Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Αγγέλα Γαβρίλη: Η γυναικεία ματιά στην πολιτική ποίηση

Αγγέλα Γαβρίλη. © φωτογραφίας: animartis.gr
«Πολλοί αντιπαθούν την ιδέα ότι η ποίηση μπορεί να έχει σχέση με την πολιτική, θεωρώντας ότι η τελευταία-συνώνυμη της ιδιοτέλειας, της υστερόβουλη πρόθεσης και την αλαζονείας- διαμορφώνεται από ανθρώπους που στερούνται ιδανικών, οράματος και μεγαλείου» (Albert Camus)[1]. H ποίηση ωστόσο ασχολείται με το σύνολο των εμπειριών της ανθρώπινης ύπαρξης κι η ποίηση που αναφέρεται στα δημόσια γεγονότα, ή εφορμάται από αυτά, μας βοηθά να τα παρατηρήσουμε από πολλές οπτικές γωνίες, χαρίζοντάς μας «πληρέστερη, ζωηρότερη και οξύτερη γνώση για το τι συμβαίνει μέσα στον κόσμο που ανήκουμε» (Bowra)[2]. Η βαθυστόχαστη ενατένιση του κόσμου στηρίζεται και στην ποιητική του ματιά και, όχι σπάνια, γίνεται το μοναδικό αντίδοτο στην αυθαίρετη δύναμη που μπορεί να συνοδεύει τη πολιτική πράξη. Αν «η βία διαμελίζει κορμιά, σκορπίζοντας τα κομμάτια τους εδώ κι εκεί, η ποίηση ξαναμαζεύει ό,τι καταστράφηκε και ξαναφτιάχνει μ’ αυτό ολάκερους ανθρώπους (Goethe)[3]. Η Ιστορία αποδεικνύει πως στους κρίσιμους, πολιτικά, καιρούς, η ποίηση σφυρηλατεί τη θαρραλέα στάση και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να θυμηθεί αυτό που αποτελεί τη θεμελιώδη, κινητήρια, δύναμή της: την ηρωικότητά της.

Η ποίηση όταν στρατεύεται γίνεται δυναμική, επιθετική, αιχμηρή, ασκεί κοινωνικό έλεγχο, κοινωνική κριτική, γίνεται και θεωρείται «ανδρική» υπόθεση. Η γυναικεία ματιά εδώ φαίνεται ανοικεία, παρά τα έξοχα δείγματά της, καθώς γλυκύτερη και ηπιότερη στη θεώρησή της, κάποτε περισσότερο διαπραγματευτική, δε μοιάζει να συνάδει με το ηρωικό μένος της αρσενικής ηρωικής δράσης. Κι όμως είναι αυτή η θηλυκή ματιά που, εσωτερική στην ουσία της, διεισδυτική κι αναστοχαστική στην υφή της θέτει , όχι σπάνια, καίρια, το ερώτημα για το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας, όταν ξεπερνά το μέτρο και το όριο. Κι είναι αυτή η γυναικεία ματιά, που με τον λυρισμό στην εκκίνησή της και το συναίσθημα, αγγίζει και ξεσηκώνει τη συνείδηση, επαναστατική, υπόκωφα ηχηρή και δυνατά αποτελεσματική.

Και ξεκινώ εδώ να μιλώ για την Αγγέλα Γαβρίλη, έξοχη δοκιμιογράφο, ποιήτρια και μυθιστοριογράφο των καιρών μας, εκδότρια και κριτικό, με ισχυρό πνευματικό έργο και δημιουργίες που τιμούν τη σύγχρονη νεοελληνική γραμματεία. Να αναφέρω ενδεικτικά την Ίσκρα (2014), το Ιridium (2013), το Α.Ρ.Κ (2009), εξαιρώντας για λόγους χώρου τις πολυάριθμες συμμετοχές της σε εκδομένες ποιητικές συλλογές και ανθολογίες. Ποιήματα της Αγγέλας Γαβρίλη από το Iridium, τρία για την ακρίβεια («The Slave Ship», Greetings From Beyond, Τάλιθα Κούμι), είχα συμπεριλάβει στον θεματικό κατάλογο διδασκαλίας ποιητών κατά τη διάρκεια ενός επιμορφωτικού κύκλου τεσσάρων διαλέξεων σε πολιτικό φορέα, τον Μάρτιο του 2015, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ποίηση και Πολιτική». Τα ποιήματα της Αγγέλας Γαβρίλη, με την σύμφωνη γνώμη της ιδίας, τα παρουσίασα στην τέταρτη και τελευταία ομιλία μου εκεί, θεωρώντας ότι αποτελούν το ιδανικό επιστέγασμα των διαλέξεών μου. Και πράγματι, λόγω του εξαιρετικά επίκαιρου περιεχομένου τους και της ικανότατης γραφής της ποιήτριας, συγκίνησαν, ενθουσίασαν, γόνιμα προβλημάτισαν. Η τέχνη της, λεπτοδουλεμένη και ευαίσθητη, ξεπερνούσε τα όρια του ατομικού και γινόταν κοινωνική καταγγελία, σε μία Ελλάδα που στέναζε οικονομικά, και κοινωνικά, από το δυσβάσταχτο εξωτερικό χρέος και τον διεθνή έλεγχο. Την ίδια ώρα όμως κατόρθωνε να αποδώσει, μοναδικά, την ένταση και την οικειότητα της διαμαρτυρόμενης προσωπικής στάσης, που ταυτιζότανε και γινότανε προσωπική στάση, στην προκειμένη περίπτωση, των ακροατών του έργου της:

Σας στέλνω χαιρετισμούς από την εξωτική πλατεία Συντάγματος,
όπου περνώ τις μέρες μου τρώγοντας πικρά πορτοκάλια.
Στην πατρίδα μαθαίνω ότι βρέχει
αλλά εδώ κάνει κρύο
κι έχει έναν ήλιο άρρωστο.
Όλοι είναι χλομοί, βήχουν κάτι λέξεις-αγκάθια
που τους γέρνουν το λαιμό
κι έπειτα μπαίνουν στο μετρό.
Εγώ κόβω βόλτες με το ποδήλατο,
χαιρετάω τα βιαστικά ταξί
και βγάζω πολλές φωτογραφίες,
αλλά δεν φαίνομαι σε καμία
κι έτσι δεν σας τις στέλνω.
Όμως είμαι καλά, αυτό θέλω να ξέρετε.
Κι αυτό το σώμα που θα σας στείλουν
και θα σας πουν ότι είμαι εγώ,
δεν είμαι.

("Greetings From Beyond")

Πότε η ποίηση γίνεται αποτελεσματική; Όταν είναι ειλικρινής και στοργική συμπόνια, ακόμα κι όταν ξεσπά σε μία πικρή ειρωνεία που κάνει, σιωπηλά, πιο σπαρακτικές, τις στιγμές ανθρώπινες σκηνές που φαντάζεται (Όμως είμαι καλά, αυτό θέλω να ξέρετε/Κι αυτό το σώμα που θα σας στείλουν και θα σας πουν ότι είμαι εγώ/δεν είμαι). Κι είναι υψηλή ποίηση όταν η αυστηρή φόρμα τιθασεύει την ισχυρή συγκίνηση κι η επιγραμματική, τηλεγραφική σχεδόν, καθαρότητα του λόγου, απαξιωτική του περιττού, αυξάνει αυτό που αποτελεί περιρρέουσα ατμόσφαιρα: την απόγνωση. Το χάρισμα να βλέπει κανείς αυτό που κρύβεται στο βάθος.

Ζω από το 1840 μέσα στο κόκκινο.
Είναι πάντα η ώρα που το δουλεμπορικό αδειάζει
τους άρρωστους σκλάβους μεσοπέλαγα.
Η ώρα που οι καρχαρίες περιμένουν από την αρχή του ταξιδιού.
Γι’ αυτό έχει τόσο κόκκινο:
οι καρχαρίες και οι καλλιτέχνες, το λατρεύουν.
Μέσα στον αιμάτινο ωκεανό κολυμπάω,
λίγο ακόμα θέλω
για να φτάσω στην κορνίζα και να βγω από τον πίνακα.
Και τότε θα υπάρξουν κάποιες αλλαγές, κύριοι.
Θα ζωγραφίσω πάνω από το δουλεμπορικό σας έναν ιπτάμενο δίσκο,
να το εξαϋλώνει με τις ακτίνες του
ή ίσως το Κράκεν,
να βγαίνει από το βυθό και να καταπίνει το πλοίο,
τους σκλάβους, τους καρχαρίες, τον πίνακα
και όλο το γαμημένο μουσείο.
Να τελειώνουμε επιτέλους με τις γελοιότητες,
που αποκαλούμε «το δράμα της ζωής».
Και να συζητήσουμε για άλλα πράγματα...

("The Slave Ship"[4])

Η Αγγέλα Γαβρίλη είναι μία ποιήτρια της γενιάς της. Και μιλάει στο όνομα αυτής της γενιάς. Δεν εμπιστεύεται τις εμπνευσμένες προσπάθειες των ανοιγμάτων προς το άγνωστο, θεωρώντας την κριτική προσέγγιση της πραγματικότητας καλύτερη, και ουσιαστικότερη, από τις ευφάνταστες προρρήσεις, συχνά κενόδοξες. Το μυστήριο της ζωής δεν κρύβεται στην προφητική στάση και στην ανεξιχνίαστη αισιοδοξία , παρά μόνο σε αυτά που βλέπουμε εδώ και τώρα, κι η τοποθέτησή της εδώ υποβάλλεται θετική. Ακόμα κι αν τα γεγονότα μας παρασύρουν στο βυθό τους, ακριβώς επειδή δεν τα αγνοούμε και τα συνειδητοποιούμε, δεν επιτρέπουμε στις απειλές τους να μας αποκαρδιώνουν. Η μάχη δεν γίνεται με την αόρατη σκιά του φόβου, αλλά με μία πραγματικότητα που όσο κι αν είναι ζοφερή μπορεί να ανατραπεί. Τι πιο ελπιδοφόρο; Και πόσο μέσα στο χρέος της ποίησης που ποτέ δεν είναι αποκομμένη από την κοινωνία;

Μια αχτίδα παλεύει να μπει απ’ το μισάνοιχτο στόμα,
να σε ξυπνήσει.
Κάποιος τα κατάφερνε σ’ αυτά τα παλιά χρόνια αλλά τον σκότωσαν
γιατί δεν μπορείς να γυρίζεις δεξιά κι αριστερά
και να ξυπνάς τους πεθαμένους - και μάλιστα Σάββατο.
Δεν ήτανε θεός που λένε τώρα, μόνο που συμπονούσε τις άδειες αγκαλιές.
Αλήθεια, κι ένας σκύλος μπορούσε να σε σώσει:
να σε τραβήξει από το χέρι, από τα ρούχα, από τη σφιχτοπλεγμένη σου κοτσίδα.
(Είχε προβλέψει η μάνα σου, να πνιγείς όμορφη.)
Αλλά εσύ ήσουν άτυχη:
ούτε άνθρωπος, ούτε θεός, ούτε σκύλος βρέθηκε.
Μόνο το νερό σε σκέφτηκε
κι έπνιξε κι άλλους.
Τουλάχιστον, μιαν αγκαλιά στο βυθό θα την έχεις.

(Τάλιθα Κούμι[5])


Αγγελική Κομποχόλη




[1]Πρβλ.  Curtis, Jerry L. (1972-08-01). "The absurdity of rebellion"Man and World5 (3): 335–34. Βλ. Και «Ο πολιτικός Αλμπέρ Καμύ», The Book's Journal, τ. 28, Φεβρουάριος 2013, σελ. 34.

[2] Πρβλ. C.M. Bowra, Ποίηση και Πολιτική, Αθήνα 1982, εκδ. Παπαδήμα, σελ. 7-8.
[3] Βλ. εδώ Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος: «Γενικός χαρακτηρισμός του Φάουστ του Γκαίτε», Επ. Επ. Φιλ. Σχολ. Παν. Αθηνών, τόμ. 5 (1954-1955), σελ. 290-30.
[4] Πίνακας του Βρετανού ζωγράφου J. M. W. Turner (1775-1851).


[5] «Κοριτσάκι, σήκω!» (Κατά Μάρκον).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου