Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2018

«Στάχτη με φόντο κάποιον τροπικό» του Έλενου Χαβάτζα


Πρόκειται για τη δεύτερη ποιητική συλλογή του νέου αυτού ποιητή, ο οποίος έχω να πω ότι είναι εξωφρενικά καλός! Το δυνατότερο σημείο του είναι ο αριστοτεχνικός τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται εικόνες και συναισθήματα που τυπικά θα θεωρούνταν κλισέ, στην ποίησή του όμως γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης με ριζικά νέους τρόπους και ουσιαστικά αναβαπτίζονται:

... η παλιά μεγάλη παλίρροια
φανερώνει πια
ότι το μόνο που έχει να φέρει
είναι σάπιοι φοίνικες
και νεκρά ηλιοβασιλέματα

Ultra-violet»)

Άλλοτε αποφασίζει να γελοιοποιήσει αυτά τα κλισέ, μαζί με οποιαδήποτε νύξη για το μεταφυσικό ή τις μεγάλες αφηγήσεις περί γενναιότητας κ.λπ. (βλ. π.χ. «Ανάμεσα σε αυτά που ειπώθηκαν»). Άλλες φορές πάλι, τα ποιήματά του γίνονται σχόλια για την πλαστότητα του σύγχρονου τρόπου ζωής και για το φαίνεσθαι που ευνοείται έναντι της ουσίας («Όλοι λένε και γαμώ»). Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο αναγνώστης έκπληκτος διαπιστώνει ότι ο ποιητής παραμένει κατά βάθος ρομαντικός:

Μόνο εκείνη,
κινείται με τρόπο συνεπή προς το μυστήριο
αυτό,  βέβαια, την κάνει ερωτική

αλλά η ίδια δεν το γνωρίζει
γι’ αυτό κι εγώ με τρόπο
προσπαθώ να της καθρεφτίσω
ότι πριγκίπισσες υπάρχουν
και ότι ήδη άρχισα να σκαρφαλώνω
απ΄ τα μαλλιά της.

(«Σινιάλα μες στο σκοτάδι ή όταν μπαίνει κι άλλος ένας στο νόημα»)

Εκτός από τις αντιφάσεις που είναι φαινομενικές, γιατί τα ποιήματά του χαρακτηρίζονται από σημαντικό βαθμό εσωτερικής συνοχής, η ποίηση του Χαβάτζα ευνοεί και τις αντιθέσεις, καθώς εμφανίζονται σε αυτήν αρκετά δίπολα, όπως θόρυβος-σιωπή, επίγνωση-αθωότητα, ψυχρότητα-θερμότητα, ευγένεια-χυδαιότητα:

Το πρόβλημά μου πια, όταν
γυρνάω σπίτι
είναι ότι ξέρω πλέον τι παίζει εκεί έξω

αν κι ακόμη, πρωί

προλαβαίνω καμιά φορά
για λίγο
να ξυπνήσω αθώος

(«Σχετικά με την όραση»)

Λέξεις της καθομιλουμένης και εκφράσεις της καθημερινότητας δεν εμποδίζουν καθόλου τον ποιητή να προβεί σε βαθιές ψυχογραφίες των ηρώων (ή αντι-ηρώων του) και ανατομίες μιας μικρής, φαινομενικά ασήμαντης, στιγμής - τουναντίον. Παράγουν έτσι ένα πραγματικά ενδιαφέρον αποτέλεσμα:

...να σου συμβαίνουν τέτοια πράγματα
κι εσύ να το αρνείσαι
το κάνει πολύ χειρότερο

όπως κι αυτό εδώ το κορίτσι
απόψε
που με τέτοια σκέρτσα
νομίζει ότι θα σου τη σηκώσει

και βέβαια,

το ίδιο αυτό βλέμμα
που σιγά σιγά γίνεται
πάλι

Νέρωνας

χορταίνοντας τελικά
με μια Ρώμη που φλέγεται.

(«Τρεις άθλιες μέρες και μια ξενέρωτη νύχτα για να βγει αυτό το ποίημα»)

Η φιγούρα του Νέρωνα κάνει την εμφάνισή της και σε άλλο ποίημα:

...για καιρό περίμενες έναν γλάρο
να σε πείσει
τελικά αν υπάρχει κάποια θάλασσα
προς τα κει

που έχεις δει άλλη μια Ρώμη
να καίγεται πλαστική
σε επανάληψη φωτίζοντας από μακριά
το μειδίαμα κάποιου Νέρωνα αληθινού

νομίζεις ότι δεν ήταν επίγνωση
εξαρχής
ή ότι το γελοίο δεν είναι το μόνο
που θα παραμείνει άθικτο
όταν όλα θα παίζονται μες στο
κεφάλι σου

(«Κεντρί»)

Ο σαρκασμός και ο αυτοσαρκασμός ελλοχεύουν στα ποιήματα και κάπου-κάπου αναδύονται ξεκάθαρα:

παρ’ όλα αυτά, ελπίζω κάποτε
το κυνήγι του ανθρώπου

να απαγορευτεί
και η αγάπη να γίνει πάλι τέχνη

και τούτη δω, στο διάζωμα ταχείας
που οδηγεί
ενώ βάφεται στο καθρεφτάκι της

να σκοτωθεί μόνη της
και να εξαφανιστεί παρέα με το είδος της.

(«Ένα όχι και τόσο κομψό ποίημα (Τα blues του μοτοσυκλετιστή)»)

«Δεν έχει αρνητικά η ποίησή του;», ίσως αναρωτηθεί κάποιος. Βεβαίως και έχει, όπως όλων. Κατ΄αρχάς, σε ορισμένες (όχι όμως πολλές) περιπτώσεις πλατειάζει χωρίς λόγο. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Όλοι λένε και γαμώ», θα μπορούσε να λείπει το τμήμα που γυρνάει στην πίσω σελίδα και έτσι η εντύπωση που αφήνει να ήταν πιο δυνατή. Επίσης, σε ορισμένα σημεία θυμίζει -τραγικά (ή ίσως και ανεπίτρεπτα) πολύ- Γιάννη Στίγκα. Αν δεν σας έφθασαν τα αποσπάσματα που παρέθεσα παραπάνω, δείτε για παράδειγμα το ακόλουθο:

πεθαίνουν άνθρωποι εκεί έξω, όχι αστεία

κι η θερμοκρασία μόλις
δυο βαθμούς πιο πάνω
μετά από τόσο αίμα

κι ύστερα, ξανά ίδιο κρύο.

(«Η εξαίρεση του φυσικού»)

Δεν θέλω όμως να αδικήσω έναν τόσο (εξωφρενικά) καλό ποιητή που μπορεί και να μην έχει ιδέα ότι θυμίζει κάποιον σύγχρονό του. Γι’ αυτό, ως επίγευση, θα σας αφήσω με ένα ποίημά του, από τα πολλά που ξεχώρισα:

ΣΤΟΝ ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ

φυσικά, η νύχτα απ’ έξω
όπως πάντα
πίεζε τα τζάμια για να μπει

και το κερί στο δωμάτιο
ξενυχτούσε μόνο του

γιατί πάλι έφτανε
η μέρα
που το φως θα βάδιζε στο μαρτύριο.

Μακάρι να έγραφαν περισσότεροι σύγχρονοι ποιητές τόσο στρωτά και συνάμα αναπάντεχα, αλλά και τόσο εμπνευσμένα. Η γραφή του Έλενου Χαβάτζα είναι παράδειγμα προς μίμηση και ταυτόχρονα δύσκολο να γίνει αντικείμενο μίμησης.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου