Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

"Ζηλεύω τα βράχια" του Θεοχάρη Παπαδόπουλου

«Η ποίηση είναι ναρκοπέδιο. Δεν είναι λιβάδι με παπαρούνες», λένε δύο στίχοι από μια άλλη ποιητική συλλογή, του Βαγγέλη Αλεξόπουλου. Μα να εδώ η συλλογή Ζηλεύω τα βράχια του Θεοχάρη Παπαδόπουλου έρχεται να δηλώσει το αντίθετο: η ποίηση μπορεί να είναι και λιβάδι με παπαρούνες και ακτογραμμή με βράχια που επιμένουν να στέκονται στα χτυπήματα των κυμάτων και με παρρησία να ορθώνουν το ανάστημά τους.

Μα είναι μια εικόνα-κλισέ, μπορεί να μου πείτε. Κι εγώ θα συμφωνήσω. Αλλά, για να πω την αλήθεια, μέσα στις πολλές ποιητικές συλλογές που διαβάζω κάθε χρόνο δύσκολα μπορεί να βρει κανείς τη γαλήνη και την ομορφιά που βρίσκει στη συλλογή του Θεοχάρη. Κι ας περιέχει και ένα-δύο κλισέ.

Διότι, τελικά, σημασία έχει το πώς λες κάτι. Και ο Θεοχάρης είναι αυθεντικός: δεν προσποιείται – γράφει από την καρδιά του. Το αποτέλεσμα είναι μια ποίηση γνήσια και πηγαία που απευθύνεται στο συναίσθημα και συγκινεί.

Το Ζηλεύω τα βράχια είναι ένα βιβλίο για την ποίηση των μικρών πραγμάτων που έχουν την τάση να περνούν απαρατήρητα, όμως συνέχουν την καθημερινότητά μας και συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα. Μία κουβέντα, μία ματιά, ένα φιλί. Μικρά πράγματα σαν αυτά μπαίνουν στο μικροσκόπιο στην ποίησή του. Και ο χρόνος σταματά. Αρχίζει όμως η ζωή. Εδώ ακριβώς αρχίζει.
Ξημερώνει.
Η πόλη δεν ξυπνά.
Έρημοι οι δρόμοι,
Βουβά τα πεζοδρόμια. […]
Λες κι όλα γύρω σου είναι όνειρο
Που χάθηκε.
Μα η πόλη δεν λέει να ξυπνήσει.
(«Η πόλη»)

Η ατμόσφαιρα της συλλογής είναι ονειρώδης, μα όχι ονειρική. Η μελαγχολία διαποτίζει, σαν άλλη βροχή, τα πάντα και, αν υπάρχει ένα κυρίαρχο συναίσθημα, αυτό είναι η λύπη. Λύπη που πηγάζει από το γεγονός ότι εκείνο που το ποιητικό υποκείμενο περίμενε δεν έφθασε ποτέ, ενώ αντίθετα αυτό που δεν περίμενε, συνέβη.
Έβαλες στην πόρτα το κλειδί,
Μα δεν γυρίζει. […]
Με κόπο προσπαθείς,
Τα μάτια θόλωσαν,
Το πρόσωπο ιδρώνει. […]
Το βλέμμα βούρκωσε,
Έκλαψε η καρδιά.
(«Διωγμός»)

Το αποτέλεσμα είναι μια αίσθηση αποκλεισμού και ορφάνιας: το σπίτι, αλλά και ο κόσμος, γίνονται ξένοι τόποι και αυτός που προσπαθεί να τα κατοικήσει, μα δεν μπορεί καν να μπει μέσα τους, μετατρέπεται σε άνθρωπο αν-έστιο, σε κάποιον που δεν ανήκει πουθενά, που δεν έχει κέντρο, άρα ούτε αρχή και τέλος.
Κι αν έχει όνειρο, σύντομα διαπιστώνει ότι και τα όνειρα διαψεύδονται, ακόμη κι αν δεν τα απεμπολεί. Όσο για την ελπίδα, ελλείψει πιθανοτήτων πραγματοποίησης, μάλλον μετατρέπεται σε αιχμαλωσία και φυλακή.
Άλλος ένας χρόνος πέρασε
Κι εσύ ακόμα περιμένεις
Να ζήσεις τ’ όνειρο,
Που σ’ έχει για πάντα σημαδέψει.
(«Ακόμα» - καταληκτικοί στίχοι)

Βαθαίνει με αυτόν τον τρόπο το ρήγμα ανάμεσα στον μέσα και τον έξω κόσμο. Ο άνθρωπος ατενίζει τον κόσμο μέσα από τη φυλακή του εαυτού του – και μολονότι υπάρχουν συνεκτικά στοιχεία ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική κατάσταση, αυτές διαφαίνονται εκ διαμέτρου αντιθετικές:
Ήσυχη θάλασσα
Ήρεμα νερά.
Τα κύματα κοιμούνται κουρασμένα.
Μα εσύ
Δεν ησυχάζεις μια στιγμή.
Κρύβεις την τρικυμία στην καρδιά σου.
(«Γαλήνη» - ολόκληρο)

Τι κι αν η θάλασσα είναι ήρεμη, όταν υπάρχει τρικυμία εντός; Η έντονη αντιπαράθεση των καταστάσεων οξύνει την αίσθηση του μη ανήκειν, του ανέστιου που ανέφερα πιο πριν. Ο άνθρωπος κουβαλά μέσα του την τρικυμία και αυτή τον καθορίζει όπου και να πηγαίνει, ακόμη κι αν βρεθεί μέσα στα πιο ειρηνικά τοπία.

Παρεμπιπτόντως, η ειρηνική αίσθηση που απαντάται στη συλλογή, δεν παραπέμπει στην ηρεμία, αλλά σε κάτι τρομακτικό. Η ηρεμία εδώ ισοδυναμεί με τη στασιμότητα και την ακινησία. Και, όπου υπάρχει στασιμότητα και ακινησία, επικρέμεται η αίσθηση της ματαιότητας και του τέλους.

Όπως θα ήταν αναμενόμενο, στη συλλογή ο έρωτας μένει ανεκπλήρωτος ή μετανιώνει – προξενώντας πληγές και στις δύο περιπτώσεις. Το κενό που αφήνει η έλλειψή του και την πληγή που προκαλεί, τα γεμίζει η μοναξιά. Η εικόνα του πλανόδιου πωλητή που διαλαλεί μόνος την πραμάτεια του χωρίς κανείς να τον πλησιάζει, αλλά και της ερημικής ακτής που δεν κατοικείται από ζωντανά όντα αλλά μόνο από τα στοιχεία της φύσης είναι δυνατά σύμβολά της.

Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να σταθώ λίγο στο ποίημα «Πλαστικό»:
Σακούλα πλαστική κρατάς στο χέρι
Σε πιάτο πλαστικό το γεύμα σου
Σε πλαστικό ποτήρι το ποτό σου. […]
Πώς τα κατάφερες
Κι έγινε έτσι πλαστική
Ολόκληρη η ζωή σου;

Το ποίημα είναι βαθιά συμβολικό. Το πλαστικό αντιπαραβάλλεται στο φυσικό. Ό,τι είναι πλαστικό, χημικό και κατασκευασμένο δεν μπορεί να έχει σχέση με τη φύση, δεν ανήκει πουθενά μέσα της. Αντίθετα, τη μολύνει και τη ρυπαίνει. Έχει λάθος όψη, είναι κάτι πρόχειρο, είναι μίας χρήσεως και μετά το πετάμε. Η πλαστική ζωή, επομένως, δεν είναι μόνο αναλώσιμη: είναι όνειδος και λάθος.

Το ποιητικό υποκείμενο έχει επίγνωση της λανθασμένης του ζωής, γι’ αυτό και δυο ποιήματα παρακάτω, διαβάζουμε τους στίχους
Στημένο στον τοίχο
Σε εκτελεί
Ο εαυτός σου.

Ο εαυτός, αναγνωρίζοντας το λάθος της ζωής, στρέφεται κατά του εαυτού σε μια υπαρξιακή πράξη με μεγάλο βάθος.

Η συλλογή περιέχει και μια κοινωνική συνιστώσα, που εμφανίζεται όψιμα, δηλαδή προς το τέλος της, και σηματοδοτεί τη στροφή από το ατομικό στο συλλογικό. Το ποίημα «Σαχζάτ Λουκμάν» εντάσσεται σε αυτή τη συνιστώσα. Θυμίζω ότι ο Λουκμάν ήταν Πακιστανός μετανάστης που δολοφονήθηκε το 2013 από χρυσαυγίτες στα Πετράλωνα.

Στην ίδια συνιστώσα εντάσσεται και το ποίημα «Γεράκι», όπου συζητείται η μετατροπή του ανθρώπου σε αρπακτικό όρνιο, που τρέφεται από τον θάνατο των άλλων ανθρώπων. Δεν πρόκειται για ανοίκεια εικόνα, είναι ωστόσο πάντοτε σοκαριστική, όπως και να τη δούμε.

Μια και μίλησα για εικόνες, δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι η εικονοπλασία του Θεοχάρη Παπαδόπουλου είναι εξαιρετική. Παρότι βάζει κάτω από το μικροσκόπιο ένα-δύο στοιχεία, δεν παραμελεί να δώσει τη γενικότερη εικόνα και μάλιστα μέσα σε αυτή την ονειρώδη ατμόσφαιρα, που όπως είπα νωρίτερα διαποτίζει τη συλλογή. Ας δούμε το ποίημα «Σούρουπο»:
Πέφτει το σούρουπο.
Η καφετέρια βουβή.
Κάθε τραπέζι κι ένα πρόσωπο.
Κάθε βλέμμα και μια μοναξιά.
Μάτια που φοβούνται να κοιτάξουν.
Κουμπωμένοι οι γιακάδες στις έννοιες τους.
Κουμπωμένα τα μυαλά στο εγώ τους
Σηκώνονται προσεχτικά
Έξω βγαίνουνε
Και χάνονται σαν κλέφτες στο σκοτάδι

Το ποίημα μιλά βέβαια για την αλλοτρίωση και την αποξένωση από τις οποίες υποφέρει ο σημερινός άνθρωπος. Θυμίζει επίσης τα μικρά τυποποιημένα ανθρωπάκια στους πίνακες του Rene Magritte που, ίδια κι απαράλλαχτα όλα, τραβούν το καθένα τον δρόμο του σε μια παράξενη ιδιωτεία, ένα είδος αυτισμού που αποκλείει τη ζεστασιά και, βέβαια, την ανθρωπιά.

Σε αυτήν ακριβώς την απάνθρωπη ανθρώπινη κατάσταση, η συλλογή του Θεοχάρη αποτελεί έναν σθεναρό αντίλογο. Και είναι μια συλλογή που μας επιστρέφει στα βασικά. Στη λέξη, στο δάκρυ, στην προσμονή. Στα ελάχιστα υλικά που μπορούν να συνθέσουν ένα ποίημα. Τελικά, όλο το παιχνίδι παίζεται στην αυθεντικότητα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 58, Ιούνιος 2018.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου