Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

«Την ύστατη στιγμή», ή αλλιώς η φιλοσοφική διαπραγμάτευση της ποίησης

Ελένη Γκίκα. © φωτογραφίας: tovivlio.net
Η ύπαρξη είναι ποίηση κι οικοδομείται στον ρυθμό, την τάξη και την αναλογία. Αυτή και η αρχιτεκτονική της, αντίστοιχη της αρχιτεκτονικής του σύμπαντος, εκεί όπου το πέρας γίνεται σηματωρός στην αχάνεια, την απεραντοσύνη, της δημιουργίας και το όριο το φως που την αναδεικνύει[1]. Τίποτε άλλο, λέγανε οι αρχαίοι σοφοί, δεν μπορεί να σταθεί αντιστύλι στην αδηφαγία του ερέβους, που μας περιβάλλει, εσωτερικά και εξωτερικά, παρά μόνο εκείνη η αρμονία, η σοφή σειρά και αλληλοσύνδεση, που στερεώνει, κρίκο κρίκο στην αλυσίδα της ζωής, ευτυχισμένη την οντότητα. Σαν εκείνη τη μυθική, τη χρυσή αλυσίδα της Ήρας, όπου κρεμασμένη η θεά μετεωριζόταν ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, μία θαυμάσια αλληγορία της πορείας της ψυχής στα ταπεινά της βήματα προς την θέωση. Μία πορεία που ξεκινά σχεδόν πάντα από το σκοτάδι, την ρευστότητα, τον φόβο και την ασάφεια.

Άγχη και φόβοι
δισταγμοί και θυμοί
διλήμματα, επιθυμίες
γέλια και κλάματα,
φασαρία και μέριμνα
καθημερινή
στο καλάθι της ματαιότητας
πάντα.

Στην ύστατη ώρα
όταν το τίποτα
γίνεται το αντίθετο
τα πάντα το τέλος
και η αρχή
γίνεται
όλα.

Παραθέτω ένα απόσπασμα από μία ποίηση φιλοσοφική[2]. Κι είναι μεγάλη υπόθεση η ποίηση να υποστηρίζει την φιλοσοφική ματιά. Με ποίηση ξεκίνησαν οι μεγάλες φιλοσοφίες του κόσμου και με ποίηση πρέπει να συνεχίζονται. Η ποίηση είναι υπαινιγμός, όπως η φιλοσοφική ματιά, είναι σπόρος που ριζώνει και καρπίζει, είναι έμπνευση, ποτέ υπόδειξη. Και ξεκινά πάντα την «ύστατη ώρα», όταν το χαώδες και το μεταβλητό γίνονται η πρώτη γονιμοποιός ύλη σύνθεσης. «Βίοτον ἐκ πεφυρμένου καί θηριώδους διεσταθμήσατο πρῶτον μέν ἐνθείς σύνεσιν εἶτα δέ ἄγγελον γλῶσσαν δούς», θα πει ο Ευριπίδης χρόνια πριν στις «Ικέτιδες»[3], εννοώντας το προφανές: είναι το άμορφο και το ακατέργαστο, εκείνη η βαθιά προγονική λάσπη αργότερα, του Καζαντζάκη, που σαν την συναντά ο άνθρωπος ανατριχιάζει, μέσα όμως από αυτήν ο Θεός κατεργάζεται και μετουσιώνει «αλάκερο το σύμπαντο» και ανθίζουν τα δέντρα και «γεννοβολούν τα ζα» και μπορεί «ο πίθηκος να ξεπεράσει τη μοίρα του και να σταθεί στα δυο του πόδια όρθιος» και να οριστεί ως άνθρωπος. Αυτός για τον οποίον ο Σωκράτης, στον πλατωνικό Κρατύλο, θα δώσει πολλές εκδοχές, μία όμως θα αγγίξει κατάβαθα την καρδιά, όταν θα τον περιγράψει ως «ὁ ἄνω θρώσκων τά ὦπα», αυτός δηλαδή που έχει στραμμένα τα μάτια προς τα επάνω, την «ύστατη ώρα», ο προσευχόμενος άνθρωπος[4]. «Στις ώρες του δειλινού λαλεί η γλαύκα των Αθηνών», θα γράψει με στοχαστική διάθεση ο Έγελος αιώνες μετά[5], κι είναι ακατάπαυστα στο αέναο γίγνεσθαι η ώρα της «κρίσης» η «κρίσιμη» προϋπόθεση της διαπραγμάτευσης και της επανατοποθέτησης.

«Πάντα, πάντα περνάς τη φωτιά για να φθάσεις τη λάμψη»[6], παραδέχεται με παρρησία στην ποιητική του αποτίμηση ο Ελύτης, «την ύστατη ώρα»[7], «όταν το τίποτε γίνεται το αντίθετο, τα πάντα, το τέλος και η αρχή γίνεται όλα»[8]. «Ὁδός ἄνω καί κάτω μία και ὡυτή»[9], ο δρόμος προς τα πάνω, προς τα κάτω, είναι ένας και ο ίδιος, θα υποστηρίξει ο Ηράκλειτος, στη φυσιοκεντρική του προσέγγιση, για να συμπληρώσει προφητικά «ἁρμονίη ἀφανής φανερῆς κρείττων»[10], η κρυμμένη αρμονία είναι ισχυρότερη από την φανερή.

Είναι η αρμονία της αντίθεσης, αυτή που ρητά ομολογεί η Ελένη Γκίκα στην ποίησή της[11], με στοχαστικό λυρισμό, ξεκινώντας από μία εκκίνηση φαινομενικής ισοπέδωσης που όμως σοφά κι ελπιδοφόρα επισημαίνεται ως εφαλτήριο ανύψωσης. Όταν το απλό και καθημερινό συλλαμβάνεται στη βαθύτερη –αναπάντεχη - διάστασή του και συνειδητοποιείται ως πρόκληση και ρίζωμα ζωής. Μίας ζωής, εν τέλει, πολύ περισσότερο όμορφης και ανυψωμένης από αυτό που, υποβιβαστικά, γίνεται αντιληπτό. «Άγχη και φόβοι, δισταγμοί και θυμοί, διλήμματα, επιθυμίες, γέλια και κλάματα, φασαρία και μέριμνα καθημερινή»[12]. «Στο καλάθι της ματαιότητας πάντα»[13]. Μίας ματαιότητας που ελλοχεύει στις ζωή, όχι για να την αναστείλει, αλλά ποιητικά να την εγείρει και δημιουργικά να την μεταμορφώσει. Έτσι, ώστε το τέλος να βιωθεί στην πραγματική (ετυμολογικά ορθή) διάστασή του: ολοκλήρωση και ταυτόχρονα έναρξη, ανέβασμα σε νέα ιερή κορυφή. Η διαχρονική, αέναη, διαδοχή από την αριστοτελική «εντελέχεια», την πυθαγορική «πρόνοια» στη σύγχρονη «αρχιτεκτονική της ύπαρξης». Πάντα με το ίδιο όχημα: την ποίηση. «Την ύστατη στιγμή».


Αγγελική Κομποχόλη




[1] Πρβλ. Ελένη Γκίκα, Η Αρχιτεκτονική της Ύπαρξης, Αθήνα 2015, εκδόσεις Καλέντη.
[2] Το ποίημα με τον τίτλο «Το καλάθι της ματαιότητας» ανήκει στην ποιητική συλλογή της Ελένης Γκίκα,  Η Αρχιτεκτονική της Ύπαρξης, ο.π.
[3] Πρβλ. εδώ   Euripides. The Complete Greek Drama, edited by Whitney J. Oates and Eugene O'Neill, Jr. in two volumes. 1. The Suppliants, translated by E. P. Coleridge. New York. Random House. 1938, στίχοι 201 κ. εξής. Βλ. ακόμη Ιωάννης Σιδέρης, Το αρχαίο θέατρο στη Νέα Ελληνική Σκηνή (1817- 1932), εκδ. Ίκαρος, 1976, σελ. 314-315.
[4] Πρβλ. MW. Riley (Professor of Classics and Tutor, formerly Director, of the Integral Liberal Arts Program at Saint Mary's College in Moraga, California c.2005) – Plato’s Cratylus: Argument, Form, and Structure, Plato's Cratylus: Argument, Form, and Structure, Publication:Rodopi, 1 Jan 2005 [Retrieved 2015-3-27],σελ. 29. Βλ. και Γ. Λαθύρης – Μ. Μαραγκού, Κρατύλος, Ηλιοδρόμιον, Αθήνα 2015, σελ. 679.
[5] Πρβλ. εδώ W. Kaufmann (1966), Hegel: A Reinterpretation, Anchor, σελ. 115
[6]  Πρβλ. εδώ Α. Καραντώνης, Για τον Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα 1980, εκδόσεις Παπαδήμας, σελ. 36.
[7] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.
[8] Βλ. Γκίκα, ο.π.
[9] Τάσος Φάλκος – Αρβανιτάκης (επιμ. –σχολ.), Ηράκλειτος, Άπαντα,  εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 103.
[10] Ο.π., σελ. 99.
[11] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.
[12] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.
[13] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου