Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

"Άσωτοι" του Γκρεγκ Τζάκσον

Όλα σχεδόν τα ελληνικά έντυπα και ψηφιακά μέσα έχουν γράψει γι’ αυτό το βιβλίο, το οποίο έλαβε χθες βράδυ το «Βραβείο ξένης λογοτεχνικής φράσης 2017» του literature.gr για τη φράση «Οι άνθρωποι είναι σφαίρες που έχουν φύγει από την κάννη του όπλου» ή στα αγγλικά “People are bullets, fired”. Τι το κάνει άραγε τόσο ξεχωριστό;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το βιβλίο φαίνεται να είναι εμπνευσμένο από την ιδέα της γνωστής παραβολής του ασώτου. Έτσι όπως την έχει ερμηνεύσει ο Γκρεγκ Τζάκσον, ωστόσο, η παραβολή κρύβει πολλά περισσότερα από την απλή ανυπακοή ενός γιου προς τον πατέρα του: κρύβει την ανικανότητα του σύγχρονου ανθρώπου να ενταχθεί ομαλά σε μια ζωή που του επιβάλλεται από τη γέννησή του, αλλά και την ενοχλητική αίσθηση ότι το (όποιο) κληρονομικό του προνόμιο δεν έχει κερδηθεί άξια. Υπό αυτήν την έννοια, η φυγή του ασώτου από την πατρική εστία μπορεί να μην είναι απολύτως αναμενόμενη σε ψυχολογικούς όρους, είναι όμως απολύτως έντιμη.

Αυτού του είδους η παράξενη εντιμότητα δεσμεύει τους ήρωες ή αντι-ήρωες των διηγημάτων του Τζάκσον. Όσο για αυτό που τους καθιστά άσωτους, είναι η απελπισμένη αναζήτηση νοήματος: το γεγονός ότι δεν μπορούν να βρουν τη σωτηρία και, μαζί με αυτήν, δεν μπορούν να βρουν την ταυτότητά τους. Πρόκειται επομένως για συστηματικά αβέβαιους χαρακτήρες. Χωρίς τρόπο να μάθουν τελεσίδικα ποιοι είναι ή να διακρίνουν τι είναι αληθινό γύρω τους, ζουν σε έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα μοιάζει κρυπτογραφημένη σε έναν κώδικα που πρέπει πάση θυσία να διαβαστεί.

Όταν τον ρωτήσαμε σχετικά, ο Τζάκσον διευκρίνισε ότι οι ήρωές του δεν προσπαθούν καν να εξιχνιάσουν την πραγματικότητα, γιατί αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα είναι ένα σύνολο συμβάσεων που παρεμβάλλονται ανάμεσα στο άνθρωπο και την άμεση εμπειρία. Το ξέρουμε αυτό επειδή έχουμε αναμνήσεις από την παιδική μας ηλικία, τότε δηλαδή που οι συμβάσεις ελάχιστα μας απασχολούσαν, και από τις λιγοστές στιγμές που μας αποκαλύφθηκε ένα άλλο επίπεδο, πίσω από αυτό που αποκαλούμε «πραγματικότητα» και συνοψίζεται, για παράδειγμα, στα νέα που ακούμε στα δελτία ειδήσεων. Μάλιστα, πολλές από τις πιο σημαντικές μας εμπειρίες φέρουν τη σφραγίδα αυτού του αθέατου επιπέδου. Οι άσωτοι λοιπόν αναζητούν ετούτο ακριβώς το αθέατο επίπεδο. Επειδή όμως δεν αποκαλύπτεται εύκολα, καταφεύγουν στο αλκοόλ ή τις ουσίες για να έχουν την εμπειρία του, επιχειρώντας την υπέρβαση. Γιατί, βλέπετε, χωρίς αυτό το επίπεδο, νόημα δεν υπάρχει.

Οι υπερβάσεις όμως είναι γλυκόπικρες, ιδίως όταν είναι τεχνητές: καθώς είναι καταδικασμένες να μην έχουν διάρκεια, εμπεριέχουν την επίγνωση του ίδιου τους του εφήμερου χαρακτήρα.

Οι χαρακτήρες του Τζάκσον στα οκτώ διηγήματα της συλλογής θα μπορούσαν να αποτελούν δημογραφικό δείγμα ανθρώπων που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’70 και του ’80, είναι κυρίως μεσαίας ή ανώτερης τάξης, με πτυχία και μεταπτυχιακά: δηλαδή άνθρωποι σαν εμένα και τον Παναγιώτη και σαν εσάς στο ακροατήριο, κάτω των 50, που διαβάζουν βιβλία. Ο Τζάκσον έχει προσωπικούς και ιστορικούς λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων είναι όμορφη και φτιαγμένη για κάποιο είδος μεγαλείου που όμως έχει αποστερηθεί. Φυσικά μιλάει για την αμερικανική πραγματικότητα, όμως αναρωτιέμαι σε τι διαφέρει η δική μας από αυτήν. Μήπως κι εμείς δεν προσπαθούμε να ζήσουμε όμορφες και λαμπερές ζωές, με μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό επιτυχίας;

Αυτό λοιπόν που προσπαθεί να κάνει με τα γραπτά του ο Τζάκσον, κατά δική του δήλωση σε ερωτήσεις που του υποβάλλαμε ο Παναγιώτης, η Λίνα Πανταλέων, η οποία επέλεξε τη φράση, και εγώ  είναι να δελεάσει ανθρώπους σαν τους ασώτους της συλλογής του και σαν κι εμάς να επιστρέψουν στον αφελή ιδεαλισμό των νιάτων τους.

Τα διηγήματα του Τζάκσον, όπως λέει ο ίδιος, μπορούν να θεωρηθούν ένα είδος αγνωστικού κηρύγματος σε μια εκκλησία για ανθρώπους που δεν αγαπούν τις εκκλησίες και που νιώθουν αμήχανη ντροπή επειδή εξακολουθούν να νοιάζονται για τα πράγματα. Είναι μάτια που προσπαθούν να δουν αστέρια τα οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχουν, μέσα σε μια κατάμαυρη νύχτα.

Ο Τζάκσον δεν είναι καθόλου φειδωλός στην αποκάλυψη των σκέψεων των ηρώων ή των αντι-ηρώων του, αντιθέτως είναι μαξιμαλιστής: στοχασμοί, φόβοι, κίνητρα, όλα συζητούνται και αποκαλύπτονται, δημιουργώντας στο κείμενο μια περαιτέρω διάσταση που περιελίσσεται γύρω από τις τυπικές της αφήγησης σαν ένας αόρατος έλικας, τις βαθαίνει και τις μεταλλάσσει. Σε αυτό, ο Τζάκσον θυμίζει αρκετά τον Γερμανό συγγραφέα Βίνφριντ Γκέοργκ (W.G. όπως συνήθως τον βλέπουμε) Ζέμπαλντ (ο οποίος τον έχει επηρεάσει, όπως ο ίδιος παραδέχεται σε συνέντευξή του στην The Guardian τον Οκτώβριο του 2016) που αρέσκεται στις αφηγήσεις γύρω από τις αφηγήσεις, δημιουργώντας κείμενα πολυδιάστατα όπου το νήμα της κεντρικής ιστορίας σχεδόν χάνεται, επιχωματωμένο από τις πάμπολλες άλλες που αναπτύσσονται γύρω από αυτό, καθιστώντας το τελικά διάτρητο.

Για να κλείσουμε όμως με τους Άσωτους, όλοι οι χαρακτήρες της συλλογής παλεύουν με την επιτακτικότητα για νόημα, την ανάγκη τους για άλλους ανθρώπους και ταυτόχρονα την απέχθειά τους γι΄αυτούς, αποδομώντας τους εαυτούς τους στην πορεία – ακριβώς όπως επιτάσσει η εντιμότητα. Από την άλλη, η συμπάθεια -αν όχι η τρυφερότητα- με την οποία τους περιβάλλει ο Τζάκσον, μας ενθαρρύνει να ελπίζουμε στη συγχώρεση που είναι η κατάληξη της συγκεκριμένης παραβολής. Ίσως τελικά αυτή να είναι το ύψιστο νόημα και να μη χρειάζεται να αναζητούμε τίποτε άλλο.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο προέρχεται από την ομιλία της Χ.Λ. στην απονομή των βραβείων του Literature.gr "Ξένη φράση της χρονιάς 2017". Δείτε και την παρουσίασή της του βιβλίου στις "Αναγνώσεις" της εφημερίδας Αυγή, φύλλο της 14.10.2018, με τίτλο "Στην καρδιά του τυφώνα".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου