Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Μικρές ανθολογίες: Ευτυχία Παναγιώτου

Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνικά στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης και γράφει άρθρα σχετικά με τη λογοτεχνία σε περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα γερμανικά. Η ίδια έχει μεταφράσει ποιήματα της Ανν Σέξτον και της Ανν Κάρσον. Ζει στην Αθήνα.


σύλβια
αθετώ τις υποσχέσεις μας, μαμά.
όμως σήμερα σου γράφω, η μέρα είναι αλλιώς.

το πρωί, τα πήγα καλά με τα ταξί.
ο οδηγός έδειξε να προτιμάει τις γυναίκες.
πήρα και μια μικρή αύξηση, για τις ιδέες μου, είπανε.
προτού τονίσουνε το πόσο νέα είμαι.
το μεσημέρι στο λεωφορείο, «έχεις μπροστά σου
μεγάλο δρόμο», μια ηλικιωμένη μου ψιθύρισε με νοσταλγία.
στα νιάτα της υπήρξε συγγραφέας, τώρα κυκλοφορεί
με μια σακούλα σκουπιδιών για το αεροδρόμιο,
με τα παλιά, επίσημά της ρούχα.
μου φαίνεται, ανταλλάξαμε χρόνια, μαμά· έχω ωριμάσει.
οι φίλοι με γνωρίζουν καλά στο μεγάλωμά μου, εσύ
θα με θυμάσαι στις παλιές μου δόξες.

γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση να σ’ τα λέω όλα
σου κρύβω τα μισά – θέλω κάποιος να μ’ αγαπάει ακόμα.

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο· στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούριες μπόρες.

έχω γίνει μια γούβα από λάθη, μαμά.
καρδιά αδειανή, στην τσέπη νόμισμα
και το μυαλό μου στροβιλίζεται, εκκρεμότητα μεγάλη.
ο Α. μου είπε πως τα όνειρά μου είναι μεγάλα,
ο Β. μου είπε πως δεν έχω όνειρα μεγάλων,
λόγια πικρά, μετράω θύμησες· η ιστορία.
παραμονεύω με το κλεφτοφάναρο, μαμά,
κοιτώ έναν κόσμο που δεν κοιτά.

έχω ετοιμάσει δυο ζωγραφιές, να με θυμάσαι.
αθετώ τις υποσχέσεις μου, μαμά.
θα ‘θελα να ΄ξερες απλώς ότι φοβάμαι.

(Από τη συλλογή Μέγας κηπουρός)


η δαγκάνα

ο Σκορπιός διέσχισε τα πόδια της.
από εκείνη τη μέρα το να στρέψει επάνω το κεφάλι
ήταν δυστοπία.
οι μαντείες των ειδικών απέβησαν λανθασμένες.
ποτέ δεν επέστρεψε μήτε γράμμα έστειλε που
να εξηγεί το σημείο του βυθού της
και το ρολόι της νύχτας βαθιά καρφωμένο στο στήθος της.
ο σκορπιός, βλέπεις, φίλος δεν είναι κανενός.

της χάρισε όμως μια πυξίδα
να βρίσκει τα πρόσωπά μου στο σκοτάδι
της έμαθε την ενοχή
ανάγνωση πάλι και ξανά γραφή
και διαβάζει στο παράθυρο τα μάτια του
και χαράζει στο πινάκιο τα μάτια μου
και με κάποιου απ’ τους δυο τα χέρια
χτυπά μ’ ορμή στον τοίχο.
κεφάλι νέγρας στον τοίχο

τόσο καιρό, εδώ ήταν
ένα αερόστατο, μια φρίκη
που έπρεπε ν’ αποδεχτώ – πώς ήσουν
ήταν ανήμπορος ν’ αγαπήσει
να αγαπήσεις
ήθελα εμένα.

(από τη συλλογή Μαύρη Μωραλίνα)


η συγγνώμη

κι όμως. ακόμα εδώ. οι φλέβες του.
γλιστράνε στο σάλιο της.
τον καταπίνει αφρισμένη ή πασχίζει
(να κατανοήσει καλύτερα).
πως ήταν η ζωή – τραγούδια – νόμιζε, όμως μπότα.
η μπότα του χρόνου στο στόμα.

αν ήσουν κάτι σαν αίσθηση, τ’ αδειασμένο ήταν
μπουκάλι.
κλοτσούσε το ερωτευμένο της τύμπανο.
ανασαίνω-ανασαίνω με τρομώδεις διακοπές.

η αναπνοή στενό κουφάρι· κακό σκυλί
που έσκυψε σε πόδια ανθρώπινα.
δώσε υπομονή, υπομονή στο αβοήθητο
και πλένει, όλο πλένει τα ποτήρια σπασμένη.
τα μάτια της γυάλινο κουβάρι, δάκρυα πυκνά.
φταίει το ποτισμένο το σάλιο
τη γλώσσα του γλείφει.
φταίει η ντροπή
τα χείλη του σκουπίζει.
αμήχανη φαντάζεται ένα εξάρτημα κοπής
του συκωτιού. θα το λαδώσει.
ήταν πάντα ο φόβος
μια αναβολή ή μια απόφαση.

τα μάτια μου, τα μάτια της,
σκάλωσαν στον κτηνώδη του φόβο.
σαν αφήσεις τον άνθρωπο, τ’ ανθρώπινα σε κυνηγάν
εδώ

στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

(από τη συλλογή Μαύρη Μωραλίνα)


Η ετυμηγορία του ύπνου

Ο συριγμός μακρόσυρτος, θα τον ακούς,
από το φάρυγγα του διαδρόμου.
Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα·
τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν.
Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά κι αλλόκοτα,
τις νευρικές σελίδες που γυρνούν,
τον παφλασμό των λερωμένων
υφασμάτων.

Κι αν κυματίζεις σε μάγων ραψωδίες,
στου ιδρωμένου σεντονιού τις κούρσες,
πάλι άσωστος βρέθηκες· ο τόπος σ’ εμποδίζει,
και σε κυκλώνουν
ξένα αίματα· αρχαία παλτά
οι συγγενείς, λες και σε ξέρουν.
Στέκουν με χέρια καθαρά
πλάι στο μικρό σου φέρετρο.

Τρελαίνονται οι σειρήνες, κάνει η σφραγίδα σάλτο στο χαρτί,
η επιταγή αλλάζει χέρια
κι ένα κίτρινο γάντι ορθώνεται, δείχνει δεξιά.
Κοιτάζοντας τον Εγγαστρίμυθο
κάτι σκαμμένα πρόσωπα
τις σόλες σέρνουν
προς τη χαράδρα.

Ονόματα σκληρά ηχούν,
και τα κιτάπια,
με σύντομες – των άβουλων – κραυγές,
σφαλίζουν.

Άλλο δεν σφάδασε η νύχτα.
Τα ρούχα του φονιά θα ‘χουν πλυθεί.
Τόσο νερό κελάρυσε στις ίνες τους.
Τα γρανάζια έβηξαν και σώπασαν
ενώ ο αέρας, τακτικός και με τις φούριες του,
σηκώθηκε να σφουγγαρίσει.

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

Και το πτώμα σου
- που σαλτάρισε, είπανε.

Γύρισε ξανά πλευρό.

(από τη συλλογή Χορευτές)

Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη
για το στίγμαΛόγου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου