Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Ο μεταμοντερνισμός στη λογοτεχνία

Το κίνημα του μεταμοντερνισμού στη λογοτεχνία και γενικότερα στην τέχνη και την αρχιτεκτονική έχει γίνει η αιτία να γραφτούν και να ακουστούν αντιφατικές απόψεις διεθνώς. Το εναρκτήριο λάκτισμα για τη συναφή συζήτηση στην Ελλάδα έδωσε η έκδοση του μυθιστορήματος του Ουμπέρτο Έκο Το όνομα του ρόδου. Και μπορεί οι περισσότεροι παράγοντες των ελληνικών γραμμάτων που ενεπλάκησαν στη συζήτηση να τάχθηκαν στη γραμμή των πολεμίων του, ουδείς όμως τόλμησε να αμφισβητήσει τη σοβαρότητα του θέματος.

Από πλευράς ετυμολογίας, ο όρος μεταμοντερνισμός καταδεικνύει κάτι πέρα από τον μοντερνισμό, που όμως δεν είναι πλήρως αποκομμένο από αυτόν. Σαν κίνημα, σήμανε αφενός την κατάρρευση των μεγάλων αφηγήσεων και την αποδέσμευση της ανθρωπότητας από την ευθύνη με την οποία την είχε επιβαρύνει το αισθητικό μοντέλο του 19ου αιώνα, και αφετέρου την απελευθέρωση της φαντασίας από τις επιστημονικές έννοιες και θέσεις που όχι μόνο είχαν αποτελέσει το θεμέλιο του μοντερνισμού, αλλά είχαν αναχθεί και σε παντοδύναμες προσταγές προς πάσα κατεύθυνση.
Τον όρο «μεταμοντερνισμός» χρησιμοποίησε πρώτος το 1959 στις ΗΠΑ ο Irving Howe στο ιστορικό πλέον κείμενό του “Mass Community and Postmodern Fiction”. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο François Lyotard με το βιβλίο του The Postmodern Condition. A Report on Knowledge, που πρωτοδημοσιεύθηκε στη Γαλλία το 1979.

Μεταμοντερνιστές χαρακτηρίστηκαν ορισμένοι συγγραφείς που συνέθεσαν το κύριο μέρος του έργου τους στις δεκαετίες του ’60 και ’70, όπως οι Thomas Pynchon, Italo Calvino, John Barthes, Roland Barthelemy and Thomas Bernhard. Επομένως, ο μεταμοντερνισμός προϋπήρχε της αποθέωσής του, που συντελέστηκε στη δεκαετία του ’80. Ψήγματά του μάλιστα μπορούμε να βρούμε ακόμη και στον Σαίξπηρ.

Ίχνη μεταμοντερνισμού στον Σαίξπηρ: Τροΐλος και Χρυσηίδα
Ένα πρώιμο δείγμα μεταμοντερνισμού είναι το θεατρικό έργο Τροΐλος και Χρυσηίδα του Σαίξπηρ. Πρόκεται για ένα πρωτοποριακό έργο της εποχής που γράφτηκε (1602-1603), το οποίο «κοιτά» συγχρόνως προς τα εμπρός και προς τα πίσω. Οι περισσότεροι χαρακτήρες του είναι παραδοσιακά συνδεδεμένοι με τα ιδεώδη του ρομαντισμού και του ιπποτισμού, ακόμη όμως κι όταν περιγράφουν ηρωικά συναισθήματα και χρησιμοποιούν τους βαρύγδουπους παλιομοδίτικους χαρακτηρισμούς, εμφανίζονται εθισμένοι σε μακρόσυρτες κουτσομπολίστικες συνήθειες, ευτελή σχέδια, νοσηρές προκαταλήψεις και εγωκεντρικές, στενόμυαλες επιδιώξεις. Η κεντρική ιδέα του έργου καταδεικνύεται με τα λόγια του Τροΐλου, ο οποίος στηρίζεται στην πεποίθηση ότι πρέπει να υπάρχουν δύο Χρυσηίδες(!), μια που περιμένει πιστά στην Τροία και μια άλλη, εκείνη του Διομήδη. Εκθέτει έτσι ο Τροΐλος την οδυνηρή αλήθεια του έργου: πως αυτό που φαινόταν λαμπρό κι εξαίσιο δεν ήταν ποτέ έτσι.

Η θνήσκουσα ζωή στο Τροΐλος και Χρυσηίδα απέχει πολύ από τον ρομαντικό κόσμο της εποχής του Σαίξπηρ, όμως οι αρχές της ανθρωπότητας και της φύσης εξαιρούνται τόσο βίαια και σε τέτοια έκταση από την ίνα του έργου, που η απουσία τους τα καταδεικνύει περισσότερο: η αγάπη για τη ζωή είναι πιο παρούσα στο έργο αυτό του Σαίξπηρ, παρά αν είχε δηλωθεί με τη μεγαλύτερη λεπτομέρεια.
Μήπως όμως η αγάπη για τη ζωή, που λάμπει διά της απουσίας της, είναι ακριβώς η πεμπτουσία του μεταμοντερνισμού;

Μεταμοντερνισμός και αγάπη για τη ζωή
Τα δείγματα γραφής των μεταμοντερνιστών με την πρώτη ματιά δίνουν την εντύπωση ατελεύτητων κειμένων γεμάτων από καταπιεσμένες ορμές, ανικανοποίητα πάθη, σχιζοφρενικά παραληρήματα και συναισθήματα άφατης δυναμικής. Καθένα από αυτά τα χαρακτηριστικά, όμως, περιγράφεται με τέτοια ένταση και δηλώνει τέτοια αγάπη για ζωή, τη δική του ζωή, την ανάγκη να υπάρξει, που στην πραγματικότητα «παγώνει» τον χρόνο της αφήγησης, διεκδικεί την αποκλειστικότητα στο κείμενο και τον διαστέλλει στο άπειρο, ώστε να χωρέσει την πολυμορφία μέσα σε μία και μόνο κατακερματισμένη στιγμή, μια στιγμή που διαρκεί για πάντα.

Ας δούμε, για παράδειγμα, το βιβλίο The Crying of Lot 49 του Thomas Pynchon, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ως Η συλλογή των 49 στο σφυρί. Στο βιβλίο αυτό, κεντρικό υποκείμενο είναι η Έντιπα Μάας, η οποία διακατέχεται από μια πολύ συγκεκριμένη εμμονή: να λάβει το Μήνυμα. Οι πληροφορίες που απαρτίζουν το τόσο επιθυμητό και σημαντικό Μήνυμα, όμως, είναι διασκορπισμένες παντού γύρω της και διασκορπίζονται ακόμη περισσότερο λόγω του «θορύβου» ή της εντροπίας που παράγει η Έντιπα, καθώς ανακαλύπτει σωρούς άλλων πληροφοριών γύρω της και τους αναλύει. Η πληροφορία ενέχει τη θέση θεού στο διάστημα ανάμεσα στη δυαδική απεικόνιση 0 και 1, δεν είναι όμως ούτε 0 ούτε 1, είναι και τα δύο μαζί. Η Έντιπα χάνεται όλο και περισσότερο μέσα στον θόρυβο των άσχετων αλλά αποκαλυπτικών πληροφοριών και απομακρύνεται όλο και πιο πολύ όχι μόνο από το Μήνυμα, αλλά και από τον κόσμο γύρω της. Η αλήθεια και η γνώση που ψάχνει, σαν αλληγορίες της αγάπης για τη ζωή, ξέρει εξ αρχής πως δεν υπάρχουν παρά μόνο σαν κωδικοποιημένη πληροφορία. Όπως ακριβώς ο αναγνώστης ξέρει εξ αρχής πως η πραγματικότητα δεν υπάρχει, παρά μόνο σαν κείμενο.

Στην Ελλάδα όμως τι γίνεται;

Μεταμοντερνισμός και Ελλάδα
Ο Μαριάμπας του Γιάννη Σκαρίμπα κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1935 και έκανε, σύμφωνα με το σημείωμα της επιμελήτριας της έκδοσης, Κατερίνας Κωστίου, μεγάλη εντύπωση στους κύκλους των λογοτεχνών. Η ιδιαιτερότητα του Μαριάμπα έγκειται, μεταξύ άλλων, στον ακροβατικό τρόπο με τον οποίο ο Σκαρίμπας χειρίζεται τη γλώσσα και στην αφηγηματική του τεχνική, με όλα όσα αυτή περιλαμβάνει: το χρονικό πεδίο, το χωροταξικό πλαίσιο, τα επίπεδα της αφήγησης κ.λπ. Ο χρόνος που χρησιμοποιείται στο μυθιστόρημα είναι ο αόριστος ή ο υπερσυντέλικος, όμως τείνει συστηματικό να ταυτιστεί με τον ενεστώτα χρόνο της αφήγησης. Η χρονική αλληλουχία υπονομεύεται διακρώς, με ηθελημένες ανακολουθίες και ανατρεπτικές αντιφάσεις. Ακόμα και οι ημερομηνίες που ορίζονται με ακρίβεια δεν αντιστοιχούν στη χρονική ακολουθία των γεγονότων. Αλλά και ο χώρος δεν έχει συγκεκριμένη διάσταση. Ενώ αναφέρεται ρητά η Χαλκίδα, οι περιγραφές της πόλης είναι εξαιρετικά αφηρημένες, ίσως εντέλει και μεταφορικές. Παρομοίως χαρακτηριστική είναι και η γλωσσική αταξία, με την ιδιάζουσα γραμματική και φωνολογική εξάρθρωση της γλώσσας: όλα συντείνουν στον παραλογισμό του υποκειμένου, που αρνείται να δεχτεί άλλη πραγματικότητα πέραν της δικής του.

Σύγχρονή μας περίπτωση αμιγώς μεταμοντέρνας γραφής έχουμε στις νουβέλες της Λίλας Τρουλινού. Συγκεκριμένα, στο έργο της Στον κάμπο στροβιλίζονται τ’ αγκάθια, το κείμενο είναι ένα υβρίδιο μεταξύ ποίησης και πεζού λόγου με μια σχεδόν αταξινόμητη γραφή. Η συγγραφέας κατακερματίζει το νήμα της αφήγησης, βάζοντας σε δεύτερο πλάνο τα στοιχεία της πλοκής και σε πρώτο τη συγκίνηση που παράγεται από τα τεκταινόμενα στο φόντο. Αλλά και στην επόμενη νουβέλα της, την Αουρέλια, η πλοκή παραδίδεται το ίδιο κατακερματισμένη και παραδομένη στη γοητεία του τρόπου με τον οποίο καταλήγει αφηγημένη. Ασύμμετρες ισορροπίες και φαινομενικά αυθαίρετες εναλλαγές επίσης δεν λείπουν από την αφήγηση, της οποίας το νήμα συχνά μοιάζει να χάνεται.

Υπερβάσεις
Όπως διατείνεται η Λίντα Χάτσιον (Linda Hutcheon, Theorizing the Postmodern: Towards a Poetics, 1988), η πιο ριζοσπαστική υπέρβαση ορίων αφορά τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη μη μυθοπλασία – κατ’ επέκταση ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Αυτό που λέει η Χάτσιον είναι ότι στον μεταμοντερνισμό χρησιμοποιούνται τεχνικές που σκοπό έχουν να συνειδητοποιήσουμε εμείς οι αναγνώστες τις προσδοκίες μας και την αφελή μας εμπιστοσύνη σε μία κάθαρση ή ένα τέλος, το οποίο όμως δεν έρχεται ποτέ.

Τα μεταμοντέρνα κείμενα λειτουργούν επίσης ως ιδιάζουσες παρωδίες στη διακειμενική σχέση τους με τις παραδόσεις και τις συμβάσεις των εμπλεκόμενων ειδών. Απουσία τέλους, δεν υπάρχει προσδοκία ή επίκληση οποιασδήποτε συνέχειας κάτω από την κατακερματισμένη ηχώ του κειμένου. Αυτή η έλλειψη προσδοκίας, αυτή η ασυνέχεια είναι στη ρίζα της εντέλει ειρωνική, καθώς ενσωματώνει αλλά ταυτόχρονα αμφισβητεί αυτό που παρωδεί.

Αυτός είναι ο μεταμοντερνισμός: η καθολική αμφισβήτηση του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Και η ιστορία, την οποία ως κοινωνική συναίνεση ο ίδιος απορρίπτει, έχει αποδείξει επανειλημμένως ότι τέτοιου είδους ρωγμές στο συνεχές είναι που εγγυώνται την πρόοδο του κόσμου.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 42 του vakxikon.gr. Περιέχει εν μέρει ξαναγραμμένα και επικαιροποιημένα αποσπάσματα από παλαιότερο, εκτενέστερο άρθρο μου "Ο μεταμοντερνισμός και η επαφή του με τη λογοτεχνία", που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 14-15.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου