Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Πλάι στον Δούναβη - Η παραδοσιακή ποίηση της Ουγγαρίας στο έργο του Μπέλα Μπάρτοκ

Στις αρχές το εικοστού αιώνα, ο μεγάλος Ούγγρος συνθέτης Μπέλα Μπάρτοκ αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην καταγραφή και μελέτη των παραδοσιακών τραγουδιών της πατρίδας του,  ανακαλύπτοντας έναν τρομερό πλούτο, μουσικό και στιχουργικό, που αγνοούνταν μέχρι τότε. Οι περιοχές άνω και κάτω του Δούναβη, με τα βουνά, τα δάση, τα χωράφια και τα παλάτια των πλουσίων πριγκίπων, ήταν χώροι εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς που ήταν επόμενο να εμπνεύσουν τους κατοίκους όπως φαίνεται στα παρακάτω τραγούδια:

1.
Πλάι στον Δούναβη υπάρχει ένα μύλος, 
που αλέθει σε κομμάτια τις στεναχώριες, χέι χα!
Έχω πολλές στενοχώριες,
θα τις πάω εκεί πέρα λοιπόν ν’ αλεστούν, χέι χα!
Άρρωστη γυναίκα κουρασμένο παλικάρι ·
παίξε ένα τραγούδι για μένα γύφτο, χέι χα!
Περίμενε λίγο να γεμίσω την κοιλιά μου,
ύστερα θα σου παίξω έναν ζωηρό χορό, χέι χα!


2.
Η μέρα του Αγίου Δημητρίου πλησιάζει ,
Όταν φτιάχνουν τους λογαριασμούς των κοπαδιών,
Έχει δυο νεαρές γελάδες,
Φορούν από ένα κουδούνι,
Τις οδηγεί κάτω στην κοιλάδα.


3.
Το ανοιξιάτικο όργωμα ήταν πάντα η δουλειά μου,
Το θέρισμα του χόρτου στους κήπους και τα χωράφια,
Τώρα το βόδι μου στη θέση του, το άλογο μου σελωμένο,
Το μαστίγιο μου έτοιμο, το χαλινάρι στα χέρια μου.


Σε αντίθεση με όσα υποστήριζε ο συμπατριώτης του, Φραντς Λιστ, ο Μπέλα Μπάρτοκ πείστηκε από τις έρευνές του ότι η ουγγρική παραδοσιακή μουσική δεν προέρχονταν μόνο από τις μελωδίες των τσιγγάνων, αλλά είχε ενσωματώσει και πολλές άλλες επιρροές. Τα τραγούδια που συνέλεξε εκφράζουν όλες τις πλευρές της ζωής και φυσικά την αγάπη:

1.
Έι, γλυκιά μου μάνα, έναν ουσάρο αγαπώ, 
Έχει το μαντήλι μου στην τσέπη του,
Αν δεν ήταν τ’ όνομα μου γραμμένο πάνω του,
Έι! Δεν θα στενοχωριόταν η καρδιά μου.


2.
Τόση θλίψη έχει λυγίσει
την καρδιά μου στον ουρανό.
Μια φορά ακόμα αν λυγίσει,
θα σπάσει στα δυο.


3.
Μαύρη η γη, άσπρο το μαντήλι μου.
Ο αγαπημένος μου μ’ εγκατέλειψε.
Μ' άφησε δίχως να χύσει ένα δάκρυ.
Η καρδιά μου το ξέρει ότι θα πεθάνω γρήγορα.


Ο Μπέλα Μπάρτοκ ταξίδεψε κι έζησε πολύν καιρό τόσο στην Ουγγαρία όσο και στις γειτονικές χώρες προκειμένου να μελετήσει όλο το μουσικό και λογοτεχνικό πλαίσιο,  που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο πέρασε στις παραδοσιακές μελωδίες των Μαγυάρων. Τα ευρήματα που κατέγραψε προέρχονταν από την Τρανσυλβανία, την Σλοβακία, την Σερβία και την Κροατία, την Ρουμανία και την Τουρκία. Η φτώχεια των κατοίκων της προβιομηχανικής εποχής, αλλά και οι κίνδυνοι από τους ληστές που λυμαίνονταν την ύπαιθρο, είναι έκδηλες σε κάποια αποσπάσματα :

1.
Ήλιε, ώ ήλιε λάμψε μ’ όλη σου τη λαμπρότητα,
Δίχως την υγρασία που σε τυλίγει.
Aχ, εσείς τα τρία ορφανά,
που πάτε;
Ξεκινούμε μακρύ ταξίδι
να βρούμε δουλειά σαν υπηρέτες.


2.
Η μαύρη γη κουβαλά καλή σοδειά καλαμποκιού,
Το σκοτεινό δάσος τρέφει τον παράνομο,
Το σκοτεινό δάσος είναι το σπίτι του…

3.
Κουδουνίζουν τα μπρούτζινα σπιρούνια εκεί πέρα,
Καθώς μαρκάρουν οι μαυροκέφαλοι μπάσταρδοι,
Σφραγίζουν, σφραγίζουν όλη την ώρα,
Ακόμα κι έγκυες γυναίκες.


4.
Θεέ μου, Θεέ, μου άσε τα νερά να πλημμυρίσουν,
Για να με φέρουν στην πόρτα του πατέρα μου,
Στην πόρτα του πατέρα, στο τραπέζι της μάνας μου.
Άσε να μάθουν επιτέλους για τον άντρα που μου δώσανε.

Ένας επηρμένος στρατιώτης,
Ένας αρχιληστής των βουνών,
Που και τώρα ακόμα βρίσκεται μακριά κλέβοντας,
Φυλακίζοντας, σκοτώνοντας,
Για μια δεκάρα, θα χύσει αίμα χωρίς να το σκεφτεί.


Η Ουγγαρία εκείνης της εποχής ήταν μέρος μιας πανίσχυρης αυτοκρατορίας που είχε εμπλακεί σ’ έναν αιματηρό πόλεμο. Επόμενο ήταν λοιπόν τα παραδοσιακά τραγούδια να μιλούν γι' αυτόν:

1.
Γεμίζουν τον μεγάλο δρόμο του δάσους
Παίρνοντας μακριά τους στρατιώτες της Τρανσυλβανίας,
Παίρνοντας τους δύστυχους στρατιώτες,
Φτωχά παιδιά του Szekler.

Τους παίρνουν μακριά σ’ εκείνο το μέρος
Όπου ο δρόμος είναι κόκκινος με αίμα
Απ’ τους άντρες που έκοψε η σφαίρα, το δόρυ,
και το ακονισμένο σπαθί.


2.
Αλίμονο, η καρδιά μου είναι γεμάτη θλίψη όλη την ώρα,
τέλειωσε η λεύτερη ζωή μου.


3.
Αν βγεις έξω απ’ το μεγάλο δάσος,
Μην κοιτάξεις πίσω,
Μήπως σκληρύνει η καρδιά σου
Όταν πατήσει σε ξένο χώμα.


Πέρα όμως από τις πίκρες και τις στενοχώριες, τα πανηγύρια και το πιοτό ήταν πάντα τα καταφύγια των κατοίκων αυτής της υπέροχης περιοχής της Κεντρικής Ευρώπης:

1.
Το κρασί δεν είναι γλυκό:
Εφτά Κρόυτσερ η τιμή του,
Έλα, αγάπη μου, φέρε μια κούπα,
θα πω ένα μικρό τραγούδι,
κι έπειτα θα φύγω.


2.
Καλαμάτζκο είναι τ’ όνομα του,
Χοροπηδά σαν το διάβολο,
Ψηλά, και κουνά τα πόδια του,
Ούτε που λυπάται τους τένοντές του.


Απόστολος Σπυράκης




Πηγές:
1. https://dspace.lib.uom.gr/bitstream/2159/10908/1/KentempozidouPE2008.pdf
2. https://www.pianostreet.com/smf/index.php?topic=10820.0
3. https://repositories.lib.utexas.edu/bitstream/handle/2152/2807/leed79486.pdf?sequence=2&isAllowed=y
4. https://www.harvardsquarelibrary.org/
5. https://old.upm.ro/ldmd/LDMD-02/Hst/Hst%2002%2004.pdf

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

"Άσωτοι" του Γκρεγκ Τζάκσον

Όλα σχεδόν τα ελληνικά έντυπα και ψηφιακά μέσα έχουν γράψει γι’ αυτό το βιβλίο, το οποίο έλαβε χθες βράδυ το «Βραβείο ξένης λογοτεχνικής φράσης 2017» του literature.gr για τη φράση «Οι άνθρωποι είναι σφαίρες που έχουν φύγει από την κάννη του όπλου» ή στα αγγλικά “People are bullets, fired”. Τι το κάνει άραγε τόσο ξεχωριστό;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το βιβλίο φαίνεται να είναι εμπνευσμένο από την ιδέα της γνωστής παραβολής του ασώτου. Έτσι όπως την έχει ερμηνεύσει ο Γκρεγκ Τζάκσον, ωστόσο, η παραβολή κρύβει πολλά περισσότερα από την απλή ανυπακοή ενός γιου προς τον πατέρα του: κρύβει την ανικανότητα του σύγχρονου ανθρώπου να ενταχθεί ομαλά σε μια ζωή που του επιβάλλεται από τη γέννησή του, αλλά και την ενοχλητική αίσθηση ότι το (όποιο) κληρονομικό του προνόμιο δεν έχει κερδηθεί άξια. Υπό αυτήν την έννοια, η φυγή του ασώτου από την πατρική εστία μπορεί να μην είναι απολύτως αναμενόμενη σε ψυχολογικούς όρους, είναι όμως απολύτως έντιμη.

Αυτού του είδους η παράξενη εντιμότητα δεσμεύει τους ήρωες ή αντι-ήρωες των διηγημάτων του Τζάκσον. Όσο για αυτό που τους καθιστά άσωτους, είναι η απελπισμένη αναζήτηση νοήματος: το γεγονός ότι δεν μπορούν να βρουν τη σωτηρία και, μαζί με αυτήν, δεν μπορούν να βρουν την ταυτότητά τους. Πρόκειται επομένως για συστηματικά αβέβαιους χαρακτήρες. Χωρίς τρόπο να μάθουν τελεσίδικα ποιοι είναι ή να διακρίνουν τι είναι αληθινό γύρω τους, ζουν σε έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα μοιάζει κρυπτογραφημένη σε έναν κώδικα που πρέπει πάση θυσία να διαβαστεί.

Όταν τον ρωτήσαμε σχετικά, ο Τζάκσον διευκρίνισε ότι οι ήρωές του δεν προσπαθούν καν να εξιχνιάσουν την πραγματικότητα, γιατί αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα είναι ένα σύνολο συμβάσεων που παρεμβάλλονται ανάμεσα στο άνθρωπο και την άμεση εμπειρία. Το ξέρουμε αυτό επειδή έχουμε αναμνήσεις από την παιδική μας ηλικία, τότε δηλαδή που οι συμβάσεις ελάχιστα μας απασχολούσαν, και από τις λιγοστές στιγμές που μας αποκαλύφθηκε ένα άλλο επίπεδο, πίσω από αυτό που αποκαλούμε «πραγματικότητα» και συνοψίζεται, για παράδειγμα, στα νέα που ακούμε στα δελτία ειδήσεων. Μάλιστα, πολλές από τις πιο σημαντικές μας εμπειρίες φέρουν τη σφραγίδα αυτού του αθέατου επιπέδου. Οι άσωτοι λοιπόν αναζητούν ετούτο ακριβώς το αθέατο επίπεδο. Επειδή όμως δεν αποκαλύπτεται εύκολα, καταφεύγουν στο αλκοόλ ή τις ουσίες για να έχουν την εμπειρία του, επιχειρώντας την υπέρβαση. Γιατί, βλέπετε, χωρίς αυτό το επίπεδο, νόημα δεν υπάρχει.

Οι υπερβάσεις όμως είναι γλυκόπικρες, ιδίως όταν είναι τεχνητές: καθώς είναι καταδικασμένες να μην έχουν διάρκεια, εμπεριέχουν την επίγνωση του ίδιου τους του εφήμερου χαρακτήρα.

Οι χαρακτήρες του Τζάκσον στα οκτώ διηγήματα της συλλογής θα μπορούσαν να αποτελούν δημογραφικό δείγμα ανθρώπων που γεννήθηκαν τη δεκαετία του ’70 και του ’80, είναι κυρίως μεσαίας ή ανώτερης τάξης, με πτυχία και μεταπτυχιακά: δηλαδή άνθρωποι σαν εμένα και τον Παναγιώτη και σαν εσάς στο ακροατήριο, κάτω των 50, που διαβάζουν βιβλία. Ο Τζάκσον έχει προσωπικούς και ιστορικούς λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η συγκεκριμένη κατηγορία ανθρώπων είναι όμορφη και φτιαγμένη για κάποιο είδος μεγαλείου που όμως έχει αποστερηθεί. Φυσικά μιλάει για την αμερικανική πραγματικότητα, όμως αναρωτιέμαι σε τι διαφέρει η δική μας από αυτήν. Μήπως κι εμείς δεν προσπαθούμε να ζήσουμε όμορφες και λαμπερές ζωές, με μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό επιτυχίας;

Αυτό λοιπόν που προσπαθεί να κάνει με τα γραπτά του ο Τζάκσον, κατά δική του δήλωση σε ερωτήσεις που του υποβάλλαμε ο Παναγιώτης, η Λίνα Πανταλέων, η οποία επέλεξε τη φράση, και εγώ  είναι να δελεάσει ανθρώπους σαν τους ασώτους της συλλογής του και σαν κι εμάς να επιστρέψουν στον αφελή ιδεαλισμό των νιάτων τους.

Τα διηγήματα του Τζάκσον, όπως λέει ο ίδιος, μπορούν να θεωρηθούν ένα είδος αγνωστικού κηρύγματος σε μια εκκλησία για ανθρώπους που δεν αγαπούν τις εκκλησίες και που νιώθουν αμήχανη ντροπή επειδή εξακολουθούν να νοιάζονται για τα πράγματα. Είναι μάτια που προσπαθούν να δουν αστέρια τα οποία κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχουν, μέσα σε μια κατάμαυρη νύχτα.

Ο Τζάκσον δεν είναι καθόλου φειδωλός στην αποκάλυψη των σκέψεων των ηρώων ή των αντι-ηρώων του, αντιθέτως είναι μαξιμαλιστής: στοχασμοί, φόβοι, κίνητρα, όλα συζητούνται και αποκαλύπτονται, δημιουργώντας στο κείμενο μια περαιτέρω διάσταση που περιελίσσεται γύρω από τις τυπικές της αφήγησης σαν ένας αόρατος έλικας, τις βαθαίνει και τις μεταλλάσσει. Σε αυτό, ο Τζάκσον θυμίζει αρκετά τον Γερμανό συγγραφέα Βίνφριντ Γκέοργκ (W.G. όπως συνήθως τον βλέπουμε) Ζέμπαλντ (ο οποίος τον έχει επηρεάσει, όπως ο ίδιος παραδέχεται σε συνέντευξή του στην The Guardian τον Οκτώβριο του 2016) που αρέσκεται στις αφηγήσεις γύρω από τις αφηγήσεις, δημιουργώντας κείμενα πολυδιάστατα όπου το νήμα της κεντρικής ιστορίας σχεδόν χάνεται, επιχωματωμένο από τις πάμπολλες άλλες που αναπτύσσονται γύρω από αυτό, καθιστώντας το τελικά διάτρητο.

Για να κλείσουμε όμως με τους Άσωτους, όλοι οι χαρακτήρες της συλλογής παλεύουν με την επιτακτικότητα για νόημα, την ανάγκη τους για άλλους ανθρώπους και ταυτόχρονα την απέχθειά τους γι΄αυτούς, αποδομώντας τους εαυτούς τους στην πορεία – ακριβώς όπως επιτάσσει η εντιμότητα. Από την άλλη, η συμπάθεια -αν όχι η τρυφερότητα- με την οποία τους περιβάλλει ο Τζάκσον, μας ενθαρρύνει να ελπίζουμε στη συγχώρεση που είναι η κατάληξη της συγκεκριμένης παραβολής. Ίσως τελικά αυτή να είναι το ύψιστο νόημα και να μη χρειάζεται να αναζητούμε τίποτε άλλο.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο προέρχεται από την ομιλία της Χ.Λ. στην απονομή των βραβείων του Literature.gr "Ξένη φράση της χρονιάς 2017". Δείτε και την παρουσίασή της του βιβλίου στις "Αναγνώσεις" της εφημερίδας Αυγή, φύλλο της 14.10.2018, με τίτλο "Στην καρδιά του τυφώνα".

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2018

Οι λογοτεχνικές φράσεις της χρονιάς 2017 - Βραβεία literature.gr

Την Τρίτη 27.11.2018 στις 21:00 ο μεταφραστής του ξένου βιβλίου που κέρδισε το βραβείο, Παναγιώτης Κεχαγιάς, και η Χριστίνα Λιναρδάκη θα κάνουν τη σχετική απονομή. 

Η φράση που κέρδισε είναι "Οι άνθρωποι είναι σφαίρες που έχουν φύγει από την κάννη του όπλου" ("People are bullets, fired") και προέρχεται από το πολυσυζητημένο βιβλίο"Οι άσωτοι" του Αμερικανού Greg Jackson.

Σας περιμένουμε!


Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018

Λογοτεχνία και πραγματικότητα

Ο άνθρωπος αντιμετώπισε εξ αρχής τον κόσμο σαν ένα άγνωστο κείμενο που τον προκαλούσε να το διαβάσει. Άκουσε στο θρόισμα των φύλλων μιας βελανιδιάς το ψιθύρισμα του Θεού που αποκάλυπτε τη βούλησή Του ή τη δική του ταπεινή μοίρα, είδε στα σχήματα της καιόμενης βάτου τον Λόγο Του, φαντάστηκε φίδια να περιτυλίγουν ολόκληρο τον κόσμο δαγκώνοντας την ουρά τους – γενικά προσέγγισε το Άγνωστο που τον περιέβαλε με τη διάθεση να βγάλει κάποιο νόημα και με την πεποίθηση ότι δεν είναι μόνος στο σύμπαν, ότι Κάποιος ευθύνεται για τη δική του ύπαρξη και ότι αυτό που τον περιμένει στο μέλλον είναι κάτι που Εκείνος έχει γράψει, ένα θεϊκό «γραφτό» ή «γραμμένο» που ο άνθρωπος οφείλει με τις μικρές του δυνάμεις να προσπαθήσει να διαβάσει.

Παράλληλα με την προσπάθεια να γίνει ο κόσμος του αναγνώσιμος, εμφανίστηκαν άνθρωποι που, προσπαθώντας να τον περιγράψουν – τόσο αυτόν όσο και τον μέσα τους κόσμο, άρχισαν και οι ίδιοι να συνθέτουν κείμενα. Η Μυθολογία έγινε η Ιστορία που κληρονομούσαν οι νεότεροι. Και οι νεότεροι προσπαθούσαν να την αφηγούνται όλο και καλύτερα, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καλλιέπεια, όσο το δυνατόν ισχυρότερη δομή, με περισσότερες και αναγλυφότερες λεπτομέρειες. Κάπως έτσι γεννήθηκε η λογοτεχνία: από την ανάγκη του ανθρώπου να κατανοήσει τον κόσμο. Είναι πεποίθησή μου ότι και σήμερα η συγγραφή λογοτεχνίας έχει στον πυρήνα της την ίδια ανάγκη και είναι μια προσπάθεια εξήγησης αυτού του καθημερινού οτιδήποτε που μας συμβαίνει. Αντανακλά όμως τον κόσμο ακριβώς όπως είναι;

Η απάντηση εδώ βρίσκεται μέσα στην ερώτηση και μάλιστα στην πρώτη λέξη της: αντανακλά. Η λογοτεχνία δεν είναι ο κόσμος γύρω, δεν μπορεί να είναι ο κόσμος γύρω, είναι ένας καθρέφτης του κόσμου, μια αντανάκλασή του, πολλές φορές παραμορφωμένη. Από τη στιγμή που κάτι περιγράφεται, γεννάται ένα άλλο, αυτόνομο αντικείμενο μέσα στον κόσμο: αυτό που το περιγράφει. Η πίπα στον πίνακα του Magritte "Ceci n'est pas une pipe" δεν είναι πραγματική πίπα, είναι η αναπαράσταση μιας πίπας την οποία φυσικά δεν μπορεί κάποιος να αγγίξει, πολύ περισσότερο να καπνίσει.

Έτσι, ακόμη κι όταν ο άνθρωπος εκφραζόταν λογοτεχνικά με πυξίδα τη μίμηση, δηλαδή την όσο το δυνατόν πιο πιστή αναπαράσταση του κόσμου και της ανθρώπινης δράσης μέσα σε αυτόν, δημιουργούσε κάτι άλλο από τον ίδιο τον κόσμο και την ανθρώπινη δράση, έφτιαχνε μια κατασκευή.

Ολόκληρο το εποικοδόμημα της λογοτεχνίας βασίζεται σε κατασκευές. Οι γενικεύσεις ενός βιβλίου μυθοπλασίας λειτουργούν «ως βεβαιωτικοί ισχυρισμοί με αξιώσεις αλήθειας επί του εξωκειμενικού κόσμου»[1] και, ως εκ τούτου, συσχετίζουν τη μυθοπλαστική αφήγηση με την πραγματικότητά του. Ωστόσο, αυτοί οι «βεβαιωτικοί ισχυρισμοί» παραμένουν επινοημένες αφηγήσεις και οιονεί πραγματικότητες. Τα κείμενα δεν αντιστοιχούν σε κανένα συγκεκριμένο αντικείμενο του «βιόκοσμου» (Lebenswelt[2]), αλλά παράγουν τα αντικείμενά τους χρησιμοποιώντας στοιχεία του.

Αν ένα λογοτεχνικό κείμενο σχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τα πραγματικά και, ως εκ τούτου, επαληθεύσιμα δεδομένα, μπορεί να εμφανίζεται ως αντανάκλασή τους. Όμως το κείμενο μπορεί να διαθέτει τόσες αντιστάσεις, ώστε να μην είναι δυνατή η εξίσωση με τον πραγματικό κόσμο• τότε ο κόσμος του συγκροτείται με τρόπο ανταγωνιστικό προς τον οικείο και έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα, όπως ολόκληρο το υποείδος της λογοτεχνίας του φανταστικού.

Για να λειτουργήσουν οι κατασκευές της λογοτεχνίας, συγγραφέας και αναγνώστης συνάπτουν μια άρρητη συμφωνία πως θα ακολουθήσουν συγκεκριμένες συμβάσεις, οι οποίες όμως ουδέποτε προβάλλονται ως πραγματικοί ισχυρισμοί, επομένως δεν υπόκεινται στο κριτήριο της αλήθειας ή του ψεύδους, που διέπει τις προτάσεις του μη μυθοπλαστικού λόγου. Ο αναγνώστης ενός λογοτεχνικού έργου γνωρίζει ευθύς εξ αρχής ότι, κατά την πράξη της ανάγνωσης, θα γίνει μάρτυρας ενός πλαστού κόσμου με «αξιώσεις αλήθειας» επί του πραγματικού. Γνωρίζει επίσης ότι η πρώτη ύλη της λογοτεχνίας κατά κανόνα δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά η φαντασία: η δύναμη της έντασης ανάμεσα σε αυτήν και στην πραγματικότητα είναι που παράγει τη μυθοπλασία.

Βασικό ζητούμενο στη λογοτεχνία είναι, μεταξύ άλλων, η ανατροπή των προσδοκιών του αναγνώστη (πρβλ. την «ανοικείωση», κατά τους Ρώσους φορμαλιστές[3]), η οποία τον οδηγεί σε μια «αποκάλυψη του κόσμου». Αυτή η αποκάλυψη «μπορεί επίσης να μεταμορφώσει τον καθένα μας εσωτερικά [… με την] είσοδο στη συνείδησή μας νέων τρόπων ύπαρξης, δίπλα σ’ αυτούς που ήδη διαθέτουμε».[4] Επομένως, τόσο η συγγραφή όσο και η ανάγνωση κατατείνουν στην προσπάθεια κατανόησης του εαυτού και του κόσμου, είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και εξίσου σημαντικές, παρότι δεν σχετίζονται με την πραγματικότητα per se. Απλώς την αντανακλούν, πολλές φορές μάλιστα παραμορφωμένη.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Σημειώσεις
1. Βλ. λήμμα «Μυθοπλασία και αλήθεια» στο Abrams, M.H. (1957/2016), Λεξικό λογοτεχνικών όρων, μτφρ.: Γ.Δεληβοριά-Σ.Χατζηιωαννίδου, Αθήνα: εκδ. Πατάκη.
2. Βλ. Iser, W. (1971), Die Appellstruktur der Texte. Unbestimmtheit als Wirkungsbedingung literarischer Prosa, Konstanz: Univeristätsverlag Konstanz και τη μετάφραση αποσπασμάτων από αυτό, όπως παρατίθενται στο Newton, K.M. (επιμ.) (1988/2013), Η λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα, μτφρ.: Α. Κατσικερός & Κ. Σπαθαράκης, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 342-343
3. Βλ. Γερακίνη, Α. (2016), «Φορμαλισμός, Νέα Κριτική και Δομισμός: μια κριτική προσέγγιση στις κειμενοκεντρικές θεωρίες της Λογοτεχνίας», στο Έρκυνα, Επιθεώρηση Εκπαιδευτικών-Επιστημονικών Θεμάτων, τχ. 8, 233. Βλ. επίσης Καρακάση, Α., Σπυριδοπούλου, Μ. & Κοτελίδης, Γ. (2015), Ιστορία και θεωρία των λογοτεχνικών ειδών και γενών, διαδικτυακό εγχειρίδιο διαθέσιμο από το kallipos.gr (https://repository.kallipos.gr/handle/11419/1989 – ημ/νία ανάκτησης: 6.10.2017), 35.
4. Τοντορόφ, Τ. (2007/2017), Η λογοτεχνία σε κίνδυνο, μτφρ.: Χ. Βαγενά, Αθήνα: εκδ. Πόλις, 88, 93.


* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 43 του περιοδικού vakxikon.gr.





Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

"Ζηλεύω τα βράχια" του Θεοχάρη Παπαδόπουλου

«Η ποίηση είναι ναρκοπέδιο. Δεν είναι λιβάδι με παπαρούνες», λένε δύο στίχοι από μια άλλη ποιητική συλλογή, του Βαγγέλη Αλεξόπουλου. Μα να εδώ η συλλογή Ζηλεύω τα βράχια του Θεοχάρη Παπαδόπουλου έρχεται να δηλώσει το αντίθετο: η ποίηση μπορεί να είναι και λιβάδι με παπαρούνες και ακτογραμμή με βράχια που επιμένουν να στέκονται στα χτυπήματα των κυμάτων και με παρρησία να ορθώνουν το ανάστημά τους.

Μα είναι μια εικόνα-κλισέ, μπορεί να μου πείτε. Κι εγώ θα συμφωνήσω. Αλλά, για να πω την αλήθεια, μέσα στις πολλές ποιητικές συλλογές που διαβάζω κάθε χρόνο δύσκολα μπορεί να βρει κανείς τη γαλήνη και την ομορφιά που βρίσκει στη συλλογή του Θεοχάρη. Κι ας περιέχει και ένα-δύο κλισέ.

Διότι, τελικά, σημασία έχει το πώς λες κάτι. Και ο Θεοχάρης είναι αυθεντικός: δεν προσποιείται – γράφει από την καρδιά του. Το αποτέλεσμα είναι μια ποίηση γνήσια και πηγαία που απευθύνεται στο συναίσθημα και συγκινεί.

Το Ζηλεύω τα βράχια είναι ένα βιβλίο για την ποίηση των μικρών πραγμάτων που έχουν την τάση να περνούν απαρατήρητα, όμως συνέχουν την καθημερινότητά μας και συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα. Μία κουβέντα, μία ματιά, ένα φιλί. Μικρά πράγματα σαν αυτά μπαίνουν στο μικροσκόπιο στην ποίησή του. Και ο χρόνος σταματά. Αρχίζει όμως η ζωή. Εδώ ακριβώς αρχίζει.
Ξημερώνει.
Η πόλη δεν ξυπνά.
Έρημοι οι δρόμοι,
Βουβά τα πεζοδρόμια. […]
Λες κι όλα γύρω σου είναι όνειρο
Που χάθηκε.
Μα η πόλη δεν λέει να ξυπνήσει.
(«Η πόλη»)

Η ατμόσφαιρα της συλλογής είναι ονειρώδης, μα όχι ονειρική. Η μελαγχολία διαποτίζει, σαν άλλη βροχή, τα πάντα και, αν υπάρχει ένα κυρίαρχο συναίσθημα, αυτό είναι η λύπη. Λύπη που πηγάζει από το γεγονός ότι εκείνο που το ποιητικό υποκείμενο περίμενε δεν έφθασε ποτέ, ενώ αντίθετα αυτό που δεν περίμενε, συνέβη.
Έβαλες στην πόρτα το κλειδί,
Μα δεν γυρίζει. […]
Με κόπο προσπαθείς,
Τα μάτια θόλωσαν,
Το πρόσωπο ιδρώνει. […]
Το βλέμμα βούρκωσε,
Έκλαψε η καρδιά.
(«Διωγμός»)

Το αποτέλεσμα είναι μια αίσθηση αποκλεισμού και ορφάνιας: το σπίτι, αλλά και ο κόσμος, γίνονται ξένοι τόποι και αυτός που προσπαθεί να τα κατοικήσει, μα δεν μπορεί καν να μπει μέσα τους, μετατρέπεται σε άνθρωπο αν-έστιο, σε κάποιον που δεν ανήκει πουθενά, που δεν έχει κέντρο, άρα ούτε αρχή και τέλος.
Κι αν έχει όνειρο, σύντομα διαπιστώνει ότι και τα όνειρα διαψεύδονται, ακόμη κι αν δεν τα απεμπολεί. Όσο για την ελπίδα, ελλείψει πιθανοτήτων πραγματοποίησης, μάλλον μετατρέπεται σε αιχμαλωσία και φυλακή.
Άλλος ένας χρόνος πέρασε
Κι εσύ ακόμα περιμένεις
Να ζήσεις τ’ όνειρο,
Που σ’ έχει για πάντα σημαδέψει.
(«Ακόμα» - καταληκτικοί στίχοι)

Βαθαίνει με αυτόν τον τρόπο το ρήγμα ανάμεσα στον μέσα και τον έξω κόσμο. Ο άνθρωπος ατενίζει τον κόσμο μέσα από τη φυλακή του εαυτού του – και μολονότι υπάρχουν συνεκτικά στοιχεία ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική κατάσταση, αυτές διαφαίνονται εκ διαμέτρου αντιθετικές:
Ήσυχη θάλασσα
Ήρεμα νερά.
Τα κύματα κοιμούνται κουρασμένα.
Μα εσύ
Δεν ησυχάζεις μια στιγμή.
Κρύβεις την τρικυμία στην καρδιά σου.
(«Γαλήνη» - ολόκληρο)

Τι κι αν η θάλασσα είναι ήρεμη, όταν υπάρχει τρικυμία εντός; Η έντονη αντιπαράθεση των καταστάσεων οξύνει την αίσθηση του μη ανήκειν, του ανέστιου που ανέφερα πιο πριν. Ο άνθρωπος κουβαλά μέσα του την τρικυμία και αυτή τον καθορίζει όπου και να πηγαίνει, ακόμη κι αν βρεθεί μέσα στα πιο ειρηνικά τοπία.

Παρεμπιπτόντως, η ειρηνική αίσθηση που απαντάται στη συλλογή, δεν παραπέμπει στην ηρεμία, αλλά σε κάτι τρομακτικό. Η ηρεμία εδώ ισοδυναμεί με τη στασιμότητα και την ακινησία. Και, όπου υπάρχει στασιμότητα και ακινησία, επικρέμεται η αίσθηση της ματαιότητας και του τέλους.

Όπως θα ήταν αναμενόμενο, στη συλλογή ο έρωτας μένει ανεκπλήρωτος ή μετανιώνει – προξενώντας πληγές και στις δύο περιπτώσεις. Το κενό που αφήνει η έλλειψή του και την πληγή που προκαλεί, τα γεμίζει η μοναξιά. Η εικόνα του πλανόδιου πωλητή που διαλαλεί μόνος την πραμάτεια του χωρίς κανείς να τον πλησιάζει, αλλά και της ερημικής ακτής που δεν κατοικείται από ζωντανά όντα αλλά μόνο από τα στοιχεία της φύσης είναι δυνατά σύμβολά της.

Σε αυτό το σημείο, θα ήθελα να σταθώ λίγο στο ποίημα «Πλαστικό»:
Σακούλα πλαστική κρατάς στο χέρι
Σε πιάτο πλαστικό το γεύμα σου
Σε πλαστικό ποτήρι το ποτό σου. […]
Πώς τα κατάφερες
Κι έγινε έτσι πλαστική
Ολόκληρη η ζωή σου;

Το ποίημα είναι βαθιά συμβολικό. Το πλαστικό αντιπαραβάλλεται στο φυσικό. Ό,τι είναι πλαστικό, χημικό και κατασκευασμένο δεν μπορεί να έχει σχέση με τη φύση, δεν ανήκει πουθενά μέσα της. Αντίθετα, τη μολύνει και τη ρυπαίνει. Έχει λάθος όψη, είναι κάτι πρόχειρο, είναι μίας χρήσεως και μετά το πετάμε. Η πλαστική ζωή, επομένως, δεν είναι μόνο αναλώσιμη: είναι όνειδος και λάθος.

Το ποιητικό υποκείμενο έχει επίγνωση της λανθασμένης του ζωής, γι’ αυτό και δυο ποιήματα παρακάτω, διαβάζουμε τους στίχους
Στημένο στον τοίχο
Σε εκτελεί
Ο εαυτός σου.

Ο εαυτός, αναγνωρίζοντας το λάθος της ζωής, στρέφεται κατά του εαυτού σε μια υπαρξιακή πράξη με μεγάλο βάθος.

Η συλλογή περιέχει και μια κοινωνική συνιστώσα, που εμφανίζεται όψιμα, δηλαδή προς το τέλος της, και σηματοδοτεί τη στροφή από το ατομικό στο συλλογικό. Το ποίημα «Σαχζάτ Λουκμάν» εντάσσεται σε αυτή τη συνιστώσα. Θυμίζω ότι ο Λουκμάν ήταν Πακιστανός μετανάστης που δολοφονήθηκε το 2013 από χρυσαυγίτες στα Πετράλωνα.

Στην ίδια συνιστώσα εντάσσεται και το ποίημα «Γεράκι», όπου συζητείται η μετατροπή του ανθρώπου σε αρπακτικό όρνιο, που τρέφεται από τον θάνατο των άλλων ανθρώπων. Δεν πρόκειται για ανοίκεια εικόνα, είναι ωστόσο πάντοτε σοκαριστική, όπως και να τη δούμε.

Μια και μίλησα για εικόνες, δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι η εικονοπλασία του Θεοχάρη Παπαδόπουλου είναι εξαιρετική. Παρότι βάζει κάτω από το μικροσκόπιο ένα-δύο στοιχεία, δεν παραμελεί να δώσει τη γενικότερη εικόνα και μάλιστα μέσα σε αυτή την ονειρώδη ατμόσφαιρα, που όπως είπα νωρίτερα διαποτίζει τη συλλογή. Ας δούμε το ποίημα «Σούρουπο»:
Πέφτει το σούρουπο.
Η καφετέρια βουβή.
Κάθε τραπέζι κι ένα πρόσωπο.
Κάθε βλέμμα και μια μοναξιά.
Μάτια που φοβούνται να κοιτάξουν.
Κουμπωμένοι οι γιακάδες στις έννοιες τους.
Κουμπωμένα τα μυαλά στο εγώ τους
Σηκώνονται προσεχτικά
Έξω βγαίνουνε
Και χάνονται σαν κλέφτες στο σκοτάδι

Το ποίημα μιλά βέβαια για την αλλοτρίωση και την αποξένωση από τις οποίες υποφέρει ο σημερινός άνθρωπος. Θυμίζει επίσης τα μικρά τυποποιημένα ανθρωπάκια στους πίνακες του Rene Magritte που, ίδια κι απαράλλαχτα όλα, τραβούν το καθένα τον δρόμο του σε μια παράξενη ιδιωτεία, ένα είδος αυτισμού που αποκλείει τη ζεστασιά και, βέβαια, την ανθρωπιά.

Σε αυτήν ακριβώς την απάνθρωπη ανθρώπινη κατάσταση, η συλλογή του Θεοχάρη αποτελεί έναν σθεναρό αντίλογο. Και είναι μια συλλογή που μας επιστρέφει στα βασικά. Στη λέξη, στο δάκρυ, στην προσμονή. Στα ελάχιστα υλικά που μπορούν να συνθέσουν ένα ποίημα. Τελικά, όλο το παιχνίδι παίζεται στην αυθεντικότητα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 58, Ιούνιος 2018.



Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Έξι νέα ποιήματα του Άμαρτζιτ Τσάνταν

Ο Άμαρτζιτ Τσάνταν (Amarjit Chandan) γεννήθηκε το 1946 στο Ναϊρόμπι, αλλά ζει και εργάζεται στο Λονδίνο. Έχει εκδώσει οκτώ ποιητικές συλλογές και πέντε συλλογές διηγημάτων στην ινδική διάλεκτο παντζάμπι, καθώς και δύο δίγλωσσες συλλογές ποιημάτων, ενώ είναι και επιστημονικός επιμελητής του συλλογικού τόμου A jar of wild flowers: Essays in celebration of John Berger. Ο Τσάνταν έχει επιμεληθεί και μεταφράσει στα παντζάμπι περισσότερες από 30 ανθολογίες ποίησης, λογοτεχνίας και δημιουργικής γραφής διαφόρων δημιουργών, μεταξύ των οποίων οι Μπρεχτ, Ρίτσος, Χικμέτ και Μπέρτζερ. Στα ελληνικά κυκλοφορεί μία ανθολογία ποιημάτων του σε μετάφραση δική μου και του Ανδρέα Πιτσιλλίδη με τίτλο Φόρεσέ με (Μανδραγόρας, 2015).

Η ποίηση του Τσάνταν είναι υπαρξιακή και αποστασιοποιημένη. Ο ποιητής παρατηρεί τον κόσμο γύρω και καταγράφει τις εντυπώσεις του, χαιρετίζοντας τη χαρά της ζωής και το αναπόφευκτο της ροής της.

Ακολουθούν έξι ποιήματα από τη νέα του ποιητική συλλογή The parrot, the horse, & the man (London: Arc publications, 2017).

**

UNTITLED
Cries of birth pangs
                rise from the room.
Fruit is separating from the tree.
The lamp’s flame petrifies.

Time grows heavy.

In the frozen moonlight
Dhareja is outside doing penance, naked.
He thinks God will hear him
He prays – let every woman become a mother!

Dhareja hears it at last, the voice he’d imagined before,
the voice of a new-born.

He spins on his heel.

Drawing a long breath he hugs his own thought,
for the first time feels it’s real
and is grateful for it.

The midwife offers the boy to Dhareja –
one tear from his eye falls on the
midwife’s arm, the other
on the little-one’s cheek.

The son clings to his father’s chest,
he’s not aware of anything else.
Giving the son back to mother,
Dhareja utters – may you live long…

The garlands of shareenh hung on the door sway in the yard.
Countless notes and beats rise in unison.

[Μετάφραση στα αγγλικά: John Welch & Ajmer Rode]


ΑΤΙΤΛΟ
Κραυγές ωδινών
υψώνονται στο δωμάτιο.
Το φρούτο χωρίζεται από το δέντρο.
Η φλόγα της λάμπας πετρώνει.

Ο χρόνος γίνεται βαρύς.

Στο παγωμένο φεγγαρόφωτο
O Νταρέτζα είναι έξω• εξομολογείται, γυμνός.
Νομίζει ότι ο Θεός θα τον ακούσει.
Προσεύχεται – είθε κάθε γυναίκα να γίνει μητέρα!

Ο Νταρέτζα ακούει επιτέλους τη φωνή που είχε φανταστεί,
τη φωνή ενός νεογέννητου.

Στροβιλίζεται πάνω στη φτέρνα του.

Με μια βαθιά αναπνοή αγκαλιάζει την ίδια του τη σκέψη,
πρώτη φορά νιώθει πως είναι αληθινή
και είναι ευγνώμων γι’ αυτό.

Η μαμή δίνει το παιδί στον Νταρέτζα –
το ένα δάκρυ από τα μάτια του πέφτει πάνω στο
μπράτσο της μαμής, το άλλο
πάνω στο μάγουλο του μικρού παιδιού.

Ο γιος γραπώνεται από το στήθος του πατέρα του,
δεν ξέρει τίποτε άλλο.
Δίνοντας τον γιο πίσω στη μητέρα,
Ο Νταρέτζα μουρμουρίζει – είθε να ζήσεις πολύ….

Οι γιρλάντες του σαρίν[1] που ήταν κρεμασμένες στην πόρτα κουνιούνται στην αυλή.
Αμέτρητες νότες και παλμοί υψώνονται σε συμφωνία.


**

SUCHNESS – MEMORIAL TO AN UNKNOWN IMMIGRANT
In my talk I will project a blank slide for the Ghadar memorial that I believe should be in Astoria, Oregon
-          JOHANNA OGDEN, historian (email 6 November 2012)

This white patch framed by dark
                is the memorial that exists only in the mindscape.

It is the surface too delicate to bear the weight of any colour.

It has no horizon – here the earth and the sky never meet.

It is the stillness that always moves.

It is the passport to the unknown with the true likeness of the alien
                attested in fate’s hand
                                with the stamp of no return.

It is the timepiece whose hands move backwards striking the past
                the moment he left home with moist eyes on the future.

It is the prisoner’s dream.

It is the mirror spread out, burnt with the light of hope.

In the daylight sky the moon hangs over the shadowless tree.

It is the crescendo of vowels,
                the text with no consonants.

It is the last page of the book of life that caused his end.

The void after the film reel snapped.

The peace frozen.

[Γραμμένο εξ αρχής στα αγγλικά]


ΠΑΡΟΜΟΙΟΤΗΤΑ – ΜΝΗΜΕΙΟ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΓΝΩΣΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ
Στην ομιλία μου θα προβάλω μια λευκή διαφάνεια για το μνημείο του Ghadar[2] που πιστεύω ότι θα έπρεπε να υπάρχει στην Αστόρια του Όρεγκον
- Τζοάνα Όγκντεν, ιστορικός (email, 6 Νοεμβρίου 2012)


Αυτό το λευκό μπάλωμα που έχει τριγύρω του σκοτάδι
είναι το μνημείο που υπάρχει μόνο στο τοπίο του νου.

Είναι μια επιφάνεια πολύ ευαίσθητη για να κρατήσει το βάρος οποιουδήποτε χρώματος.

Δεν έχει ορίζοντα – εδώ η γη και ο ουρανός δεν συναντιούνται ποτέ.

Είναι η ακινησία που πάντα κινείται.

Είναι το διαβατήριο για το άγνωστο με την αληθινή ομοιότητα του ξένου
που έχει πιστοποιηθεί στο χέρι της μοίρας
με τη σφραγίδα της μη επιστροφής.

Είναι το ρολόι που οι δείκτες του γυρίζουν ανάποδα χτυπώντας στο παρελθόν
τη στιγμή που εκείνος έφυγε από το σπίτι με μάτια υγρά για το μέλλον.

Είναι το όνειρο του φυλακισμένου.

Είναι ο καθρέφτης ξεδιπλωμένος, καμένος από το φως της ελπίδας.

Στον ουρανό της ημέρας το φεγγάρι κρέμεται πάνω από το δέντρο που δεν έχει σκιά.

Είναι το κρεσέντο των φωνηέντων,
το κείμενο χωρίς σύμφωνα.

Είναι η τελευταία σελίδα του βιβλίου της ζωής που προκάλεσε το τέλος του.

Το κενό αφότου κόπηκε το ρολό του φιλμ.

Η ειρήνη που πάγωσε.



**

THE CROCHETED BRA
She made a cup of her palm to measure her breast.
She started crocheting her bra.
                The metal hook and her finger danced,
                                pulling and wrapping the yarn,
                                                stitch by stitch,
                                                                row after row,
                                                loop through loop.

When finished, she tried it on,
In her own presence in the mirror.
It fitted well,
The curves clearly defined.
Through holes in the pattern
                many eyes watched her in silent awe.

Pursing her lips and narrowing her eyes
She imagined the hands of her man
                unknotting –
For a moment it kept hanging
                by the aroused nipple of her left breast.

[Μετάφραση στα αγγλικά: Amarjit Chandan]

ΤΟ ΠΛΕΚΤΟ ΣΟΥΤΙΕΝ
Κύρτωσε την παλάμη της σε κούπα για να μετρήσει το στήθος της.
Άρχισε να πλέκει το σουτιέν της.
Το μεταλλικό βελονάκι και το δάχτυλό της χόρευαν,
τραβώντας και τυλίγοντας το νήμα
βελονιά τη βελονιά,
σειρά τη σειρά,
βρόχο το βρόχο.

Όταν τελείωσε, το δοκίμασε
Μπροστά από τον καθρέφτη.
Ήτανε μια χαρά στο μέγεθος,
Οι καμπύλες φαίνονταν καθαρά.
Από τις τρύπες στο μοτίβο
πολλά μάτια την παρακολουθούσαν με βουβό θαυμασμό.

Σουφρώνοντας τα χείλη της και στενεύοντας τα μάτια
Φαντάστηκε τα χέρια του άντρα της
να ξηλώνουν –
Για λίγο το σουτιέν εξακολούθησε να κρέμεται
από την ερεθισμένη ρόγα του αριστερού της στήθους.


**

THE DOOR
The key was made because of the lock
the lock was made for the door
and the door was made for man

Man was scared of outside
The outside would weigh on his shoulders

Man discovered home behind the door

The door was not a barrier
But the borderline
                between inside and outside

Out there man felt alone in the crowd
He realized inside that he is not alone
He can never be alone

Whatever he discovered
He discovered inside
                there was a stick
                on the stick stood a pot
                in the pot was a bowl
                in the bowl was the tāka
Man discovered the ultimate inside

[Μετάφραση στα αγγλικά: John Welch]

Η ΠΟΡΤΑ
Το κλειδί φτιάχτηκε εξαιτίας της κλειδαριάς
Η κλειδαριά φτιάχτηκε για την πόρτα
κι η πόρτα φτιάχτηκε για τον άνθρωπο.

Ο άνθρωπος φοβόταν το εκτός
Το εκτός βάραινε στους ώμους του

Ο άνθρωπος ανακάλυψε το σπίτι πίσω από την πόρτα

Η πόρτα δεν ήταν φραγμός
Αλλά το όριο
ανάμεσα στο εκτός και το εντός

Εκτός ο άνθρωπος ένιωθε μόνος στο πλήθος
Εντός συνειδητοποιούσε ότι δεν είναι μόνος
Δεν μπορεί ποτέ να είναι μόνος

Οτιδήποτε κι αν ανακάλυψε
     Το ανακάλυψε εντός
     υπήρχε ένα ραβδί
     πάνω στο ραβδί στεκόταν ένα δοχείο
     στο δοχείο υπήρχε ένα μπολάκι
    στο μπολάκι υπήρχε ένα τάκα
[3]
Ο άνθρωπος ανακάλυψε το υπέρτατο εντός


**
THE FIRST KISS
                for my son Navroz and his girlfriend

The shy boy touched the girl
Lips kissed lips for the first time
The blood ran in the veins            uncontrolled

No drums beat
No orchestra played
No birds flew away

The silence of the sāz deepened
Birds forgot how to fly
A new seed of memories dropped in the soil of the mind
A new candle lit silently

So much happened

But it seemed nothing had happened

[Μετάφραση στα αγγλικά: Amarjit Chandan]


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΦΙΛΙ
                για τον γιο μου Ναβρόζ και την κοπέλα του

Το ντροπαλό αγόρι άγγιξε το κορίτσι
Τα χείλη φίλησαν χείλη για πρώτη φορά
Το αίμα έτρεχε στις φλέβες ανεξέλεγκτο

Δεν χτύπησαν τύμπανα
Δεν έπαιξε ορχήστρα
Δεν πέταξαν μακριά τα πουλιά

Η σιωπή του σαζ[4] βάθυνε
Τα πουλιά ξέχασαν πώς να πετούν
Ένας νέος σπόρος αναμνήσεων έπεσε στο έδαφος του νου
Ένα νέο κερί άναψε σιωπηλά

Συνέβησαν τόσα

Όμως έμοιαζε να μην είχε συμβεί τίποτα



**

THE POET
The poet starts reading the poem finished moments before.
He reads it from the end to the beginning
                                                                from right to the left.
His eyes are surprised to see the arrangement of words
                which they had never seen before.

The poet peels of the poem like an orange
The inside is more beautiful
It is sweet like the kiss of the sun
There is  a seed inside
                                of future
                                of death
                                of doubt.

The poet overturns the poem.
The sand starts falling on the sand in the clock.
The rain on the river       the river in the ocean
                                                                the ocean turns into a drop
and the woman enters into the man.

The poet is playing with the poem finished moments before.

[Μετάφραση στα αγγλικά: Julia Casterton]


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Ο ποιητής αρχίζει να διαβάζει το ποίημα που τέλειωσε λίγες στιγμές πριν.
Το διαβάζει από το τέλος προς την αρχή,
από τα δεξιά προς τα αριστερά
Τα μάτια του εκπλήσσονται με τη διάταξη των λέξεων
που δεν είχαν ποτέ πριν ξαναδεί.

Ο ποιητής ξεφλουδίζει το ποίημα σαν πορτοκάλι
Το μέσα είναι πιο ωραίο
Είναι γλυκό σαν το φιλί του ήλιου
Υπάρχει σπόρος μέσα
του μέλλοντος
του θανάτου
της αμφιβολίας.

Ο ποιητής αναποδογυρίζει το ποίημα.
Η άμμος αρχίζει να πέφτει στην άμμο του ρολογιού
Η βροχή στο ποτάμι το ποτάμι στον ωκεανό
ο ωκεανός γίνεται σταγόνα
και η γυναίκα μπαίνει μέσα στον άντρα.

Ο ποιητής παίζει με το ποίημα που τέλειωσε λίγες στιγμές πριν.


Μετάφραση: 
Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημειώσεις
1. Είδος δέντρου, acacia speciosa. Στην Ινδία συνηθίζεται να κρεμούν κλαδιά του πάνω από ο κατώφλι του σπιτιού για να ανακοινώσουν τη γέννηση ενός αγοριού.
2. Το κόμμα του Ghadar ήταν εκείνο που οδήγησε την Ινδία στην απελευθέρωσή της από τους Βρετανούς.
3. Το τάκα είναι νόμισμα της βόρειας Ινδίας. Εδώ, συμβολίζει μια απρόσμενη, υπέροχη ανακάλυψη.
4. Παραδοσιακό ινδικό όργανο.


* Οι μεταφράσεις των ποιημάτων πρωτοδημοσιεύτηκαν στο τεύχος αρ. 43 του περιοδικού vakxikon.gr.

Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

"Το τέρας στο μετρό" της Βασιλικής Ηλιοπούλου


«Τώρα» είπε η Μαρία στο τέρας
κι εκείνο έσπρωξε τον άντρα.


Η πόλη είναι σκληρή για πολλούς λόγους, κυρίως όμως επειδή έχει την τάση να «απανθρωπίζει» τους κατοίκους της: να τους αφαιρεί, με άλλα λόγια, την ανθρωπιά και να τους μετατρέπει σε τέρατα. Δεκαεπτά τέτοια τέρατα της πόλης περιδιαβαίνουν στις ισάριθμες «μικρές και μικρότερες» ιστορίες της Βασιλικής Ηλιοπούλου, η οποία το 2010 έλαβε το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος για το Σμιθ της.

Μολονότι Το τέρας στο μετρό θα μπορούσε να είναι πολύ σκληρότερο απ’ ό,τι υπονοεί ο τίτλος του και σηματοδοτούν π.χ. το εναρκτήριο, ομότιτλο διήγημα ή ορισμένες ιστορίες, η τελική έκβαση των οποίων είναι ο θάνατος, αφήνει χαραμάδες από τις οποίες φαίνεται να σταλάζει συμπόνια και κατανόηση – έστω και αν οι λόγοι γι’ αυτό το στάλαγμα μένουν αδιευκρίνιστοι και θολοί, όπως με την πόρνη Πηγή που επιστρέφει στον υδροκέφαλο άντρα, ενώ έχει αποφασίσει να φύγει, ή με την οικιακή βοηθό Λίρι που επιστρέφει στην ετοιμοθάνατη γιαγιούλα που φροντίζει, παρότι ο φόβος του επικείμενου θανάτου της την έτρεψε αρχικά σε φυγή.

Μερικές φορές, η τερατοποίηση, η ολίσθηση στα αδυσώπητα μέρη της ψυχής, είναι παροδική. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο γιος στον «Άνθρωπο στη θάλασσα» που, νομίζοντας πως ο γέρος και αδύναμος πατέρας του έχει πνιγεί, αρχίζει μέσα σε μια στιγμή να απαριθμεί τις ελευθερίες που θα σήμαινε ο θάνατός του. Αμέσως μετά, όμως, βλέποντας πως ο πατέρας του ζει, κατακλύζεται από απέραντη ανακούφιση.

Άλλοτε, η μετατροπή των ανθρώπων σε τέρατα, η κατάβαση σε σκοτεινά μέρη του εαυτού, γίνεται προγραμματισμένα. Έτσι, η Νικολέτα στο «Όχι στο πρόσωπο» ήταν προετοιμασμένη να απαντήσει στην ερώτηση που θα της επέτρεπε να κλέψει τη δουλειά της φιλενάδας της στη βιοτεχνία. Το ίδιο και η έφηβη στο ομότιτλο του βιβλίου διήγημα: περίμενε να κλείσει το μαγαζί του ο ψιλικατζής που προσπάθησε να ασελγήσει σε βάρος της, για να τον ακολουθήσει και να τον ρίξει στις ράγες.

Άλλες φορές πάλι, η τερατοποίηση, το σύρσιμο στην απανθρωπιά, είναι αυτόματη διαδικασία που κρύβει μέσα της το στοιχείο της ακαριαίας απόφασης. Έτσι, ο κύριος Μίμης σε μια στιγμιαία παρόρμηση χτυπάει την πόρτα του διπλανού και, όταν εκείνος πηγαίνει να ξαναεπιτεθεί στο μικρό αγόρι που ζει μαζί του, τον σκοτώνει με το ατμοσίδερο, παίρνει το αγόρι και φεύγουν. Και ο Χαρίλαος, που νωρίτερα προσπαθούσε να σώσει τον έφηβο κλέφτη του κάτω διαμερίσματος, όταν ο νεαρός δίνει μια κλωτσιά στη γάτα του, με αποτέλεσμα εκείνη να σκοτωθεί στα βάθη του φωταγωγού, αποφασίζει μέσα σε μια στιγμή να τον αφήσει να πέσει, καταδικάζοντάς τον με τη σειρά του σε θάνατο γι’ αυτήν του την άκαρδη πράξη.

Θύτες και θύματα εναλλάσσουν ρόλους με καταιγιστικούς, συχνά απροσδόκητους, ρυθμούς στις ιστορίες και ο θάνατος αναδεικνύεται αρκετές φορές ως η μόνη επιλογή και η μόνη πιθανή κατάληξη των διηγημάτων. Παρότι φοράει τον μανδύα της δικαιοσύνης, είναι τελεσίδικος και δεν αφήνει περιθώρια μεταμέλειας ή ανάταξης, τελικά επομένως είναι άδικος. Η συχνή προσφυγή σε αυτόν κάνει τον αναγνώστη να αναρωτιέται πόσο εύκολο είναι τελικά για έναν κανονικό, καθημερινό άνθρωπο να αφαιρέσει μια ανθρώπινη ζωή – και όχι επειδή απειλείται η δική του. Πολύ εύκολο, όπως ισχυρίζεται η Ηλιοπούλου, η οποία παρ’ όλα αυτά καταφέρνει και υιοθετεί τον sotto voce τόνο του πλήρως αποστασιοποιημένου αφηγητή στις ιστορίες της, από τις οποίες δεν λείπουν στοιχεία χιούμορ ή και ανεπαίσθητης ειρωνείας.

Συνολικά, το βιβλίο αναδεικνύει το λεπτό όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και το τέρας, ανάμεσα στην ομαλότητα και την ανωμαλία, ανάμεσα σε αυτό που καθιστά τη ζωή κανονική και εκείνο που την καθιστά ακραία. Το πώς διασχίζει κάποιος το όριο και βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά είναι αποτέλεσμα των συνθηκών, κάποτε και των περιστάσεων. Το στοιχείο που τον ωθεί, ωστόσο, βρίσκεται μέσα του: είτε πρόκειται για το περιεχόμενο της ψυχής του είτε για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται το δίκαιο και το σωστό, αυτό καθορίζει τις πράξεις και τις επιλογές του. Που πολλές φορές είναι αμετάκλητες και τον καθορίζουν. Δυστυχώς.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο Literature.gr με τίτλο "Ζώντας μαζί με τέρατα".

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Ένα εκατομμύριο άστρα - Γιαπωνέζικη ποίηση για το φθινόπωρο


Η ποίηση των Ιαπώνων ήταν πάντα στενά δεμένη με τη φύση σε όλες τις εποχές της. Ειδικά το φθινόπωρο, με την ιδιαίτερη πολύχρωμη φυσιογνωμία του, αποτέλεσε αφορμή για αμέτρητα ποιήματα που υμνούν αυτήν την ξεχωριστή, μελαγχολική περίοδο του χρόνου. Τα "Κόκκινα φύλλα", ένα παραδοσιακό τραγούδι, περιγράφει την ιαπωνική ύπαιθρο αυτή την εποχή: 

Χρώματα του φθινοπώρου φωτισμένα απ’ το
ηλιοβασίλεμα,
Χρώματα σκούρα και χλωμά,
Τα πεύκα ένα μοτίβο από κιμονό, σφενδάμια κι
οξιές
Στολίζουν τη βάση του βουνού.

Στον χείμαρρο της κοιλάδας, φύλλα φθινοπωρινά
Σωροί και σκόρπια τρέμουν στα κύματα,
Αποχρώσεις όλων των ειδών σε κίτρινο και κόκκινο
Φτιάχνουν ένα υφαντό χρυσοκέντητο πάνω στην επιφάνεια
του νερού.


Ο μεγάλος ποιητής Μπασό (Matsuo Basho 1644-1694), διεθνώς διάσημος ποιητής της Ιαπωνίας που ειδικεύτηκε στην φόρμα του χαϊκού. Το χαϊκού είναι συνδεδεμένο με τις εποχές του χρόνου και γι’ αυτό περιέχει λέξεις που υποδεικνύουν την εποχή: τα λεγόμενα κίγκο. Ξεχωρίσαμε οκτώ τέτοια χαϊκού του Μπασό για το φθινόπωρο, τα οποία παραθέτουμε σε χαλαρή απόδοση:

αρχή φθινοπώρου
η θάλασσα και τα χωράφια ρυζιού
όλα πράσινα

το φεγγάρι τόσο καθαρό
ένας περιπλανώμενος μοναχός το κουβαλά
κατά μήκος της άμμου

γεμάτο φθινοπωρινό φεγγάρι
στην πύλη μου έρχεται ανεβαίνοντας
η κορυφή της παλίρροιας

αέρας φθινοπώρου
στο κοιμητήριο του Ίσε
ακόμα πιο μοναχικός

φθινοπωρινός αέρας
οι πυκνοί θάμνοι στο χωράφι
παλιοί σταθμοί των συνόρων

όλη τη νύχτα
φθινοπωρινοί άνεμοι ακούγονταν
πίσω απ' τα βουνά

ιπτάμενες πέτρες
απ’ το ηφαίστειο της Ασάμα
φθινοπωρινή θύελλα

στη χούφτα μου
θα αναλυθεί σε καυτά δάκρυα
ο πάγος του φθινοπώρου


Ο Ίσα (Kobayiashi Issa, 1763-1828,) του οποίου το όνομα σημαίνει κύπελλο τσαγιού, είναι άλλος ένας διάσημος ποιητής και μοναχός τη βουδιστικής θρησκείας. Μερικά δείγματα χαϊκού του, πάλι σε χαλαρή απόδοση:

άγρια άνθη
όλα όσα λέμε
φθινοπωρινός αέρας

κόκκινα φύλλα του βουνού
ο ήλιος που δύει
επιστρέφει στον ουρανό

φθινοπωρινός αέρας
η σκιά του βουνού
τρέμει μπροστά του.


Στον αυτοκράτορα Tenji αποδίδεται το παρακάτω ποίημα από μια περίφημη ανθολογία του 1235 (Εκατό στίχοι από εκατό ανθρώπους). Στην πραγματικότητα πρόκειται για κάποιο λαϊκό τραγούδι γραμμένο στη φόρμα των τάνκα (σύντομα ποιήματα των 31 συλλαβών που θεωρούνται προγονικές μορφές του χαϊκού), το οποίο μιλά για την μοναξιά κάποιου αγρότη που δουλεύει σκληρά:

Φθινόπωρο στο χωράφι
στη συγκομιδή, η καλύβα μου ένα
τραχύ στεγασμένο ερημητήριο.
Και τα μανίκια μου,
υγρά απ’ τη δροσιά.


Ο Mashaoka Shiki (1867-1902) είναι ένας από τους ποιητές που αναμόρφωσαν την ποίηση της πατρίδας του, σεβόμενος τον θαυμασμό των κλασικών για τη φύση και τις εποχές της:

Να το σκοτεινό δέντρο
Γυμνωμένο τώρα
Απ’ το φύλλωμα του…
Όμως, ένα εκατομμύριο άστρα.


Ένας από τους αρχαιότερους ποιητές της Ιαπωνίας είναι ο Sugawara no Michizane (845-903), ένας λόγιος με καταπληκτικό ταλέντο που έδωσε τη δική του εκδοχή για το φθινόπωρο:

Το φθινοπωρινό αεράκι δυναμώνει
στην ακτή της Fuciage-
κι αυτά τ’ άσπρα χρυσάνθεμα
είναι λουλούδια; ή όχι;
ή απλά κύματα που σπάνε στην ακτή.

O Otsuyu Nakagaua (1675 -1739) ένας έμπορος ξυλείας, μαθητής του Μπασό που συμμεριζόταν τον θαυμασμό του δασκάλου του για τη φύση και τις εικόνες της, έγραψε για το φθινόπωρο:

Το φθινόπωρο προελαύνει: ακόμα και τα σκιάχτρα φορούν νεκρά φύλλα.



Κείμενο-μεταφράσεις:
Απόστολος Σπυράκης 



Πηγές :

1.http://haikuguy.com/issa
2. https://personal.carthage.edu/jlochtefeld/buddhism/bashohaiku.html
3. http://www.followtheblueflute.com/2011/10/japanese-poem-autumn-in-field-in- tanka.html
4.https://nippaku.wordpress.com/2016/04/20/japanese-poetry-and-nature/
5. http://www.gardendigest.com/autumn.htm

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Εν γνώσει και εν απογνώσει (Σε βλέπω ποιητή...)

Σε βλέπω, ποιητή. Πάντα εν γνώσει κι εν απογνώσει σε βλέπω. Εκεί, στη διαχωριστική γραμμή, στο σύνορο, με μάτι άγρυπνο κι αυτί ασκημένο στη σιωπή, από όρθρου βαθέως να ψέλνεις τα αλληλούια των στεναγμών. Με την αποκοτιά της γλώσσας σου ν’ αμφιβάλλεις για το θαύμα, ενώ προσμένεις να μην αργήσει να χτυπήσει ώρα μεσάνυχτα την τσακισμένη πόρτα.

Αστόλιστο σε βλέπω. Κι ασυνόδευτο. Καθαρό σαν το απάτητο χιόνι στις επίγειες διαδρομές σου. Με πυτζάμες ασυνόδευτου ύπνου ν’ αναπνέεις την έννοια της ομορφιάς, εκείνης της ομορφιάς που σπανίως την αποκαλούν με τ’ όνομά της και σπανίως είναι ορατή. Φορτωμένο βουβούς λυγμούς κι εσωτερικούς επιτάφιους γι’ αυτούς που δεν μπορούν να βολευτούν, για εκείνους που πορεύονται ανάμεσα στο χάος και στον κόσμο και κάθε τους ανάσα σημαίνει «ζεις επικινδύνως». Αφήνοντας χρώματα, λυγμούς, χαιρετισμούς στα παράθυρα της αυγής, λευκασμένα σεντόνια και βασιλικό και δυόσμο κι ανθόνερο στην άμμο της απέναντι όχθης. Μες στο λυκόφως να μας μιλάς, στον πρόναο των Ταξιαρχών και στη μοναξιά των άστρων, για μυστικές τελετουργίες, για το μικρό κορίτσι που υφαίνει στον αργαλειό του ονείρου εκείνες τις εικόνες που δε χάνουν το χρώμα τους. Για τον δύσκολο χειμώνα να μας μιλάς, για την ασίγαστη φλόγα που σαλτάρει με άλματα πελώρια μαζί με τα τρυγόνια και τους κορυδαλλούς σε περιοχές καταγάλανες, ασυνόρευτες με το χωροχρόνο που διανύουμε. Προτείνοντας το γράμμα και το ψηφίο, το αλφαβητάρι και την αναμμένη λαμπάδα μέσα στην καταιγίδα. Μες στο λυγμό εκείνον που αρκεί δια παντός να τελειώσει το ποτάμι του αίματος και το μακελειό του αθώου.

Εκεί σε βλέπω. Στη μεγάλη σκαλωσιά της ποίησης, με κάτασπρα φτερά αρχαγγέλου. Αιτιολογώντας τα παράλογα, ερμηνεύοντας τα σκοτεινά, με την οδύνη και την παραμυθία μιας αφήγησης που δεν έχει αρχή και τέλος. Ούτε πλοκή. Παρά μόνο ερωτήματα κι αθύρματα στιγμών ζωής και θανάτου. Ανακρούσματα που στέκουν ίδια με παγιδευτικά και λυτρωτικά αινίγματα. Σαρκάζοντας μπροστά στη ματαιότητα του κόσμου, μετατρέποντας το γνωστό σε άγνωστο, το ανοίκειο σε οικείο που ανασταίνεται λατρευτικά για να υπάρξει ως κτέρισμα. Ανεμίζοντας τις λέξεις σου για να σκεπάσουν τους ήχους των νομισμάτων και των όπλων, μπροστά στο μέλλον της γενικευμένης απώλειας, στο παρόν αυτής της κυνικής και άσωτης πια γύρω μας αμηχανίας.

Ξόρκια δε σε πιάνουν ποιητή, κομπιούτερς δε σ’ εντοπίζουν. Μονάχα μια υπότροπη βροχή σηματοδοτεί την πορεία σου στα μεταμεσονύκτια δρομολόγια της φαντασίας ή στο ατέλειωτο ταξίδι του πιο κρυφού καημού. Πόσο ακόμα να κρατήσει αυτό το μυστήριο της πιο βαθιάς σου αλήθειας;

Σου γράφω εν γνώσει κι εν απογνώσει. Πως άλλος ένας είμαι κι εγώ, που προσπαθεί (κι αποτυχαίνει πάντα) να σαλπάρει στο μέγα πέλαγος.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης


Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Η ποίηση του τάι τσι τσουάν

Γιώργος Πετρούνιας, δάσκαλος
"Τριαντάφυλλο τάι τσι"
Πολλοί από εσάς ίσως δεν έχετε ξανακούσει για το τάι τσι τσουάν ή απλά τάι τσι, τη μητέρα όλων των ανατολικών πολεμικών τεχνών, μια σειρά 108 κινήσεων που εξιστορούν τη δημιουργία του κόσμου, σύμφωνα με το Ι Τσινγκ ή Βιβλίο των Αλλαγών και το Τάο Τε Τσινγκ, μια συλλογή ποιημάτων που μιλούν για το παράδοξο, το άγνωστο και τη φύση. Αυτά τα δύο έργα είναι κλασικά της κινεζικής λογοτεχνίας και μιλούν για το τάι τσι, το οποίο απέφυγα να ονομάσω «τέχνη» επίτηδες, φοβούμενη μην αλλοιώσω τη φύση του.

Πιστεύω ότι το τάι τσι δεν μπορεί να θεωρηθεί τέχνη, καθώς η τέχνη προϋποθέτει την κίνηση ενός νου ή/και ενός σώματος από μια ιδέα προς την υλοποίησή της. Όμως το τάι τσι δεν είναι τέτοιου είδους γραμμική κίνηση με αρχή και τέλος, είναι βου βέι. Το βου βέι είναι η πιο άπιαστη αρχή του ταοϊσμού και, μολονότι μεταφράζεται και ως απραξία, στην πραγματικότητα σημαίνει «κίνηση σύμφωνα με τη ροή της φύσης».[1]

Προσωπικά, εξασκούμαι στο τάι τσι κάτι παραπάνω από τρία χρόνια και αυτό που διαβάζετε εδώ είναι η προσωπική μου αίσθηση γι' αυτό. Αν θα ήθελα να το περιγράψω, πιο κατάλληλη θα ήταν ακριβώς μια εικόνα από τη φύση: το δέντρο, o βράχος και το νερό που κυλά. Καθένα από αυτά έχει τη δική του ενέργεια, όμως όλα δένουν μεταξύ τους με κάποιον τρόπο και συνυπάρχουν, δίχως να προσπαθούν να ταιριάξουν. Αυτό ακριβώς είναι το τάι τσι: αρμονία και σταθερότητα εν μέσω ανομοιότητας και συνεχούς αλλαγής. Ταυτόχρονα, είναι εγρήγορση, αφού στο τάι τσι εξωτερική και εσωτερική εγρήγορση συνυπάρχουν. 

Η στάση στην οποία στεκόμαστε πριν και μετά την άσκηση, για παράδειγμα, είναι μια στάση φαινομενικής απραξίας και ανάπαυσης, ουσιαστικά όμως είναι η πλήρης εγρήγορση στάση ενός θηρευτή που παρακολουθεί το θήραμά του, ενόσω παραμένει εντελώς ακίνητος. Στεκόμαστε λοιπόν έτσι ακίνητοι, με τους ώμους και τα χέρια χαλαρά και με τη σπονδυλική στήλη ίσια, σαν μια ίνα φωτός που ξεπηδά από τη γη και εκτείνεται προς τον ουρανό, σε ήρεμη ετοιμότητα για την επόμενη σειρά κινήσεων. 

Οι κινήσεις στο τάι τσι είναι κυκλικές και διαδέχονται η μία την άλλη με ηρεμία, χάρη και σιγουριά. Πρόκειται για μια όμορφη και απρόσκοπτη ροή που μοιάζει με χορογραφία. Η αργή φόρμα γιανγκ περιλαμβάνει, όπως έγραψα και στην αρχή, 108 κινήσεις. Ο αριθμός δεν είναι τυχαίος: 1 για το ον, 0 για το μη ον και 8 για το άπειρο. Ορισμένες από τις κινήσεις έχουν ονόματα όπως: «αγγίζω την ουρά του σπουργιτιού» ή «ο λευκός γερανός απλώνει τα φτερά του» ή «σύννεφα». Τα ονόματα από μόνα τους δεν συνιστούν ποίηση, οι κινήσεις όμως, σε συνδυασμό με τα νοήματα και τα ονόματά τους, συνιστούν. Δείτε εδώ μερικά βίντεο, για να καταλάβετε τι εννοώ. Πρόκειται για ποίηση εν κινήσει.

Όσο για τη γη, το έδαφος το οποίο πατάμε στο τάι τσι, είναι κάτι που δεν αγνοούμε ούτε του αντιστεκόμαστε. Είναι κάτι που καλωσορίζουμε και γινόμαστε προέκτασή του, σαν να βυθιζόμαστε μέσα του. Και αυτό, σε ανταπόδοση, μας στηρίζει. Κάπως έτσι, ανάμεσα στην κίνηση, την ακινησία, τη βύθιση και τη στήριξη βρίσκουμε την πραγματική θέση μας - τόσο στην ποίηση όσο και στον κόσμο.[2]


Χριστίνα Λιναρδάκη



[1] Chungliang Al Huang (1973/1987), Η ουσία του ταϊτζί - Αγκαλιάζοντας τον τίγρη, επιστρέφω στο βουνό, μτφρ.: Π. Κουρόπουλος, Αθήνα: εκδ. Fagotto.
[2] Το τάι τσι συνυπάρχει πολύ όμορφα και με την τέχνη του θεάτρου. Αυτήν την εποχή και μέχρι τις παραμονές των Χριστούγεννων παίζεται η παράσταση "Πρόλογος ολονύκτιας ευχαριστίας προς τον άνθρωπο και τη δημιουργία" που είναι εμπνευσμένη από το τάι τσι.

© www.taichichuan-triantafyllo.gr