Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Νεραϊδόκηποι - Το μυθικό ελληνικό καλοκαίρι

Με αυτή μας την ανάρτηση, σας αποχαιρετούμε για καλοκαίρι! Ραντεβού γύρω στις 15 Σεπτεμβρίου, κάπου μαζί με τα σχολεία.

Καλές διακοπές σε όλους!



Νεραϊδόκηποι - Το μυθικό ελληνικό καλοκαίρι

Το  καλοκαίρι στην Ελλάδα πριν 50-100 χρόνια ήταν εντελώς διαφορετικό. Δεν υπήρχαν διακοπές,  ούτε κολύμπι στη θάλασσα, ούτε κλιματιστικά, ούτε δροσερά ποτά: ήταν η εποχή της σκληρής δουλειάς μέσα σε συνθήκες εξοντωτικές, καθώς οι άνθρωποι έπρεπε να προετοιμαστούν για τον ακόμα πιο δύσκολο χειμώνα. Ο Νικόλαος Πολίτης που έζησε σ’ εκείνη την περίοδο και συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό παραδόσεων στο ιστορικό από κάθε άποψη έργο του, μας έχει δώσει μια εικόνα μοναδική γι' αυτήν την εποχή, που δεν είναι και τόσο μακρινή.

Τα ζεστά μεσημέρια, όταν - εξαιτίας της αποπνικτικής ζέστης - όλα εξαϋλώνονταν, οι άνθρωποι απέφευγαν να κυκλοφορήσουν, φύλαγαν τα παιδιά τους, σφαλούσαν τις πόρτες, αν τύχαινε να διαβούν κάποιο ρυάκι ή λαγκάδι δεν μιλούσαν, μόνο μουρμούριζαν προσευχές. Δοξασίες σχετικές μ' αυτές τις παράξενες ώρες ανάγονται στην αρχαιότητα, αναφέρεται μάλιστα ότι η οργή του θεού Πάνα που κοιμόταν στις εξοχές ήταν τρομερή απέναντι σε όποιον τον ξυπνούσε, ενώ οι  βυζαντινοί συγγραφείς μιλούν για το "μεσημβρινό δαιμόνιο".  Τρεις σχετικοί μύθοι που συνέλεξε  ο μεγάλος λαογράφος :
'Σ τη θέση Κλήμα, όπου είναι χαλάσματα παλαιάς πολιτείας, ο τόπος είναι στοιχειωμένος. Βγαίνουν στοιχειά, και όποιος περάσει από κει τη νύχτα ή μεσ’ ς το μεσημέρι τον λαβώνουν. Το μεσημέρι, και μάλιστα ‘ς την καρδιά του καλοκαιριού, βγαίνουν εκεί οι Μεσημεριάταις, κάτι φαντάσματα που τα λεν έτσι για την ώρα που βγαίνουν. (Μήλος)
Κάθε μεσημέρι ‘ς τη Ζαγορά χτυπάει μια καμπάνα που δε φαίνεται, και μαζεύονται εκεί φαντάσματα. (Άνδρος)
΄Σ  τα έρμα σταυροδρόμια οι πειρασμοί στρώνουν το μεσημέρι την τάβλα των και τρων δίχως να φαίνονται. Αν περάσει κανείς από κει και πατήση ταις τάβλαις, ή αυτούς, οι πειρασμοί τον βιστηρούνε. (τον χτυπούν - Κρήτη) 

Μέσα στην κάψα του καλοκαιριού οι άνθρωποι  δημιουργούσαν με τη φαντασία τους πλάσματα αιθέρια, όπως οι νεράιδες που βρισκόταν σε κάθε σημείο  της ελληνικής υπαίθρου, ειδικά όμως στα μέρη εκείνα όπου κυριαρχούσε το υγρό στοιχείο. Άφθονες παραδόσεις  γι' αυτά τα ξωτικά  έχουν σωθεί :

‘Σ το Μιραμπέλλο κάτω από το χωριό την Κρητσά, ‘ς  τα νοτιοανατολικά του λιμανιού  ταγιού Νικολάου  είναι ένας από τους Αρμυρούς ποταμούς.  Εκεί ς’ τα καθάρια νερά του Αρμυρού βγάζουν τάσπρα τους φορέματα και κολυμπούν και βουτούν πανέμορφες Νεράιδες με την κυρά τους. Τοις είδαν και πολλοί άλλοι, και παπάδες ακόμη. (Κρήτη)
Κοντά ΄ς τους Αφεντικούς Μύλους έβγαινε  την ημέρα μια Νεράιδα με πράσινα μαλλιά,  που τα στόλιζε με μαργαριτάρια και μερτζάνια, και εστέγνωνε τα ρούχα της ΄ς τους βράχους. Τη νύχτα με το φεγγάρι η ίδια Νεράιδα χόρευε απάνω ΄ς τα κύματα της θάλασσας.  Τη Νεράιδα τότε ούλοι δε τη βλέπουνε, μον’ τα  άλογα τη γλέπουνε και φρουμάζουνε και ξαφνιάζονται και δε θέλουν να περάσουν από κει καθώς και τα σκυλιά όσα όμως είναι τεσερομάτικα, δηλαδή έχουνε σημάδι απου πανω από τα φρύδια , τα μαύρα άσπρο τα άσπρα μαύρο∙ τα άλλα δεν τη γλέπουνε. (Λάστα του δήμου Μυλάοντος της Γορτυνίας)
Σε μια ράχη ‘ς το Μακριόρος ψηλά,‘ς ένα απόκρημνο μέρος που δεν μπορούν να πάνε ούτε άνθρωποι ούτε ζα, είναι δυο ζώναις από χορτάρι και άγρια χαμόκλαδα∙ ούλο το καλοκαίρι είναι τα μέρη εκείνα καταπράσινα. Τα λεν Νεραιδόκηπους. Εκεί κάθονται Νεράιδες και ποτίζουν και σκαλίζουν τους νεραιδόκηπους. Κάποτε κάποτε οι Νεράιδες γλεντοκοπάνε με τα λαλούμενα  και ντουφεκάνε. Τά χω ακουσμένα γω πολλαίς φοραίς. Περνάει το δαιμονικό. (Γελλήνη του δήμου Τρικάλων)
΄Σ του Άη Γιώργη ΄ς τα αλώνια το καλοκαίρι, που αλωνίζουν τα γεννήματα, έρχονται Νεράιδες με διάφορα όργανα και χορεύουν. Πολλοί ακούν τα όργανα  μα δε βλέπουν τίποτες. (Βρέσθενα Λακεδαίμονος)
Εις τ’ άσπρα πανιά που είναι ‘ς το Σκοπό οι Ανεράιδες απλώνουν τα ρούχα των, αφού τα πλύνουν, και όποιος απεράση από  εκεί, είναι αδύνατον να μη τον βλάψουν. (Ζάκυνθος)

Σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας κι έξω απ αυτήν, όπου ζούσαν οι Έλληνες, αυτά τα  υπερφυσικά πλάσματα, που ζούσαν  επί των υδάτων  και μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι μπορούσαν να τα δουνέπαιρναν διάφορες ονομασίες, στην Μύκονο για παράδειγμα τις λέγανε Γιαλούδες:
Σε μια ρεματιά που λέγεται ‘Ρουσουνάρα, κοντά ‘ς τη χώρα, πλένουν όλη την ημέρα οι Γιαλούδες. Είναι νέαις ασπροφόραις, και πολλές γυναίκες τοις είδαν να πλένουν και ν’  απλώνουν τα ρούχα των στον ήλιο να τα στεγνώσουν. Και ‘ς άλλα μέρη της Μύκονος, κοντά σε στέρναις ή σε ρέματα είδαν πολλαίς το καλοκαίρι τοις  Γιαλούδες να πλένουν μα άμα τοις ιδή καμμιά, αμέσως αφανίζονται.Καμμιά φορά το καλοκαίρι, όταν κάνει πολλή ζέστη και δε σειέται  φύλλο, σηκώνεται ένας ανεμοστρόφιλας που συνεπαίρνει  φύλλα κι’ αγκάθια κι ότι βρει μπροστά του∙ και η ζέστη γίνεται μεγαλύτερη που πολλών φουσκαλιαζουν απ’ αυτή τα χέρια ή ότι άλλο μέρος του σώματος των είναι γυμνό. Όποιος λοιπόν βγάζει φούσκαις  λέει πως οι Γιαλούδες τον πιάσανε και του δίνουν αγιασμό και του κάνουν ευκέλαιο για  να γιατρευτή. ‘Σ εκείνον τον ανεμοστρόφιλα ή ύστερα από αυτόν είναι που φαίνονται οι Γιαλούδες. (Μύκονος)
Τα πλάσματα αυτά, απ’  τα οποία  ήταν γεμάτη η ελληνική ύπαιθρος εκείνη την εποχή που  οι άνθρωποι είχαν φαντασία πολύ πιο πλούσια, δεν ζούσαν μόνο  στα ποτάμια και στα πηγάδια, μα και στις πόλεις όπου υπήρχε το υγρό στοιχείο:
Όταν όλοι φύγουν από το λουτρό και πλυθή, πηγαίνουν οι Νεράιδες και λούζονται∙ αν δεν εύρουν όλα έτοιμα δέρνουν ελαφρά τους λουτράρηδες και τοις λουτράρισσαις, χωρίς αυτοί να τοις καταλάβουν ∙  και αισθάνονται μια κομμάρα και αδυναμία, χωρίς να ηξεύρουν από πού τους ήρθε.Γι' αυτό κάθε βράδυ όσου δουλεύουν 'ς το λουτρό το πλένουν πολύ καθαρά, ανοίγουν τοις βρύσαις, γιομίζουν τοις γούρναις, έπειτα κλείνουν τοις βρύσες κι αφήνουν 'ς τη μεγαλύτερη ένα τάσι για να λουστούν οι Νεράιδες. (Αθήναι)
Μερικές αφηγήσεις και παραδόσεις  έχουν κατά τους μελετητές πολλά κοινά με μύθους  άλλων λαών, για παράδειγμα η ιστορία του καβαλάρη που βγαίνει από το πηγάδι συναντάται στην Γαλλία, όπου κατά τον μύθο ένας ιππότης, αρματωμένος και γεμάτος αίματα, αναδύεται από ένα φρέαρ,  διατρέχει με το άλογο του το οροπέδιο που βρίσκεται μπροστά του, για να πηδήξει και να χαθεί τελικά σε κάποιο βάραθρο:
Καθώς πηγαίνουμε απ το παζάρι ' ς το τρίστρατο, παραπάνω απ' την εκκλησιά του αγίου Ευστρατίου, κολλητά στον τοίχο του σπιτιού του Μαζαγκά, είναι ένα πηγάδι που κόβει το δρόμο. Είναι στενό και όχι πολύ βαθύ, μέσα όμως έχει σπηλιαίς και καμάραις. Απ’ αυτό σχεδόν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα βγαίνει ένας άνθρωπος καβάλα ‘ς ένα άγριο άλογο και τρέχει τρέχει γρήγορα και με κρότο πολύ ΄ς τους δρόμους γύρω, και ύστερα γυρίζει και πέφτει πάλι μέσα ΄ς το πηγάδι. Αυτόν τον καβαλάρη τον λέγουν Βένια. Όποιος πιει από το νερό αυτού του πηγαδιού τρελλαίνεται. Και γι' αυτό όταν θέλουν να ειπούν σε κανένα πως έχασε το νου του, τον ρωτούν "Έπιες από το πηγάδι του Βένια;" (Χίος)
Το νερό ήταν πάντοτε το πιο ζωτικό στοιχείο του καλοκαιριού, πηγή ζωής και δροσιάς για ανθρώπους, ζώα και σπαρτά, επόμενο ήταν λοιπόν να μυθοποιηθεί και να πλαστούν γι' αυτό ιστορίες μαγικές:
Σ’ τη Βιάνο πώχει πολλά νερά και πολλά δέντρα, κάθε ποτάμι και κάθε αυλάκι έχει Νεράιδες. Και ‘ς το Λασήθι σε πολλαίς μεριαίς, μάλιστα ‘ς τη βρύση κοντά ‘ς του Τζερμιάδου, έχει πολλαίς Νεράιδες και πολλούς Νεράιδους. (Κρήτη)

Ολούθε όπου βγαίνει νερό εκεί μένει και Νεράιδα. Για τούτο ο άνθρωπος τη νύχτα που ήθελε να περάση κοντά από τρεχούμενο νερό δε μίλαγε, για να μη του πάρη η Νεράιδα τη φωνή του. Αλλά καμπόσαις βολές (και τούτο ακόμα το λένε μερικές γυναίκες ότι το είδανε) το νερό τη νύχτα κοιμάται, όπου λέμε, μένει χωρίς να κουνηθή ολότελα και τότε πλιά η νεράιδα είναι κει ‘ς το νερό. Αλλά για να φύγη η νεράιδα και τρέξει πάλε το νερό είναι ετούτο∙ Ο άνθρωπος πετάει μια πέτρα με ΄ς το νερό, και τότες αμέσως η Νεράιδα φεύγει και το νερό τρέχει. (Κρήτη)

Μια ώρα κάθε νύχτα κοιμάται το νερό ’ς τα ποτάμια και ‘ς τοις βρύσες και τρέχει ήσυχο και σιγαλό. Όποιος θέλει να πιη αυτήν την ώρα να το ταράξη με το χέρι για να το ξυπνήση, γιατ’ αλλιώς το νερό αγαναχτεί και του παίρνει το νου του. (Κρήτη)

Απόστολος Σπυράκης



Σημ.: Το κείμενο βασίστηκε στις Παραδόσεις του Νικολάου Πολίτη, Τόμοι Α΄, Β΄- 1904.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου