Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Εν γνώσει και εν απογνώσει (Σε βλέπω ποιητή...)

Σε βλέπω, ποιητή. Πάντα εν γνώσει κι εν απογνώσει σε βλέπω. Εκεί, στη διαχωριστική γραμμή, στο σύνορο, με μάτι άγρυπνο κι αυτί ασκημένο στη σιωπή, από όρθρου βαθέως να ψέλνεις τα αλληλούια των στεναγμών. Με την αποκοτιά της γλώσσας σου ν’ αμφιβάλλεις για το θαύμα, ενώ προσμένεις να μην αργήσει να χτυπήσει ώρα μεσάνυχτα την τσακισμένη πόρτα.

Αστόλιστο σε βλέπω. Κι ασυνόδευτο. Καθαρό σαν το απάτητο χιόνι στις επίγειες διαδρομές σου. Με πυτζάμες ασυνόδευτου ύπνου ν’ αναπνέεις την έννοια της ομορφιάς, εκείνης της ομορφιάς που σπανίως την αποκαλούν με τ’ όνομά της και σπανίως είναι ορατή. Φορτωμένο βουβούς λυγμούς κι εσωτερικούς επιτάφιους γι’ αυτούς που δεν μπορούν να βολευτούν, για εκείνους που πορεύονται ανάμεσα στο χάος και στον κόσμο και κάθε τους ανάσα σημαίνει «ζεις επικινδύνως». Αφήνοντας χρώματα, λυγμούς, χαιρετισμούς στα παράθυρα της αυγής, λευκασμένα σεντόνια και βασιλικό και δυόσμο κι ανθόνερο στην άμμο της απέναντι όχθης. Μες στο λυκόφως να μας μιλάς, στον πρόναο των Ταξιαρχών και στη μοναξιά των άστρων, για μυστικές τελετουργίες, για το μικρό κορίτσι που υφαίνει στον αργαλειό του ονείρου εκείνες τις εικόνες που δε χάνουν το χρώμα τους. Για τον δύσκολο χειμώνα να μας μιλάς, για την ασίγαστη φλόγα που σαλτάρει με άλματα πελώρια μαζί με τα τρυγόνια και τους κορυδαλλούς σε περιοχές καταγάλανες, ασυνόρευτες με το χωροχρόνο που διανύουμε. Προτείνοντας το γράμμα και το ψηφίο, το αλφαβητάρι και την αναμμένη λαμπάδα μέσα στην καταιγίδα. Μες στο λυγμό εκείνον που αρκεί δια παντός να τελειώσει το ποτάμι του αίματος και το μακελειό του αθώου.

Εκεί σε βλέπω. Στη μεγάλη σκαλωσιά της ποίησης, με κάτασπρα φτερά αρχαγγέλου. Αιτιολογώντας τα παράλογα, ερμηνεύοντας τα σκοτεινά, με την οδύνη και την παραμυθία μιας αφήγησης που δεν έχει αρχή και τέλος. Ούτε πλοκή. Παρά μόνο ερωτήματα κι αθύρματα στιγμών ζωής και θανάτου. Ανακρούσματα που στέκουν ίδια με παγιδευτικά και λυτρωτικά αινίγματα. Σαρκάζοντας μπροστά στη ματαιότητα του κόσμου, μετατρέποντας το γνωστό σε άγνωστο, το ανοίκειο σε οικείο που ανασταίνεται λατρευτικά για να υπάρξει ως κτέρισμα. Ανεμίζοντας τις λέξεις σου για να σκεπάσουν τους ήχους των νομισμάτων και των όπλων, μπροστά στο μέλλον της γενικευμένης απώλειας, στο παρόν αυτής της κυνικής και άσωτης πια γύρω μας αμηχανίας.

Ξόρκια δε σε πιάνουν ποιητή, κομπιούτερς δε σ’ εντοπίζουν. Μονάχα μια υπότροπη βροχή σηματοδοτεί την πορεία σου στα μεταμεσονύκτια δρομολόγια της φαντασίας ή στο ατέλειωτο ταξίδι του πιο κρυφού καημού. Πόσο ακόμα να κρατήσει αυτό το μυστήριο της πιο βαθιάς σου αλήθειας;

Σου γράφω εν γνώσει κι εν απογνώσει. Πως άλλος ένας είμαι κι εγώ, που προσπαθεί (κι αποτυχαίνει πάντα) να σαλπάρει στο μέγα πέλαγος.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου