Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

"Στρατός ξυπόλητων λέξεων" της Ιωάννας Διαμαντοπούλου

Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν γράφω για γυναίκες ποιήτριες, όπως έγραψα και την προηγούμενη εβδομάδα. Η συνολική μου εντύπωση, από τα τόσα χρόνια που διαβάζω νέες κυκλοφορίες ποιητικών βιβλίων, είναι ότι οι άντρες γενικά γράφουν καλύτερη ποίηση, ίσως επειδή είναι πιο λακωνικοί και πιο στοχευμένοι και δεν πελαγοδρομούν σε συναισθηματικούς δαιδάλους, όπως κάνουν πιο συχνά οι γυναίκες συνάδελφοί τους. Όποτε λοιπόν εντοπίζω κάποια αξιόλογη γυναίκα ποιήτρια, είναι μεγάλη μου χαρά να γράφω για κείνη, όπως σήμερα για την Ιωάννα Διαμαντοπούλου.

Αρχικά, ας σημειώσω ότι τα ποιήματα της Διαμαντοπούλου χαρακτηρίζονται από αφηγηματικότητα. Ξεκινώντας να διαβάζω τη συλλογή της, η οποία -σημειωτέον- αποτελείται από 21 μόλις ποιήματα, σκέφτηκα ότι αυτό μπορεί να αποδειχθεί μειονέκτημα, όμως τελικά δεν αποδείχθηκε – τουναντίον. Ο λόγος της, που μοιάζει να αφηγείται μικρές ιστορίες εγκιβωτισμένες σε ποιητικές φόρμες, είναι εξόχως μεταφορικός, όχι όμως πάντα φανερά. Συχνά, οι μεταφορές της Διαμαντοπούλου είναι υπόρρητες και κρυμμένες γι’ αυτό και η επίδρασή τους στον αναγνώστη είναι υποδόρεια και βαθειά. Αλλού βέβαια είναι φανερές:

Απ’ τις πληγές των αγαλμάτων
έτρεχε βροχή σ’ ένα παλιό μου ποίημα[...]
Οι πληγές συνεχώς ακριβαίνουν από τότε
καίνε όλο και πιο πολύ συναίσθημα.
Έσχισα μια φθινοπωρινή μέρα,
τα κουρέλια της έφθασαν να ντυθεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι.
Πέταξα βότσαλα στη θάλασσα
και εν αγνοία μου πετροβολούσα νεκρούς.
Κι απ’ τις πληγές των αγαλμάτων τρέχει βροχή.
(«Οι πληγές των αγαλμάτων»)

Η ποίησή της έχει μεγάλο βαθμό εμπλοκής με την πραγματικότητα. Εξαιρετικό από αυτήν την άποψη είναι το ποίημά της «Δελτίο ειδήσεων», στο οποίο σχολιάζει την κατάσταση των σημερινών ΜΜΕ. Μερικά σπαράγματα:

Σύντομο δελτίο ειδήσεων.
Αυξάνονται οι ρύποι των λέξεων. Οφείλεται στην επανάληψη.
Βρωμίζουν οι λέξεις στα στόματα από την πολλή χρήση.
Δυσδιάκριτα τα νοήματα.
Κι έτσι ζητάμε συγγνώμη. Ασπόνδυλη η ενημέρωσή σας και σήμερα.[...]
Στη χώρα του Μπρεχτ, πεθαίνει ο Μπρεχτ πάνω σε ντεμοντέ βιβλιοθήκες.
Πληθαίνουν οι άνθρωποι, ασθμαίνοντα τα δικαιώματά τους.[...]
Προσοχή, ακολουθούν σκληρές εικόνες.
Εμπόριο σκληρών εικόνων.
Ακολουθούν διαφημίσεις.
Το πρόγραμμά μας αμέσως μετά συνεχίζεται.
Λέξεις ταξί, λέξεις μονόξυλα, λέξεις μαντρόσκυλα, είναι εδώ για να σας περιθάλψουν.
GPS. Έτσι βρίσκουν το δρόμο για την καρδιά σας.
(«Δελτίο ειδήσεων»)

Βεβαίως, η πραγματικότητα είναι πολλές φορές δύσκολη, ενίοτε και αβίωτη, μέσα στην ποίησή της. Εντός μιας τέτοιας πραγματικότητας, ο άνθρωπος στέκεται μόνος και ασυγχρόνιστος με τον κόσμο γύρω:

Στην καρδιά του φύτρωσε ένας στίχος,
Εκεί που νευρικά χτυπούν οι καμπάνες της πόλης
Και τα συνθήματα μιλούν τη γλώσσα ανορθόγραφα, σαλιώνοντας τις λέξεις.
Περπατάει πιο αθόρυβα ο χρόνος εδώ.
Περιμένοντας ξεβάφει ο φόβος.
Φεύγουν με τα χειρότερα πλεούμενα οι μέρες.
Πνιγμένος είσαι. Μια ουλή της θάλασσας.
(«Το μήλο της γνώσης»)

Αυτός είναι μάλλον ο λόγος που ο άνθρωπος στην ποίησή της είναι αναποφάσιστος για το αν πρέπει να μιλήσει ή να βυθιστεί στη σιωπή – μερικές φορές δεν έχει καν επιλογή:

Κάποιες κουβέντες αυτομολούν πάντα στη σιωπή.[...]
Το μαύρο έχει για τεχνητή καρδιά ένα κοτσύφι,
που μιλάει αντ’ αυτού και τραγουδάει αντ’ αυτού[...]
Μια υγρασία καλοκαιριάτικη το παράλογο.
Που στέλνει στο μυαλό του ένα στρατό ξυπόλητων λέξεων.
(«Πορτραίτο σε σταθμό»)

Ένα άλλο κεφαλαιώδες ζήτημα στην ποίησή της είναι ο χρόνος. Ο χρόνος που λησμονείται και λησμονεί, ο χρόνος που διασχίζεται. Αυτή η μη αναστρέψιμη ακολουθία γεγονότων που ορίζει και μεταβάλλει διαρκώς τα σύνορα της μνήμης και της λήθης:

Και τα Χριστούγεννα πάντα εκεί, αριθμημένα στις φωτογραφίες,
με τα ίδια χαμόγελα και τα ίδια πταίσματα στοιχειώσαμε τα πάντα. [...]
Μέτραγε.
Κι ο χρόνος την ξέχασε βουβή σε μιαν άκρη.
(«Περιγραφή μιας πτώσης»)

Μετά χωρίς να ερωτηθεί ο ενδιαφερόμενος
βλέμματα θα περπατήσουνε τις ρυτίδες του και τις πληγές του.
Κι ύστερα όλοι θα διασχίσουν τον χρόνο
όπως διασχίζουν τον δρόμο.
(«Αιφνιδίως»)

Έσφαξα το παρελθόν,
γέμισε η αυλή με αίματα
και ασήμαντες λεπτομέρειες.

Άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.
(«Άτιτλο»)

Η μοναξιά και η λύπη, ως συνθήκες που ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη, έχουν εξέχουσα θέση στην ποίησή της:

Μια μικρή παύση
ανάμεσα σε δυο ανθρώπους,
στη σκιά της γλείφεις τις πληγές σου, [...]
Έτσι είναι σε μια αφόρητη λύπη.
Στεγνώνει το δέρμα της ψυχής, το δέρμα των ονείρων.
(«Τις νύχτες κλειδώνει η λύπη και φεύγει»)

Το ζήτημα της μετάνοιας («γιατί έχεις μια μετάνοια, μην τη φυλάς για τον Θεό/ και πέντε δράμια αλήθεια») και της συγνώμης («Κάτι σαν οχιά, σαν δεντρογαλιά/ εκκλησιαστικού τύπου συγνώμη δηλαδή, μη νομίζεις/ κλεισμενη σε κουτάκι») επανέρχεται στην ποίηση της Διαμαντοπούλου, η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της θρησκείας ως μιας από τις μεγάλες αφηγήσεις μέσα στις οποίες μεγαλώνουμε, στο πλαίσιο όμως της κατάρρευσής τους:

Ένα μέλος του Θεού αποκολλήθηκε για να μας δείξει τον δρόμο.
Μια ακόμα θυσία, διότι έτσι είναι ο Θεός,
πανταχού παρών, διηγείται, θυσιάζεται,
μας καληνυχτίζει μ’ ένα φιλί στο μέτωπο.
Με βαλίτσες έτοιμες γι’ αλλού.
(«Ακτήμονες»)

Πολύ ενδιαφέρουσα, διεισδυτική και ενορατική ποίηση... Κρίμα που τα ποιήματα της συλλογής ήταν μόλις 21! Εν αναμονή της επόμενης συλλογής της Ιωάννας Διαμαντοπούλου, παραθέτω ολόκληρο ένα από τα ποιήματά της που μου άρεσαν πολύ. Πρόκειται για μια ανατομία της γυναικείας ψυχολογίας, μια ψυχογραφία ουσιαστικά, απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς και μαιανδρικές πελαγοδρομήσεις, η οποία είναι ανατριχιαστικά ακριβής:

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΕ ΚΑΦΕ

Η γυναίκα στο καφέ απέναντί μου
με το εξασκημένο χαμόγελο,
χαμογελά ήσυχα
γιατί ξέρει πως μέσα της χάθηκε ένα κοριτσάκι ανήσυχο,
που ήθελε τα πάντα να μάθει για τον κόσμο.
Μέσα της είναι μεγάλες οι αποστάσεις, δαιδαλώδεις οι δρόμοι,
αφώτιστες οι διαδρομές,
Δεν είναι για μικρά παιδιά τα σκοτάδια που χάνεται η αθωότητα,
γλιστρώντας αυτάρεσκα
πότε σε κολπικά υγρά, πότε σε φθινοπωρινά φύλλα,
σε έρημα δάση και ακατοίκητες μέρες.
Ήχοι τρομαχτικοί όπως όταν οι μάνες σχίζονται στα δύο.
Η γυναίκα χαμογελά γιατί ξέρει
τι κάνεις με ένα κοριτσάκι που προηγούμενα έχεις καταπιεί.
Το υπνωτίζεις και του χαράζεις στο πρόσωπο ένα χαμόγελο.
Χρόνια μετά, θα σε καλημερίζει στις ανηφόρες της ζωής
ένα χαμόγελο πίσω απ’ το πρόσωπο,
πίσω απ’ το πρόσωπο...


Χριστίνα Λιναρδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου