Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

"Συμφωνία της Αθήνας - Μια περιπλάνηση" του Γιώργου Καραντώνη

Παγκόσμια πρωτεύουσα βιβλίου φέτους η Αθήνα και το βιβλίο μοιάζει απόλυτα ταιριαστό, καθώςαποτελεί μια περιπλάνηση, όπως λέει και ο υπότιτλος, στις γωνιές της Αθήνας και μια ανασύσταση των απόηχων της προσωπικής εμπειρίας του συγγραφέα μέσα σε αυτές. Από τις στοές μέχρι την κεντρική αγορά και από τους κάθε είδους κινηματογράφους μέχρι τα βιβλιοπωλεία, τα καφέ και τους οίκους ανοχής, τα πάρκα και τις πλατείες ή τα κτίρια, το βιβλίο είναι η Αθήνα όπως την είδε και την έζησε ο Καραντώνης:

"Είναι ορισμένα σημεία σε κάθε πόλη που αποκαλύπτουν τις απόκρυφες γωνιές του εαυτού μας, που μας φωτίζουν διαπεραστικά με τη μαγεία, τη διφορούμενη αλήθεια και την αλλόκοτη ομορφιά τους, που δίνουν ένα νέο ορισμό του ωραίου, πιο στέρεο, πιο ποιητικό, πιο σύγχρονο από τις μουχλιασμένες μουσειακές αξίες και τα απελπιστικά ίδια και μονότονα αξιοθέατα των τουριστικών οδηγών. Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η ομορφιά ζητά τον ορισμό της".

Πρώτη ύλη του, φυσικά, η μνήμη: "Κολυμπώ στη μνήμη που είναι μια δεύερη ζωή που θα γίνει με τη σειρά της μια ζωντανή μνήμη".

Ο συγγραφέας περιπλανάται λοιπόν στην Αθήνα και ανακαλύπτει την ποιητική πλευρά της: "Η ποίηση ταξιδεύει μέσα στην πόλη, η ποίηση είναι αυτή η ίδια η πολιτεία, τα πάντα μπορούν να γίνουν ποίηση, καλή ή κακή αδιάφορο και αλλού: Κάθε πλατεία, κάθε δρόμος, κάθε λεωφόρος είναι αλησμόνητες σελίδες από ένα υπέροχο βιβλίο που όλοι μας γράφουμε και διαβάζουμε ταυτόχρονα, αληθινού ποιητές ενός πραγματικά μοντέρνου ποιήματος, χωρίς αρχή και τέλος, ενός ποιήματος με ανεπανάληπτες στιγμές, με εξαίσια μέρη, με έξοχα κομμάτια, αλλά και με πλατειασμούς, επαναλήψεις, κακογραμμένα σημεία και άσχημους στίχους"

Αλλά δεν είναι μόνο η διαπίστωση που κάνει και η ποίηση που ο ίδιος ανακαλύπτει ή ανασυστήνει μέσα από τους διάφορους χώρους στους οποίους κυκλοφορεί, είναι και η διαπραγμάτευση του τρόπου με τον οποίο του αποκαλύπτεται η πόλη, που είναι επίσης ποιητική. Επιτρέψτε μου μερικά παραδείγματα: (α) Η ομορφιά αυτής της πόλης που απαράμιλλα φλέγεται στο ηλιοβασίλεμα, (β) ...και εκεί σταμάτησα, σταμάτησα στη μέση μιας πορείας, μιας περιπλάνησης, μιας εποχής, σταμάτησα απότομα καθώς σταμάτησε η άνοιξη από έναν αιφνίδιο χειμώνα, (γ) Εν Αθήναις σε θερινά μεσημέρια, με την πόλη παράλυτη από το ακάθεκτο φως.

Στο βιβλίο του ο Καραντώνης, το οποίο -σημειωτέον- ονομάστηκε συμφωνία της Αθήνας διότι είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, όσα και της κλασικής μουσικής συμφωνίας, αλλά και επειδή υποδηλώνει τη συμφωνία του, την κατάφασή του με άλλα λόγια στην Αθήνα, στο βιβλίο του λοιπόν δεν παραλείπει να τονίσει ξανά και ξανά τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της πόλης, που δεν είναι άλλος από τη συνύπαρξη του αρχαίου, του κλασικού με το βυζαντινό, το μεταβυζαντινό, το τουρικό, το σύγχρονο. Ολόκληρη η πόλη είναι μια αρμονική συμφωνία αντιθέσεων, μια τεράστια ορχήστρα ετερόκλητων οργάνων που ωστόσο παίζουν την πιο όμορφη μουσική.

Μέσα σε αυτήν, ένας flâneur, o Καραντώνης. Όπως γράφει ο ίδιος: "Η πόλη είναι ένα τεράστιο κείμενο πυκνογραμμένο, κι εγώ περνώ από λέξη σε λέξη, από σειρά σε σειρά, από φράση σε φράση, από παράγραφο σε παράγραφο, από σελίδα σε σελίδα, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, του ίδιου πάντοτε ατέλειωτου μυθιστορήματος που λέγεται Αθήνα, του απέραντου κειμένου που είναι το εγώ στην Αθήνα, που είμαι εγώ στην Αθήνα".

Συχνά διαφαίνεται μέσα από τέτοιου τύπου και άλλες παρατηρήσεις, ένα δεύτερο επίπεδο όπου ενσωματώνεται η ερμηνεία των γεγονότων, των περιστατικών, των ιστορικών στοιχείων κ.λπ., το οποίο δίνει βάθος στο κείμενο και δημιουργεί μια ακόμη, μια άλλη, διάσταση. Ας δούμε ένα παράδειγμα: "Το εγώ ξεφεύγει από τα καθημερινά σύνορα που του επιβάλλει η ρουτίνα και αφήνεται να πλανηθεί στην ανθρωποθάλασσα, όπου αντικαθρεφτίζεται, προσπαθώντας τώρα πιο πολύ από κάθε άλλη φορά να βρει μια δικαιολογία της ύπαρξής του". Αν το βιβλίο περιείχε μόνο τέτοιου είδους σχόλια, τους ποιητικος αναστοχασμούς που ανέφερα νωρίτερα και πληροφορίες απαλλαγμένες από το βάρος προσωπικών αναμνήσεων, που ενδεχομένως δεν ενδιαφέρουν τον σημερινό αναγνώστη, θα ήταν ένα πραγματικό αριστούργημα.

Όμως υπάρχουν και κάποια μελανά σημεία. Αναφορικά με αυτό το βάρος των προσωπικών αναμνήσεων, θα δώσω ένα παράδειγμα: στην πρώτη ενότητα συναντάμε ένα πρόσωπο από τα σχολικά χρόνια του συγγραφέα, τον Μάνθο – διαβάζουμε για την προσωπικότητα και τις συνήθειες της οικογένειάς του, αναρωτιόμαστε μαζί με τον συγγραφέα τι να απέγινε αυτό το παιδί σήμερα και μετά – πουφ! – όλο αυτό που ήταν μια παρένθεση απ’ όσα λέγονταν πριν και όσα ακολουθούσαν αργότερα εξαφανίστηκε και ούτε ξανάγινε αναφορά στον Μάνθο αλλού στο βιβλίο. Ο Μάνξος ήταν μια προσωπική ανάμνηση που δεν θα έλειπε από κανέναν, αν δεν υπήρχε. Και δεν είναι η μόνη.

Υπάρχουν κεφάλαια ολόκληρα με λίστες ατελείωτες αναφορών που για τον αναγνώστη του σήμερα είναι άγνωστες και που θα τον αφήσουν σίγουρα να στέκεται αμήχανος μπροστά τους. Τέτοιες λίστες – αναφέρω ενδεικτικά – καταναλώνουν το συντριπτικό τμήμα των κεφαλαίων VI και VII.

Και φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα: ποιο μπορεί να είναι το αναγνωστικό κοινό ενός τέτοιου βιβλίου; Μάλλον όχι οι νεότεροι, γιατι οι αναμνήσεις αυτές δεν ξυπνούν τίποτε δικό τους, η Αθήνα που περιγράφει ο Καραντώνης είναι μια Αθήνα που δεν γνώρισαν ποτέ, ένας ξένος τόπος, μια σειρά λέξεων που είναι γυμνές, χωρίς οικεία αναφορά, χωρίς συγκείμενο. Ακόμη και για μένα που γεννήθηκα στις αρχές της δεκαετίας του '70 ήταν δύσκολο σε ορισμένα σημεία να παρακολουθήσω τις αναμνήσεις του, τα αντικείμενα, τα περιστατικά και τα πρόσωπα που περιγράφει σε κάποιες σελίδες, αν και οφείλω να ομολογήσω ότι ορισμένες περιγραφές του μου έφεραν βίαια στον νου αναμνήσει δικές μου (τα ξύλινα τσόκαρα για παράδειγμα που έπρεπε όλοι να έχουμε μια εποχή, όταν ήμουν παιδάκι, για να είμαστε της μόδας ή οι βεντούζες και οι εντριβές με οινόπνευμα ή πετρέλαιο στην πλάτη, όταν κρυολογούσαμε).

Σε άλλα σημεία πάντως η χρονική απόσταση ανάμεσα στο σκοπούμενο γεγονός και τη στιγμή της περιγραφής του εμπλουτίζεται με μια αναστοχαστική προσέγγιση που κοιτά τα γεγονότα του παρελθόντος όχι από τη σκοπιά του τότε, αλλά με τα μάτια της στιγμής που ο Γιώργος έγραψε το βιβλίο, στη δεκαετία του ‘90 – τέτοια σημεία είναι γέφυρες ανάμεσα στο χθες και το σήμερα (π.χ. "προπαγανδίζοντας ένα must πολιτισμό και τρόπο ζωής, που στην πραγματικότητα είναι μια προπαγάνδα βαρβαρότητας και θανάτου", μιλώντας για τα trash περιοδικά της δεκαετίας του ΄90).

Και υπάρχουν επίσης σημεία που η ενδεχομένως στείρα καταγραφή γεγονότων, περιστατικών και προσώπων παραχωρεί τη θέση της σε στιγμές μαλακωμένες από το προσωπικό συναίσθημα, ένα συναίσθημα απαλό, ποιητικό, που δίνει την αίσθηση της αυθεντικότητας, όπως π.χ. στο κεφ. XVI όπου περιγράφεται η θέα από το μπαλκόνι του συγγραφέα και τα αισθήματα που του γεννά.

Θα μπορούσα να σταθώ σε πολλά ακόμη. Να μιλήσω για τον μακροπερίοδο λόγο - υπάρχει μάλιστα κεφάλαιο 4,5 σελίδων με μία και μοναδική τελεία: στο τέλος. Ή για την έντονη διακειμενικότητα με τους απόηχους των Ιουλίου Βερν, Κώστα Βάρναλη, Μαρσέλ Ντισάν, Ρενάν, Ψυχάρη, Μητσάκη, Μποντλέρ, Σουρή, Σταμούλη, Κούρτοβικ, Φιλίπ Οντουάν και Αντρέ Μπρετόν, για να αναφέρω μερικούς. Όμως, δεν θα το 

Για το τέλος, έχω κρατήσει μια αποκάλυψη. Στο κεφάλαιο XIII ξαφνικά γίνεται λόγος για μια ερωτική ιστορία που συνεχίζεται και στα επόμενα κεφάλαια αυτού του τρίτου μέρους. Με την πρώτη ματιά φαίνεται ότι ο Καραντώνης μιλά για μία και την αυτή γυναίκα, την αιώνια ίσως Γυναίκα, αλλά με προσεκτικότερη παρατήρηση αποδεικνύεται ότι αποκαλύπτει όχι μία άλλα έξι ερωτικές ιστορίες μέσα στους δρόμους της πόλης. Ωστόσο, η ιστορία κάνει μία ακόμη ένεση ομορφιάς και δίνει ποιητικές ανάσες στην αφήγηση. 

Αυτή η ιστορία αγάπης είναι ένας απόηχος που ολοένα επανέρχεται, μια ηχώ που αντιλαλεί σε όλο το τρίτο μέρος και το κάνει πιο απαλό, πιο ανθρώπινο, πιο τρυφερό. Την ξανασυναντάμε στο τέλος του τέταρτου μέρους από το οποίο θα παραθέσω λίγα σκόρπια σπαράγματα, αντί για άλλη κατακλείδα: "θα σε ξαναβρώ μέσα στις μουσικές που όλο ξανακούμνε, στα νεύματα τα μυστικά της κάθε μέρας, μέσα στις κραυγές που αφήνει η κάθε συνοικία, θα σε ξαναβρώ στις ήσυχες στιγμές που μας αρέσουν σε ανώριμα πρωινά και ώριμα απομεσήμερα, σε απογεύματα που αρνούνται να τελειώσουν, στων δειλινών τις πιο όμορφες πλατείες, σου σούρουπου τους δρόμους τους κρυφούς (...), στη μυρωδιά της βροχής που είναι διάχυτη στον αέρα, στην καταιγίδα που απειλεί να ξεσπάσει (,,,), στου καλοκαιριού τις πιο μεγάλες μέρες, με την προσδοκία της θάλασσας στο βάθος, θα σε ξαναβρώ στις λέξεις που τις αφήνουμε και μας αφήνουν, στις λέξεις που όλο σε αυτές ξαναγυρνάμε...".

Χριστίνα Λιναρδάκη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου