Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

"3 - Ανθρώπων ιστορία" του Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου


Αν κάποτε τα ινδάλματα που λάτρευε ο κόσμος ήταν μόνο οι διάσημοι σταρ, σήμερα το νέο ίνδαλμα της εποχής είναι ο καθημερινός άνθρωπος, ο πολυφωτογραφημένος ήρωας της διπλανής πόρτας που γίνεται διάσημος μέσω του διαδικτύου. Ένα νέο είδος λατρείας, μια νέα ποπ θρησκεία με ίνδαλμα τον ίδιο τον εαυτό μοιάζει να έχει δημιουργηθεί, με το φέις μπουκ, το ίνσταγκραμ και το τουίτερ να παίζουν το ρόλο μιας άλλης Αγίας Τριάδας.

Ω/ Να/ Ιδού/ Πατήρ/ Υιός/ +/ Άγιο Πνεύμα/ αλλά μετά από/ τόσα ευαγγέλια/ πώς θέλεις τώρα/ να το/ κάνεις ποίημα

Η νέα ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου, εμπνευσμένη από την ποπ αρτ του Άντι Γουόρχολ και του Ρόι Λιχτενστάιν, εμβαθύνει στην ψυχολογία της νέας γενιάς, μιλάει για αυτήν τη νέα  θρησκεία.

Ο ποιητής γράφει μια ποπ ποιητική εκδοχή της ιστορία του ανθρώπου στην αυγή της τρίτης χιλιετίας, υιοθετώντας την κριτική ματιά, το υπονομευτικό χιούμορ και τις φαντασιακές διαστάσεις της ποπ αρτ, που κάποτε  αγγίζουν την επιστημονική φαντασία.   

Με αυτά τα υλικά φτιάχνει μια γερή κατασκευή, ανάλαφρη, διασκεδαστική και ταυτόχρονα ικανή να μας ταξιδέψει στα έγκατα της ανθρωπινότητάς μας. Η κινητήρια δύναμη που ωθεί τις λέξεις του είναι η ορμή και το θάρρος του δημιουργού τους να επιμένει να είναι πρωτότυπος, να εμμένει να πειραματίζεται με τη διαφορετικότητα. Η ποίησή του τοπογραφεί μια καινούργια χώρα που λάμπει θαρρείς ξεπλυμένη από τη βροχή, μια χώρα από λέξεις. Ο αναγνώστης περιπλανιέται μέσα της για να ανακαλύψει ότι βρίσκεται μέσα στους λαβυρινθώδεις διαδρόμους του εαυτού του,  που τον οδηγούν πίσω στο θεμελιώδες στο αρχικό.  

Ένα μικρό κοριτσάκι προσεύχεται εκεί κάτω απ΄τους χουρμάδες  .κοιτάζει  το νερό    κοιτάζει  .λέει  Σώμα σε σένα στρέφω την προσευχή μου  .σώμα δεν έχω κάτι άλλο από σένα .φωνή δεν έχω φωνή  κ_α_ι_  Δεν ξέρω τι άλλο να λατρέψω
Έλα  .έλα της είπε το νερό  .έλα  στα χέρια της μικρής μαμάς σου

Ανέκαθεν ο άνθρωπος λάτρευε την εικόνα· ίσως γιατί έχει την ιδιότητα να σταματάει το χρόνο και τη φθορά. Ανέκαθεν  αναζητούσε να λατρέψει κάποιον θεό και πάντοτε οι εκπρόσωποι των θρησκειών το εκμεταλλεύτηκαν,  κρατώντας τον άνθρωπο υποχείριο στις βουλές της κάθε εξουσίας, φίμωναν τη φωνή του...

…Βλέπεις κάποτε αυτή η γη πλημμύρισε γέμισε νερό -κάποτε χτίσανε   στο νερό και στην άμμο  -χτίσανε πυραμίδες ναούς μύθους Βαβέλ κάποτε και πάντα πάντα χτίσανε και θάψανε ανθρώπους –στο γρασίδι που απόψε βρέχει το νερό
 Της βροχής…

Χρειάζονταν ανθρώπινα χέρια για να τα χτίσουν όλα αυτά,  ανθρώπους που έβαζαν υποθήκη το σώμα τους, προσδοκώντας μια μελλοντική αναγέννηση ή μια ανάσταση. Σε κάθε εποχή, πάντα η εκμετάλλευση του ανθρώπινου σώματος, ήταν το ζητούμενο. Όλα φαίνεται να ορίζονται από μια αέναη επανάληψη: Η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, η λατρεία του ανθρώπου για την εικόνα…

Στην αυγή της τρίτης χιλιετίας, ο άνθρωπος έχει χάσει από καιρό τις ψευδαισθήσεις του σχετικά με την αθανασία της ψυχής και τη μετά θάνατον ζωή. Οι παλιοί θεοί βρίσκουν το χρόνο να ξεκουραστούν:

Κι όπως ξημέρωσε η Τρίτη {  {    {
Ο Χριστός     ο Πατέρας     και τ’ Άγιο Πνεύμα
Καθήσανε με τον Όσιρι      την Ίσιδα    και τον Ώρο για ένα τσάι…
…Πράγματα πολλά τους έχουμε τάξει./Και μείνανε να περιμένουν/αυτή την απρόσκλητη την ουρανοκατέβατη/             Ανάσταση…      

Με τη δημιουργία του διαδικτύου, ο άνθρωπος γίνεται για πρώτη φορά το επίκεντρο του κόσμου. Ένας εν δυνάμει θεός που έχει πρόσβαση σε όλη τη συγκεντρωμένη γνώση και μπορεί να επικοινωνήσει με όποιον άνθρωπο θέλει, όπου κι αν βρίσκεται στη γη. Αυτό ήταν, ίσως, το πολυαναμενόμενο θαύμα. Μια κατάσταση που ενώ θα έπρεπε να απελευθερώνει τον άνθρωπο, φαίνεται να τον εγκλωβίζει.

Μαζί με τον νέο κόσμο, ξυπνάει ένα ψηφιακό εγώ, αδιαμόρφωτο ακόμα, που ερωτεύεται το είδωλο του εαυτού του στον καθρέφτη σαν άλλος νάρκισσος. Αυτό το νέο εγώ, παραδομένο στα νεφελώδη ψηφιακά δεδομένα βρίσκει τον άνθρωπο αμήχανο, να μην ξέρει τι να κάνει με τον ψηφιακό εαυτό του, να αναζητά μια νέα ταυτότητα.

…Ο κόσμος γεννήθηκε όμορφος. Ανήσυχος. Ανώριμος. Αγάπη μου! Ο κόσμος γεννήθηκε καθρέφτης του εαυτού του…

Ο ποιητής επιχειρεί να γίνει ο ψυχογράφος αυτού του ψηφιακού μας εγώ· ψάχνει να βρει τις αλήθειες εκείνες που επαναπροσδιορίζουν τη θέση του ανθρώπου στο σύμπαν της ψηφιακής εποχής.

Τα ποιήματα είναι ποιητικοί διάλογοι μεταξύ ενός  ανώνυμου εγώ και ενός εξίσου ανώνυμου εσύ, που προσπαθεί να συνδεθεί σε ένα βαθύτερο επίπεδο με τον άλλον, αλλά διαρκώς αποτυγχάνει.

Γύρω τους περιδινίζεται η πόλη. Πόλη πλαστική, πόλη του πολύ… -σε-ψάχνω στην πόλη –σε- ψάχνω στην πόλη –σε ψάχνω στην πόλη δε θα σε βρω ποτέ- δε θα σε βρω ποτέ- δε θα σε βρω[.]…

Ο ποιητής παρακολουθεί με τον ποιητικό του φακό τον σύγχρονο άνθρωπο να επαναλαμβάνεται μέσα από τις συνήθειές του.

Τον παρακολουθεί το βράδυ κάθε βράδυ στις 9 και 3 να κλείνει την τηλεόραση, να αφήνει στο τραπεζάκι τα γυαλιά, να χασμουριέται
  Μη Χα Νι Κά
Τον ακολουθεί σε στέκια που μόνο πίνουν μπύρες και κάνουν καμάκι μα δεν αγγίζονται –όχι. Ούτε ακούγονται Καθόλου, Μόνο πληκτρολογούν…

Τον βλέπει να βγαίνει φωτό αγκαλιά με κάθε φωνήεν που γνωρίζει στην πόλη.

…σ’ ένα μπαρ σου χαμογελάω κι ας μη σε ξέρω, ας μη θυμάμαι τίποτα, δε ξέρω πώς βρίσκω το χρόνο, δε ξέρω πώς είμαι εγώ μα είμαι εγώ που είμαι ε γώ στο δικό μου σόου τι ωραία αχ, τι ωραία που με σκηνοθετώ, τι   ωραία γράφω και το σενάριο της πόλης που βλέπεις ε με βλέπεις με βλέπεις με βλέπεις; τρώω κοιμάμαι φιλάω δε βαριέμαι μα βαριέμαι…
Ωωωω ω! εσύ μα εσύ τι μου θυμίζεις που άνθρωποι σκοτώνονται σε άλλη χώρα μακριά-μακριά-
Σημαιάκι το κάνω στη φωτό μου δεν το σκέφτομαι πολύ κι αλλάζω όπως πάλι ίσως όχι ναι τώρα αύριο αλλάζω… κοίτα με Αλλάζω  ατρόμητος Σωστός   Σούπερ  Ήρωας   στην πόλη…

Οι ήρωές του Κ. Π. χάνουν τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και διαδικτύου, σαν να έχουν υποστεί ένα είδος μετάλλαξης, να έχουν μετατραπεί σε ψηφιακές ψυχές με την πραγματικότητα να είναι ένα διάλειμμα μεταξύ δύο post. Βιώνουν μια συναρπαστική ζωή στο διαδίκτυο, που δεν έχει αντίκρυσμα στην πραγματική ζωή. Ο άνθρωπος στη σημερινή εποχή μοιάζει πιο απομονωμένος και πιο αυτοαναφορικός από ποτέ. Δείχνει να θέλει να αποφύγει την πραγματικότητα ―γιατί δεν έχει τη δυνατότητα να την ελέγξει― και βρίσκει καταφύγιο σε έναν ψηφιακό κόσμο, στη νέα ποπ «θρησκεία», που ο ποιητής  θεωρεί ότι είναι υποκατάστατο εκείνων που προηγήθηκαν και είχαν σκοπό να κρατούν τον άνθρωπο χειραγωγημένο. Οι ιδέες και οι συνήθειές του μοιάζουν ανησυχητικά με τη φιλοσοφία ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Στο παρασκήνιο, κρύβεται ένα κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα που παραλύει τη σκέψη και τη βούληση του, τον κάνει να ξεχνάει την ταυτότητά του, τη μοναδικότητά του. Οι αποφάσεις για την τύχη του κόσμου λαμβάνονται χωρίς τη δική του συμμετοχή. Ο άνθρωπος νιώθει ότι απορροφάται από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Το κεφάλι μου  Ύδρα Λερναία. Το κεφάλι μου. Με πολλά Αφριστά Μαλλιά. Το κεφάλι μου. Κοιτάει παντού. Γεμάτος οθόνες είμαι. Στο κεφάλι μου. Τα μάτια μου στέκονται εκεί και μό νο φω.το γρα φί ζουν. Δεν.][Νιώθω.][Το νέον στις φλέβες μου. Ακούω μα δεν καταλαβαίνω. Είμαι εσύ; Είμαι ό,τι δεν ξέρω. [+Έγινα Κάτι άλλο. Ποιος είμαι; Ποιος; ναι δεν έχω ταυτότητα Σώμα [αγγίζω.] Έχω. Σώμα έχω…Κεφάλι.[Να.] Φω.το γρα φί ες του έχω Π ολλές …

Όμως η πραγματικότητα είναι εκεί. Υπάρχει πίσω από όλα αυτά και εισρέει στο δωμάτιό του, στη μοναξιά του, μέσω της εικόνας, πώς αλλιώς! Η αλήθεια της τον αναστατώνει και τον φοβίζει. Τον κάνει να αλλάξει εικόνα, κλείνει την τηλεόραση και το λαπ τοπ. Η λογική του λέει ότι είναι μια προς ενημέρωσιν φωτογραφία. Παρηγορεί τον εαυτό του, ότι κάνει κάτι γι’αυτό: «Κάνε ποστ όχι πόλεμο» είναι το σύνθημα που ακούγεται στο ποίημα παραφράζοντας εκείνο το προκλητικό σύνθημα μιας άλλης επαναστατημένης γενιάς, που είχε κάνει τότε το γύρω του κόσμου «κάνε έρωτα όχι πόλεμο» και είχε την απαρχή του στις μαζικές αντιπολεμικές διαδηλώσεις και συναυλίες των δεκαετιών του '60 & του '70, για τον πόλεμο του Βιετνάμ, για παγκόσμια ειρήνη.

 … Εθισμένος(η επανάληψη με νάρκωσε) παραδομένος(η οθόνη με πάγωσε… τι κι αν είναι θάνατος― λένε ― είναι μόνο μια μακρινή προς ενημέρωσιν φωτογραφία… …Φιλαράκι μου. Κλεισμένος στο σπίτι δεν έχεις να φοβάσαι τίποτε. Κι αν ακόμη ψάχνεις την λύσιν ―πολύ απλό! Κάνε Ποστ. όχι πόλεμο.

Μια αόρατη κλωστή συνδέει την ποίηση του Κ.Π με τις επαναστατημένες γενιές του ’60 & του ΄70. Η ποίησή του φιλοξενεί απόηχους από τις ροκ μουσικές και τα ποπ τραγούδια τους που υμνούσαν τη ζωή και τον άνθρωπο. Οι στίχοι του συναντούν το Imagine, το θρυλικό τραγούδι του John Lennon, μεταφέρουν στον πυρήνα τους το ίδιο κωδικοποιημένο μήνυμα. Ονειρεύονται έναν επίγειο παράδεισο, χωρίς θρησκείες, χωρίς σύνορα μεταξύ των λαών, επιθυμούν ειρήνη και αδελφοσύνη σε τούτη τη γη.
Το μόνο σημείο το βιβλίου που παρέες αποκτούν  ονόματα είναι αυτό που αναφέρεται σε αυτήν τη γενιά. Μια φορά και έναν καιρό γράφει ο ποιητής, ήταν η Ντία ο Βασίλης κι η Χρυσούλα. Μια φορά ήταν η Ηρώ η Μαρία ο Θάνος η Λένα η Βαρβάρα κι ο Alexis… μια φορά  μια φορά κι ένα δύσκολο γενναίο... έναν καιρό που προσπαθούσες πολύ τη χαρά μα μια φορά κάπως έγινε  κάπως πέτυχε κάπως (Θε μου) πέτυχε  και φτιάξαμε κάτι δικό μας…. Φτιάξαμε τη δική μας ιστορία….
Ο ποιητής, άνθρωπος και αυτός της γενιά του, παρωδεί και αυτοπαρωδείται, όταν γράφει: …σε βλέπω εκτείνεις το χέρι. Πώς ξέρεις. Το θέμα πως είσαι  Ξέρεις .ναιναι το δικό σου θέμα είσαι ξέρεις .κι ο κόσμος (επίπεδος, τι άλλο;  )απέκτησε: Κέντρο   καταπληκτικό  .ωναιναι Ε  δω πέρα ζει ένα νέο είδος φοβερό/ εγωσάπιενς θαρρώ το λένε/ Απορροφάσαι μέσα του  .ω τι τρομερό/ Στα   προφίλ σου  . πώς ζει/ Εγωσάπιενς είναι μωρό μου/ Γαλάζιο  Εγωπαθητικό…
Εκείνο που επιθυμεί μυστικά ο ποιητής, είναι, να αφήσει και η δική του γενιά το στίγμα της στην πάροδο του χρόνου, να παλέψει και εκείνη με το δικό της τρόπο και να πει «δώστε μια ευκαιρία στην ειρήνη!»
Είμαστε η γενιά του φέις μπουκ  και των  εικόνων των πανέξυπνων κινητών ― των συσκευών και της μεγαλύτερης χώρας του κόσμου που επαναλαμβάνεται και δεν έχει καμιά σημασία που σε κάποια χρόνια όταν το κά πο τε θα είναι κάποτε κάποτε ―κάποτε “τότε στη γη” ίσως λέμε να που είχαν φέις μπουκ και κάτι έγραφαν εδώ  
Ο ποιητής πιστεύει στον άνθρωπο. Πιστεύει στη δυνατότητα μιας όσμωσης, που θα αφήσει ελεύθερο το πολυπρισματικό ψηφιακό μας εγώ, Αυτό που καπνός (στιλπνός) νέον (φως) βγαίνει (ροζ) πετά (σαν δράκος μικρός) να φτάσει ως τα εγώ των άλλων, αγγελιοφόρος μηνύματος ειρήνης.

Όλοι συμφωνούν:
Άνθρωπος λένε ―τι όνομα
Έχει άλλο
Άνθρωπο άλλο έχει
να λατρέψω; 

Κατερίνα Τσιτσεκλή



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου