Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

Χρίστος Ρουμελιωτάκης και Μάνος Ελευθερίου


Γεννήθηκαν τήν ἴδια χρονιά (1938), στήν Κρήτη ὁ πρῶτος, στή Σύρο ὁ δεύτερος. Πέθαναν τήν ἴδια χρονιά μέ διαφορά δύο ἡμερῶν (20/7/2018 ὁ πρῶτος στό Ναύπλιο, 22/7/2018 ὁ δεύτερος στήν Ἀθήνα) ἀπό τήν ἴδια αἰτία: ἀνακοπή καρδιᾶς. Ὑπῆρξαν ἐκλεκτά μέλη τῆς δεύτερης μεταπολεμικῆς ποιητικῆς γενιᾶς. Παρακάτω ἀντιγράφω τά σύντομα σημειώματα, πού ἔγραψα γιά τούς δύο ποιητές, στά «Προλεγόμενα» γιά τή δεύτερη ἔκδοση τῆς Ἀνθολογίας Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά (1950-2012).[1]
Χρίστος Ρουμελιωτάκης
Πηγή φωτό: naftemporiki.gr

«Χ ρ ῖ σ το ς  Ρ ο υ μ ε λ ι ω τ ά κ η ς. Σ᾿ ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο, ἔζησε τόν κλῆρο τῆς γενιᾶς του ὡς ἀριστερό θήραμα - ὁ ἴδιος, ἐκτός ἀπό τίς ἐξορίες τοῦ πατέρα του, ἐκτοπίστηκε ἀπό τή Χούντα στή Γυάρο καί στή Λέρο. Σ’ ἕνα δεύτερο ἐπίπεδο, τήν ἔζησε ὡς παντοειδή στέρηση. Καί σ’ ἕνα τρίτο, ὡς ἰδεολογικό μεταπολιτευτικό σκεπτικισμό. τά ποιήματά του, εἴτε ἀφοροῦν προσωπικά του δεδομένα εἴτε ἱστορικά εἴτε καθημερινά, δίνονται ἀπό τή σκοπιά τοῦ θύματος· πάντα, ὡστόσο, συγκρατημένα καί κάπως θυμοσοφικά. Κάτω ἀπό τέτοιες συνθῆκες, εἶναι δυνατός ὁ ἔρωτας; Μά ναί, ὁ ἔρωτας χωράει παντοῦ. Μέ τή διαφορά ὅτι ἐδῶ χρωματίζεται ἀρκετά ἀπό τίς συγκεκριμένες συνθῆκες. Ἰδιαίτερη προτίμηση τοῦ ποιητῆ ἀποτελοῦν ἱστορικά πρόσωπα πού, ὅπως κι ὁ ἴδιος, δέν σήκωσαν ‘‘λευκή σημαία’’. Πρόσωπα, δηλαδή, πού ἀντιμετώπισαν τό ἠθικό δίλημμα, ὑποταγή, μέ ἀνταλλάγματα, ἤ ὄχι μέ βαρύ τίμημα, καί ἀποφάσισαν τό δεύτερο. Τόν λόγο τοῦ ποιητῆ τόν συνθέτουν μετρημένα λόγια, ὅσα κάθε φορά εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ἐκφραστική ἐπάρκεια τῶν κειμένων. Γιά τοῦτο ὁ λόγος του εἶναι ἐξαιρετικά πυκνός κι ὡστόσο ἀσυνήθιστα ἐναργής. Τά παραπάνω ἀφοροῦν ὅλο τό ἔργο τοῦ Ρουμελιωτάκη: τίς τέσσερεις ποιητικές συλλογές του. Ξεχώρισα τίς δυό τελευταῖες, ἐπειδή αὐτές ἀποτελοῦν, ποσοτικά καί ποιοτικά, τό σημαντικότερο μέρος τῆς μέχρι τώρα δουλειᾶς του.»[2]

        
Μάνος Ελευθερίου
Πηγή φωτό: newsbomb.gr
«Μ ά ν ο ς  Ἐ λ ε υ θ ε ρ ί ο υ. Ἡ ποίησή του βρίσκεται, στό σύνολό της, μέσα στόν κεντρικό κορμό τῆς γενιᾶς του. Τόσο ἀπό τή μεριά τῆς ἱστορικῆς μνήμης, ὅσο καί ἀπό τή μεριά τοῦ παρόντος. Ἡ μνήμη φέρνει πίσω χαρακτηριστικές στιγμές ἀπό τά δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, στιγμές φορτισμένες ἀπό φονικά, ἀπό φόβο, ἀπό ἀνέχεια, ἀπό χαμένους φίλους. Στό πλαίσιο αὐτῆς τῆς μνήμης, τό ποιητικό ἐγώ συντάσσεται πάντα μέ τό μέρος τοῦ θύματος. Τό παρόν, τίποτε περισσσότερο ἀπό μιά χαμένη ὑπόθεση· «γιά ποιούς ὑπήρξαμε;» θά πεῖ ὀ ποιητής, διαχωρίζοντας τή θέση του ἀπό τήν παροντική ἀναλγησία. Ὅλα αὐτά, δοσμένα μέ λόγο μοντερνιστικό, ἐξαιρετικά ἐλλειπτικό, μέ πολλά ὑπερλογικά ἅλματα, συχνά αἰχμηρό καί ὀργισμένο. Οἱ δυό τελευταῖες συλλογές τοῦ ποιητῆ δέν ἀνατρέπουν τά βασικά δεδομένα τοῦ προηγούμενου ἔργου του. Τό ἐπιπλέον στήν προκείμενη περίπτωση ἔχει νά κάνει μέ τήν ἐπιπλέον ὡριμότητα, πού θά πεῖ μέ τήν ποιοτική ἐξέλιξη τῆς ποίησής του.»

            Ὁ Χ. Ρουμελιωτάκης, ἐκτός ἀπό ποιητικό του ἔργο, ἔχει γράψει μερικά θαυμάσια ἀφηγηματικά κείμενα κι ἔχει ἐκδώσει ἕναν τόμο μέ δοκίμια. Ὁ Μ. Ἐλευθερίου, ἐκτός ἀπό τό ποιητικό του ἔργο, ἔχει γράψει ἔξοχους στίχους τραγουδιῶν, διηγήματα, μυθιστορήματα, ἐπιφυλλίδες καί ἄλλα κείμενα ἐγκυκλοπαιδικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ἔχει ἐπιμεληθεῖ ἐπίσης ὁρισμένες ἐκδόσεις πού ἀφοροῦν τή γενέτειρά του τή Σύρο. Καθώς γίνεται φανερό ἀπό τά στοιχεῖα αὐτά, ὁ Ἐλευθερίου ὑπῆρξε πολυτάλαντο ἄτομο. Ὅμως στόν καθαρά ποιητικό τομέα, ἡ ἔνταση τῶν ἐμπειριῶν, ἡ σημασία τους καί τό ἐκφραστικό ἀποτέλεσμα, δίνουν στόν Ρουμελιωτάκη ἕνα κάποιο προβάδισμα γιά τό μελλοντικό ταξίδι τῆς δουλειᾶς του, ἄν καί τό μέλλον γιά τούς τωρινούς παραμένει πάντα αἰνιγματικό. Ἀναφορικά μέ τούς δυό ποιητές ἡ κριτική, ἄν καί ὄχι ἐπαρκής, στάθηκε γενικά εὐνοϊκή, ὅπως καί τούς ἄξιζε.

            Τό γεγονός ὡστόσο τοῦ θανάτου τους προβλήθηκε ἀπό τά ΜΜ τόσο ἄνισα, ὥστε νά προκύπτει ζήτημα ἀκατανόητης συμπεριφορᾶς. Ὁ θάνατος τοῦ Μ. Ἐλευθερίου παρουσιάστηκε λ.χ. ἀπό τήν Κρατική Τηλεόραση κατά τρόπο ἠχηρό, πομπώδη, μέ ὑπερβολές καί ἀνακρίβειες.[3] Βέβαια γιά ἕναν ποιητή πού πεθαίνει δέν πειράζει νά λέμε κι ἕνα λόγο παραπάνω -τό καλεῖ ὁ συναισθηματισμός τῆς στιγμῆς- ἀρκεῖ βέβαια νά μήν τόν ξεχνοῦμε τήν ἄλλη μέρα. Τό γεγονός ὅμως ὅτι, ἡ ἴδια τηλεόραση ἀποσιώπησε παντελῶς τόν θάνατο τοῦ Ρουμελιωτάκη, ἐνῶ γιά τόν θάνατο τοῦ ἄλλου ποιητῆ δέν ἀκριβολογοῦσε, ἐπιτρέπει νά σκεφτεῖ κανείς πώς κάτι δέν πάει καλά μέ ὅσους καταγίνονται μέ τά πολιτιστικά τῆς κρατικῆς τηλεόρασης. Γιατί ἡ σιωπή γιά τόν θάνατο τοῦ Χ. Ρουμελιωτάκη δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ συμπτωματική ἤ τυχαία. Ἀσφαλῶς δέν ὑποκρύπτει δόλο, αὐτό νά λέγεται, ὑποκρύπτει ὅμως ἀμάθεια καί ἀνευθυνότητα. Πράγμα ὄχι σπάνιο στήν πνευματική ἐπαρχία πού λέγεται Ἑλλάδα κι ἔχει πρωτεύουσά της τή μίζερη Ἀθήνα.

Γιώργος Αράγης





[1] Α. Εὐαγγέλου - Γ. Ἀράγης, Δεύτερη Μεταπολεμική Ποιητική  Γενιά (1950-2012). Ἀνθολογία. Ἐκδόσεις Gutenberg, Ἀθήνα 2017.
[2] Ὁ ποιητής ἀνάρτησε στό διαδίκτυο ποιήματα καί μετά τήν ἔκδοση τῆς Ἀνθολογίας Gutenberg.
[3] Στό δελτίο εἰδήσεων, Κυριακή 22, ὥρα 3μμ, ἀκούστηκε ὅτι ὁ ποιητής Ἐλευθερίου ἀποτέλεσε  «τομή στήν κριτική». Ἀγνοῶ πότε διέπραξε τέτοιο φονικό ὁ ἄξιος Μάνος μας. Ἄραγε ἡ ὡραία ἐκφωνήτρια εἶχε ἐπίγνωση τί κοτσάνα ἐκφωνοῦσε ἐκείνη τήν ὥρα;

* Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο blog του Γιώργου Αράγη.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

«Ημερολόγιο Θήτα» της Μαρουσώς Αθανασίου & «Δοκάρι και μέσα» του Δημήτρη Α. Δημητριάδη

«Ημερολόγιο Θήτα» της Μαρουσώς Αθανασίου

Η συλλογή αυτή της Μαρουσώς Αθανασίου, που αποτελείται από ολιγόστιχα κατά κύριο λόγο ποιήματα, μερικά από τα οποία δεν περιέχουν ούτε καν ένα ρήμα, θα μπορούσε να ήταν μια σεμνή και ήσυχη συλλογή, αν δεν ήταν τόσο ασυνήθιστη (αυτό το λέω για καλό).

Η ποιήτρια καταφέρνει και διηγείται με δεξιοτεχνία μικρές ιστορίες μέσα στους λίγους στίχους κάθε ποιήματος, ιστορίες που έχουν ως σημεία εκκίνησης και αναφοράς την προσμονή, τον θάνατο, τη ματαίωση, την ανεκπλήρωτη αγάπη ή την απελπισία. Σημαντικοί είναι οι τίτλοι των ποιημάτων καθώς αποκαλύπτουν κάτι καίριο σχετικά με το ποίημα ή παρέχουν εν πολλοίς το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελείται.

Όμως οι ιστορίες που αφηγείται η ποιήτρια δεν είναι ολοκληρωμένες, είναι μάλλον γρίφοι. Συνήθως κάθε ιστορία ξεκινά in medias res, από μία άσχετη αφορμή, και παραμένει γρίφος ακόμη κι αφού τελειώσει το ποίημα. Χωρίς να γνωρίζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργείται, το πριν και το μετά της, το συγκείμενο αν προτιμάτε, ο αναγνώστης στέκει μπροστά της αμήχανος και ανήμπορος να την ερμηνεύσει ή να καταλάβει πλήρως τη σημασία της. Η γνώμη μου είναι ότι αυτό κοστίζει στα ποιήματα τμήμα από τη δύναμή τους. Ωστόσο το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί, αν όχι για τίποτε άλλο, για τον αριστοτεχνικό τρόπο που περικλείει ιστορίες μέσα σε λίγους μόνο στίχους.

Ως δείγμα γραφής, παραθέτω το ωραίο ποίημα «Ηλεκτρικός»:

σκαρφαλώνεις
τα πόδια μου λόφοι
γκρεμίζεσαι
σε κοφτερά κλαδιά
κι εγώ μένω ακίνητη
σπαρμένη σε τρομερό χωράφι
αέρας ακυμάτιστος πυκνός
με συχνότητα 72 Hertz

δεν αναπνέεται η οδύνη
σε τέτοιες δόσεις



«Δοκάρι και μέσα» του Δημήτρη Α. Δημητριάδη

Η συλλογή αυτή του συνεργάτη του ιστολογίου μας Δημήτρη Α. Δημητριάδη περιέχει δύο εικαστικές δημιουργίες του Παναγιώτη Φωτιάδη, μία στο εξώφυλλο και μία πριν από τα περιεχόμενα. Θυμίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο τις ποιητικές συλλογές που εκδίδονταν πιο παλιά και το αναφέρω γιατί, ακόμη και σήμερα, δείχνει μια φροντίδα για το βιβλίο ως αντικείμενο, η οποία είναι ωραίο να υπάρχει.

Αλλά, κι αν δούμε το βιβλίο ως κείμενο, πάλι θα διαπιστώσουμε φροντίδα. Το θέμα της συλλογής είναι, όπως φαίνεται από τον τίτλο, το ποδόσφαιρο. Όμως η διαχείριση του θέματος είναι αναπάντεχη σε πολλά σημεία, όπως π.χ. στο ποίημα «Έτσι να’ ναι άραγε;»:

Γκολ
γκολ

έκρηξη φωτός
τρελός χορός σε όραμα μεθυσμένου
γαλέρα στο πέλαγος

Έτσι να ‘ναι άραγε
όταν πεθαίνουμε;


Ενίοτε το ποδόσφαιρο γίνεται όχημα αναμνήσεων:

...σέντρες φλεγόμενες
που χρύσωναν τον γαλαξία μου
και το άσαρκο παιδικό μου σώμα...


(«Φλας μπακ»)

ή αλληγορία για τη ζωή, ακόμη και αλληγορία για τον έρωτα σε άλλα ποιήματα.

Το ποδόσφαιρο, επομένως, στη συλλογή είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια μπάλα που κυνηγούν 22 παίκτες δύο ομάδων: είναι μια εκτεταμένη μεταφορά, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ειπωθούν πολλά, για τη ζωή, τον έρωτα ή τη μνήμη. Σαν τέτοιο, είναι ένα αξιοσημείωτο εύρημα που διευκολύνει τον ποιητή να στερεώσει την ποιητική του φωνή σε μια δυνατή άγκυρα (κι ας μη φαίνεται πρόσφορη εκ πρώτης όψεως) και να μας δώσει ένα πραγματικά όμορφο βιβλίο.



Χριστίνα Λιναρδάκη  


Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2018

"Άστεγη αγάπη" της Φανής Αθανασιάδου

Το δωμάτιο

Ένα απλό δωμάτιο
συνόδευε τα όνειρά της
λιτό (σαν τη σκέψη της)
χωρίς περιττά έπιπλα και αξιώσεις...
εκεί μέσα περιφερόταν
με τα λιγοστά αντικείμενα
τοποθετημένα στη σειρά
να θυμίζουν την τακτοποιημένη -φαινομενικά- ζωή της,
μόνο στις μικρές λεπτομέρειες
διέκρινες τη διαφορά
εκείνες τραβούσαν την προσοχή των άλλων
μα περισσότερο τη δική της,
σ’ αυτές έβρισκες κρυμμένες
λέξεις, φωνήεντα, συλλαβές
κάποιες φορές να αρθρώνονται ακόμα και κραυγές
που καλούσαν επιτακτικά σε βοήθεια...


Σ’ αυτό το απλό και λιτό δωμάτιο θα μπούμε και θα αναζητήσουμε αυτές τις κρυμμένες λέξεις, τα φωνήεντα και τις συλλαβές που όλα μαζί συνθέτουν την ψυχή και το λόγο της Φανής, όπως αποτυπώνεται στα 38 ποιήματα της συλλογής της Άστεγη Αγάπη. Μια ψυχή ιδιαίτερα ευαίσθητη που απλώνει τη ματιά της παντού. Από τη Τιχουάνα, «πατρίδα του αποχαιρετισμού», όπως την ονομάζει η Φανή, στα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ με τους εκατοντάδες σταυρούς των θυμάτων που δοκίμασαν να περάσουν το τείχος και να αγγίξουν το Αμερικανικό όνειρο, μέχρι τη λίμνη Ασάλ στην Αφρική όπου οι φυλές των Αφάρ δίνουν τη καθημερινή μάχη επιβίωσης εδώ και δεκάδες χρόνια για να μας πει η ποιήτρια μας «ανάλογα με πόσους τόνους αλάτι θα μετέφερε/τόσο περισσότερο θα παρατεινόταν/η διάρκεια της ζωής του» και να καταλήξει στα δικά μας, στη καθημερινότητα της κρίσης της αβεβαιότητας, και όπως γράφει στο ποίημα «οι δύο όψεις» στις «σιωπηλές Κυριακές» μας «όταν η μοναξιά γίνεται θηλιά/ έτοιμη να μας πνίξει»

Μελετώντας τη μέχρι τώρα διαδρομή της ζωής της μπορούμε πιστεύω να αντιληφθούμε καλύτερα το πνεύμα και το λόγο της. Λέει η ίδια σε μια συνέντευξη της: «Γεννήθηκα στην Αθήνα, αλλά για λόγους προσβασιμότητας μετακόμισα και μένω μόνιμα στην Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησα να γράφω και να ασχολούμαι με την Ποίηση από 16 ετών. Μετά την εφηβεία μου αναγκάστηκα να αλλάξω πόλη γιατί στην Αθήνα δεν υπήρχε δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης, η προσβασιμότητα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, οπότε ως χρήστρια αναπηρικού καθίσματος έπρεπε να βρω κάποια εναλλακτική λύση για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Επιλέχθηκε η Θεσσαλονίκη επειδή από τη συγκεκριμένη πόλη είχαν ρίζες καταγωγής οι γονείς μου αλλά κυρίως γιατί την γνώριζα δεν μου ήταν άγνωστη, είχα μνήμες από συχνά ταξίδια που έκανα μαζί τους στην παιδική μου ηλικία.»

Μέσα στις δραστηριότητές της, εκτός από την έμπρακτη υπεράσπιση των ατόμων με αναπηρία, όπου έχει θέσει πολλές φορές το θέμα των χώρων πολιτιστικών και λογοτεχνικών εκδηλώσεων που δεν είναι προσβάσιμοι σε δημιουργούς ή θεατές με αναπηρία με αποτέλεσμα να αποκλείονται από τον πολιτισμό, η ίδια έχει επιδείξει έντονη πολιτιστική δραστηριότητα. Γιατί ξέρει πολύ καλά ότι ο αποκλεισμός που στερεί τη συμμετοχή, την επικοινωνία με άλλους ανθρώπους είναι μια επιβαλλόμενη μοναξιά που η ίδια την έχει βιώσει.

Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές και είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Ποιήματά της έχουν βραβευτεί και διακριθεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς Ποίησης, φιλοξενήθηκαν σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά, σε έντυπες ανθολογίες και σε ραδιοφωνικές εκπομπές Λόγου.

Το Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος παρουσίασε θεατροποιημένη ποίηση της στη Μονή Λαζαριστών και στο Βαφοπούλειο Πνευματικό κέντρο έγινε θεατροποιημένη παρουσίαση ποιημάτων της. Την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης (το 2013) τιμήθηκε από το Λύκειο Γιαννιτσών. Ασχολήθηκε με το θέατρο ως ιδρυτικό μέλος μικτής ομάδας ατόμων με και χωρίς αναπηρία και λάβανε μέρος στο Παγκόσμιο φεστιβάλ θεάτρου στο Εδιμβούργο και στις γιορτές ανοιχτού θεάτρου του Δήμου Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκε με θεατρικές ομάδες διασκευάζοντας θεατρικά έργα, συμμετείχε ως ομιλήτρια σε Συμπόσια και Εκδηλώσεις για τα δικαιώματα των πολιτών με αναπηρία, αρθρογραφεί σε ηλεκτρονικά δημοσιογραφικά έντυπα και υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ομάδας Ιδεοκύματα με λογοτεχνική δραστηριότητα.

Οι ευαίσθητες κεραίες της Φανής, οι εμπειρίες κι οι αγώνες της για τα άτομα με αναπηρία, οι δύσκολες συνθήκες της σημερινής κοινωνίας κάνουν τη ματιά της πιο ανοικτή, με μια πιο οικουμενική προσέγγιση. Αισθάνεται και βλέπει τον έντονο ατομικισμό που περιβάλλει τη κοινωνία μας, αποτέλεσμα της κρίσης, βλέπει τους ανθρώπους γύρω της να γίνονται ολοένα και πιο φειδωλοί στα αισθήματα και βλέπει την αγάπη να στέκεται άστεγος παρατηρητής των τεκταινομένων. «Άστεγη αγάπη» γράφει στο ομότιτλο ποίημα της συλλογής «έξω από τα σύνορα των άλλων» και για «για τόπο διαμονής ούτε συζήτηση»

Για την ίδια τη Φανή η αγάπη είναι ένα βασικό συστατικό της δημιουργίας που προσδιορίζει την ίδια τη ζωή και τη συνέχεια της. Και είναι η ασπίδα που προστάτευε μέσα στους αιώνες τη ζωή όταν «ξαφνικά και αναπάντεχα/άνοιξαν ταυτόχρονα οι ασκοί του Αιόλου/και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα» όπως γράφει στο ποίημα «Άνεμοι». Η αγάπη είναι μια μεγάλη αλήθεια, ίσως η πιο μεγάλη αλήθεια του ανθρώπου που πέρα από το χρόνο

«είναι ένα δένδρο αειθαλές, όχι φυλλοβόλο/για να χαρίζει απλόχερα τον ίσκιο της...» Γι αυτό και η απώλεια αγαπημένων προσώπων είναι μια «μακρόσυρτη σπαρακτική κραυγή/όμοια με μετανάστευση πουλιών/στα ενδότερα της χώρας» μας λέει στο ποίημα «Απώλεια»

Είναι ακόμα «ένα απρόσμενο πένθος που ήρθε μαζί με την άνοιξη/μέσα σ' αυτή τη γέννα της φύσης/εκείνη να μιλά για το φευγιό της μάνας...» γράφει στο ποίημα «O τελευταίος αποχαιρετισμός»

Στο ποιητικό της λόγο η Φανή ανασύρει επίσης μέσα από τη Βίβλο πρόσωπα και τοποθεσίες και πολύ εύστοχα τα συνδέει και τα παραλληλίζει με τη σημερινή πραγματικότητα. Ο «νεογέννητος πρίγκιπας» θέλει «να οδηγήσει το λαό του/στη γη της Επαγγελίας,» μας λέει στο ποίημα «Μεσοποταμία»

και στο επόμενο ποίημα «Έρημη χώρα» συμπληρώνει «Έρημη χώρα η γη μου/πώς αξιώθηκα να τη διασχίσω σε τόσους χρόνους» Κι ο λόγος της γίνεται αιχμηρός λέγοντας μας ότι «για τα τριάκοντα αργύρια/έγινε η συναλλαγή» και στο ποίημα Πόντιος Πιλάτος μας λέει «Ένας ακόμα ρόλος/αυτός του Ποντίου Πιλάτου, /όπως ένιψε τα χέρια του/αποποιούμενος τις ενοχές του». Συμβολισμοί που μας παραπέμπουν σε καταστάσεις που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια.

Η ποιητική της γραφή λιτή και εκφραστική έχει περάσει πρώτα από ένα επίπονο στάδιο βίωσης, για να φτάσει σε μας ένας ποιητικός λόγος ξεχωριστός που μας μεταφέρει την αγωνία και το άγχος των ημερών μέσα από την ευαισθησία της. Ένας λόγος που κινείται μέσα στο χρόνο ανάμεσα στη μνήμη, τις θύμησες, την ιστορία, τις εμπειρίες και τη γνώση. «Απροσδιόριστος ο χρόνος/όπως κυλάει το ρυάκι πάνω στη γη/…/ ανασκαλεύοντας ιστορίες από νερό και χώμα…», μας λέει στο ποίημα της « Ο Χρόνος» και μιλώντας για τη μνήμη λέει στο ομότιτλο ποίημα, «Ξεχείλισε το ποτάμι/στην εκβολή της μνήμης

Το ποιητικό ταξίδι της Φανής Αθανασιάδου συνεχίζει και μ’ αυτή τη συλλογή να είναι ένα συναπάντημα και μια επικοινωνία με το καθένα από μας. Και όπως λέει η ίδια «Κάθε καινούργια ποιητική συλλογή μοιάζει με νέο σκαρί φτιαγμένο με μεράκι που μεταφέρει ποιήματα και τα προσφέρει ως αντίδωρο στους συνταξιδιώτες και αναγνώστε, μα και σε κάθε επιβάτη που θα τύχει να ανέβει σε κάποιο σταθμό του ταξιδιού.»


Ανδρέας Καρακόκκινος




Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2018

"Στρατός ξυπόλητων λέξεων" της Ιωάννας Διαμαντοπούλου

Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν γράφω για γυναίκες ποιήτριες, όπως έγραψα και την προηγούμενη εβδομάδα. Η συνολική μου εντύπωση, από τα τόσα χρόνια που διαβάζω νέες κυκλοφορίες ποιητικών βιβλίων, είναι ότι οι άντρες γενικά γράφουν καλύτερη ποίηση, ίσως επειδή είναι πιο λακωνικοί και πιο στοχευμένοι και δεν πελαγοδρομούν σε συναισθηματικούς δαιδάλους, όπως κάνουν πιο συχνά οι γυναίκες συνάδελφοί τους. Όποτε λοιπόν εντοπίζω κάποια αξιόλογη γυναίκα ποιήτρια, είναι μεγάλη μου χαρά να γράφω για κείνη, όπως σήμερα για την Ιωάννα Διαμαντοπούλου.

Αρχικά, ας σημειώσω ότι τα ποιήματα της Διαμαντοπούλου χαρακτηρίζονται από αφηγηματικότητα. Ξεκινώντας να διαβάζω τη συλλογή της, η οποία -σημειωτέον- αποτελείται από 21 μόλις ποιήματα, σκέφτηκα ότι αυτό μπορεί να αποδειχθεί μειονέκτημα, όμως τελικά δεν αποδείχθηκε – τουναντίον. Ο λόγος της, που μοιάζει να αφηγείται μικρές ιστορίες εγκιβωτισμένες σε ποιητικές φόρμες, είναι εξόχως μεταφορικός, όχι όμως πάντα φανερά. Συχνά, οι μεταφορές της Διαμαντοπούλου είναι υπόρρητες και κρυμμένες γι’ αυτό και η επίδρασή τους στον αναγνώστη είναι υποδόρεια και βαθειά. Αλλού βέβαια είναι φανερές:

Απ’ τις πληγές των αγαλμάτων
έτρεχε βροχή σ’ ένα παλιό μου ποίημα[...]
Οι πληγές συνεχώς ακριβαίνουν από τότε
καίνε όλο και πιο πολύ συναίσθημα.
Έσχισα μια φθινοπωρινή μέρα,
τα κουρέλια της έφθασαν να ντυθεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι.
Πέταξα βότσαλα στη θάλασσα
και εν αγνοία μου πετροβολούσα νεκρούς.
Κι απ’ τις πληγές των αγαλμάτων τρέχει βροχή.
(«Οι πληγές των αγαλμάτων»)

Η ποίησή της έχει μεγάλο βαθμό εμπλοκής με την πραγματικότητα. Εξαιρετικό από αυτήν την άποψη είναι το ποίημά της «Δελτίο ειδήσεων», στο οποίο σχολιάζει την κατάσταση των σημερινών ΜΜΕ. Μερικά σπαράγματα:

Σύντομο δελτίο ειδήσεων.
Αυξάνονται οι ρύποι των λέξεων. Οφείλεται στην επανάληψη.
Βρωμίζουν οι λέξεις στα στόματα από την πολλή χρήση.
Δυσδιάκριτα τα νοήματα.
Κι έτσι ζητάμε συγγνώμη. Ασπόνδυλη η ενημέρωσή σας και σήμερα.[...]
Στη χώρα του Μπρεχτ, πεθαίνει ο Μπρεχτ πάνω σε ντεμοντέ βιβλιοθήκες.
Πληθαίνουν οι άνθρωποι, ασθμαίνοντα τα δικαιώματά τους.[...]
Προσοχή, ακολουθούν σκληρές εικόνες.
Εμπόριο σκληρών εικόνων.
Ακολουθούν διαφημίσεις.
Το πρόγραμμά μας αμέσως μετά συνεχίζεται.
Λέξεις ταξί, λέξεις μονόξυλα, λέξεις μαντρόσκυλα, είναι εδώ για να σας περιθάλψουν.
GPS. Έτσι βρίσκουν το δρόμο για την καρδιά σας.
(«Δελτίο ειδήσεων»)

Βεβαίως, η πραγματικότητα είναι πολλές φορές δύσκολη, ενίοτε και αβίωτη, μέσα στην ποίησή της. Εντός μιας τέτοιας πραγματικότητας, ο άνθρωπος στέκεται μόνος και ασυγχρόνιστος με τον κόσμο γύρω:

Στην καρδιά του φύτρωσε ένας στίχος,
Εκεί που νευρικά χτυπούν οι καμπάνες της πόλης
Και τα συνθήματα μιλούν τη γλώσσα ανορθόγραφα, σαλιώνοντας τις λέξεις.
Περπατάει πιο αθόρυβα ο χρόνος εδώ.
Περιμένοντας ξεβάφει ο φόβος.
Φεύγουν με τα χειρότερα πλεούμενα οι μέρες.
Πνιγμένος είσαι. Μια ουλή της θάλασσας.
(«Το μήλο της γνώσης»)

Αυτός είναι μάλλον ο λόγος που ο άνθρωπος στην ποίησή της είναι αναποφάσιστος για το αν πρέπει να μιλήσει ή να βυθιστεί στη σιωπή – μερικές φορές δεν έχει καν επιλογή:

Κάποιες κουβέντες αυτομολούν πάντα στη σιωπή.[...]
Το μαύρο έχει για τεχνητή καρδιά ένα κοτσύφι,
που μιλάει αντ’ αυτού και τραγουδάει αντ’ αυτού[...]
Μια υγρασία καλοκαιριάτικη το παράλογο.
Που στέλνει στο μυαλό του ένα στρατό ξυπόλητων λέξεων.
(«Πορτραίτο σε σταθμό»)

Ένα άλλο κεφαλαιώδες ζήτημα στην ποίησή της είναι ο χρόνος. Ο χρόνος που λησμονείται και λησμονεί, ο χρόνος που διασχίζεται. Αυτή η μη αναστρέψιμη ακολουθία γεγονότων που ορίζει και μεταβάλλει διαρκώς τα σύνορα της μνήμης και της λήθης:

Και τα Χριστούγεννα πάντα εκεί, αριθμημένα στις φωτογραφίες,
με τα ίδια χαμόγελα και τα ίδια πταίσματα στοιχειώσαμε τα πάντα. [...]
Μέτραγε.
Κι ο χρόνος την ξέχασε βουβή σε μιαν άκρη.
(«Περιγραφή μιας πτώσης»)

Μετά χωρίς να ερωτηθεί ο ενδιαφερόμενος
βλέμματα θα περπατήσουνε τις ρυτίδες του και τις πληγές του.
Κι ύστερα όλοι θα διασχίσουν τον χρόνο
όπως διασχίζουν τον δρόμο.
(«Αιφνιδίως»)

Έσφαξα το παρελθόν,
γέμισε η αυλή με αίματα
και ασήμαντες λεπτομέρειες.

Άλλη εκδοχή δεν υπάρχει.
(«Άτιτλο»)

Η μοναξιά και η λύπη, ως συνθήκες που ορίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη, έχουν εξέχουσα θέση στην ποίησή της:

Μια μικρή παύση
ανάμεσα σε δυο ανθρώπους,
στη σκιά της γλείφεις τις πληγές σου, [...]
Έτσι είναι σε μια αφόρητη λύπη.
Στεγνώνει το δέρμα της ψυχής, το δέρμα των ονείρων.
(«Τις νύχτες κλειδώνει η λύπη και φεύγει»)

Το ζήτημα της μετάνοιας («γιατί έχεις μια μετάνοια, μην τη φυλάς για τον Θεό/ και πέντε δράμια αλήθεια») και της συγνώμης («Κάτι σαν οχιά, σαν δεντρογαλιά/ εκκλησιαστικού τύπου συγνώμη δηλαδή, μη νομίζεις/ κλεισμενη σε κουτάκι») επανέρχεται στην ποίηση της Διαμαντοπούλου, η οποία πραγματεύεται το ζήτημα της θρησκείας ως μιας από τις μεγάλες αφηγήσεις μέσα στις οποίες μεγαλώνουμε, στο πλαίσιο όμως της κατάρρευσής τους:

Ένα μέλος του Θεού αποκολλήθηκε για να μας δείξει τον δρόμο.
Μια ακόμα θυσία, διότι έτσι είναι ο Θεός,
πανταχού παρών, διηγείται, θυσιάζεται,
μας καληνυχτίζει μ’ ένα φιλί στο μέτωπο.
Με βαλίτσες έτοιμες γι’ αλλού.
(«Ακτήμονες»)

Πολύ ενδιαφέρουσα, διεισδυτική και ενορατική ποίηση... Κρίμα που τα ποιήματα της συλλογής ήταν μόλις 21! Εν αναμονή της επόμενης συλλογής της Ιωάννας Διαμαντοπούλου, παραθέτω ολόκληρο ένα από τα ποιήματά της που μου άρεσαν πολύ. Πρόκειται για μια ανατομία της γυναικείας ψυχολογίας, μια ψυχογραφία ουσιαστικά, απαλλαγμένη από συναισθηματισμούς και μαιανδρικές πελαγοδρομήσεις, η οποία είναι ανατριχιαστικά ακριβής:

ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΕ ΚΑΦΕ

Η γυναίκα στο καφέ απέναντί μου
με το εξασκημένο χαμόγελο,
χαμογελά ήσυχα
γιατί ξέρει πως μέσα της χάθηκε ένα κοριτσάκι ανήσυχο,
που ήθελε τα πάντα να μάθει για τον κόσμο.
Μέσα της είναι μεγάλες οι αποστάσεις, δαιδαλώδεις οι δρόμοι,
αφώτιστες οι διαδρομές,
Δεν είναι για μικρά παιδιά τα σκοτάδια που χάνεται η αθωότητα,
γλιστρώντας αυτάρεσκα
πότε σε κολπικά υγρά, πότε σε φθινοπωρινά φύλλα,
σε έρημα δάση και ακατοίκητες μέρες.
Ήχοι τρομαχτικοί όπως όταν οι μάνες σχίζονται στα δύο.
Η γυναίκα χαμογελά γιατί ξέρει
τι κάνεις με ένα κοριτσάκι που προηγούμενα έχεις καταπιεί.
Το υπνωτίζεις και του χαράζεις στο πρόσωπο ένα χαμόγελο.
Χρόνια μετά, θα σε καλημερίζει στις ανηφόρες της ζωής
ένα χαμόγελο πίσω απ’ το πρόσωπο,
πίσω απ’ το πρόσωπο...


Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

"3 - Ανθρώπων ιστορία" του Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου


Αν κάποτε τα ινδάλματα που λάτρευε ο κόσμος ήταν μόνο οι διάσημοι σταρ, σήμερα το νέο ίνδαλμα της εποχής είναι ο καθημερινός άνθρωπος, ο πολυφωτογραφημένος ήρωας της διπλανής πόρτας που γίνεται διάσημος μέσω του διαδικτύου. Ένα νέο είδος λατρείας, μια νέα ποπ θρησκεία με ίνδαλμα τον ίδιο τον εαυτό μοιάζει να έχει δημιουργηθεί, με το φέις μπουκ, το ίνσταγκραμ και το τουίτερ να παίζουν το ρόλο μιας άλλης Αγίας Τριάδας.

Ω/ Να/ Ιδού/ Πατήρ/ Υιός/ +/ Άγιο Πνεύμα/ αλλά μετά από/ τόσα ευαγγέλια/ πώς θέλεις τώρα/ να το/ κάνεις ποίημα

Η νέα ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Παπαχαράλαμπου, εμπνευσμένη από την ποπ αρτ του Άντι Γουόρχολ και του Ρόι Λιχτενστάιν, εμβαθύνει στην ψυχολογία της νέας γενιάς, μιλάει για αυτήν τη νέα  θρησκεία.

Ο ποιητής γράφει μια ποπ ποιητική εκδοχή της ιστορία του ανθρώπου στην αυγή της τρίτης χιλιετίας, υιοθετώντας την κριτική ματιά, το υπονομευτικό χιούμορ και τις φαντασιακές διαστάσεις της ποπ αρτ, που κάποτε  αγγίζουν την επιστημονική φαντασία.   

Με αυτά τα υλικά φτιάχνει μια γερή κατασκευή, ανάλαφρη, διασκεδαστική και ταυτόχρονα ικανή να μας ταξιδέψει στα έγκατα της ανθρωπινότητάς μας. Η κινητήρια δύναμη που ωθεί τις λέξεις του είναι η ορμή και το θάρρος του δημιουργού τους να επιμένει να είναι πρωτότυπος, να εμμένει να πειραματίζεται με τη διαφορετικότητα. Η ποίησή του τοπογραφεί μια καινούργια χώρα που λάμπει θαρρείς ξεπλυμένη από τη βροχή, μια χώρα από λέξεις. Ο αναγνώστης περιπλανιέται μέσα της για να ανακαλύψει ότι βρίσκεται μέσα στους λαβυρινθώδεις διαδρόμους του εαυτού του,  που τον οδηγούν πίσω στο θεμελιώδες στο αρχικό.  

Ένα μικρό κοριτσάκι προσεύχεται εκεί κάτω απ΄τους χουρμάδες  .κοιτάζει  το νερό    κοιτάζει  .λέει  Σώμα σε σένα στρέφω την προσευχή μου  .σώμα δεν έχω κάτι άλλο από σένα .φωνή δεν έχω φωνή  κ_α_ι_  Δεν ξέρω τι άλλο να λατρέψω
Έλα  .έλα της είπε το νερό  .έλα  στα χέρια της μικρής μαμάς σου

Ανέκαθεν ο άνθρωπος λάτρευε την εικόνα· ίσως γιατί έχει την ιδιότητα να σταματάει το χρόνο και τη φθορά. Ανέκαθεν  αναζητούσε να λατρέψει κάποιον θεό και πάντοτε οι εκπρόσωποι των θρησκειών το εκμεταλλεύτηκαν,  κρατώντας τον άνθρωπο υποχείριο στις βουλές της κάθε εξουσίας, φίμωναν τη φωνή του...

…Βλέπεις κάποτε αυτή η γη πλημμύρισε γέμισε νερό -κάποτε χτίσανε   στο νερό και στην άμμο  -χτίσανε πυραμίδες ναούς μύθους Βαβέλ κάποτε και πάντα πάντα χτίσανε και θάψανε ανθρώπους –στο γρασίδι που απόψε βρέχει το νερό
 Της βροχής…

Χρειάζονταν ανθρώπινα χέρια για να τα χτίσουν όλα αυτά,  ανθρώπους που έβαζαν υποθήκη το σώμα τους, προσδοκώντας μια μελλοντική αναγέννηση ή μια ανάσταση. Σε κάθε εποχή, πάντα η εκμετάλλευση του ανθρώπινου σώματος, ήταν το ζητούμενο. Όλα φαίνεται να ορίζονται από μια αέναη επανάληψη: Η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο, η λατρεία του ανθρώπου για την εικόνα…

Στην αυγή της τρίτης χιλιετίας, ο άνθρωπος έχει χάσει από καιρό τις ψευδαισθήσεις του σχετικά με την αθανασία της ψυχής και τη μετά θάνατον ζωή. Οι παλιοί θεοί βρίσκουν το χρόνο να ξεκουραστούν:

Κι όπως ξημέρωσε η Τρίτη {  {    {
Ο Χριστός     ο Πατέρας     και τ’ Άγιο Πνεύμα
Καθήσανε με τον Όσιρι      την Ίσιδα    και τον Ώρο για ένα τσάι…
…Πράγματα πολλά τους έχουμε τάξει./Και μείνανε να περιμένουν/αυτή την απρόσκλητη την ουρανοκατέβατη/             Ανάσταση…      

Με τη δημιουργία του διαδικτύου, ο άνθρωπος γίνεται για πρώτη φορά το επίκεντρο του κόσμου. Ένας εν δυνάμει θεός που έχει πρόσβαση σε όλη τη συγκεντρωμένη γνώση και μπορεί να επικοινωνήσει με όποιον άνθρωπο θέλει, όπου κι αν βρίσκεται στη γη. Αυτό ήταν, ίσως, το πολυαναμενόμενο θαύμα. Μια κατάσταση που ενώ θα έπρεπε να απελευθερώνει τον άνθρωπο, φαίνεται να τον εγκλωβίζει.

Μαζί με τον νέο κόσμο, ξυπνάει ένα ψηφιακό εγώ, αδιαμόρφωτο ακόμα, που ερωτεύεται το είδωλο του εαυτού του στον καθρέφτη σαν άλλος νάρκισσος. Αυτό το νέο εγώ, παραδομένο στα νεφελώδη ψηφιακά δεδομένα βρίσκει τον άνθρωπο αμήχανο, να μην ξέρει τι να κάνει με τον ψηφιακό εαυτό του, να αναζητά μια νέα ταυτότητα.

…Ο κόσμος γεννήθηκε όμορφος. Ανήσυχος. Ανώριμος. Αγάπη μου! Ο κόσμος γεννήθηκε καθρέφτης του εαυτού του…

Ο ποιητής επιχειρεί να γίνει ο ψυχογράφος αυτού του ψηφιακού μας εγώ· ψάχνει να βρει τις αλήθειες εκείνες που επαναπροσδιορίζουν τη θέση του ανθρώπου στο σύμπαν της ψηφιακής εποχής.

Τα ποιήματα είναι ποιητικοί διάλογοι μεταξύ ενός  ανώνυμου εγώ και ενός εξίσου ανώνυμου εσύ, που προσπαθεί να συνδεθεί σε ένα βαθύτερο επίπεδο με τον άλλον, αλλά διαρκώς αποτυγχάνει.

Γύρω τους περιδινίζεται η πόλη. Πόλη πλαστική, πόλη του πολύ… -σε-ψάχνω στην πόλη –σε- ψάχνω στην πόλη –σε ψάχνω στην πόλη δε θα σε βρω ποτέ- δε θα σε βρω ποτέ- δε θα σε βρω[.]…

Ο ποιητής παρακολουθεί με τον ποιητικό του φακό τον σύγχρονο άνθρωπο να επαναλαμβάνεται μέσα από τις συνήθειές του.

Τον παρακολουθεί το βράδυ κάθε βράδυ στις 9 και 3 να κλείνει την τηλεόραση, να αφήνει στο τραπεζάκι τα γυαλιά, να χασμουριέται
  Μη Χα Νι Κά
Τον ακολουθεί σε στέκια που μόνο πίνουν μπύρες και κάνουν καμάκι μα δεν αγγίζονται –όχι. Ούτε ακούγονται Καθόλου, Μόνο πληκτρολογούν…

Τον βλέπει να βγαίνει φωτό αγκαλιά με κάθε φωνήεν που γνωρίζει στην πόλη.

…σ’ ένα μπαρ σου χαμογελάω κι ας μη σε ξέρω, ας μη θυμάμαι τίποτα, δε ξέρω πώς βρίσκω το χρόνο, δε ξέρω πώς είμαι εγώ μα είμαι εγώ που είμαι ε γώ στο δικό μου σόου τι ωραία αχ, τι ωραία που με σκηνοθετώ, τι   ωραία γράφω και το σενάριο της πόλης που βλέπεις ε με βλέπεις με βλέπεις με βλέπεις; τρώω κοιμάμαι φιλάω δε βαριέμαι μα βαριέμαι…
Ωωωω ω! εσύ μα εσύ τι μου θυμίζεις που άνθρωποι σκοτώνονται σε άλλη χώρα μακριά-μακριά-
Σημαιάκι το κάνω στη φωτό μου δεν το σκέφτομαι πολύ κι αλλάζω όπως πάλι ίσως όχι ναι τώρα αύριο αλλάζω… κοίτα με Αλλάζω  ατρόμητος Σωστός   Σούπερ  Ήρωας   στην πόλη…

Οι ήρωές του Κ. Π. χάνουν τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και διαδικτύου, σαν να έχουν υποστεί ένα είδος μετάλλαξης, να έχουν μετατραπεί σε ψηφιακές ψυχές με την πραγματικότητα να είναι ένα διάλειμμα μεταξύ δύο post. Βιώνουν μια συναρπαστική ζωή στο διαδίκτυο, που δεν έχει αντίκρυσμα στην πραγματική ζωή. Ο άνθρωπος στη σημερινή εποχή μοιάζει πιο απομονωμένος και πιο αυτοαναφορικός από ποτέ. Δείχνει να θέλει να αποφύγει την πραγματικότητα ―γιατί δεν έχει τη δυνατότητα να την ελέγξει― και βρίσκει καταφύγιο σε έναν ψηφιακό κόσμο, στη νέα ποπ «θρησκεία», που ο ποιητής  θεωρεί ότι είναι υποκατάστατο εκείνων που προηγήθηκαν και είχαν σκοπό να κρατούν τον άνθρωπο χειραγωγημένο. Οι ιδέες και οι συνήθειές του μοιάζουν ανησυχητικά με τη φιλοσοφία ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή. Στο παρασκήνιο, κρύβεται ένα κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα που παραλύει τη σκέψη και τη βούληση του, τον κάνει να ξεχνάει την ταυτότητά του, τη μοναδικότητά του. Οι αποφάσεις για την τύχη του κόσμου λαμβάνονται χωρίς τη δική του συμμετοχή. Ο άνθρωπος νιώθει ότι απορροφάται από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Το κεφάλι μου  Ύδρα Λερναία. Το κεφάλι μου. Με πολλά Αφριστά Μαλλιά. Το κεφάλι μου. Κοιτάει παντού. Γεμάτος οθόνες είμαι. Στο κεφάλι μου. Τα μάτια μου στέκονται εκεί και μό νο φω.το γρα φί ζουν. Δεν.][Νιώθω.][Το νέον στις φλέβες μου. Ακούω μα δεν καταλαβαίνω. Είμαι εσύ; Είμαι ό,τι δεν ξέρω. [+Έγινα Κάτι άλλο. Ποιος είμαι; Ποιος; ναι δεν έχω ταυτότητα Σώμα [αγγίζω.] Έχω. Σώμα έχω…Κεφάλι.[Να.] Φω.το γρα φί ες του έχω Π ολλές …

Όμως η πραγματικότητα είναι εκεί. Υπάρχει πίσω από όλα αυτά και εισρέει στο δωμάτιό του, στη μοναξιά του, μέσω της εικόνας, πώς αλλιώς! Η αλήθεια της τον αναστατώνει και τον φοβίζει. Τον κάνει να αλλάξει εικόνα, κλείνει την τηλεόραση και το λαπ τοπ. Η λογική του λέει ότι είναι μια προς ενημέρωσιν φωτογραφία. Παρηγορεί τον εαυτό του, ότι κάνει κάτι γι’αυτό: «Κάνε ποστ όχι πόλεμο» είναι το σύνθημα που ακούγεται στο ποίημα παραφράζοντας εκείνο το προκλητικό σύνθημα μιας άλλης επαναστατημένης γενιάς, που είχε κάνει τότε το γύρω του κόσμου «κάνε έρωτα όχι πόλεμο» και είχε την απαρχή του στις μαζικές αντιπολεμικές διαδηλώσεις και συναυλίες των δεκαετιών του '60 & του '70, για τον πόλεμο του Βιετνάμ, για παγκόσμια ειρήνη.

 … Εθισμένος(η επανάληψη με νάρκωσε) παραδομένος(η οθόνη με πάγωσε… τι κι αν είναι θάνατος― λένε ― είναι μόνο μια μακρινή προς ενημέρωσιν φωτογραφία… …Φιλαράκι μου. Κλεισμένος στο σπίτι δεν έχεις να φοβάσαι τίποτε. Κι αν ακόμη ψάχνεις την λύσιν ―πολύ απλό! Κάνε Ποστ. όχι πόλεμο.

Μια αόρατη κλωστή συνδέει την ποίηση του Κ.Π με τις επαναστατημένες γενιές του ’60 & του ΄70. Η ποίησή του φιλοξενεί απόηχους από τις ροκ μουσικές και τα ποπ τραγούδια τους που υμνούσαν τη ζωή και τον άνθρωπο. Οι στίχοι του συναντούν το Imagine, το θρυλικό τραγούδι του John Lennon, μεταφέρουν στον πυρήνα τους το ίδιο κωδικοποιημένο μήνυμα. Ονειρεύονται έναν επίγειο παράδεισο, χωρίς θρησκείες, χωρίς σύνορα μεταξύ των λαών, επιθυμούν ειρήνη και αδελφοσύνη σε τούτη τη γη.
Το μόνο σημείο το βιβλίου που παρέες αποκτούν  ονόματα είναι αυτό που αναφέρεται σε αυτήν τη γενιά. Μια φορά και έναν καιρό γράφει ο ποιητής, ήταν η Ντία ο Βασίλης κι η Χρυσούλα. Μια φορά ήταν η Ηρώ η Μαρία ο Θάνος η Λένα η Βαρβάρα κι ο Alexis… μια φορά  μια φορά κι ένα δύσκολο γενναίο... έναν καιρό που προσπαθούσες πολύ τη χαρά μα μια φορά κάπως έγινε  κάπως πέτυχε κάπως (Θε μου) πέτυχε  και φτιάξαμε κάτι δικό μας…. Φτιάξαμε τη δική μας ιστορία….
Ο ποιητής, άνθρωπος και αυτός της γενιά του, παρωδεί και αυτοπαρωδείται, όταν γράφει: …σε βλέπω εκτείνεις το χέρι. Πώς ξέρεις. Το θέμα πως είσαι  Ξέρεις .ναιναι το δικό σου θέμα είσαι ξέρεις .κι ο κόσμος (επίπεδος, τι άλλο;  )απέκτησε: Κέντρο   καταπληκτικό  .ωναιναι Ε  δω πέρα ζει ένα νέο είδος φοβερό/ εγωσάπιενς θαρρώ το λένε/ Απορροφάσαι μέσα του  .ω τι τρομερό/ Στα   προφίλ σου  . πώς ζει/ Εγωσάπιενς είναι μωρό μου/ Γαλάζιο  Εγωπαθητικό…
Εκείνο που επιθυμεί μυστικά ο ποιητής, είναι, να αφήσει και η δική του γενιά το στίγμα της στην πάροδο του χρόνου, να παλέψει και εκείνη με το δικό της τρόπο και να πει «δώστε μια ευκαιρία στην ειρήνη!»
Είμαστε η γενιά του φέις μπουκ  και των  εικόνων των πανέξυπνων κινητών ― των συσκευών και της μεγαλύτερης χώρας του κόσμου που επαναλαμβάνεται και δεν έχει καμιά σημασία που σε κάποια χρόνια όταν το κά πο τε θα είναι κάποτε κάποτε ―κάποτε “τότε στη γη” ίσως λέμε να που είχαν φέις μπουκ και κάτι έγραφαν εδώ  
Ο ποιητής πιστεύει στον άνθρωπο. Πιστεύει στη δυνατότητα μιας όσμωσης, που θα αφήσει ελεύθερο το πολυπρισματικό ψηφιακό μας εγώ, Αυτό που καπνός (στιλπνός) νέον (φως) βγαίνει (ροζ) πετά (σαν δράκος μικρός) να φτάσει ως τα εγώ των άλλων, αγγελιοφόρος μηνύματος ειρήνης.

Όλοι συμφωνούν:
Άνθρωπος λένε ―τι όνομα
Έχει άλλο
Άνθρωπο άλλο έχει
να λατρέψω; 

Κατερίνα Τσιτσεκλή



Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Η πνοή του Ζέφυρου - Νανουρίσματα απ' όλον τον κόσμο

Η γέννηση ενός παιδιού σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης ήταν πάντα μια υπόθεση πολύ σοβαρή για την μητέρα του, ήταν μια πηγή χαράς. Όμως σε πολλές περιπτώσεις έφερνε μαζί του δυσκολίες και προβλήματα, καθώς οι γυναίκες καλούνταν να αφιερώσουν τη ζωή τους στο νεογέννητο που απαιτούσε την ολοκληρωτική προσοχή τους. Τα νανουρίσματα που χρησιμοποιούνταν σε κάθε τόπο, για να αποκοιμίσουν και να ησυχάσουν τα μωρά, αντικατοπτρίζουν την εποχή και τον περίγυρό τους. Σ’ ένα από τα παλιότερα παραδείγματα που έχουμε, στο Κελτικό Dinogad’s Smock, το οποίο προέρχεται από τον πρώιμο Μεσαίωνα, η μητέρα προσπαθεί να κοιμίσει το παιδί της με αφηγήσεις κυνηγιού, καθώς στην Ευρώπη αφθονούσαν τότε τα θηράματα:

To πουκάμισο του Dinogad είναι πολύχρωμο, γεμάτο στίγματα,
Φτιαγμένο από δέρματα νυφίτσας.
Σφύρα! Σφύρα! Σφύριξε !
Φωνάζουμε, φωνάζουν μαζί κι οι οχτώ υπηρέτες.
Όταν ο πατέρας σου βγήκε να κυνηγήσει –
Ένα ακόντιο στον ώμο, ένα σπαθί στο χέρι του –
Πρόσταξε τα ζωηρά σκυλί του,
Γκιφ! Γκαφ! Πιάστε! Πιάστε! Πάρτε το!
Σκότωσε ψάρια απ’ τη βάρκα του
Σαν το λιοντάρι που σκοτώνει μικρά θηράματα.
Όταν ο πατέρας σου έβγαινε στα βουνά
Ένα ελάφι, ένα ζαρκάδι, έναν αγριόχοιρο θα έφερνε,
Έναν αγριόγαλο γεμάτο στίγματα,
Κι ένα ψάρι απ’ τους καταρράκτες του Derwennydd.
Όπου κι αν σκόπευε το κοντάρι του ο πατέρας σου-
Αγριόχοιροι, αλεπούδες, λύγκες,
Τίποτα δεν ξέφευγε εκτός κι αν είχε φτερά γερά.

Στις αγροτικές κοινωνίες προσδοκούσαν από το ερχομό ενός παιδιού μια βοήθεια στις ατέλειωτες κοπιαστικές εργασίες, κάτι τέτοιο φαίνεται σ’ ένα νανούρισμα απ’ την Μολδαβία:

Πήγαινε να κοιμηθείς μικρό μου,
Όταν ξυπνήσεις θα είσαι
Πια μεγάλο,
Ψηλό σαν συκομουριά
Γερό σαν οξιά,
Θα είσαι δυνατό για να βοηθάς, ας πάμε,
Να φέρουμε νερό στην κουζίνα
Να μαζέψουμε την σοδειά όλο το καλοκαίρι
Ας πάμε με τη μαμά, θα καθαρίσουμε χορτάρια…

Η Ισλανδία, μια χώρα παράξενη με άγρια τοπία, όπως ήταν φυσικό ενέπνευσε ανάλογα νανουρίσματα, όπως αυτό που γράφτηκε ως μέρος ενός θεατρικού έργου και βασίζεται σε μια αληθινή, τραγική ιστορία που μυθοποιήθηκε :

Κοιμήσου μικρή μου αγάπη,
Έξω η βροχή κλαίει.
Η μαμά ξαγρυπνά προσέχοντας τα χρυσά
Παιχνίδια που έχεις φυλαγμένα στο συρτάρι.
Ας μη μείνουμε ξάγρυπνοι όλες τις σκοτεινές νύχτες.

Υπάρχουν πολλά που ξέρει το σκοτάδι,
Το κεφάλι μου είναι βαρύ.
Έχω δει πολλές φορές τη μαύρη άμμο
Να δέρνει τους πράσινους λειμώνες.
Τρίζουν τα φοβερά κομμάτια στον παγετώνα.

Κοιμήσου βαθιά, κοιμήσου καλά,
Καλύτερα αργά να ξυπνήσεις.
Οι κακουχίες θα σου διδάξουν σύντομα,
Καθώς οι μέρες θα γίνονται νύχτες,
Ότι οι άνθρωποι αγαπούν, χάνουν, θρηνούν και κλαίνε.

Ένα ακόμα νανούρισμα από την Ισλανδία που θυμίζει στην αρχή του τα τρομαχτικά παιδικά παραμύθια:

Μικρέ μου φίλε σε νανουρίζω για να ησυχάσεις
Καθώς έξω, ένα πρόσωπο παραμονεύει πίσω απ’ το τζάμι
Όταν τα τρομερά βουνά
Γεμίζουν την καρδιά σου με αγωνία που καίει,
Θα σου παίζω μουσική
Να γαληνέψω το μυαλό σου

Όταν μαίνονται οι σκληρές καταιγίδες
Κι οι σκοτεινές χιονοθύελλες μαζεύονται από πάνω μας,
Πέντε κεριά θα σου ανάψω
Να κρατούν μακριά τις σκιές της χαραυγής του χειμώνα.

Στο Μεξικό πάλι, οι παραδόσεις είναι εντελώς διαφορετικές όπως φαίνεται στο
Lulo que lulo, ένα παιδικό τραγούδι που θυμίζει Ινδιάνικη ποίηση:

Κοιμήσου, κοιμήσου μωρό μου
Τι μεγάλο πόδι που έχεις.

Κάτω απ’ το χώμα
Ζει ένα ποντίκι
Σκότωσέ το, σκότωσε το
Είναι κλέφτης.

Ψηλά στον ουρανό
Ζει ένα τσακάλι
Με μάτια ασημένια,
Και πόδια από υδράργυρο...

Στην Ιαπωνία, τα νεαρά κορίτσια έπρεπε ν’ αφήσουν τα σπίτια των γονιών τους για να δουλέψουν ως παραμάνες σε πλούσιες μητέρες,  αδημονώντας για την ώρα που θα έπαιρναν μια άδεια για να δουν τους δικούς τους. Σ' αυτό το νανούρισμα μιλά ένα τέτοιο κορίτσι:

Καθόλου δε μ’ αρέσει αυτή η δουλειά,
το μωρό κλαίει κι έξω χιονίζει
απόψε.

Σαν έρθουν οι γιορτές, θα πάω πίσω στην
πατρίδα μου.
Αλλά δεν έχω όμορφο φόρεμα και παπούτσια
να φορέσω.

Το μωρό κλαίει συνέχεια και δεν μπορώ να κοιμηθώ
καλά αυτό το βράδυ.
Κοιμήσου μωρό μου κι άσε με να κοιμηθώ ως
αύριο το πρωί .

Σήμερα, πηγαίνω στο σπίτι μου πέρα απ’ τα
βουνά.
Μπορώ να δω το ταπεινό σπίτι των γονιών μου
εκεί πέρα.
Μπορώ να δω το ταπεινό σπίτι των γονιών μου
εκεί πέρα.

Σε χώρες φτωχές,  όπως η Περσία, τα παιδιά αποτελούσαν συχνά ένα βάρος, καθώς η μητέρα τους έπρεπε να ξεχάσει την δικιά της ζωή ειδικά όταν έχανε τον σύντροφό της:

Ένα λουλούδι χάθηκε κι απόμεινε το αγκάθι
Όλο το βάρος σ’ εμένα απόμεινε
Ένα μωρό έμεινε για μένα
Το μνημόσυνο του συντρόφου μου.

Όταν πάλι τα νεογέννητα έπρεπε να ακολουθήσουν κάποιο καραβάνι στις ερήμους της Μέσης Ανατολής, οι κίνδυνοι παραμόνευαν σε κάθε βήμα:

Μικρό μου! Ώσπου να φυσήξει το αεράκι της αυγής
θα σε κοιμίσω.
Μωρό μου! Ας ζήσεις, ας ζήσει κι ο πατέρας σου,
στο ταξίδι,
Μωρό μου! Ο πατέρας σου ταξιδεύει,
φοβάμαι το ταξίδι.
Όπως το πέταλο φοβάμαι την πνοή του ζέφυρου.
Σ όποιον έρθει και μου φέρει καλά νέα,
δίνω τη μισή ζωή μου.
Μωρό μου! Είσαι όλος ο κόσμος μου!
Ας ζήσεις, ας ζήσει κι πατέρας σου στο ταξίδι
Μωρό μου! Γιέ μου! Ψυχή μου !

Η Ιρλανδία ήταν πάντα μια χώρα που έβγαζε ποιητές και δεν θα μπορούσε να λείπει από μια τέτοια συλλογή. Ένα νανούρισμα όμορφο που έχει να κάνει με κάποιο κάστρο απ’ αυτά που συναντά κανείς να ορθώνονται μέσα στην πρασινάδα της ιρλανδικής υπαίθρου:

Θρηνούν οι αέρηδες του Οκτωβρίου
Γύρω απ’ το κάστρο του Dromore
Όμως στους ψηλούς διαδρόμους τoυ γαλήνη επικρατεί,
Αγαπημένε μου θησαυρέ.
Αν και τα φύλλα του φθινοπώρου ίσως μαραθούν και πεθάνουν
Είσαι ένα μπουμπούκι της άνοιξης.

Ας μην πλησιάσει κανένα κακό
Σ’ εμένα και το αδύναμο μωρό μου
Aς μείνουν μακριά τα τρομερά πνεύματα τoυ Μαύρου Νερού,
Τ’ άγρια ξωτικά της Clan Eoen
Κι η Παρθένος Μαρία ας ελεήσει με την ουράνια χάρη της
Εμένα και το μικρό μου.

Ξεκουράσου για να μεγαλώσεις αχτίνα της ελπίδας μου
Στον κήπο του Dromore
Όλη η φροντίδα για σένα μικρό αετόπουλο
Ώσπου τα φτερά ψηλά να σε σηκώσουν
Λίγη ξεκούραση κι έπειτα
Όλη η δουλειά του κόσμου μπροστά σου.


Απόστολος Σπυράκης




Πηγές :
3.    https://nicoleevelina.com/2013/10/07/dinogads-smock-an-ancient-celtic-cradle-song/


Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2018

Λονδρέζικη μαγεία στο Ηρώδειο

Τώρα που τελείωσε το καλοκαίρι, μπορούμε με την άτεγκτη κρίση που παρέχει ο χρόνος, να κάνουμε τον απολογισμό των εκδηλώσεων του "Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2018". Μπορούμε να πούμε, λοιπόν, ότι, φέτος, παρά τις οικονομικές δυσχέρειες, κατάφερε να ισορροπήσει, τόσο από άποψη αριθμών όσο και από άποψη ποιοτικών χαρακτηριστικών, τις εκδηλώσεις θεάτρου, χορού και μουσικής.

Στο παρόν κείμενο θα μας απασχολήσει μόνον η μουσική και ειδικότερα, η καλύτερη, κατά την άποψή μας, συναυλία που παρακολουθήσαμε το καλοκαίρι. Αναφερόμαστε στη συναυλία που έδωσε η λονδρέζικη Ορχήστρα Φιλαρμόνια με έργα Μπετόβεν και Βάγκνερ στις 2 Ιουλίου 2018. Η Ορχήστρα ιδρύθηκε το 1945 οπότε και έδωσε την πρώτη της συναυλία. Από τότε συνδέθηκε με θρυλικούς αρχιμουσικούς του εικοστού αιώνα, όπως, ενδεικτικά, οι Αρτ. Τοσκανίνι, Ρίχ. Στράους, Βίλχ. Φουρτβένγκλερ, Χέρ. φον Κάραγιαν, Ότ. Κλέμπερερ, για να φτάσουμε σήμερα στον Φινλανδό Έζα Πέκκα-Σάλονεν, μετά από μια επιτυχημένη θητεία στην Φιλαρμονική του Λος Άντζελες, όπου οι Ορχήστρες του Χόλλυγουντ τον έβλεπαν ως "ανταγωνιστή"! 

Ο Πέκκα-Σάλονεν υπήρξε "βασικός προσκεκλημένος αρχιμουσικός" της Φιλαρμόνια κατά την περίοδο 1985 - 1994, αλλά διαπίστωσε, όταν ανέλαβε το 2008, ότι είχαν αλλάξει πολλά, με την έννοαι ότι άλλοι μουσικοί είχαν συνταξιοδοτηθεί, άλλοι είχαν πεθάνει και αντικατασταθεί από νέους. Έτσι, μιλάμε, σήμερα, για μια νέα, τελείως διαφορετική Ορχήστρα, όπως μιλάμε για ένα "τελείως διαφορετικό Λονδίνο". 

Σε συνέντευξή του στην δημοσιογράφο Ίσμα Τουλάτου αναφέρει σχετικά: «Παρ' ότι κατά τα χρόνια που δούλεψα στις ΗΠΑ δεν έχασα ποτέ την επαφή μου με την Ευρώπη και πάντοτε επέστρεφα, το Λονδίνο της δεκαετίας του ΄80 ήταν μια πόλη χωρίς κινητά τηλέφωνα και Διαδίκτυο. Δεν είχε επίσης τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα που έχει σήμερα. Στον ίδιο όροφο μιας πολυκατοικίας μπορούν να κατοικούν επτά οικογένειες από διαφορετικές χώρες. Όταν τα παιδιά τους μεγαλώνουν μαζί, παίζουν μαζί στον δρόμο, ως ενήλικοι δεν έχουν άλλες διαφορές παρά αυτές του ατομικού τους χαρακτήρα. Αυτή η διαδικασία είναι μια πηγή φοβερής έμπνευσης».

Στη συναυλία που έδωσε φέτος το καλοκαίρι ξεκίνησε με την "Συμφωνία αρ.3, έργο 55" του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν, η οποία φέρει την επωνυμία "Ηρωική" (1804). Πρόκειται για ένα εμβληματικό έργο τόσο για την συμφωνική όσο και για την κλασική μουσική γενικότερα. Είναι γνωστό ότι την είχε αφιερώσει στον Ναπολέοντα Α', αλλά αργότερα απέσυρε την αφιέρωσή του. Το έργο βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ κλασικισμού και ρομαντισμού και ο τρόπος με τον οποίον ο συνθέτης επεξεργάζεται στην ορχήστρα το μελωδικό υλικό είναι αξιοθαύμαστος.





Η ερμηνεία του Πέκκα-Σάλονεν διέθετε ακρίβεια στις εναλλαγές εντάσεων και διαθέσεων, υφολογική πιστότητα και σαφήνεια στην ανέλιξη των μουσικών φράσεων. Και παρ' ότι απουσίαζε μια δυναμικότερη, συναισθηματική αντιπαράθεση των μερών του έργου, ο ήχος που έβγαζε ήταν διαφανής και αρκούντως ζωηρός, μεταφέροντας στο σήμερα τη μαγεία μιας άλλης εποχής.

Ακολούθησαν αποσπάσματα από το "Λυκόφως των Θεών" του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Το έργο αυτό παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Αύγουστο του 1876 στο Μπαϊρόιτ και αποτελεί το τελευταίο μέρος της τετραλογίας "Το δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν" του συνθέτη. Ο τίτλος του παραπέμπει στην σκανδιναβική μυθολογία και συμβολίζει την μάχη του τέλους του κόσμου.


Η ερμηνεία των συντελεστών με τον ρωμαλέο ήχο των χάλκινων πνευστών και τις λυρικές εξάρσεις των εγχόρδων κατέκλυσε με μαγικό τρόπο το ρωμαϊκό Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, μεταφέροντας το μεγαλείο και την ατμόσφαιρα του οπερατικού έργου, χωρίς και πάλι την συναισθηματική εμπλοκή, αλλά με ξεκάθαρη έκφραση των διαθέσεων και της λυτρωτικής κατάληξης. Στην τελική σκηνή της Βρουνχίλδης συμμετείχε η μεσόφωνος Μισέλ ντε Γιανγκ από τις Η.Π.Α. , μια φωνή εξοικειωμένη με το βαγκνερικό ύφος, σε αγαστή συνεργασία με την Ορχήστρα, παρά τα κάποια ελλείμματα δυναμικής (ίσως, λόγω κακής εκτίμησης για την ακουστική του χώρου), αλλά χωρίς καθαρή άρθρωση.

Η Ορχήστρα Φιλαρμόνια, που ενδιαφέρεται για τη διεύρυνση του κοινού της κλασικής μουσικής, συμμετέχει σε προγράμματα διαρκούς μάθησης και δεν αρνείται τη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας, ευχόμαστε να ξαναέρθει σύντομα και να γίνουμε εκ νέου ακροατές της.

Αθανάσιος Βαβλίδας







Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

"Μικρές καταιγίδες" της Βικτωρίας Γεροντάσιου

Διάβασα τη συλλογή της κας Γεροντάσιου πιο πολύ από περιέργεια. Η ποιήτρια έχει ακολουθήσει την ίδια πορεία με μένα, απλώς αντίστροφα: σπούδασε πρώτα Επικοινωνία & ΜΜΕ και μετά έκανε μεταπτυχιακό στη «Λογοτεχνία και τέχνη» στη Γαλλία, όπου ζει μέχρι σήμερα. Δεν ξέρω αν είναι το είδος των σπουδών που διασφαλίζει την επιτυχία ή αν είναι ο χαρακτήρας του ανθρώπου που επιλέγει τις συγκεκριμένες σπουδές, πάντως ο συνδυασμός βοηθάει αποδεδειγμένα τη σκέψη και επιτρέπει την πρόσδοση στη λογοτεχνία ενός διαφορετικού, πολύ μεγαλύτερου βάθους.

Αλλά ας επιστρέψουμε στη συλλογή: αποτελείται από 49 «Καταιγίδες» και μερικά εμβόλιμα ποιήματα με τίτλους όπως «Κύματα απ΄αλλού», «Οκτώβριος», «Σύντομο αντίο». Ο τίτλος, Μικρές καταιγίδες, είναι απολύτως εύστοχος, καθώς τα ποιήματα είναι χωρίς εξαιρέσεις μικρά, δηλαδή ολιγόστιχα, κι όχι μόνο αυτό: είναι απολύτως αφαιρετικά. Ο ποιητικός λόγος της Γεροντάσιου είναι ελλειπτικός από πλευράς λέξεων και αποφθεγματικός από πλευράς περιεχομένου. Πρόκειται για έναν τρόπο διαπραγμάτευσης εντελώς δικό της. Παρά την ελλειπτικότητα, ωστόσο, η ποιήτρια καταφέρνει να δημιουργεί μικρές εσοχές στα ποιήματά της, μέσα στις οποίες οι στιγμές ή οι έννοιες αναλύονται με σημαντική ευκρίνεια:

Χθες Σάββατο, παντρεύτηκαν
Σφίγγες του μυστικού κορμού
Γενναιόδωρα τραγούδια[...]
Θυμάμαι
Το πεύκο έσφυζε ζωή
Αυτή τη θολή μυσταγωγία
(«Καταιγίδα 2»)

Στους τελευταίους δύο στίχους δημιουργεί η ποιήτρια τον χώρο για να γίνει ένα σχόλιο για τη ζωή, το οποίο στη συνέχεια συνδέεται με τον αρχικό στίχο (γάμος-μυσταγωγία). Και αλλού:

Λεκιασμένο νερό
Η σιωπή
Ένα ξεγυμνωμένο βουνό
Κι η ελπίδα αγριεύει
Μεταμορφώνεται
Σε ντροπή
Σε ακούει
(«Καταιγίδα 16»)

Υπάρχουν βέβαια ποιήματα (λιγοστά ωστόσο), όπου η ελλειπτικότητα του λόγου δημιουργεί προβλήματα:

Ήρεμα σκορπίζεται
Σε κινούμενη γη
Ψαράς του δύσκολου ορίζοντα
Δουλεύοντας με τη νύχτα
Γελαστά λόγια
Κόντρα στο ρεύμα
Δεν θα ξαναπεινάσει
(«Καταιγίδα 11»)

Το υποκείμενο του τελευταίου στίχου είναι ο ψαράς του δύσκολου ορίζοντα, όμως έχουν μεσολαβήσει τρεις στίχοι και πολλά νοήματα και αυτό δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό, με αποτέλεσμα ο στίχος αυτός να μοιάζει να "κλωτσάει".

Τα ρήματα, επιλεγμένα και χρησιμοποιούμενα με φειδώ, κατέχουν καίριες θέσεις μέσα στα ποιήματα: δημιουργούν κλιμακώσεις για να οδηγήσουν αμέσως μετά σε μια απόλυση, όπως στα κλασικά δραματικά έργα:

Ξυπόλυτο παιχνίδι
Στο ταξίδι μένει
Άυπνο
Ο αέρας λύνει τα μάγια
Τρυφερό χνούδι
Φρέσκο κορμί [...]
Ζωηρή γέννα
Πάνω σε σγουρά μαλλιά
Ξεκουράζεται
(«Καταιγίδα 1»)

Η εικόνα και η αίσθηση του τοκετού παρουσιάζονται ανάγλυφες σε αυτό το ποίημα, από το οποίο παρέλειψα τρεις μόνο στίχους. Δείτε την αντίθεση: ζωηρή γέννα – ξεκουράζεται και την αίσθηση που δημιουργεί. Αλλού, το παιχνίδι των αντιθέσεων αφήνεται να πάρει τα ηνία και τότε οι αντιθέσεις δομούνται προσεκτικά:

Μια πέτρα μοναχικού ανθού
Σαν μακρινό, χαμηλόφωνο βλέμμα
Που η ησυχία ξεσήκωνε
Κι η ακινησία δυνάμωνε
(«Καταιγίδα 5»)

Χαρακτηριστικό των ποιημάτων είναι η αξιοθαύμαστη ισορροπία που όμως δεν εμποδίζει την αυτονομία, καθώς κάποιοι στίχοι θα μπορούσαν να σταθούν μόνοι, σαν άμετρα χαϊκού:

Φυλακή
Στην καρδιά ενός κέδρου
Παγωμένα αγκάθια
(«Καταιγίδα 3»)

Αποκοιμάται ο ποταμός
Εκτός εποχής
Οι γραμμές λιώνουν
(«Καταιγίδα 6»)

Όταν ανθίζει
Σοφή θλίψει
Πεθαίνει νωρίς
(«Καταιγίδα 30»)

Σημαντικά χαρακτηριστικά της ποίησης της Γεροντάσιου είναι η τρυφερότητα και η υπέροχη λιτότητα, στην οποία ήδη αναφέρθηκα εμμέσως, όταν μίλησα για τον ελλειπτικό της λόγο:

Μια κρυστάλλινη πτήση
Στην πρωινή ταχύτητα[...]
Ένα θαμπό τοπίο, ο κεραυνός
Νοσταλγική βροχή
Μέσ’ απ’ το τζάμι, λιώνει
Ένας χαμένος πελαργός
(«Καταιγίδα 17»)

Κάποτε, αυτή η λιτότητα και η ελλειπτικότητα επιτρέπουν στα ποιήματα να γίνονται λούπες που διαβάζονται κυκλικά, με τους στίχους να έχουν βρεθεί τυχαία στη θέση που βρίσκονται:

ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΜΟΡΓΟΣ

Κρυψώνα, μια ζωγραφιά
Στους βράχους
Βυθισμένες σκέψεις
Νανούρισμα του καλοκαιριού
Η ασημένια της χαρά
Μια λάμψη
Μεταξένιο στολίδι
Κάτω απ’ τον άνεμο
Ωκεανός γινόταν
Όταν η σελήνη έσβηνε,
Απ’ όλες τις εποχές
Προτιμούσε την κίτρινη

Πρόκειται τελικά για μια ποίηση που παραπέμπει στην έννοια του ζεν και που παράγει γαλήνη κατά την ανάγνωσή της:

Κάτω απ’ το φως η ευτυχία τρέχει,
Μια κερασιά στα σύννεφα
Η γέφυρα
Που ανηφορίζει ανάμεσα
(«Καταιγίδα 27»)

Αυτή η αίσθηση παραμένει, ακόμη κι όταν οι στίχοι παραπέμπουν σε κάτι αρνητικό:

Το δέρμα κρύο
Και το πρωί
Ένα τετράγωνο χαμένο
Μες στον κυκλώνα που σβήνει
(«Καταιγίδα 37»)

Καταλάβατε ίσως ότι έχω γίνει φαν της συγκεκριμένης ποιήτριας – και όχι άδικα! Για το τέλος, παραθέτω δύο ποιήματα ολόκληρα, από τα πάρα πολλά που ξεχώρισα:

ΚΥΜΑΤΑ ΑΠ’ ΑΛΛΟΥ

Στην αντίπερα όχθη
Το χώμα
Επιπλέει το πέλαγος
Στάζει το δελφίνι
Στο κάποτε ζωντανό μπλε
Στον αφρό το γέλιο
Ένα κύμα βαθύ


ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ 47

Ζεστά μαζί
Κάθε γη που γυρίζει
Ένα πέταλο στο άπειρο
Η κυριακάτικη ευωδιά της
Γδαρμένος πρίγκιπας, ο χρόνος
Μεταξύ μας
Πολύχρωμα εξατμίζεται
Τριαντάφυλλο


Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

"Δεύτερη φύση" της Ασημίνας Ξηρογιάννη

Πριν από αρκετό καιρό σε άρθρο με τίτλο «Χωρίς κίγκο – λίγα λόγια για το κοινωνικό χαϊκού» είχαμε υποστηρίξει την άποψη ότι το λιτό, κομψό και παραδοσιακό γιαπωνέζικο χαϊκού έχει εξελιχτεί σήμερα και έχει αποκτήσει έναν κοινωνικό χαρακτήρα. Χωρίς πλέον την απαραίτητη παραδοσιακά εποχιακή λέξη «κίγκο» και με αναφορά προβλημάτων, που αγγίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο.

Έρχεται, λοιπόν, να μας επιβεβαιώσει η καινούργια ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη: Δεύτερη φύση, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: «ΑΩ» και περιλαμβάνει εξηνταπέντε χαϊκού κυρίως με κοινωνικές αναφορές.

Την Ασημίνα Ξηρογιάννη τη γνωρίζουμε από τα προηγούμενα έργα της για τα οποία έχουμε αναφερθεί εκτενώς σε άλλο χώρο. Η ποιήτρια μας έχει προσφέρει μέχρι σήμερα ένα πολυποίκιλο συγγραφικό έργο, που αποτελείται από ποιητικές συλλογές, μια νουβέλα, ένα θεατρικό μονόπρακτο και συμμετοχή σε συλλογικά έργα. Από τις προηγούμενες ποιητικές συλλογές της είχαμε ξεχωρίσει την αιχμηρή λιτότητα των στίχων της, καθώς συναντούσαμε ποιήματα τρίστιχα, δίστιχα ακόμα και μονόστιχα, που όλα κατάφερναν να περικλείσουν μέσα ελάχιστους στίχους ένα ολοκληρωμένο νόημα, όμως, ποτέ μέχρι τώρα δεν είχαμε διαβάσει κάποια δικά της χαϊκού. Η ποιήτρια έβαλε δύσκολα στον εαυτό της, καθώς δεν τον περιόρισε απλά σε τρεις στίχους, αλλά ακολουθώντας τη μόδα του σύγχρονου ευρωπαϊκού χαϊκού, που τηρεί αυστηρά το μέτρημα του στίχου σε 5-7-5 προσπάθησε να γράψει εξηνταπέντε μικρά διαμαντάκια και το πέτυχε.

Την Ασημίνα Ξηρογιάννη στην ποιητική της συλλογή Δεύτερη φύση την απασχολούν τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου και οι λύσεις τους. Έτσι, μας μεταφέρει την άποψή της για την μοναξιά: «Φάε μοναξιά! / Θα γίνεις πιο δυνατός! / Φάε μοναξιά!», χτυπάει τη μοιρολατρία: «Την άλλη ζωή / περιμένοντας πάντα, / ποτέ σου δε ζεις.» και ορίζει την αποστολή του σύγχρονου ποιητή: «Ξεβόλευσέ τους / με τους στίχους, ποιητή! / Βάλε τους φωτιά!» Κι αν ο ποιητής βάζει φωτιά με τους στίχους του, ο άνθρωπος δεν πρέπει να σιωπά μπροστά στις συμφορές, αλλά να φωνάζει και να διεκδικεί: «Η χώρα πενθεί. / Απαιτείται λεν σιωπή. / Όχι! Φτάνει πια!»

Ο χρόνος περνάει και χάνεται, αλλά οι στίχοι δεν χάνονται ποτέ κατά το γνωστό ρητό: Scripta manent: «Κάνε τον χρόνο / που έχασες στίχο, και / θα τον βρεις πάλι.», ενώ οι αναμνήσεις είναι πάντα απαραίτητες: «Η μνήμη χτίζει / τη ζωή, η λήθη την / υπονομεύει.» Ο έρωτας παρουσιάζεται ως ένα καταφύγιο από τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου: «Θα με αγγίξεις; / Αν όχι, θα πεθάνω. / Από μοναξιά.», όμως, πολλές φορές χάνεται στο μάταιο της αναμονής: «Εγώ Πηνελόπη / εσύ Οδυσσέας που / ποτέ δεν θα ‘ρθει.» και καταλήγει: «Εσύ κι εγώ / σαν τελειωμένοι στίχοι / λυπηρού ρεφρέν.»

Η ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη Δεύτερη φύση έχει πλήθος αναφορές σε καλλιτέχνες που έχουν εμπνεύσει την ποιήτρια, όπως ο Βογιατζής, ο Καβάφης, Ο Μοντιλιάνι, η Αναΐς Νιν, αλλά και συγκεκριμένα έργα, όπως ο πίνακας «Το φιλί» του Μουνκ.

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ασημίνα Ξηρογιάννη με την ποιητική της συλλογή Δεύτερη φύση μας αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι είναι ερωτευμένη με την ποίηση, με τις ιδέες και με τις λέξεις ή όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ίδια: «Με τις Ιδέες / φλερτάρεις και τις Λέξεις. / Φτιάχνεις χαϊκού!»


                                                                Θεοχάρης Παπαδόπουλος