Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2018

"Η γυναίκα από το Ζάγκρεμπ" του Φίλιπ Κερ

O Φίλιπ Κερ έφυγε από τη ζωή φέτος τον Μάρτη, σε ηλικία 62 ετών, αρκετά νέος για τα δεδομένα της εποχής μας και για αυτά που είχε ακόμη να προσφέρει στο χώρο των γραμμάτων. Άφησε όμως πίσω του σαν παρακαθήκη εξαιρετικές νουάρ ιστορίες. Σίγουρα ο ντετέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ που ο ίδιος έπλασε για πρώτη φορά στο βιβλίο «Οι βιολέτες του Μάρτη», εξακολουθεί να πορεύεται στους δρόμους της εξιχνίασης του εγκλήματος αλλά και της λογοτεχνίας εν γένει.

Καταγόμενος από το Εδιμβούργο, ο Φίλιπ Κερ χτίζει την προσωπική του γραμμή πάνω στη σκωτσέζικη παράδοση του αστυνομικού μυθιστορήματος, που πρώτος δημιούργησε ο Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο πατέρας του Σέρλοκ Χολμς. Δημιουργεί τη δική του εκδοχή στο νουάρ μυθιστόρημα, καθώς αναμιγνύει το έγκλημα με την ιστορία σε μια ενδιαφέρουσα πλοκή.

Επιλέγει για μια σειρά βιβλίων του ως ήρωα έναν Βερολινέζο ντετέκτιβ, στη ζοφερή εποχή του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και πέριξ αυτού, ένα μέσο άνθρωπο, ένα συνηθισμένο Γερμανό εκείνης της περιόδου, όχι άμεμπτο, − όπως επιτάσσει άλλωστε και η γραφή του νουάρ μυθιστορήματος − που ζει και κινείται άνετα μέσα σε ένα κόσμο διαφθοράς, κυνισμού και εγκληματιών πολέμου και που με ορθολογισμό και ψυχρότητα φέρνει εις πέρας τις αποστολές του. Ο Μπέρνι Γκούντερ έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στο αναγνωστικό κοινό, γι΄ αυτό και ο συγγραφέας επέστρεψε πάλι σε αυτόν, παρόλο που για αρκετά χρόνια τον είχε εγκαταλείψει. Όπως μάλιστα ο ίδιος είχε δηλώσει τότε: «Επανήλθα στο χαρακτήρα με αισθήματα ανησυχίας: θα κατόρθωνα να ξαναβρώ τη φωνή μου έπειτα από 15 χρόνια; Ευτυχώς που δεν είχα κάνει κάτι ανέκκλητο, που δεν τον σκότωσα, όπως ο Κόναν Ντόιλ τον Σέρλοκ Χολμς. Μα και πάλι, μπορούσα να γράψω ξανά για το γόη που κερδίζει το κορίτσι; Ήμουν παντρεμένος, δεν ένιωθα ιδιαίτερα σέξι, ήμουν εξημερωμένος σε σχέση με το παρελθόν. Τελικά ο Μπέρνι επινόησε ξανά τον εαυτό του σε μια πιο γκριζαρισμένη, επιφυλακτική εκδοχή». Και επέστρεψε δριμύτερος για να συναντήσει τη γυναίκα από το...Ζάγκρεπ.

Η γυναίκα από το Ζάγκρεμπ, το 10ο βιβλίο της σειράς, με ήρωα τον Μπέρνι Γκούντερ, αφορά κυρίως μια γυναίκα, και μάλιστα πανέμορφη, με εντυπωσιακά μπλε μάτια, γεμάτη σαγήνη, που έλκει θυελλωδώς τον ανδρικό πληθυσμό. Είναι η Ντάλια Ντρέσνερ, γνωστή ηθοποιός του γερμανικού κινηματογραφικού κολοσσού UFA που ελέγχεται από το υπουργείο προπαγάνδας των ναζί και αποτελεί την πέτρα του σκανδάλου γύρω από την οποία θα περιπλακεί πολύ έντεχνα η όλη πλοκή.

Η ιστορία σαν κινηματογραφική ταινία ζωντανεύει τη στιγμή που ο Μπέρνι Γκούντερ βλέπει στην οθόνη του σινεμά πάλι την αγαπημένη Ντάλια και αρχίζει νοερά να επιστρέφει στο παρελθόν. Είναι καλοκαίρι −άραγε του 1942, του ’43;− με τον Χίτλερ στην εξουσία και τον ισχυρό υπουργό προπαγάνδας Γκέμπελς φανερά γοητευμένο από την καλλονή ηθοποιό. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο Γκέμπελς θα ζητήσει μια προσωπική χάρη από τον Μπέρνι Γκούντερ, να πείσει την όμορφη ντίβα να επιστρέψει στο στούντιο της UFA για να πρωταγωνιστήσει στη νέα του ταινία.

Ο ντετέκτιβ θα δεχτεί την πρόταση του Γκέμπελς, θα γνωρίσει τη νεαρή γυναίκα, θα γοητευθεί απρόσμενα και ο ίδιος από αυτήν και, μπλεγμένος στα γρανάζια ενός ειδυλλίου, θα δεχτεί τον όρο που εκείνη βάζει και θα αρχίσει την αναζήτηση του χαμένου πατέρα της, κάπου στην Κροατία, γεγονός που θα τον φέρει αντιμέτωπο με αποκαλύψεις και μαζικές δολοφονίες που δεν μπορεί να φανταστεί –εδώ υπεισέρχεται η ιστορία−, αλλά και με μια σειρά από απρόοπτα και άκρως επικίνδυνα γεγονότα −εδώ εμπλέκεται η μυθοπλασία− από τα οποία βέβαια θα καταφέρει να βγει αλώβητος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά;

Με τη μυθοπλασία του ο Φίλιπ Κερ έρχεται να εμπλουτίσει τις γνώσεις μας για την ιστορία, καθώς τα ιστορικά στοιχεία που χρησιμοποιεί είναι προσεγμένα και διασταυρωμένα στη λεπτομέρειά τους και μάλλον φωτίζουν κάποιες πλευρές του ιστορικού γίγνεσθαι παρά τις παραποιούν προκειμένουν να υπηρετήσουν την πλοκή. Οι «μαύρες» σελίδες της ιστορίας συνθέτουν εδώ το σκηνικό πάνω στο οποίο στήνεται η αφήγηση. Έτσι έρχονται στο προσκήνιο όχι τόσο γνωστές πτυχές της ιστορίας, όπως είναι ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία και το στυγερό στρατόπεδο συγκέντρωσης Γιασένοβατς στην καρδιά των Βαλκανίων που δημιούργησε το καθεστώς των φιλοναζιστών Ουστάζι της Κροατίας, η «ουδετερότητα» της Ελβετίας. Να θυμόμαστε ότι και πολλοί άλλοι, εκτός από τους Γερμανούς, δεν είναι άμοιροι ευθυνών στην ταραγμένη εκείνη εποχή. Ο συγγραφέας, βέβαια, δεν ενδιαφέρεται να διειδύσει στην προσωπικότητα των ηρώων του, δεν τους ψυχογραφεί, δεν τους αναλύει, απλά τους αντιμετωπίζει κινηματογραφικά. Οι ήρωές του, πραγματικοί και φανταστικοί, από κοινού όλοι μαζί υφαίνουν τον αφηγηματικό ιστό αναπλάθοντας συνάμα μια ολόκληρη εποχή σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

Γρήγορος ρυθμός, σφιχτά πλεγμένη αφήγηση που κυλά, δράση, διάλογοι που εναλλάσσονται με παλμό, κι ένας ντετέκτιβ που καταφέρνει να επιβιώνει σε μια σκοτεινή, ταραχώδη και διαταραγμένη εποχή.

Και παρόλο που και σε αυτή την αποστολή θα καταλήξει στην άκρη του νήματος, θα επιμείνει να κρατήσει κρυμμένα μυστικά. Μόνο αυτός άραγε;

Σίγουρα ευκολοδιάβαστο!

Ήλια Λούτα 

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Ο μεταμοντερνισμός στη λογοτεχνία

Το κίνημα του μεταμοντερνισμού στη λογοτεχνία και γενικότερα στην τέχνη και την αρχιτεκτονική έχει γίνει η αιτία να γραφτούν και να ακουστούν αντιφατικές απόψεις διεθνώς. Το εναρκτήριο λάκτισμα για τη συναφή συζήτηση στην Ελλάδα έδωσε η έκδοση του μυθιστορήματος του Ουμπέρτο Έκο Το όνομα του ρόδου. Και μπορεί οι περισσότεροι παράγοντες των ελληνικών γραμμάτων που ενεπλάκησαν στη συζήτηση να τάχθηκαν στη γραμμή των πολεμίων του, ουδείς όμως τόλμησε να αμφισβητήσει τη σοβαρότητα του θέματος.

Από πλευράς ετυμολογίας, ο όρος μεταμοντερνισμός καταδεικνύει κάτι πέρα από τον μοντερνισμό, που όμως δεν είναι πλήρως αποκομμένο από αυτόν. Σαν κίνημα, σήμανε αφενός την κατάρρευση των μεγάλων αφηγήσεων και την αποδέσμευση της ανθρωπότητας από την ευθύνη με την οποία την είχε επιβαρύνει το αισθητικό μοντέλο του 19ου αιώνα, και αφετέρου την απελευθέρωση της φαντασίας από τις επιστημονικές έννοιες και θέσεις που όχι μόνο είχαν αποτελέσει το θεμέλιο του μοντερνισμού, αλλά είχαν αναχθεί και σε παντοδύναμες προσταγές προς πάσα κατεύθυνση.
Τον όρο «μεταμοντερνισμός» χρησιμοποίησε πρώτος το 1959 στις ΗΠΑ ο Irving Howe στο ιστορικό πλέον κείμενό του “Mass Community and Postmodern Fiction”. Τη σκυτάλη στη συνέχεια πήρε ο François Lyotard με το βιβλίο του The Postmodern Condition. A Report on Knowledge, που πρωτοδημοσιεύθηκε στη Γαλλία το 1979.

Μεταμοντερνιστές χαρακτηρίστηκαν ορισμένοι συγγραφείς που συνέθεσαν το κύριο μέρος του έργου τους στις δεκαετίες του ’60 και ’70, όπως οι Thomas Pynchon, Italo Calvino, John Barthes, Roland Barthelemy and Thomas Bernhard. Επομένως, ο μεταμοντερνισμός προϋπήρχε της αποθέωσής του, που συντελέστηκε στη δεκαετία του ’80. Ψήγματά του μάλιστα μπορούμε να βρούμε ακόμη και στον Σαίξπηρ.

Ίχνη μεταμοντερνισμού στον Σαίξπηρ: Τροΐλος και Χρυσηίδα
Ένα πρώιμο δείγμα μεταμοντερνισμού είναι το θεατρικό έργο Τροΐλος και Χρυσηίδα του Σαίξπηρ. Πρόκεται για ένα πρωτοποριακό έργο της εποχής που γράφτηκε (1602-1603), το οποίο «κοιτά» συγχρόνως προς τα εμπρός και προς τα πίσω. Οι περισσότεροι χαρακτήρες του είναι παραδοσιακά συνδεδεμένοι με τα ιδεώδη του ρομαντισμού και του ιπποτισμού, ακόμη όμως κι όταν περιγράφουν ηρωικά συναισθήματα και χρησιμοποιούν τους βαρύγδουπους παλιομοδίτικους χαρακτηρισμούς, εμφανίζονται εθισμένοι σε μακρόσυρτες κουτσομπολίστικες συνήθειες, ευτελή σχέδια, νοσηρές προκαταλήψεις και εγωκεντρικές, στενόμυαλες επιδιώξεις. Η κεντρική ιδέα του έργου καταδεικνύεται με τα λόγια του Τροΐλου, ο οποίος στηρίζεται στην πεποίθηση ότι πρέπει να υπάρχουν δύο Χρυσηίδες(!), μια που περιμένει πιστά στην Τροία και μια άλλη, εκείνη του Διομήδη. Εκθέτει έτσι ο Τροΐλος την οδυνηρή αλήθεια του έργου: πως αυτό που φαινόταν λαμπρό κι εξαίσιο δεν ήταν ποτέ έτσι.

Η θνήσκουσα ζωή στο Τροΐλος και Χρυσηίδα απέχει πολύ από τον ρομαντικό κόσμο της εποχής του Σαίξπηρ, όμως οι αρχές της ανθρωπότητας και της φύσης εξαιρούνται τόσο βίαια και σε τέτοια έκταση από την ίνα του έργου, που η απουσία τους τα καταδεικνύει περισσότερο: η αγάπη για τη ζωή είναι πιο παρούσα στο έργο αυτό του Σαίξπηρ, παρά αν είχε δηλωθεί με τη μεγαλύτερη λεπτομέρεια.
Μήπως όμως η αγάπη για τη ζωή, που λάμπει διά της απουσίας της, είναι ακριβώς η πεμπτουσία του μεταμοντερνισμού;

Μεταμοντερνισμός και αγάπη για τη ζωή
Τα δείγματα γραφής των μεταμοντερνιστών με την πρώτη ματιά δίνουν την εντύπωση ατελεύτητων κειμένων γεμάτων από καταπιεσμένες ορμές, ανικανοποίητα πάθη, σχιζοφρενικά παραληρήματα και συναισθήματα άφατης δυναμικής. Καθένα από αυτά τα χαρακτηριστικά, όμως, περιγράφεται με τέτοια ένταση και δηλώνει τέτοια αγάπη για ζωή, τη δική του ζωή, την ανάγκη να υπάρξει, που στην πραγματικότητα «παγώνει» τον χρόνο της αφήγησης, διεκδικεί την αποκλειστικότητα στο κείμενο και τον διαστέλλει στο άπειρο, ώστε να χωρέσει την πολυμορφία μέσα σε μία και μόνο κατακερματισμένη στιγμή, μια στιγμή που διαρκεί για πάντα.

Ας δούμε, για παράδειγμα, το βιβλίο The Crying of Lot 49 του Thomas Pynchon, που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ως Η συλλογή των 49 στο σφυρί. Στο βιβλίο αυτό, κεντρικό υποκείμενο είναι η Έντιπα Μάας, η οποία διακατέχεται από μια πολύ συγκεκριμένη εμμονή: να λάβει το Μήνυμα. Οι πληροφορίες που απαρτίζουν το τόσο επιθυμητό και σημαντικό Μήνυμα, όμως, είναι διασκορπισμένες παντού γύρω της και διασκορπίζονται ακόμη περισσότερο λόγω του «θορύβου» ή της εντροπίας που παράγει η Έντιπα, καθώς ανακαλύπτει σωρούς άλλων πληροφοριών γύρω της και τους αναλύει. Η πληροφορία ενέχει τη θέση θεού στο διάστημα ανάμεσα στη δυαδική απεικόνιση 0 και 1, δεν είναι όμως ούτε 0 ούτε 1, είναι και τα δύο μαζί. Η Έντιπα χάνεται όλο και περισσότερο μέσα στον θόρυβο των άσχετων αλλά αποκαλυπτικών πληροφοριών και απομακρύνεται όλο και πιο πολύ όχι μόνο από το Μήνυμα, αλλά και από τον κόσμο γύρω της. Η αλήθεια και η γνώση που ψάχνει, σαν αλληγορίες της αγάπης για τη ζωή, ξέρει εξ αρχής πως δεν υπάρχουν παρά μόνο σαν κωδικοποιημένη πληροφορία. Όπως ακριβώς ο αναγνώστης ξέρει εξ αρχής πως η πραγματικότητα δεν υπάρχει, παρά μόνο σαν κείμενο.

Στην Ελλάδα όμως τι γίνεται;

Μεταμοντερνισμός και Ελλάδα
Ο Μαριάμπας του Γιάννη Σκαρίμπα κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1935 και έκανε, σύμφωνα με το σημείωμα της επιμελήτριας της έκδοσης, Κατερίνας Κωστίου, μεγάλη εντύπωση στους κύκλους των λογοτεχνών. Η ιδιαιτερότητα του Μαριάμπα έγκειται, μεταξύ άλλων, στον ακροβατικό τρόπο με τον οποίο ο Σκαρίμπας χειρίζεται τη γλώσσα και στην αφηγηματική του τεχνική, με όλα όσα αυτή περιλαμβάνει: το χρονικό πεδίο, το χωροταξικό πλαίσιο, τα επίπεδα της αφήγησης κ.λπ. Ο χρόνος που χρησιμοποιείται στο μυθιστόρημα είναι ο αόριστος ή ο υπερσυντέλικος, όμως τείνει συστηματικό να ταυτιστεί με τον ενεστώτα χρόνο της αφήγησης. Η χρονική αλληλουχία υπονομεύεται διακρώς, με ηθελημένες ανακολουθίες και ανατρεπτικές αντιφάσεις. Ακόμα και οι ημερομηνίες που ορίζονται με ακρίβεια δεν αντιστοιχούν στη χρονική ακολουθία των γεγονότων. Αλλά και ο χώρος δεν έχει συγκεκριμένη διάσταση. Ενώ αναφέρεται ρητά η Χαλκίδα, οι περιγραφές της πόλης είναι εξαιρετικά αφηρημένες, ίσως εντέλει και μεταφορικές. Παρομοίως χαρακτηριστική είναι και η γλωσσική αταξία, με την ιδιάζουσα γραμματική και φωνολογική εξάρθρωση της γλώσσας: όλα συντείνουν στον παραλογισμό του υποκειμένου, που αρνείται να δεχτεί άλλη πραγματικότητα πέραν της δικής του.

Σύγχρονή μας περίπτωση αμιγώς μεταμοντέρνας γραφής έχουμε στις νουβέλες της Λίλας Τρουλινού. Συγκεκριμένα, στο έργο της Στον κάμπο στροβιλίζονται τ’ αγκάθια, το κείμενο είναι ένα υβρίδιο μεταξύ ποίησης και πεζού λόγου με μια σχεδόν αταξινόμητη γραφή. Η συγγραφέας κατακερματίζει το νήμα της αφήγησης, βάζοντας σε δεύτερο πλάνο τα στοιχεία της πλοκής και σε πρώτο τη συγκίνηση που παράγεται από τα τεκταινόμενα στο φόντο. Αλλά και στην επόμενη νουβέλα της, την Αουρέλια, η πλοκή παραδίδεται το ίδιο κατακερματισμένη και παραδομένη στη γοητεία του τρόπου με τον οποίο καταλήγει αφηγημένη. Ασύμμετρες ισορροπίες και φαινομενικά αυθαίρετες εναλλαγές επίσης δεν λείπουν από την αφήγηση, της οποίας το νήμα συχνά μοιάζει να χάνεται.

Υπερβάσεις
Όπως διατείνεται η Λίντα Χάτσιον (Linda Hutcheon, Theorizing the Postmodern: Towards a Poetics, 1988), η πιο ριζοσπαστική υπέρβαση ορίων αφορά τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη μη μυθοπλασία – κατ’ επέκταση ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Αυτό που λέει η Χάτσιον είναι ότι στον μεταμοντερνισμό χρησιμοποιούνται τεχνικές που σκοπό έχουν να συνειδητοποιήσουμε εμείς οι αναγνώστες τις προσδοκίες μας και την αφελή μας εμπιστοσύνη σε μία κάθαρση ή ένα τέλος, το οποίο όμως δεν έρχεται ποτέ.

Τα μεταμοντέρνα κείμενα λειτουργούν επίσης ως ιδιάζουσες παρωδίες στη διακειμενική σχέση τους με τις παραδόσεις και τις συμβάσεις των εμπλεκόμενων ειδών. Απουσία τέλους, δεν υπάρχει προσδοκία ή επίκληση οποιασδήποτε συνέχειας κάτω από την κατακερματισμένη ηχώ του κειμένου. Αυτή η έλλειψη προσδοκίας, αυτή η ασυνέχεια είναι στη ρίζα της εντέλει ειρωνική, καθώς ενσωματώνει αλλά ταυτόχρονα αμφισβητεί αυτό που παρωδεί.

Αυτός είναι ο μεταμοντερνισμός: η καθολική αμφισβήτηση του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Και η ιστορία, την οποία ως κοινωνική συναίνεση ο ίδιος απορρίπτει, έχει αποδείξει επανειλημμένως ότι τέτοιου είδους ρωγμές στο συνεχές είναι που εγγυώνται την πρόοδο του κόσμου.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 42 του vakxikon.gr. Περιέχει εν μέρει ξαναγραμμένα και επικαιροποιημένα αποσπάσματα από παλαιότερο, εκτενέστερο άρθρο μου "Ο μεταμοντερνισμός και η επαφή του με τη λογοτεχνία", που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 14-15.

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2018

«Λευκός αμφορέας» της Έλγκα Νιάγκολοβα, μτφρ.: Χρήστος Χαρτοματσίδης

Την Έλγκα Νιάγκολοβα (1952-), τη «λευκή κυρία της βουλγαρικής ποίησης», από τις πιο αξιόλογες εκπροσώπους της σύγχρονης βουλγαρικής λογοτεχνίας, μετέφρασε σε αυτό το βιβλίο ο Χρήστος Χαρτοματσίδης. Η Νιάγκολοβα είναι ποιήτρια, πεζογράφος, μεταφράστρια από πέντε γλώσσες, εκδότρια και αρχισυντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Znaci (Σήματα), καθώς και διευθύντρια του ομώνυμου εκδοτικού οίκου. Είναι μέλος της Ένωσης Βούλγαρων Συγγραφέων, πρόεδρος της Ακαδημίας Σλαβικών Γραμμάτων και Τεχνών, αλλά και μέλος της Ακαδημίας Ρωσικών Γραμμάτων. Έχει λάβει λογοτεχνικά βραβεία για έργα της, το σύνολο των οποίων δεν είναι ευκαταφρόνητο, καθώς αριθμεί 20 ποιητικές συλλογές, ένα μυθιστόρημα και πολλές μεταφράσεις.

Σε αυτό, το πρώτο της βιβλίο στην ελληνική γλώσσα, δυστυχώς παρουσιάζονται 23 μόλις ποιήματα από το καταφανώς πολύ μεγαλύτερο ποιητικό έργο, χωρίς επιμέρους αναφορές στις συλλογές από τις οποίες προέρχεται το καθένα, χωρίς καν χρονολογική ένδειξη. Πέρα από αυτά τα… φάουλ, η συλλογή είναι ενδεικτική της ποιητικής δύναμης της Νιάγκολοβα, η οποία ασχολείται στα ποιήματά της με την ανάμνηση, αλλά και με τα μικρά καθημερινά θαύματα του κτιστού και άκτιστου κόσμου, τα οποία ατενίζει. Ένας θεματικός άξονας που την απασχολεί ιδιαίτερα είναι η θρησκευτική παράδοση, σε μια προσπάθεια ίσως να δώσει μια καινούρια, βαθύτερη εκτίμησή της και να αναζητήσει εκ νέου το νόημά της.

Η ποίηση της Νιάγκολοβα, την οποία έχει μεταφράσει ωραία ο Χαρτοματσίδης, έχει ισχυρό έρεισμα στην πραγματικότητα: ακόμη και αν υπάρχουν αφηρημένες έννοιες, η ποιήτρια τις διαχειρίζεται δίνοντάς τους απτά χαρακτηριστικά του πραγματικού κόσμου που να τις προσδιορίζουν. Ένα από τα πιο δυνατά της σημεία είναι, άλλωστε, η εικονοποιΐα:

ΟΡΑΜΑ
Το καλλίγραμμο ποδαράκι του μυρμηγκιού
Πάτησε το πετάλι –
O τροχός του ήλιου
Ροβόλησε πέρα απ’ τον λόφο.
Κι έγινε σκοτάδι. 



ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ
Ήταν ένα παραμύθι το ποδήλατο…
Μια συνταγή αγάπης.
Το δικό μας κρυφό μυστικό
Ένα ροζ σακί για σύννεφα του δειλινού
(που τόσο λίγο το γνωρίζαμε).

Το παλιό αντρικό ποδήλατο
Αγορασμένο δεύτερο χέρι
Με λεφτά κερδισμένα με μόχθο.
Εγώ – πάνω στον σκελετό – βασίλισσα στον θρόνο της.
Εσύ – πίσω μου – άγρυπνος φρουρός.


ΠΑΣΧΑΛΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ (απόσπασμα)
…Άσε τη βροχή, την αφοσιωμένη ράφτρα
Να αποτελειώσει το ρούχο του κάμπου.
Πες στο σκιάχτρο να μη μας κρίνει αυστηρά –
Που κάναμε παιδικό φανάρι το καρπούζι.
Και φέγγει!
Ξεκούμπωσε σ’ αυτή την τυφλή ανθρωπότητα
Το πάνω κουμπί του πουκαμίσου –
Να ανασάνει ελεύθερα και να κοιτάξει με την καρδιά της.


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΕΡΑΣΙΑ (απόσπασμα)
…Και τα χαράματα ξεψύχησε η κερασιά,
Ανασηκώθηκε στα δάχτυλα
Και τίναξε το δέντρο του ουρανού.
Μέσα απ’ το φύλλωμά του
Ξεπετάχτηκαν οι αναμνήσεις
Για κάποια χρόνια παιδικά
Που ένα πιτσιρίκι με καμάρι
Σαν αλογάκι καβαλούσε το κλαδί
Κι ένα πουπουλένιο σύννεφο
Πλησίαζε να το ξεπλύνει
Μέσα στον ύπνο της τον τελευταίο.


ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΟΡΙΖΟΝΤΑ (απόσπασμα)
…Ο θάνατος είναι μονάχα το αριστερό παπούτσι της ζωής…
Μα δεν το ξέρουμε και βαδίζουμε με τα δύο.
Με τις γυαλιστερές πρόκες απ’ τις παλιές μας μπότες
Χαράσσουμε τα πληγωμένα ίχνη πάνω στα ουράνια βοσκοτόπια.



Ο μεταφραστής του βιβλίου, Χρήστος Χαρτοματσίδης, έχει γεννηθεί στη Σόφια από γονείς πολιτικούς πρόσφυγες, έχει σπουδάσει ιατρική και εργάζεται ως διευθυντής μικροβιολογίας στο Γενικό Νοσοκομείο Κομοτηνής. Γνωρίζει βουλγαρικά, ρωσικά και αγγλικά. Είναι συγγραφέας με αρκετά μυθιστορήματα και διηγήματα στο ενεργητικό του. Το βιβλίο περιέχει επίσης πολλά εικαστικά του διεθνούς φήμης καλλιτέχνη Στοΐμεν Στοΐλοβ, ο οποίος το 1981 οργάνωσε την πρώτη Μπιενάλε σύγχρονης τέχνης στη Βουλγαρία.

Προσωπικά βρίσκω εξαιρετικό το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό δημοσιεύεται στη χώρα μας πολλή ποίηση ξένων χωρών μεταφρασμένη. Πιστεύω ακράδαντα ότι έτσι διευρύνονται σημαντικά οι ορίζοντές μας, συγχαίρω δε τους εκδοτικούς οίκους που με τις δυνάμεις τους στηρίζουν αυτό το εγχείρημα.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2018

Λεία Βιτάλη, «Ιερή Παγίδα»: Κριτικές σκέψεις με αφετηρία το έργο της.

Τον Σεπτέμβριο του 2007 η Λεία Βιτάλη, συγγραφέας του ιστορικού μυθιστορήματος Ιερή Παγίδα, σε συνέντευξή της στον αρχισυντάκτη του περιοδικού Ομπρέλα Μάκη Αποστολάτο ανέφερε χαρακτηριστικά: «Σε όλα μου τα μυθιστορήματα υπάρχει μέσα το ιστορικό ή το κοινωνικό στοιχείο. Ακόμη και στα διηγήματά μου ή στα θεατρικά μου έργα. Λατρεύω την ιστορία και όλα όσα μας διαμορφώνουν. Θα ήταν δύσκολο για μένα να μην εντάσσω σε ένα ιστορικό ή κοινωνικό πλαίσιο τις ιστορίες μου. Αφού οι ίδιες οι ιστορίες έχουν δημιουργηθεί από αυτό»[1]. Η τοποθέτηση αυτή, αναμφίβολα, επιβεβαιώνει επακριβώς το συγγραφικό στίγμα του συγκεκριμένου έργου της συγγραφέως: ιστορικό μυθιστόρημα, και μάλιστα εξαιρετικό. 

Με κριτική διείσδυση γραφής, λογοτεχνική γλαφυρότητα, αψεγάδιαστη γνώση των ιστορικών πηγών η Ιερά Παγίδα συνιστά μία πιστή αναπαράσταση της βυζαντινής εποχής στα τελευταία σπαράγματά της, μιας εποχής δύσκολης στην προσδιορισμό και την περιγραφή της, πόσο μάλλον όταν η αναδιήγηση γίνεται από νεανικά χείλη, όπως εδώ: Η ανάλαφρη και αισιόδοξη ματιά της νιότης, μέσα από τις περιγραφές και τις δράσεις των (νεαρών) ηρώων της, που αξιολογεί τα κρίσιμα ιστορικά γεγονότα, χωρίς να λυγίζει από το βάρος τους. Ένας επιπλέον λόγος της συγγραφικής πρωτοτυπίας του βιβλίου, πέρα από τα ολοφάνερα προτερήματά του[2]. Κι είναι αυτή η ηλικιακή συμμετοχή των ηρώων που διευρύνει την αντίστοιχη ηλικιακή κλίμακα των αναγνωστών προσδίδοντας στο έργο μία ξεχωριστή ιδιοτυπία: ούτε ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται μόνο σε ενήλικες ούτε ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται μόνο σε νέους. Ακόμα κι αν αποτολμούσε κάποιος, με φιλολογικά κριτήρια, να το χαρακτηρίσει «εφηβικό», η πολυπλοκότητα και το βάθος της συγγραφικής σκέψης θα απομάκρυναν νωρίς από μία τέτοια ειδολογική κατάταξη.

Δεν παύει ωστόσο να είναι ένα βιβλίο που μπορεί να απευθυνθεί στο νεανικό κοινό, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του, εισάγοντας τον πιο δύσκολο και απαιτητικό αναγνώστη των καιρών μας, τον έφηβο (υπάρχει ένα υπολογίσιμο δέλεαρ τεχνολογίας και εικόνας εδώ), στον πολυδαίδαλο κόσμο του Βυζαντίου και μάλιστα σε μία από τις πιο τραγικές ιστορικά στιγμές του, συντριβής και ήττας.

Η υπόθεση του έργου εκτυλίσσεται παραμονές της Άλωσης της Πόλης και οι περιπέτειες ζωής του δεκατετράχρονου Ιάκωβου Νοταρά, γιου του τελευταίου πρωθυπουργού του Βυζαντίου, γίνονται το κάτοπτρο των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών εκείνης της εποχής. Τι είναι αυτό που μπορεί να ξεχωρίσει το βιβλίο στα μάτια του εφήβου και να τον ελκύσει; Αναντίρρητα, η αλήθεια του. Όχι μόνο η επίσημη ιστορική, αλλά κι η ανεπίσημη εθνοϊστορική[3]. Η τελευταία δεν ανιχνεύεται σε επίσημα αρχεία και πηγές, αλλά αλιεύεται στις παράπλευρες ιστορίες των ανθρώπων της καθημερινότητας και γίνεται η γόνιμη πρώτη ύλη της λογοτεχνίας, προφορικής και γραπτής, λαϊκής και έντεχνης. Είναι η ιστορία της Σιχθάν, της μουσουλμάνας σκλάβας στον πύργο των Νοταράδων, την δράση της οποίας, όπως επισημαίνει η συγγραφέας στην αρχή του έργου της, δεν είχε την τύχη «να την καταγράψει η Ιστορία». Την καταγράφει όμως η λογοτεχνία μέσα από την πληροφορία που παραδόθηκε στον πέρασμα των αιώνων και δημιουργικά μεταπλάστηκε. Και στη συνέχεια ιδεατά αναπαραστάθηκε. Με έναν κόσμο που παρουσιάζεται, όπως ακριβώς είναι, δίχως εξωραϊσμό, δίχως ιδεολογική πρόθεση, δίχως σκόπιμη υποβολή. Με την ίδια τη συγγραφέα να βαδίζει στο δρόμο της εξακριβωμένης επιστημονικής τεκμηρίωσης και της παρακείμενης-ενορατικής να τολμήσω πω;-έμπνευσης. Αυτό που ακαδημαϊκά, με γλώσσα ρυθμισμένη κι επιστημονική, διδάσκεται , εδώ με διαύγεια αποκαλύπτεται και μάλιστα με τη δύναμη εκείνη των λέξεων που φωτίζουν, αλλά δεν πυρπολούν· αντίθετα ζωντανεύουν, βαθαίνουν, ανοίγουν πόρτες στο παρελθόν, συνομιλούν.

«Ο μικρός μου αδελφός έτρεμε σύγκορμος από τη συγκίνηση για τη μεγάλη τύχη να παρευρίσκεται, αυτός, ένα παιδί, όπως έλεγαν, σε τέτοιο αληθινά σπουδαίο συμβούλιο. Όταν άκουσε την απάντηση του πατέρα, ξέφυγε άθελά του ένα ηχηρό “Ωωω!”, καθώς για πρώτη φορά τον άκουγε να υπερασπίζεται με τόσο πάθος…. την ήττα» (σελ. 187)[4].

Λένε πως κάθε βιβλίο που απευθύνεται σε νεανικό κοινό πρέπει να ρίχνει βαθύ ρίζωμα στα θεμέλια της παιδείας, πλάθοντας στοχαστικά σκεπτόμενους ανθρώπους. Και το βιβλίο μορφοποιεί παιδεία στους νέους, όταν δεν ανασταίνει κόσμους ιδανικούς (μόνο), αλλά τολμά και παρουσιάζει το σκοτεινό, το αξεδιάλυτο, το εχθρικό, το απειλητικό, το δυσάρεστα απρόσμενο ως γεγονότα αναπόφευκτα ζωής και συνάμα προϋπόθεση υπέρβασης και εξέλιξης. Όταν η αντιξοότητα -ή η διαφορετικότητα- στην απρόβλεπτη συνθήκη ζωής δεν εκτιμάται ως ατυχία ή έκπτωση ή διαφθορά, αλλά εκλαμβάνεται ως πραγματικότητα, δεδομένη πολλές και αναπότρεπτη, συχνά ζοφερή, που βιώνεται και δεν αποφεύγεται, πολύ περισσότερο δεν εξιδανικεύεται, οδηγεί όμως σε πολύτιμες εσωτερικές εμβαθύνσεις και προορισμούς :

«Ο αδελφός μου ήθελε να εκτιναχτεί και να πιάσει από τον λαιμό τον Άνθιμο, κι ας τον προστάτευε ο ίδιος ο Θεός, δεν μπορούσε να αρνείται όταν απαιτούσε κάτι ο πρωθυπουργός της χώρας, που ακόμη κι ο ίδιος ο βασιλιάς φαινότανε να υπολογίζει. Ωστόσο έμεινε ακίνητος, περιμένοντας την εντολή του πατέρα που ήρθε ακαριαία κι ήταν λιτή…-Είμαστε μόνοι μας μπροστά στον γκρεμό, μικρέ. Αν θέλουμε να κυβερνήσουμε κάποτε πραγματικά, πρέπει να συμπλεύσουμε με το ρεύμα» (225).

Η διαδικασία της αντικειμενικοποίησης του υποκειμενικού κόσμου παραστατικά, στην έννοια του συμβόλου, λογοτεχνικό ζητούμενο διαχρονικά από τους αρχαιότερους χρόνους του Πλάτωνα έως τους νεότερους του Καβάφη, τροχοδρομείται εδώ ευρηματικά στην αντίθεση της εικόνας του αδελφικού ρούχου, που μαρτυρεί τη ζωή, και του μαχαιριού δίπλα, που οριστικοποιεί τον θάνατο, μέσα από μία ευφάνταστη κυκλική πορεία διήγησης, από την ύπαρξη στην ανυπαρξία και αντίστροφα:

«Ο μικρός μου αδελφός δολοφονήθηκε πρίν από πέντε χρόνια, δύο μήνες μετά που έγινε στην πατρίδα το κακό. Τώρα είναι πάλι ζωντανός» (Πρώτο Κεφάλαιο). «Την ίδια ημέρα, με το ίδιο καράβι που έφερε την είδηση για τον θάνατο του σουλτάνου, ήλθε κι ένα μεγάλο δέμα τυλιγμένο με πολλά πανιά. Μαζί στο δέμα ήταν κι ένα ρούχο του μικρού μου αδελφού, ένα πουκάμισο που το ξέραμε πολύ καλά, με κεντημένο από την Άννα μας το όνομά του. Ήταν ματωμένο! Και σχισμένο! Σαν κάποιος να είχε μαχαιρώσει με μανία, άπειρες φορές, το σώμα που το φορούσε. Μέσα του ήταν τυλιγμένο εκείνο το μικρό δίκοπο μαχαίρι…. Εν τω μεταξύ μαζί με τη Ζαμπέτα, παρ’ όλο που θάψαμε για άλλη μία φορά τον αδελφό μου , εννοείται χωρίς το σώμα του, στον κήπο μας, περιμένουμε μέρα με την μέρα από κάπου να φανεί! Γιατί έτσι ήταν πάντα ο μικρός μου αδελφός, απρόβλεπτος, όπως έλεγε η μητέρα» (Τελευταίο Κεφάλαιο)[5].

Όταν η κλίμακα της εσώτερης ανθρώπινης συναισθηματικής έκφρασης, και έντασης, συμπορεύεται με τη μεταφυσική συμβολική του θανάτου και καλλιτεχνικά εξωτερικεύεται, μία αναμφίβολα είναι η πηγή: η ποιητική ματιά. Που εδώ ρέει άφθονη.

«Πάθος! Πάθος! Και πάλι πάθος! Και ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Απεχθάνομαι τα στάσιμα ύδατα. Τους ανοργασμικούς ήρωες. Λατρεύω τους χαρακτήρες που βουτάνε μέσα σ’ όλα, ακόμη κι όταν φοβούνται. Ή όταν αποτυγχάνουν. Ιδιαίτερα τότε».

(απόσπασμα συνέντευξης της Λείας Βιτάλη στην Ελένη Γκίκα)[6]

Αγγελική Κομποχόλη



[1] Πρβλ. ieripagida.blogspot.com.  Aναδημοσίευση του άρθρου 4 Δεκεμβρίου 2007.
[2] Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός πως το συγκεκριμένο έργο γνώρισε πολλές, συνεχείς επανεκδόσεις.
[3] Πρβλ. ενδεικτικά Cline, Howard F., "Introduction: Reflections on Ethnohistory" in Handbook of Middle American Indians, Guide to Ethnohistorical Sources, Part 1, vol. 12. pp. 3–17. Austin: University of Texas Press 1973.
[4] Βλ. Λεία Βιτάλη, Ιερή Παγίδα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2006.
[5] Βλ. Λεία Βιτάλη, ό.π.
[6] Βλ. ieripagida.blogspot.com, ο.π.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2018

Τι θέλει να πει ο ποιητής



Τι θέλει να πει ο ποιητής

Ο ποιητής δεν θέλει να πει.
Αν ήθελε να πει θα έλεγε.
Γράφει για να τα διαβάσουν και να τα πουν οι άλλοι.
Στον εαυτό τους, στους άλλους
κι αν είναι τυχερός ο ποιητής
να του τα πουν κι εκείνου
και κάτι απ’ όσα έγραψε να έχει σωθεί.
Ο ποιητής ξέρει αυτό που ελάχιστοι ξέρουν.
Πως ό,τι και να πει, ένα πάντα θα λέει:
ότι δεν έχει τίποτα να πει που
όπως ακριβώς το νιώθει και το λέει
να το νιώσει ή να το πει ο άλλος.
Γι’ αυτό, κάθε φορά που ρωτάτε
«τι θέλει να πει ο ποιητής»,
σωπάστε και ακούστε τη σιωπή σας.
Μόνο μέσα στη σιωπή σας
μπορεί να ακουστεί ο ποιητής.

Κωστής Α. Μακρής
Σεπτέμβριος 2018

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Black out poetry

Συνήθως τα ιστολόγια είναι προσωπικές υποθέσεις. Είναι μορφές ηλεκτρονικών ημερολογίων, όπου ένας άνθρωπος γράφει γι' αυτά που τον απασχολούν ή τον ενδιαφέρουν. Το στίγμαΛόγου όμως ξεκίνησε από την αρχή ως συλλογικό στοίχημα. Ως τόπος συνάντησης ανθρώπων με παρόμοιες ιδέες, με ποιητικό εξοπλισμό, με διάθεση για ανάγνωση βιβλίων και με το θάρρος της γνώμης τους. Και, έτσι πορεύεται μέχρι σήμερα.

Ωστόσο σε αυτήν την πρώτη ανάρτηση μετά το καλοκαίρι, θα γράψω για μια προσωπική εμπειρία. Πρόκειται για μια έκθεση ποίησης (κάτι που δεν φανταζόμουν ότι μπορούσε να υπάρξει), την οποία επισκέφθηκα στη διάρκεια των διακοπών μου στην Ιεράπετρα της Κρήτης. Η έκθεση είχε τίτλο Έκθεση οπτικής ποίησης - Black out poetry και αποτελούνταν από ποιήματα που "έγραψαν" άνθρωποι που βρίσκονται σε προσπάθεια απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και είναι μέλη του ΚΕΘΕΑ.

Πιο συγκεκριμένα, το τμήμα εκπαίδευσης του ΚΕΘΕΑ είχε, όπως μου εξήγησαν, την έμπνευση να χρησιμοποιήσει την ιδέα του "μαυρισμένου κειμένου", του κειμένου δηλαδή που έχει λογοκριθεί. Η λογοκρισία με το "μαύρισμα", ουσιαστικά το σβήσιμο λέξεων με μαύρο μαρκαδόρο, είναι διαδεδομένη πρακτική των απολυταρχικών καθεστώτων ανά τον κόσμο και έχει βεβαίως εφαρμοστεί και στην Ελλάδα, στη διάρκεια της Επταετίας.

Στην περίπτωση του ΚΕΘΕΑ, επιλέχθηκαν άρθρα εφημερίδων, τα οποία δόθηκαν στα μέλη. Ζητήθηκε από αυτά να εστιάσουν στις λέξεις που τους άρεσαν και να τις αξιοποιήσουν, δημιουργώντας μια ποιητική σύνθεση, και μετά να σβήσουν όλα τα υπόλοιπα με μαύρο μαρκαδόρο. Στη συνέχεια, έπρεπε να ετοιμάσουν και μια εικαστική δημιουργία που θα συνόδευε τη σύνθεση, εισάγοντας κατ' αυτόν τον τρόπο το έργο στο πεδίο της οπτικής ποίησης.

Το μαύρο χρώμα, όπως γράφει στο δίφυλλο της έκθεσης ο υπεύθυνος εκπαίδευσης του ΚΕΘΕΑ Μάνος Ταμιωλάκης, ταίριαζε με το προσωπικό κάδρο ζωής των ανθρώπων που πήραν μέρος στο project: προέκυψε από τη συναισθηματική "λογοκρισία" που είχαν υποστεί στα χρόνια πριν, αλλά και κατά τη διάρκεια της χρήσης ουσιών. Αυτός ο τρόπος χρήσης του μαύρου, του σκοταδιού υπό μία έννοια, τόνισε το φως των λέξεων με έναν ριζοσπαστικό τρόπο.

Όπως επισημαίνει στο ίδιο δίφυλλο η συντονίστρια της ομάδας Black out, Μαρία Δασκαλάκη, έχοντας αποδομήσει κείμενα που είχαν ήδη δημοσιευθεί, τα μέλη που συμμετείχαν στο project έκαναν ουσιαστικά αέναο το εφήμερο των εφημερίδων.

"Μια ιστορία/ ένα πρόβλημα/ μας βοηθούν/
να μάθουμε/ πόσο γενναίοι είμαστε"
Πώς το έκαναν αυτό; Χρησιμοποιώντας λόγια άλλων (των συντακτών των άρθρων), αποσπασμένα από το οργανικό τους σύνολο (το άρθρο) και συνδυασμένα με έναν τέτοιο αναπάντεχο τρόπο, τα οικειοποιήθηκαν εκ νέου, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που υπερασπίστηκε σθεναρά το δικαίωμά του να θεωρηθεί έργο λογοτεχνίας. Και το κέρδισε άξια, αν με ρωτάτε. Γιατί οι αρχικές λέξεις μπορεί να μην ήταν δικές τους, όμως ο συνδυασμός τους ήταν και τις βάπτισε στη δική τους φωνή.

Όσο για τους επισκέπτες της έκθεσης που είδαν τα ποιήματα, σίγουρα παρατήρησαν, όπως κι εγώ, ότι επρόκειτο για εκκλήσεις σε βοήθεια, βήματα προς το φως, στενοχώρια για τους οικείους που υπέφεραν, ελπίδα για το αύριο. Το βασικότερο, ήταν ζωντανές, παλλόμενες μαρτυρίες της εσωτερικής διεργασίας ανθρώπων που έχουν πάρει απόφαση να αλλάξουν δρόμο στη ζωή. Με πολλή περισσότερη γενναιότητα και αποφασιστικότητα από τον μέσο άνθρωπο. Κι αυτό από μόνο του είναι σπουδαίο.

Μια τελευταία παρατήρηση: Τα εκπαιδευτικά πλαίσια οφείλουν να οδηγούν τους εκπαιδευόμενους εκεί που θα εκπλήξουν θετικά τον εαυτό τους. Μέσα στην έκπληξη βρίσκονται σπόροι αυτοεκτίμησης, αυτογνωσίας, δημιουργικότητας, χαράς και επικοινωνίας. Και από αυτήν την άποψη, λοιπόν, το project "Black out poetry" του ΚΕΘΕΑ κρίνεται απολύτως επιτυχημένο.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Διαβάστε ακόμη:
Πετσίνη, Π. & Χριστόπουλος, Δ. (επιμ.) (2016), Η λογοκρισία στην Ελλάδα, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ.