε τα δεσμά της σκέψης και της τέχνης». Είναι δυο ποιητές με κάποια κοινά χαρακτηριστικά που όμως ο καθένας εκφράζει τη κουλτούρα του λαού του. Η επίδραση του Μαγιακόφσκι στάθηκε καρποφόρα στην υπόλοιπη δημιουργική δουλειά του Χικμέτ. Από την εποχή αυτή ο Χικμέτ αφήνει πίσω του τη παραδοσιακή τουρκική ποίηση και ο λόγος του γίνεται επαναστατικός, μετατρέποντας τον ελεύθερο στίχο σε λογοτεχνικό «όπλο» του καταπιεσμένου λαού του.

Το 1924 πεθαίνει ο Λένιν και ο Ναζίμ στέκεται τιμητική φρουρά στο φέρετρο. Τον ίδιο χρόνο επιστρέφει στη Τουρκία, εντάσσεται στο Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα, και αρχίζει να εργάζεται σε μια εφημερίδα της Σμύρνης. Οι στίχοι και τα άρθρα του που δημοσιεύονται στα έντυπα του Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας ενθουσιάζουν τους Τούρκους αριστερούς, με αποτέλεσμα η κεμαλική κυβέρνηση να τα κλείσει. Για να γλυτώσει τη σύλληψη φεύγει κρυφά από τη Τουρκία, επιστρέφει στη Μόσχα όπου μένει μέχρι το 1928,  για να ξαναεπιστρέψει κρυφά, να συλληφθεί και μετά από διαδοχικές δίκες να καταδικαστεί το 1938 σε 20ετή φυλάκιση. Στο διάστημα αυτό και μέχρι τη καταδίκη του, ο Χικμέτ γράφει συνεχώς κυρίως ποίηση, που ξεσηκώνει την εργατική τάξη, με αποτέλεσμα μετά από κάθε έκδοση να ακολουθεί και μια δίκη.

Το 1930 κυκλοφορεί δίσκος με τον ποιητή να διαβάζει ποιήματά του - και σε 20 μέρες εξαντλείται.

Για την ποιητική του συλλογή «Η πόλη που έχασε τη φωνή της», εμπνευσμένη από απεργία στα μέσα μεταφοράς, συλλαμβάνεται, αφήνεται όμως ελεύθερος λόγω πίεσης του μεγάλου λαϊκού ακροατηρίου της δίκης.

Η ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΧΑΣΕΙ ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ
(Απόσπασμα σε μετάφραση Άρη Δικταίου)

Διαδρομές
μηδέν.
Η πόλη
σώπασε.
Της πόλης η μασέλα η ασφαλτομπετονένια
κλειδώθηκε:

Στα 1900...
κατά τον μήνα
τού...
Άδειος ο δρόμος.
Τρέχεις από τη μια στην άλλην άκρη.
Άδειος είναι ο δρόμος
ολότελα άδειος
όπως η τσέπη μου...

Στέρεψε, το νερό δεν κυλά πια...
Ούτε ένα ρονρόνισμα μοτέρ
ούτε ένας τροχός που να γυρίζει.
Ο άνεμος
σέρνει πάνω στην άσφαλτο τ’ όνομα τον Μίστερ Φόρντ
η χρωματιστή αφίσα, που από ένα τοίχο ξεκόλλησε,
στροβιλίζεται πάνω στον δρόμο...


Στην απολογία του το 1931 ο Χικμέτ αναφέρει: «Είμαι ένας κομμουνιστής ποιητής και κάθε μέρα προσπαθώ να γίνω καλύτερος κομμουνιστής και καλύτερος ποιητής».

Παράλληλα, οι Τούρκοι διανοούμενοι που πρόσκεινται στο καθεστώς τον συκοφαντούν λέγοντας ότι είναι τρελός, αγράμματος και, με αφορμή τις δημοσιεύσεις του με ψευδώνυμο, διαδίδουν ότι πήγε με το μέρος του καθεστώτος. Όλα αυτά όμως δεν είχαν καμιά απήχηση.

Γράφει ο Χικμετ:

Είμαι κομμουνιστής
Είμαι αγάπη απ’
την κορφή ως τα νύχια,
αγάπη θα πει βλέπω, σκέφτομαι, κατανοώ,
αγάπη θα πει το παιδί που γεννιέται,
το φως που πλημμυρίζει
αγάπη θα πει να δέσεις μια κούνια στ’ άστρα
αγάπη θα πει να χύνεις τ’ ατσάλι μ’ απέραντο μόχθο.
Είμαι κομμουνιστής.
Είμαι αγάπη απ’ την κορφή ως τα νύχια. 


[Από τον επίλογο του μυθιστορήματός του «Οι Ρομαντικοί» (Όμορφη που ‘ναι η ζωή!…) σε μετάφραση Κώστα Κοτζιά]

Το 1933 συλλαμβάνεται ξανά και απαγορεύεται η κυκλοφορία ποιητικής του συλλογής. Υπόδικος κρατείται στις φυλακές της Προύσας, όπου ξεκινά τη συγγραφή του έργου «Το έπος του Σεΐχη Μπεντρεντίν». Αποφυλακίζεται τον επόμενο χρόνο και το 1935 δημοσιεύει το αφηγηματικό του ποίημα «Γράμματα στην Ταράντα – Μπαμπού», για την επίθεση της φασιστικής Ιταλίας στην Αιθιοπία.

Τη περίοδο αυτή (1935) παντρεύεται την πρώτη σύζυγό του και το 1938 φυλακίζεται. Τη περίοδο της 12ετούς παραμονής του σε διάφορες φυλακές της Τουρκίας, ο Χικμέτ μετατρέπει τη φυλακή σε ένα πραγματικό σχολείο για τους συγκρατούμενούς του με μαθήματα γλώσσας, λογοτεχνίας, γαλλικών.

Το 1941 ξεκινά τη συγγραφή του μνημειώδους έπους «Ανθρώπινα τοπία». Συνεχίζει τις μεταφράσεις, γράφει κινηματογραφικά σενάρια, φτιάχνει ξυλόγλυπτα και ζωγραφίζει πίνακες για βιοπορισμό.

Το 1945 ξεκινά τη συγγραφή μιας σειράς ποιημάτων με τη μορφή επιστολών προς τη γυναίκα του, που ξεπερνούν τα όρια της προσωπικής σχέσης τους, με τον τίτλο «Ποιήματα των 9 και 10 μ.μ.».

Τι όμορφο που ‘ναι να σε συλλογιέμαι
Να γράφω όλο για σένα
Να σε κοιτάζω πλαγιασμένος έτσι ανάσκελα
Μες στο κελί μου
Μια λέξη που ‘χες πει την τάδε μέρα
Στο τάδε μέρος, όχι η λέξη η ίδια
Μα αυτός ο τρόπος που είχε,
μέσα της να κλείνει όλο τον κόσμο.

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)

Συνεχίζει με τα «Ανθρώπινα τοπία», και παράλληλα με τα «Ρουμπαγιάτ», μια παραδοσιακή μορφή περσικών τετράστιχων, αλλά με σύγχρονο διαλεκτικό-υλιστικό, κοινωνικό και επαναστατικό περιεχόμενο.

Ο Χικμέτ είχε άνεση σε όποιο περιβάλλον βρισκόταν, σε πλήθος, με λίγους ανθρώπους, με φίλους, με αντιπάλους ή κατήγορους, μέσα στη φυλακή ή σε όποια χώρα ταξίδευε. Την ίδια άνεση είχε και στη ποίηση του, η οποία πήγαζε μέσα από τα σκιρτήματα των αισθημάτων του και μέσα από τη συγκίνηση που του προκαλούσαν. Είναι ποίηση ανθρώπινη, δραματική μέσα από τα γεγονότα και, όπου διαπιστώνει ότι οι συνάνθρωποι του δεν βλέπουν τη κοινωνική αδικία, απευθύνεται σ αυτούς με φιλικό και πατρικό τρόπο.

Στο ποίημα «Το πιο παράδοξο απ’ όλα τα πλάσματα», γραμμένο στα 1948, λέει:

Κι αν είναι δω στη γης τόση μιζέρια
είναι από σένανε, αδερφέ μου,
Αν είμαστε έτσι πεινασμένοι κ’ έτσι τσακισμένοι
Αν είμαστε γδαρμένοι ως το μεδούλι
και πατημένοι σαν τσαμπιά να δώσουμε όλο το κρασί μας,
Τάχα θα πω πώς είναι από δικό σου φταίξιμο; —όχι,
Όμως και συ, αδερφέ μου, φταις κάμποσο. 


(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)

Την ίδια χρονιά (1948) τα προβλήματα υγείας του επιδεινώνονται. Ξεσπά κύμα διεθνιστικής αλληλεγγύης για την απελευθέρωσή του. Διανοητές όπως οι Ελυάρ, Κιουρί, Νερούντα, Σαρτρ, Πικάσο ζητούν την απελευθέρωσή του.

Το Νοέμβρη του 1950 του απονέμεται στη Βαρσοβία το Παγκόσμιο Βραβείο Ειρήνης μαζί με τους Πικάσο και Νερούντα. Στον ίδιο απαγορεύεται να παραβρεθεί στην τελετή.

Το 1951, μετά από επαναλαμβανόμενες απεργίες πείνας, κατακτά την αποφυλάκισή του αξιοποιώντας τη γενική αμνηστία που χορήγησε στους πολιτικούς κρατουμένους η νέα κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές. Τον ίδιο χρόνο, ο Ναζίμ καλείται στην Άγκυρα για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία με στόχο να χαθεί κάπου στα βάθη της Ανατολής. Εγκαταλείπει την Τουρκία και το τουρκικό Κοινοβούλιο τον ανακηρύσσει προδότη και του αφαιρεί την τουρκική υπηκοότητα, η οποία του αποδόθηκε μετά θάνατον το 2009.

Το 1952, με αφορμή τις δίκες μετά τον Εμφύλιο γράφει το ποίημα « Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», αφιερωμένο στον Μπελογιάννη.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ

Έχω πάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με τα’ άσπρο γαρούφαλλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ’ το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρούφαλλο
πού ‘ναι σα μια φούχτα φως
από την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ’ τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.

Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρούφαλλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο που ‘πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ’ απ’ τη θανατική καταδίκη.


(Μετάφραση από ομάδα Ελλήνων επιστημόνων των τότε Ανατολικών χωρών)

Το 1954 τον βρίσκει να γράφει σειρά ποιημάτων με έντονη νοσταλγία για τα αγαπημένα πρόσωπα και τον τόπο του.

ΓΕΝΝΗΣΗ

Η μαμά του μου γέννησε έναν γιόκα,
χωρίς φρύδια, έναν ξανθό γιο,
ξαπλώνεται στη γαλάζια φασκιά του
μια φωτόμπαλα, τριών κιλών.

Όταν γεννήθηκε
ο γιος μου,
μωρά γεννήθηκαν στην Κορέα,
έμοιαζαν με κίτρινο ηλιόσπορο.
Τα έσφαξε ο Μακ Άρθουρ,
έφυγαν χωρίς να χορτάσουν το μητρικό γάλα

Όταν γεννήθηκε
ο γιος μου,
μωρά γεννήθηκαν στα μπουντρούμια της Ελλάδας,
εκτελέστηκαν οι μπαμπάδες τους.
Είδαν πρώτα
τα κάγκελα στον κόσμο αυτόν.

Όταν γεννήθηκε
ο γιος μου,
μωρά γεννήθηκαν στην Ανατολή,
με μάτια μπλε, μαύρα, μελί
Κόλλησαν ψείρες μόλις γεννήθηκαν
ποιος ξέρει από θαύμα πόσα θα ζήσουν.

Όταν ο γιος μου θα είναι
στην ηλικία μου,
εγώ δεν θα υπάρχω πια,
αλλά ο κόσμος θα είναι τότε μια υπέροχη κούνια
που θα νανουρίζει,
μαύρα,
λευκά,
κίτρινα,
όλα τα μωρά
μια κούνια με ατλάζι θαλασσί. 


(Μετάφραση: Lale Alatli)

Η ποίηση του Χικμέτ είναι γνήσια, απλή και βιωματική, και - όπως γράφει ο Ρίτσος στη εισαγωγή της μετάφρασης των ποιημάτων του Ναζίμ - «είναι η κατάληξη και το στέρεο επιστέγασμα των ιστορικών και προσωπικών του εμπειριών. Κ’ έτσι διατηρεί πάντα την απλότητα της και το ξεκάθαρο περίγραμμά της.»

Το 1955 ο Χικμέτ ερωτεύεται τη Βέρα Τουλιάκοβα, την οποία περνά κατά πολλά χρόνια. Μένουν μαζί και τον Νοέμβριο του 1960 παντρεύονται.

Το 1956, λίγο μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ στην Κύπρο, ζητά από τους Τουρκοκυπρίους να ζήσουν ειρηνικά με τους Ελληνοκυπρίους και να υποστηρίξουν τον αγώνα τους για την αποτίναξη της Βρετανικής Κατοχής στο νησί.

Ο Χικμέτ γράφει επίσης ποιήματα εμπνευσμένα από τα ιδανικά του σοσιαλισμού και της αντιμπεριαλιστικής πάλης και, παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας, ταξιδεύει σ' όλο το κόσμο και στηρίζει τους λαούς που υποφέρουν και αγωνίζονται. Ο Χικμέτ βιώνει μέσα του την ανάγκη μιας παγκόσμιας κουλτούρας και τη δημιουργία ενός ενιαίου ανθρωπιστικού πολιτισμού.

Το ποίημά του "Kız Çocuğu "(Το μικρό κορίτσι) είναι μια έκκληση για ειρήνη από ένα επτάχρονο κοριτσάκι, δέκα χρόνια μετά το θάνατό της στη Χιροσίμα. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά αντιπολεμικά τραγούδια και το έχουν ερμηνεύσει σπουδαίοι καλλιτέχνες και συγκροτήματα, όπως η Τζόαν Μπαέζ.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ (Το μικρό κορίτσι)

Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας
Εδώ ή άλλου, χτυπάω όλες τις πόρτες
Ω, μην τρομάζετε καθόλου που ‘μαι αθώρητη
Κανένας μια μικρή νεκρή δε μπορεί να ιδεί.

Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα
Στη Χιροσίμα ό θάνατος με βρήκε
Κ’ είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα,
Μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
Μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
Όλη - όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
Την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ’ ένα ουρανό συγνεφιασμένο

Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
Κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
Τί το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε
Δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
Φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
Έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται

(Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος)

Το Σεπτέμβριο του 1961 ο Χικμέτ γράφει το ποίημα «Αυτοβιογραφία», στο οποίο με πολλή ειλικρίνεια μιλά για τον εαυτό του.

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γεννήθηκα στα 1902,
δεν ξαναγύρισα στη γενέτειρά μου
δε θα ’θελα να ξαναγυρίσω.
Τριών χρόνων, εγγονός του Πασά, βρισκόμουν
στη Δαμασκό,
στα δεκαεννιά μου φοιτητής στη Μόσχα,
στα σαρανταεννιά πάλι στη Μόσχα
κι από τα δεκατέσσερα μου γράφω στίχους. 


(Απόσπασμα σε μετάφραση Άρη Δικταίου)

Στις 3 Ιουνίου 1963 πεθαίνει στη Μόσχα από καρδιακή προσβολή.

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε, μεταξύ άλλων, τη μέρα του θανάτου του Χικμέτ: «Η ποίησή του παίρνει έναν ουσιαστικό δραματικό, σεμνά ανθρώπινο, ήρεμα απελπισμένο και, ταυτόχρονα, ήρεμα ηρωικό τόνο, όπως μπροστά στη φύση, τη μοίρα και το θάνατο, που πάντα τροφοδότησαν την ποίηση στην απόλυτη μορφή της και παρακίνησαν τον Άνθρωπο κάθε εποχής στον καθολικό του αγώνα για την Ελευθερία του… Και με τούτη τη βαθύτερη αίσθηση, ο κοινωνικός αγώνας, όπως κ’ η αποκαλούμενη κοινωνική τέχνη, αποκτούν βαθύτερη σημασία, υψηλότερο στόχο και πλατύτερη προοπτική. Αναπτύσσονται μέσα στην περιοχή… του πιο καίριου ανθρώπινου προβληματισμού, που ανανεώνει τη συνείδηση της ενότητας του παγκόσμιου πνευματικού πολιτισμού. Και τέτοια, πολύ συχνά, στις κύριες στιγμές της, είναι η ποίηση τού Χικμέτ, που πέρα και πάνω απ’ όποιες πρόσκαιρες σκοπιμότητες… θα μείνει για πάντα, τέλεια στα δικά της μέτρα, ουσιαστικά κοινωνική, βαθιά ανθρώπινη, θαυμαστά απέριττη, ανεξάντλητη πηγή ανακινήσεων και ευγενικό δίδαγμα της ευθύνης τού ποιητή μπροστά στην εποχή του και στον κόσμο.»

Στα ελληνικά, ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ μελοποίησαν ο Μάνος Λοΐζος και ο Θάνος Μικρούτσικος. Το 2001 ο Τούρκος συνθέτης Φαζίλ Σαί, συνέθεσε το ορατόριο Ναζίμ, σε ποίηση Ναζίμ Χικμέτ.

Ανδρέας Καρακόκκινος


Fazil Say: Nazim oratoryosu

 


Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

"Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ" της Χλόης Κουτσουμπέλη

Ντεσπερέ σημαίνει απελπισμένος. Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ προδιαθέτει ευθύς εξαρχής ότι κρύβει μέσα του μια συνθήκη απελπισίας. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ότι πρόκειται να βρεθεί μπροστά σε μια παρέλαση ψυχών που καθεμία με τον δικό της τρόπο διαμαρτύρεται για όσα η ζωή υποσχέθηκε και δεν δόθηκαν, για την αναπότρεπτη ενηλικίωση και το θάνατο της παιδικής ηλικίας, για το έλλειμμα του έρωτα, της αγάπης, τη ματαίωση, την προδοσία, με μεγαλύτερη εκείνη την προδοσία της ζωής από το θάνατο.

Στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη η φαντασία τρέχει με γρήγορα φτερά. Οι καταστάσεις είναι πολυκύμαντες, διάτρητες. Τίποτα δεν παραμένει σταθερό, όλα αλλάζουν, ακόμα και οι επιθυμίες, και κάποτε τα όνειρα, όπως και στη ζωή, παραμένουν οδυνηρά ανέφικτα.

Η ψυχή καταδυναστεύεται από τις συνθήκες μέσα στις οποίες υπάρχει. Η τριβή με τη ρουτίνα της καθημερινότητας αφήνει μια αίσθηση ματαιότητας, μιας ζωής που υπόσχεται πολλά και τελικά αναπόφευκτα προδίδει τις αρχικές υποσχέσεις της. Η ίδια η ύπαρξή μας εμπεριέχει την παγίδα, γράφει η ποιήτρια, στο ποίημα της «Όλη η αλήθεια για την προδοσία».… Η ζωή μας προετοιμάζει για πουτίγκα και μας σερβίρει χελωνόσουπα… Μια μέρα πάνω σε μαξιλάρι από βελούδο κάποιος μας απονέμει ένα κλειδί. Νομίζουμε μεγάλη πύλη, αλλά το μόνο που ανοίγει είναι ένα δοχείο από σανδαλόξυλο…

Στην ποίησή της οι ψυχές μοιάζουν με πεταλούδες που πετάνε γύρω από τη φωτιά που δημιούργησε την έκρηξη στον πυρήνα τους, στροβιλίζονται γύρω από το γεγονός που τις στιγμάτισε. Το γεγονός αυτό, που παραπέμπει στο παράλογο, γίνεται ο πυρήνας της ποιητικής αφήγησης.

Η ποιήτρια αποτυπώνει τον παραλογισμό, στα παιδικά μάτια, μιας πραγματικότητας που κάνει τους αγαπημένους ανθρώπους να εξαφανίζονται μια μέρα από κοντά μας σαν να ήταν όνειρο. Ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα αποκτά διάσταση υπερρεαλιστική στο ποίημα «Ο κύριος Χόθορν παραβιάζει την εναέρια κυκλοφορία». Όλες οι λέξεις φαίνεται να είναι εκεί για να περιστοιχίσουν μια κραυγή, «μπαμπά μη φεύγεις».

Την ίδια αίσθηση του παράλογου αφήνει η διάλυση της οικογένειας: η ξηλωμένη πατρική οικογένεια κρεμάει σαν μανίκι… Είναι στραβοί οι τοίχοι του σπιτιού και επιπλέον ανύπαρκτη η διεύθυνση. Συγκεκριμένα, ενώ η οδοσήμανση είναι κανονική, ο δρόμος ξαφνικά σπάει και αιωρείται, ενώ παρεμβάλλεται ένα πάρκο με σκυλιά που δαιμονισμένα γαβγίζουν λυσσασμένα… Επιπροσθέτως υπάρχει το θεματάκι με τη θάλασσα. Ενώ η παραλία απέχει πεντακόσιες μακροπόδαρες γιάρδες μακριά, τα κύματα συχνά πλημμυρίζουν το σαλόνι...

Η ανάγκη να αγαπήσεις και να αγαπηθείς διαθλάται στα κείμενα. Η έλλειψή της είναι το γεγονός που αποτελεί τη ρίζα της έμπνευσης. Η ποιήτρια ερευνά τα τραγικά αδιέξοδα της ύπαρξης, αποκαλύπτει τη διαφορετικότητα ανάμεσα στην ανδρική και τη γυναικεία ψυχή και μιλάει για το κενό που δημιουργείται στις σχέσεις. Την ενδιαφέρει ο τρόπος που αντιδρά η ψυχή σε στιγμές κρίσης, σε καταστάσεις που τη φτάνουν στο χείλος της αβύσσου, που είναι και το σημείο της μεταμόρφωσης της, τότε που από κάμπια γίνεται πεταλούδα και ξαφνικά ανοίγει το τεράστιο μάτι, που κάποιοι αποκαλούνε έμπνευση…

Η ποιήτρια πυρπολεί τη συνείδηση με πολυσχιδείς, πολυπρισματικούς τρόπους για να επιτύχει την επιθυμητή μεταμόρφωση. Επιζητεί την ευαισθησία του βλέμματος, τη ματιά που περικλείει μέσα της όλες τις αισθήσεις, την ποίηση που φιλοξενεί μέσα της όλες τις τέχνες, τη συνομιλία της λογικής με την ευαισθησία, τη σύγκλιση της ανδρικής με τη γυναικεία ψυχή, με ενωτικό υλικό την αγάπη.

Φανταστικές συναντήσεις με συγγραφείς και τους ήρωές τους υποδηλώνουν πως το μυθιστόρημα και ο μύθος είναι ιστορίες εν εξελίξει. Δεν περιορίζονται μόνο στα κείμενα που γράφτηκαν, αλλά δημιουργούν μέσα στις συνειδήσεις που τα φιλοξενούν νέες ιστορίες που συνεχίζουν να γράφονται εις το διηνεκές.

Στο ποίημα «Οι τρεις εραστές», οι ηρωίδες μιλούν για τη σχέση τους με τους συγγραφείς τους. Τρεις διαφορετικοί άνδρες, που καθένας τους προβάλλει με το δικό του τρόπο τις εμμονές και την κτητικότητά του πάνω στη γυναικεία ψυχή… Ο πρώτος, Αστρονόμος και αστρομέτρης, με νόμιζε αστερισμό… θα πει η ηρωίδα του έργου «Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ημέρες» για τον Φιλέα Φογκ, το alter ego του Ιουλίου Βερν.

…«Μην μεγαλώσεις ποτέ» ήταν το μήνυμα που έγραφε ο Κάρολ Λιούις στη μικρή Αλίκη και εκείνη το διάβαζε ανάποδα στον καθρέφτη. Αναπολώντας τη σχέση τους θα πει: …Μαζί του αυξομειωνόμουνα συνέχεια, γι’ αυτό έραβα και ξαναέραβα κουμπιά κι άλλαζα φερμουάρ. Μια μέρα κατάλαβα ότι για να ενηλικιωθώ έπρεπε να σπάσω τον καθρέφτη του...

Ο Φράντς Κάφκα αγάπησε μια αληθινή γυναίκα και της φέρθηκε σαν να ήταν φανταστική. Διατηρούσε σχέση μαζί της δι’ αλληλογραφίας. Εκείνη θα πει: …Μου έγραφε κιτρινισμένα γράμματα. Αγαπημένη Μιλένα, με προσφωνούσε. Ειλικρινά δικός σου, ο μικρός σου Φράντς. Κάθε πρωί ξέπλενα τα μάτια μου, έσταζαν πηχτό μελάνι μες στη σκάφη… Κάποτε σε μια επιστολή εσώκλεισε σκαθάρι. Αγάπησέ το. Είναι η ζωή μου, μου έγραψε.

Βιβλικές και τραγικές ηρωίδες, η Μύριαμ η Θαλασσινή-γυναίκα του Λοτ, η Άλκηστις, η Αντιγόνη, η Πηνελόπη βιώνουν μια ανατρεπτική εκδοχή του μύθου τους, έχουν και εκείνες, τη δική τους στιγμή αφύπνισης.

Η Μύριαμ η θαλασσινή-γυναίκα του Λοτ έγινε μια στήλη από δάκρυα, όταν μόνη, πιο μόνη από ξένο, στη μέση της ερήμου, νοστάλγησε… Αργότερα οι μελετητές θα διαλέξουν πτώση γενική, ή μήπως κτητική; Γυναίκα του Λοτ, θα την πουν… Νεκρή Θάλασσα οι αναμνήσεις…

Η Άλκηστις αρνείται να σώσει τον αγαπημένο της Άδμητο, δηλώνει ότι οι νεκροί έρωτες δεν ανασταίνονται ποτέ…

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ. Το αποκαλεί γραφή. …Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο…Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα, που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν, το λέει ενοχή. …Υπάρχει άραγε μετάνοια γι’ αυτούς που μετανιώνουν; Ήρθε στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη, αγάπησε όμως, άραγε, ποτέ της αρκετά; …Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος. Μισός. Η αγάπη όμως. Δεν γερνά ποτέ.

Η Πηνελόπη γερνά χωρίς να περιμένει πια κανέναν… Έξω από την πόρτα σε στοίβες μανικετόκουμπα, γραβάτες, γυαλιστερά σκαρπίνια που άφησαν πίσω οι μνηστήρες, όταν σκόρπισαν τα χρόνια…

Η ποίηση της γίνεται τόπος συνάντησης, ακυρώνει το χρόνο. Συγγραφείς που δεν έχουν συναντηθεί ποτέ στην πραγματική ζωή συναντώνται στους στίχους της και θαρρείς ότι η συνάντηση αυτή ήταν μοιραίο να συμβεί. Αίφνης, ο Λέων Τολστόι οδηγεί το τρένο που πάνω του θα πέσει η Άννα Καρένινα. Στο ίδιο τρένο ταξιδεύει και ο Χέρμαν Μέλβιλ. Το τρένο εκτροχιάστηκε μεσάνυχτα./ Ενάμιση σχεδόν αιώνα πριν./ Ο κόμης Βρόντσκι δεν έφτασε ποτέ./ Ένα σώμα γυναίκας έπεσε στις ράγες./ Ελάφι, ψιθύρισε ο μηχανοδηγός/… Με λένε Λεών φώναξε,/ καθώς το τρένο φιδογύριζε ανάμεσα στις σημύδες./ Λίγο πριν τον σταθμό Λαρίσης/ ανέπτυξε ταχύτητα./ Ξαφνικά σκόνταψε σε μία πελώρια φάλαινα-σκοτάδι./ Αυτό ονομάζεται σύγκρουση συμφερόντων,/ σχολίασε ένας επιβάτης κριτικός/ που καθόταν δίπλα σ’ έναν κύριο που ροχάλιζε./ Συμφωνείς, Μέλβιλ; τον ρώτησε,/ πριν όλα εξαφανιστούν μες στον λεπτό καπνό/...

Ίσως να πρόκειται για απλές «λογοτεχνικές συγκρούσεις», όπως αναφέρει η ποιήτρια στον τίτλο του ποιήματος. Ίσως οι δυο συγγραφείς να έχουν τη δική τους στιγμή αφύπνισης, καθώς βιώνουν τη συνάντηση με τους ήρωές τους τη μοιραία ώρα ή να είναι κάτι πολύ πιο βαθύ. Ίσως να είναι το τρένο της ιστορίας που ταξιδεύει προς το μέλλον, με τις νέες ιδέες των φιλοσόφων για έναν καλύτερο κόσμο που ξαφνικά εκτροχιάζεται από το μακελειό του πρώτου και αργότερα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Η φάλαινα-σκοτάδι θα μπορούσε να συμβολίζει την πιο σκοτεινή ιδεολογία που γέννησε ποτέ στην ιστορία της η ανθρωπότητα. Το ποίημα που γράφει ο ποιητής Βαλεντίν Σιμόνοφ από το μέτωπο των μαχών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Βαλεντίνα, φανερώνει πόσο ανάγκη έχει η ανδρική τη γυναικεία ψυχή. …Περίμενέ με, έλεγε. Πόσο δεν διευκρίνιζε… Στην πατρίδα έχυναν κρασί στο χώμα, ανάβανε γι΄αυτόν κεριά… Αψήφησέ τους της παράγγελνε… Είναι η σκέψη σου που με κρατάει στον αφρό….

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη παραθέτει γεγονότα που προκαλούν να τα εξιχνιάσεις, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο για να την απολαύσεις. Απλώς δημιουργεί μια αυθόρμητη ανάγκη στην ψυχή να εμβαθύνει στους συμβολισμούς της. Συχνά υπάρχει μια λέξη-«κλειδί» που μπορεί να αλλάξει όλο το νόημα του κειμένου. Όπως το κίτρινο αστέρι που φορούσε ο άνδρας που δεν ήρθε ποτέ στο «ραντεβού στην Καμάρα», που αναπάντεχα μεταφέρει χρονικά το ραντεβού, όπως υποδηλώνει και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ποιήματος, στην ημέρα εκτόπισης των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις ημέρες της γερμανικής κατοχής. Έτσι, αυτό που φαίνεται αρχικά σαν μια προσωπική εξομολόγηση, παίρνει τη μορφή μιας μαρτυρίας συλλογικής μνήμης που έρχεται σαν κραυγή από το παρελθόν για να ξεσπάσει πάνω στην πραγματικότητα του σήμερα. Η ποίηση της Χ. Κ. κρύβει πολλά ερωτήματα μέσα στην άμμο των λέξεων, για τη ζωή, τις σχέσεις, τις κοινωνικές ανισότητες που ριζώνουν στο παρόν, σαν απόηχοι του χθες. Η ποιήτρια δημιουργεί μια πόρτα διάφανη μέσα από την οποία η ποίησή της ανοίγεται στο κοινωνικό, χωρίς να χάνει την ιδιαιτερότητα και τη γοητεία της προσωπικής εξομολόγησης.

Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ είναι ένα σημείωμα που διαρκώς αλλάζει ιδιοκτήτη και κείμενο, περνάει από χέρι σε χέρι, αλλά το νόημά του παραμένει σπαρακτικά το ίδιο. Η ποιήτρια μοιάζει να λέει ότι καμία απώλεια, κανένα έλλειμμα ζωής δεν αναπληρώνεται. Ό,τι δεν δόθηκε, ό,τι έπρεπε να βιωθεί και δεν βιώθηκε, ό,τι ήταν να συμβεί και ματαιώθηκε δεν αναπληρώνεται στη ζωή, ίσως μόνο στη λογοτεχνία. Μοιάζει ωστόσο να επαναλαμβάνει και τα λόγια της Αντιγόνης: O άνθρωπος έρχεται στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη…Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος. Μισός. Η αγάπη όμως. Δεν γερνά ποτέ.

Κατερίνα Τσιτσεκλή


Ακολουθούν δύο ποιήματα από το βιβλίο:

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ

Είχαμε δώσει ραντεβού.
[Η σχέση εξαιρετικά βραχύβια.
Στα δεκαοχτώ χρόνια ρώτησες πώς με λένε.
Σου απάντησα ειλικρινά «δεν ξέρω»,
αφού ποιος στ’ αλήθεια γνωρίζει ποτέ τ' όνομα.]
Βρεθήκαμε Καμάρα.
Εκείνη την ημέρα
ο Λευκός Πύργος έμοιαζε καμηλοπάρδαλη,
καπνοί έζωναν την πόλη,
κάπου μακριά μύριζε πυρκαγιά,
στα εβραϊκά νεκροταφεία έκλεβαν τις πλάκες,
φορούσες ένα κίτρινο αστέρι
κι εγώ μια στολή παλιού ιππότη.
Η χιλιετηρίδα είχε ήδη λήξει.
Η Αριστοτέλους άχνιζε περιστέρια.
Τα κάστρα συνοφρυώνονταν δασιά.
Μια ταβέρνα στην Άνω Πόλη
παρέμεινε ακόμη ανοιχτή για μας.
Είναι το τέλος του κόσμου, είπες.
Στον γυρισμό με φίλησες στο στόμα.
Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα,

εσύ ποτέ δεν ήρθες,

κι εγώ ποτέ δεν έφθασα ολόκληρη.



Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΕΡΝΑ

Ι.

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα
μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν
τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.
Το αποκαλεί γραφή.
Στήνει παγίδες σε ασβούς
που μένουν πάντα άδειες.
Το ονομάζει μνήμη.
Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας
και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα
χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων
πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο.
Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή.
Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα,
που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.
Το λέει ενοχή.

ΙΙ.

Η ιερομαντεία σωστά το είχε προβλέψει.
Τα σπλάχνα των ζώων δεν λαθεύουν.
Ίσκιοι παραμένουμε ως το τέλος.
Ενωνόμαστε, χωρίζουμε, για πόσο;
Ποια πραγματικά είναι η θυσία;
Υπάρχει άραγε μετάνοια γι αυτούς που μετανιώνουν;

ΙΙΙ.

Ήρθε στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη,
αγάπησε όμως, άραγε, ποτέ της αρκετά;

ΙV.

Και η οικογένεια;
Συμβαίνει και στις καλύτερες.
Εδώ όμως ήτανε στημένη η παρτίδα.
Αναντίρρητα, οι Λαβδακίδες έτυχαν βαλέ.
Από πότε όμως αυτό αποτελεί δικαιολογία;

V.

Μήπως όμως η Αντιγόνη απέκτησε καινούργια μάτια;
Μήπως υπάρχουν πυγολαμπίδες στην σκιά;
Μήπως οι άνθρωποι γερνούνε μόνο μέσα
και ό, τι χάνεται στην επιφάνεια
κερδίζεται στο χώμα που γεννοβολά;

VI.

Ήρθαμε άραγε ταγμένοι
Ή είμαστε μονάχα
νυχτόβια τυφλά όντα
που τρυπάμε μάταια το σκοτάδι,
απέλπιδες ανθρακωρύχοι,
ανόσιοι τυμβωρύχοι,
σκαπανείς;

VII.

Τελευταία η Αντιγόνη κυκλοφορεί στο πάρκο.
Μεσάνυχτα την ώρα που σπαν στα δύο οι σκιές.
Αν την δείτε,
λευκή χλαμύδα, ύλη αραιή από αέρα και φωτιά
και δυο μάτια αναμμένα,
αφήστε ένα χτενάκι στο παγκάκι.

VIII.

Μου αρέσει τις νύχτες να χτενίζω τα μαλλιά μου.
Όμως δεν έχω πια μαλλιά, δεν έχω νύχτες.

IX.

Η μεγάλη Πολική νύχτα απλώνεται στον κόσμο.
Το χιόνι λευκή αρκούδα θα καταπιεί τη γη.
Όλα γύρω μας γερνούν.
Παγόβουνα ρυτίδες στην επιφάνεια του προσώπου.

Χ.

Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος.
Μισός.
Η αγάπη όμως.
Δεν γερνά ποτέ.



Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

"Γενούφα" σε πανελλήνια πρώτη παρουσίαση


 Πηγή φωτογραφίας: thecaller.gr

Μόνο θετικό θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς το αποτύπωμα που άφησε στη μνήμη μας η παρουσίαση για πρώτη φορά στην Ελλάδα της όπερας "Γενούφα" του Λέος Γιάνατσεκ από την Εθνική Λυρική Σκηνή στις 19.10.2018.

Η "Γενούφα" ή αλλιώς "η ψυχοκόρη της" δεν έμεινε γνωστό ως θεατρικό έργο, αλλά θριάμβευσε ως λιμπρέτο όπερας. Βασισμένος στο ομώνυμο θεατρικό της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα, ο Λέος Γιάνατσεκ (1854-1928) έγραψε το λιμπρέτο και συνέθεσε μία αριστουργηματική όπερα στους πρόποδες του μοντερνισμού. Ο κοινωνικός ρεαλισμός του έργου θίγει σοβαρά θέματα όπως ο κοινωνικός αποκλεισμός, η ερωτική διάψευση, η ευθύνη απέναντι στο σύντροφο και στον συνάνθρωπό μας. Μια γυναίκα στην τσέχικη επαρχία, η Γενούφα, είναι ερωτευμένη με τον μυλωνά του χωριού και ο αδελφός του μυλωνά είναι ερωτευμένος μαζί της. Από τον πρώτο περιμένει παιδί. Όταν εκείνος δεν το αποδέχεται και ο αδελφός του φέρεται απρόθυμος να αναλάβει γυναίκα και παιδί, τότε η Νεωκόρισσσα του χωριού, μητριά της γυναίκας, φοβούμενη ότι δε θα βρει η ψυχοκόρη της άντρα, θανατώνει το μωρό. Η φιγούρα της Νεωκόρισσας μας φέρνει στο νου την Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη και το δυνατό ψυχογράφημα του συνθέτη σκιαγραφεί με την εξέλιξη του έργου την ψυχική περιπέτεια μάνας και κόρης πριν και μετά το συμβάν του θανάτου του νεογέννητου.

Η μουσική απασχόλησε τον συνθέτη επί εννέα χρόνια και τελείωσε το έργο το 1903. Την ίδια χρονιά, λίγες μέρες πριν πεθάνει η κόρη του από τύφο, της είχε παίξει στο πιάνο το έργο του. Αργότερα, το αφιέρωσε στη μνήμη της.

Το έργο πέρασε από πολλά στάδια επεμβάσεων στο λιμπρέτο και στην ενορχήστρωση από εκείνους που το ανέβαζαν, προκειμένου να το καταστήσουν πιο οικείο στους ακροατές με βάση τα μουσικά και αισθητικά ρεύματα της εποχής. Ακόμα και ο τίτλος "Γενούφα" ήρθε αργότερα αποκλείοντας από το κεντρικό πλάνο τον καίριο ρόλο της Νεωκόρισσας. Ο Γιάνατσεκ προσπάθησε να αποδώσει τα ηχοχρώματα και τη γοητεία της μουσικής διαλέκτου των Μοραβών και το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να τον συσχετίζει με τις λεγόμενες εθνικές μουσικές σχολές, διότι δε μιμείται περίτεχνα τα παραδοσιακά μοτίβα ούτε διανθίζει με αυτά το έργο. Αντίθετα, χρησιμοποιεί την επανάληψη μουσικών θεμάτων με τρόπο που κάθε φορά αποδίδουν ένα διαφοροποιημένο συναίσθημα ή λειτουργούν με διττή σημασία. Η ενορχήστρωση, λιτή και εστιασμένη στους χαρακτήρες, αποτελεί ένα καλειδοσκόπιο ψυχογραφικών αναφορών από τη ζήλια και την περιφρόνηση, ως την κατανόηση και την αποδοχή. Ο ρόλος κάθε οργάνου από τα κόρνα ως το ξυλόφωνο και από το βιολιά ως το φλάουτο έχει να επισημάνει ένα στοιχείο κάθε φορά και να προσδώσει ηχητικό πρόσημο στην εκφορά του θεατρικού λόγου.

Η σκηνοθεσία του Νίκολα Ράαμπ τονίζει το γεγονός ότι "οι παραδόσεις και το παρελθόν διαμορφώνουν αδιάλειπτα τις ζωές και τη συμπεριφορά μας", πολλές φορές χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε. Τρεις γενιές γυναικών σε μια κλειστή επαρχιακή κοινωνία απλώνουν τα σκοτεινά τους νήματα και περνούν από γενιά σε γενιά τις αγκυλώσεις και το ισχυρό τους δέσιμο. Δε λείπουν, ασφαλώς, οι ευτυχισμένες στιγμές, αλλά αυτές είναι φωτεινά διαλείμματα παρά ευεργετικός άνεμος. Ο Γιώργος Σουγλίδης έντυσε τα πρόσωπα με κοστούμια εποχής χωρίς αυστηρές προδιαγραφές, εκτός από τις λαμπρές φορεσιές των χορωδών. Ο ίδιος έκανε και τα σκηνικά, όπου κυριαρχεί μια λευκή κατοικία περιτριγυρισμένη από δάσος, μια κατοικία που σταδιακά αποδομείται ενώ το δάσος αποκτά με την εξέλιξη έναν μαγικό, πνευματικό χαρακτήρα, συνάδοντας με τις σκηνοθετικές απόψεις.

Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε, τη Νεωκόρισσα ερμήνευσε η Τζούλια Σουγλάκου και τη Γενούφα η Μαρία Μητσοπούλου, οι οποίες συντονίστηκαν εύστοχα και τραγούδησαν, με υπόγεια δύναμη η πρώτη και με πλατιές λυρικές φράσεις η δεύτερη, τις πλούσιες αποχρώσεις των ρόλων τους. Στο πλάι τους, ο Λάτσα του Φρανκ βαν Άκεν και ο Στέβα του Δημήτρη Πακσόγλου, τα αδέλφια που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή της Γενούφα, απέδωσαν με υποκριτική επάρκεια και φωνητική ακρίβεια τους "άχαρους" ρόλους των αρσενικών.

Η μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού ανέδειξε την ορχήστρα ως το ηχητικό "εργαλείο" που ξεκλείδωνε τις σχέσεις των ηρώων στη σκηνή, αν και δεν απέφυγε κάποια ρυθμικά ολισθήματα. Σε κάθε περίπτωση, σεβάστηκε τους τραγουδιστές και τους άφησε να ξεδιπλώσουν τις φωνητικές αρετές τους. Με χαρά θα ξανακούγαμε το έργο και στην πρώτη του διανομή με τις ξένες ερμηνεύτριες που προσκλήθηκαν.


Αθανάσιος Βαβλίδας




Η άρια Salve Regina από τη δεύτερη πράξη της "Jenůfa" με την Gabriela Beňačková