Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

"Μικρά πείσματα" της Εύας Μ. Μαθιουδάκη


Η Εύα Μαθιουδάκη στα Μικρά πείσματα μας παίρνει μαζί της σε ένα ταξίδι σε ψυχικά τοπία που αλλάζουν τόσο γρήγορα μπροστά στα μάτια μας που έχεις την αίσθηση ότι κοιτάς το παρελθόν μέσα από το παράθυρο ενός τρένου.

Μικρά πείσματα, μικρά διηγήματα που τα συνδέει μεταξύ τους η ίδια διαδρομή ζωής. Μικρά ξεγελάσματα του νου από τη μονοτονία και τη ρουτίνα της ζωής στην πόλη. Σύντομες αποδράσεις σε περιοχές της μνήμης που ακουμπάει ο νους για να ξεκουραστεί από την ερημιά του παρόντος, μοιάζουν οάσεις και καταφύγιο της ψυχής. Αδιόρατες πινελιές πάνω στα τοπία της πραγματικότητας, που διασκεδάζουν τη θλίψη και δίνουν χρώμα στη σκονισμένη καθημερινότητά μας. Όπως τα χρωματιστά χαλιά των τσιγγάνων, που απλωμένα στην παράκαμψη της Αττικής οδού στο Ζεφύρι για να στεγνώσουν, υποδέχονται την Κυριακή τους εκδρομείς του Σαββατοκύριακου μετριάζοντας τη θλίψη της επιστροφής…

Οι αφηγήσεις της λειτουργούν όπως η μνήμη, ξεχνούν τη γραμμικότητα του χρόνου. Αναδύονται ξαφνικά από μια λεπτομέρεια που ζωντανεύει μια ανάμνηση και δίνει το έναυσμα στη συγγραφέα να πλάσει μια ιστορία και διαλύονται το ίδιο ξαφνικά, για να δώσουν τη σκυτάλη στην επόμενη ιστορία. Η γραφή της θυμίζει τους ζωγράφους εκείνους που με γρήγορες επιδέξιες κινήσεις φτιάχνουν μέσα σε λίγη ώρα ένα πορτρέτο ή ένα τοπίο. Εκείνη μέσα σε λίγες γραμμές ζωντανεύει πρόσωπα, εμμένει σε κινήσεις και βλέμματα, αποτυπώνει θαρρείς φωτογραφικά τα τοπία.

Τα διηγήματά της, 57 στο σύνολό τους, χωρίζονται σε επτά ενότητες: Του δρόμου, Η κυρία Σαββίδη, Όνειρο ή αλήθεια, Τα περασμένα, Στο παρά πέντε, Πρίμο σεγόντο, Τρεις μετακομίσεις και μια αγάπη.

Μετά από μια πρώτη προσέγγιση της πραγματικότητας στα διηγήματα «του δρόμου», όπου σχολιάζει τη δική της πιεστική καθημερινότητα αλλά και τη μονοδιάστατη ζωή των ανθρώπων της πόλης, με Αλμαδοβαρικές πινελιές, η συγγραφέας κάνει μια στροφή στις αναμνήσεις της. Ανοίγει το σεντούκι με τα τιμαλφή, φανερώνει στο φως κομμάτια από το παρελθόν, τα αναμειγνύει με το παρόν και η ζωή γίνεται πιο ενδιαφέρουσα.

Μιλάει για τον εαυτό της και για τους άλλους, τον πατέρα της και τις επισκέψεις τους στις υπεραιωνόβιες, όταν ήταν παιδί, τον Τομ και την απόφασή της να μάθει αγγλικά, την κυρία Σαββίδη και τον χαμένο της έρωτα, την Καιτούλα και τον Ανέστη που είναι στην αγάπη μαστοράκι! Tον Βασίλη και τη γυναίκα του, την Κική και τον Ρουμάνο της, τη Γιώτα και το λαμέ, τη Σβετλάνα και τις ενοχές του κ. Νίκου, την ανάβαση στον Πύργο του Άιφελ και το φόβο του κενού, τη μικρή των ποδαράδων και τον Τσιτσάνη, τη μητέρα της, τις γιαγιάδες και τους παππούδες της στην Κρήτη. Μιλάει για τα όνειρά της και τα όνειρά τους, τον έρωτα και την αγάπη, για αδιέξοδα και ευτυχισμένες στιγμές. Οι ήρωές της είναι καθημερινοί άνθρωποι που νοιάζονται ο ένας τον άλλον.

Οι ιστορίες της θυμίζουν τους καρπούς εκείνης της πορτοκαλιάς στο περιβόλι της γιαγιάς της στη Νότια Κρήτη, που η μισή είχε αγριέψει· αφήνουν στο τέλος μια γεύση γλυκιά ή πικρή, όπως η ζωή, και έχουν πάντα κουκούτσι.

Ο έρωτας φωτίζει πρόσωπα, αναμοχλεύει καταστάσεις, κάνει την καρδιά να χτυπάει δυνατά. Οι χαμένες αγάπες επιστρέφουν στη μνήμη. Ένα όνομα εμφανίζεται αναπάντεχα στο ευρετήριο του κινητού ενός επιτυχημένου άνδρα κατά τη διάρκεια μιας επαγγελματικής πτήσης και τον κάνει να νοσταλγήσει έναν χαμένο έρωτα, να αναρωτηθεί αν η ζωή του τελικά έχει γίνει έρημος. Νιώθει για μια στιγμή την επιθυμία να τα αφήσει όλα και να τρέξει κοντά στην αγαπημένη του, το όνομα της είναι Μαρία Σαββίδη, αλλά μονάχα για μια στιγμή. Μετά, μόλις το αεροπλάνο προσγειώνεται, καταπιάνεται πάλι με τη ρουτίνα της δουλειά του και την ξεχνάει… Σκηνές από αυτόν τον έρωτα συναντάμε και σε άλλα σημεία του βιβλίου. Ίσως να είναι εκείνος και η δική του Μαρία το νεαρό ζευγάρι που ανηφορίζει το δρόμο προς το Βαθύ, φτωχοί και ευτυχισμένοι. Ίσως είναι ο ίδιος άνδρας που αποφασίζει να κάνει ένα σύντομο προσκύνημα σε εκείνο το νησί και να περπατήσει, αυτή τη φορά μόνος, το δρόμο προς τον Πλατύ Γιαλό… Η ίδια κοπέλα που ετοιμάζεται να υποδεχθεί τον αγαπημένο της για το τελευταίο αντίο αποφασισμένη να μην του ζητήσει τίποτα, παρά μονάχα ένα φιλί. Την ίδια αίσθηση αφήνει και το όνειρο της πιρόγας. Ο χαμένος παράδεισος του πρώτου έρωτα γίνεται σημείο αναφοράς, μετράει την έρημο της ψυχής.

Άλλοτε πάλι η ζωή επιφυλάσσει εκπλήξεις και προσφέρει αναπάντεχα τα δώρα της. Όπως στην περίπτωση της μοναχικής Κικής που ο ανέφικτος έρωτάς της για τον Ρουμάνο μετανάστη μετατράπηκε σε άδολη αγάπη και την έκανε μέλος της οικογένειας του και νονά του παιδιού του.

Η παιδική ηλικία βιώνεται σαν παραμύθι, η συγγραφέας υιοθετεί την ανέφελη ματιά της αθωότητας. Οι επισκέψεις στις υπεραιωνόβιες, με τον πατέρα… Στη χήρα του Υπουργού των Εξωτερικών για την επιμέλεια των απομνημονευμάτων του μακαρίτη... Στη πριγκίπισσα από τη Μολδοβλαχία με τη μεγάλη καρδιά και την άδεια τσέπη. Εκεί τα σπαθιά είναι μεγάλα, οι ταπισερί χρωματιστές, οι καθρέφτες βενετσιάνικοι και τα παραμύθια μαγικά... Στη Μαργαρίτα, την πρώην αντάρτισσα, τη λογοτέχνιδα και μαχόμενη μεταφράστρια με τα πολλά ανδρικά ψευδώνυμα και τις πολλές διευθύνσεις...

Τότε ήταν που αποφάσισε ότι τα βιβλία μυρίζουν σκόνη, οι μαμάδες σαπούνι, οι υπηρέτριες κάνουν επαναστάσεις, η μοναξιά βάφει τα χείλη των γυναικών κόκκινα…

Το παρελθόν αναδύεται σε μέρη γνώριμα, αυτή τη φορά την ώρα που περιμένει την πωλήτρια να της φέρει το νούμερό της σε ένα πολυκατάστημα στο κέντρο της Αθήνας. Στο Salon Vert με τη μάνα της περιμένανε πάντα τον κ. Κώστα να τους εξυπηρετήσει. Ερχόταν εκείνος και κατέβαζε τα τόπια με τα τσίτια και τα άπλωνε στο γυαλιστερό ξύλινο πάγκο και τα πρόβαρε η μάνα της πάνω της… Πότε-πότε της έδινε και κάνα πράσινο. «Για τολμήστε το και αυτό», «Θα σας πηγαίνει με μια βαθιά πίσω πιέτα», «Σας δίνει τόσο αέρα!»… Δεν εξυπηρετούσε τη Σοράγια αλλά μπορεί και να το φανταζόταν…

Παρελθόν είναι μια εποχή που έχει σβήσει και έχει χαθεί μέσα στη λήθη του χρόνου, όπως το Salon Vert. Ωστόσο, κάποια κομμάτια της ζωής είναι διαχρονικά, αποτελούν μέρος της παράδοσης ενός τόπου, της ιστορία των ανθρώπων του, ιδίως όσα έχουν να κάνουν με το μεράκι και την καλλιέργεια της γης.

Η αγάπη για τον παππού και τη γιαγιά την ταξιδεύει στη Νότια Κρήτη, στη μικρή αυλή με τη χαρουπιά, το γεράνι, το πεζούλι, την ανοιχτή πόρτα…

…Πάντα διάλεγες το στενό καναπέ δίπλα τους παρά τον ανετότερο οντά, γιατί ήθελες τις νύχτες να σε νανουρίζουν οι καληνύχτες τους και οι αναστεναγμοί τους... Το τι θα φας δεν ρωτούσες: έβγαινε η γιαγιά σε ένα υποτυπώδες περιβολάκι που είχε φτιάξει στην αυλή… Λουλούδια, βασιλικός, κατιφέδες, πού και πού μια φασολιά, λίγο σπανάκι, μια μελιτζάνα. Και όλα αυτά, με το βαρύτερο παλιό λάδι, γίνονταν το ελαφρύτερο μυρωδάτο γιαχνί με το βρεγμένο παξιμάδι να στεφανώνει τη γεύση, άγριο-άγριο μέσα στο στόμα…. Οικιακή οικονομία μιας άλλης εποχής που μετά βίας γέμιζε μια-δυο σακούλες το χρόνο… Τώρα δίπλα σε ψυγεία γεμάτα, ακούς ακόμη τη φωνή της: «Έλα παιδί μου να φας μια ολιά φαί»…

Οι περιγραφές της Ε. Μ. έχουν ένα μεράκι που κρατάει κάτι από τους χωμάτινους πλίνθους και τις φροντισμένες αυλές με τους ασβεστωμένους τοίχους και τα σκιερά δέντρα.

Αν το Salon Vert έχει χαθεί, δεν συμβαίνει το ίδιο με το σπίτι της πλατείας Βαρνάβα με τα τέσσερα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Εκεί είχε κάποτε φιλοξενηθεί όταν ήταν μικρή. Ήταν ωραία τελικά η πλατεία. Διατηρούσε κάτι από την ελαφράδα μιας ασπρόμαυρης φωτογραφίας του 60. Ναι από εκεί πηδούσε. Ένα, δύο, τρία σκαλοπάτια να αναμετρηθείς με το ύψος, να μη ζαλιστείς, να μην πέσεις. Το μέλλον όταν είσαι παιδί είναι ένα χαρούμενο πήδημα στο κενό.

Αυτό το κενό, αυτή την ελεύθερη πτώση προς το άγνωστο φοβάται τώρα η αφηγήτρια, σε ώριμη πια ηλικία και δεν κάνει το επόμενο βήμα που απαιτείται για να προχωρήσει η νέα της γνωριμία. Κι ας πήγε το πρώτο ραντεβού καλά, κι ας ήταν ωραίος εκείνος, κι ας μιλούσε σε αυτό το χαμένο κορίτσι μέσα της. Αυτός και τα δυο μεγάλα μάτια του σαν βαθιά πηγάδια να την κοιτούν, να της μιλούν, νεράκι γάργαρο…

Στις ιστορίες της Ε. Μ. υπάρχει πάντα αθέατος ο φόβος του κενού, όταν οι άνθρωποι είναι μόνοι και έρχονται αντιμέτωποι με τον εαυτό τους. Οι μοναχικές ψυχές των ηρώων της διασκεδάζουν αυτό το κενό με ένα φλιτζάνι καφέ, (ο καφές), με αλκοόλ (η αξιοπρέπεια), με μουσική (οι σωφεραίοι), και άλλοτε το περιφέρουν σαν πληγή και το αφήνουν να λιάζεται στον ήλιο, ή να στάζει σαν δάκρυ (τα υδραυλικά)… Αυτό το κενό δεν θέλει να δει στα μάτια του Βασίλη η γυναίκα του εκείνο το βράδυ και ανακουφίζεται όταν ο νεαρός γείτονάς τους χτυπάει την πόρτα, φέρνοντάς τους φρέσκο ψωμί (το ψωμί). Αυτό το κενό φοβάται και ο αγαπημένος της Μαρίας Σαββίδη και θέλει να τρέξει κοντά της…
Το στερημένο κενό, το άδειο, το αγιάτρευτο…

Ωστόσο στις σελίδες της το ίδιο αθέατοι κινούνται και οι μπαλαντέρ της, εκείνοι που η συγγραφέας έχει επινοήσει για να το πολεμήσει και δεν είναι λίγοι. Ένας από αυτούς είναι η αναζήτηση του παιδιού μέσα μας.
«Καλά, όλα πήγαν καλά, τέλειωσε τώρα, θα περάσει.»
Κι όμως το βάρος στο στήθος έντονο, το κενό στο στομάχι άβυσσος…
Σκοτάδι βαθύ και πόνος σουβλερός, μια κάρτα πέτα, μια κάρτα στο τραπέζι, σειρά σου τώρα, μια κάρτα και ό,τι να’ναι. Έβγαλε και έριξε στην τσόχα τον ανθισμένο μαγιάτικο κήπο της. Και ύστερα, σαν να το μετάνοιωσε, έριξε γρήγορα-γρήγορα το ανέφελο χαμόγελο του γιού της, την ήρεμη παρουσία του άντρα της.
«Τρεις μπαλαντέρ και βγήκα», αναφώνησε…
Σε λίγη ώρα την μεταφέραν από το χειρουργείο στο δωμάτιο. Είχε ξυπνήσει.



Κατερίνα Τσιτσεκλή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου