Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

Λεία Βιτάλη, «Ιερή Παγίδα»: Κριτικές σκέψεις με αφετηρία το έργο της.

Τον Σεπτέμβριο του 2007 η Λεία Βιτάλη, συγγραφέας του ιστορικού μυθιστορήματος Ιερή Παγίδα, σε συνέντευξή της στον αρχισυντάκτη του περιοδικού Ομπρέλα Μάκη Αποστολάτο ανέφερε χαρακτηριστικά: «Σε όλα μου τα μυθιστορήματα υπάρχει μέσα το ιστορικό ή το κοινωνικό στοιχείο. Ακόμη και στα διηγήματά μου ή στα θεατρικά μου έργα. Λατρεύω την ιστορία και όλα όσα μας διαμορφώνουν. Θα ήταν δύσκολο για μένα να μην εντάσσω σε ένα ιστορικό ή κοινωνικό πλαίσιο τις ιστορίες μου. Αφού οι ίδιες οι ιστορίες έχουν δημιουργηθεί από αυτό»[1]. Η τοποθέτηση αυτή, αναμφίβολα, επιβεβαιώνει επακριβώς το συγγραφικό στίγμα του συγκεκριμένου έργου της συγγραφέως: ιστορικό μυθιστόρημα, και μάλιστα εξαιρετικό. 

Με κριτική διείσδυση γραφής, λογοτεχνική γλαφυρότητα, αψεγάδιαστη γνώση των ιστορικών πηγών η Ιερά Παγίδα συνιστά μία πιστή αναπαράσταση της βυζαντινής εποχής στα τελευταία σπαράγματά της, μιας εποχής δύσκολης στην προσδιορισμό και την περιγραφή της, πόσο μάλλον όταν η αναδιήγηση γίνεται από νεανικά χείλη, όπως εδώ: Η ανάλαφρη και αισιόδοξη ματιά της νιότης, μέσα από τις περιγραφές και τις δράσεις των (νεαρών) ηρώων της, που αξιολογεί τα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα, χωρίς να λυγίζει από το βάρος τους. Ένας επιπλέον λόγος της συγγραφικής πρωτοτυπίας του βιβλίου, πέρα από τα ολοφάνερα προτερήματά του[2]. Κι είναι αυτή η ηλικιακή συμμετοχή των ηρώων που διευρύνει την αντίστοιχη ηλικιακή κλίμακα των αναγνωστών προσδίδοντας στο έργο μία ξεχωριστή ιδιοτυπία: ούτε ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται μόνο σε ενήλικες ούτε ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται μόνο σε νέους. Ακόμα κι αν αποτολμούσε κάποιος, με φιλολογικά κριτήρια, να το χαρακτηρίσει «εφηβικό», η πολυπλοκότητα και το βάθος της συγγραφικής σκέψης θα απομάκρυναν νωρίς από μία τέτοια ειδολογική κατάταξη.

Δεν παύει ωστόσο να είναι ένα βιβλίο που μπορεί να απευθυνθεί στο νεανικό κοινό, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του, εισάγοντας τον πιο δύσκολο και απαιτητικό αναγνώστη των καιρών μας, τον έφηβο (υπάρχει ένα υπολογίσιμο δέλεαρ τεχνολογίας και εικόνας εδώ), στον πολυδαίδαλο κόσμο του Βυζαντίου και μάλιστα σε μία από τις πιο τραγικές ιστορικά στιγμές του, συντριβής και ήττας.

Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται παραμονές της Άλωσης της Πόλης και οι περιπέτειες ζωής του δεκατετράχρονου Ιάκωβου Νοταρά, γιου του τελευταίου πρωθυπουργού του Βυζαντίου, γίνονται το κάτοπτρο των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών εκείνης της εποχής. Τι είναι αυτό που μπορεί να ξεχωρίσει το βιβλίο στα μάτια του εφήβου και να τον ελκύσει; Αναντίρρητα, η αλήθεια του. Όχι μόνο η επίσημη ιστορική, αλλά κι η ανεπίσημη εθνοϊστορική[3]. Η τελευταία δεν ανιχνεύεται σε επίσημα αρχεία και πηγές, αλλά αλιεύεται στις παράπλευρες ιστορίες των ανθρώπων της καθημερινότητας και γίνεται η γόνιμη πρώτη ύλη της λογοτεχνίας, προφορικής και γραπτής, λαϊκής και έντεχνης. Είναι η ιστορία της Σιχθάν, της μουσουλμάνας σκλάβας στον πύργο των Νοταράδων, την δράση της οποίας, όπως επισημαίνει η συγγραφέας στην αρχή του έργου της, δεν είχε την τύχη «να την καταγράψει η Ιστορία». Την καταγράφει όμως η λογοτεχνία μέσα από την πληροφορία που παραδόθηκε στον πέρασμα των αιώνων και δημιουργικά μεταπλάστηκε. Και στη συνέχεια ιδεατά αναπαραστάθηκε. Με έναν κόσμο που παρουσιάζεται, όπως ακριβώς είναι, δίχως εξωραϊσμό, δίχως ιδεολογική πρόθεση, δίχως σκόπιμη υποβολή. Με την ίδια τη συγγραφέα να βαδίζει στο δρόμο της εξακριβωμένης επιστημονικής τεκμηρίωσης και της παρακείμενης-ενορατικής να τολμήσω πω;-έμπνευσης. Αυτό που ακαδημαϊκά, με γλώσσα ρυθμισμένη κι επιστημονική, διδάσκεται , εδώ με διαύγεια αποκαλύπτεται και μάλιστα με τη δύναμη εκείνη των λέξεων που φωτίζουν, αλλά δεν πυρπολούν· αντίθετα ζωντανεύουν, βαθαίνουν, ανοίγουν πόρτες στο παρελθόν, συνομιλούν.

«Ο μικρός μου αδελφός έτρεμε σύγκορμος από τη συγκίνηση για τη μεγάλη τύχη να παρευρίσκεται, αυτός, ένα παιδί, όπως έλεγαν, σε τέτοιο αληθινά σπουδαίο συμβούλιο. Όταν άκουσε την απάντηση του πατέρα, ξέφυγε άθελά του ένα ηχηρό “Ωωω!”, καθώς για πρώτη φορά τον άκουγε να υπερασπίζεται με τόσο πάθος…. την ήττα» (σελ. 187)[4].

Λένε πως κάθε βιβλίο που απευθύνεται σε νεανικό κοινό πρέπει να ρίχνει βαθύ ρίζωμα στα θεμέλια της παιδείας, πλάθοντας στοχαστικά σκεπτόμενους ανθρώπους. Και το βιβλίο μορφοποιεί παιδεία στους νέους, όταν δεν ανασταίνει κόσμους ιδανικούς (μόνο), αλλά τολμά και παρουσιάζει το σκοτεινό, το αξεδιάλυτο, το εχθρικό, το απειλητικό, το δυσάρεστα απρόσμενο ως γεγονότα αναπόφευκτα ζωής και συνάμα προϋπόθεση υπέρβασης και εξέλιξης. Όταν η αντιξοότητα -ή η διαφορετικότητα- στην απρόβλεπτη συνθήκη ζωής δεν εκτιμάται ως ατυχία ή έκπτωση ή διαφθορά, αλλά εκλαμβάνεται ως πραγματικότητα, δεδομένη πολλές και αναπότρεπτη, συχνά ζοφερή, που βιώνεται και δεν αποφεύγεται, πολύ περισσότερο δεν εξιδανικεύεται, οδηγεί όμως σε πολύτιμες εσωτερικές εμβαθύνσεις και προορισμούς :

«Ο αδελφός μου ήθελε να εκτιναχτεί και να πιάσει από τον λαιμό τον Άνθιμο, κι ας τον προστάτευε ο ίδιος ο Θεός, δεν μπορούσε να αρνείται όταν απαιτούσε κάτι ο πρωθυπουργός της χώρας, που ακόμη κι ο ίδιος ο βασιλιάς φαινότανε να υπολογίζει. Ωστόσο έμεινε ακίνητος, περιμένοντας την εντολή του πατέρα που ήρθε ακαριαία κι ήταν λιτή…-Είμαστε μόνοι μας μπροστά στον γκρεμό, μικρέ. Αν θέλουμε να κυβερνήσουμε κάποτε πραγματικά, πρέπει να συμπλεύσουμε με το ρεύμα» (225).

Η διαδικασία της αντικειμενικοποίησης του υποκειμενικού κόσμου παραστατικά, στην έννοια του συμβόλου, λογοτεχνικό ζητούμενο διαχρονικά από τους αρχαιότερους χρόνους του Πλάτωνα έως τους νεότερους του Καβάφη, τροχοδρομείται εδώ ευρηματικά στην αντίθεση της εικόνας του αδελφικού ρούχου, που μαρτυρεί τη ζωή, και του μαχαιριού δίπλα, που οριστικοποιεί τον θάνατο, μέσα από μία ευφάνταστη κυκλική πορεία διήγησης, από την ύπαρξη στην ανυπαρξία και αντίστροφα:

«Ο μικρός μου αδελφός δολοφονήθηκε πρίν από πέντε χρόνια, δύο μήνες μετά που έγινε στην πατρίδα το κακό. Τώρα είναι πάλι ζωντανός» (Πρώτο Κεφάλαιο). «Την ίδια ημέρα, με το ίδιο καράβι που έφερε την είδηση για τον θάνατο του σουλτάνου, ήλθε κι ένα μεγάλο δέμα τυλιγμένο με πολλά πανιά. Μαζί στο δέμα ήταν κι ένα ρούχο του μικρού μου αδελφού, ένα πουκάμισο που το ξέραμε πολύ καλά, με κεντημένο από την Άννα μας το όνομά του. Ήταν ματωμένο! Και σχισμένο! Σαν κάποιος να είχε μαχαιρώσει με μανία, άπειρες φορές, το σώμα που το φορούσε. Μέσα του ήταν τυλιγμένο εκείνο το μικρό δίκοπο μαχαίρι…. Εν τω μεταξύ μαζί με τη Ζαμπέτα, παρ’ όλο που θάψαμε για άλλη μία φορά τον αδελφό μου , εννοείται χωρίς το σώμα του, στον κήπο μας, περιμένουμε μέρα με την μέρα από κάπου να φανεί! Γιατί έτσι ήταν πάντα ο μικρός μου αδελφός, απρόβλεπτος, όπως έλεγε η μητέρα» (Τελευταίο Κεφάλαιο)[5].

Όταν η κλίμακα της εσώτερης ανθρώπινης συναισθηματικής έκφρασης, και έντασης, συμπορεύεται με τη μεταφυσική συμβολική του θανάτου και καλλιτεχνικά εξωτερικεύεται, μία αναμφίβολα είναι η πηγή: η ποιητική ματιά. Που εδώ ρέει άφθονη.

«Πάθος! Πάθος! Και πάλι πάθος! Και ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Απεχθάνομαι τα στάσιμα ύδατα. Τους ανοργασμικούς ήρωες. Λατρεύω τους χαρακτήρες που βουτάνε μέσα σ’ όλα, ακόμη κι όταν φοβούνται. Ή όταν αποτυγχάνουν. Ιδιαίτερα τότε».

(απόσπασμα συνέντευξης της Λείας Βιτάλη στην Ελένη Γκίκα)[6]

Αγγελική Κομποχόλη



[1] Πρβλ. ieripagida.blogspot.com.  Aναδημοσίευση του άρθρου 4 Δεκεμβρίου 2007.
[2] Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός πως το συγκεκριμένο έργο γνώρισε πολλές, συνεχείς επανεκδόσεις.
[3] Πρβλ. ενδεικτικά Cline, Howard F., "Introduction: Reflections on Ethnohistory" in Handbook of Middle American Indians, Guide to Ethnohistorical Sources, Part 1, vol. 12. pp. 3–17. Austin: University of Texas Press 1973.
[4] Βλ. Λεία Βιτάλη, Ιερή Παγίδα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2006.
[5] Βλ. Λεία Βιτάλη, ό.π.
[6] Βλ. ieripagida.blogspot.com, ο.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου