Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

Τέσσερα αγαπημένα ποιητικά βιβλία των τελευταίων ετών

Λίγο πριν από τις διακοπές του blog μας, ήρθε η ώρα να σας αποκαλύψω τέσσερα από τα πιο αγαπημένα μου ποιητικά βιβλία των τελευταίων ετών. Είναι βιβλία που με έχουν συγκινήσει και που, σπάνιο φαινόμενο για τα ποιητικά πράγματα, έχουν αρχή, μέση και τέλος - αποτελούν δηλαδή οιονεί αφηγηματικές ενότητες. Έχω αποκλείσει, με άλλα λόγια, από αυτήν την ανάρτηση βιβλία που μου αρέσουν επίσης πολύ, αλλά δεν τηρούν την προϋπόθεση της εξιστόρησης μιας ολοκληρωμένης ιστορίας.

Τα συγκεκριμένα βιβλία δεν είναι μόνο ότι τα διαβάζω ξανά και ξανά, όποτε θέλω να ακουμπήσω την ψυχή μου κάπου - είναι επίσης ότι τα προτείνω πάντοτε σε όποιον μου ζητήσει να του συστήσω καλές ποιητικές συλλογές, ας είναι και παλαιότερα.


Μερησαήρ, Μερησαήρ του Αντώνη Ζέρβα

Το βιβλίο δεν αποτελεί δείγμα της γραφής του Αντώνη Ζέρβα, ο οποίος εντάσσεται στο ειρωνικό σκέλος της ποίησης. Είναι όμως ο γνήσιος, ειλικρινέστατος θρήνος ενός ανθρώπου που έχασε τη σύντροφο της ζωής του και έχει μείνει αντιμέτωπος με το απόλυτο κενό. Την ένταση των λόγων επιτείνουν οι φωτογραφίες του οπισθοφύλλου που δείχνουν μια νέα γυναίκα σε δύο ενσταντανέ και σε ένα τρίτο την ίδια σε μεγαλύτερη ηλικία, εμφανώς ταλαιπωρημένη από την ασθένεια και αναίσθητη ή ίσως νεκρή. Δεν νομίζω ότι θα υπάρξει άνθρωπος που είχε στη ζωή του μια σημαντική απώλεια αγαπημένου ανθρώπου και δεν θα νιώσει ότι το έργο αυτό τον αφορά. Επίσης, δεν είναι διόλου απίθανο να κλάψει σε κάποιο του σημείο - εγώ πάντως έκλαψα.





Ο λαίμαργος αυτοκράτορας και ένα ασήμαντο πουλί της Έλσας Κορνέτη


Με την persona ενός αυτάρεσκου και άπληστου αυτοκράτορα, η Κορνέτη διηγείται μια ιστορία σαν παραμύθι στα άτιτλα και λιγοστά (μόλις 20, πολλά μάλιστα ολιγόστιχα) ποιήματα της συλλογής. Πρόκειται για την καθημερινή ιστορία του ατομικισμού, της εγωπάθειας και της αλαζονείας του σύγχρονου ανθρώπου (του "αυτοκράτορα") που αποτελεί τη ρίζα για τα δεινά της εποχής μας. Ο Δυτικός τρόπος ζωής και αντίληψης του κόσμου γκρεμίζεται, καθώς βγαίνουν στο φως μία-μία όλες οι αδυναμίες, οι κενόδοξες επιθυμίες και τα ψυχικά βάραθρα που συνθέτουν τον εσωτερικό κόσμο του σύγχρονου ανθρώπου. Όλα αυτά με τον σαγηνευτικό μανδύα του παραμυθιού. Ένα βιβλίο-απόλαυση.



Ο Αρλεκίνος του Γιώργου Λίλλη 

Γιατί Αρλεκίνος; Γιατί ένας γελωτοποιός, ένας μικρός διάβολος (όπως σημαίνει η λέξη) που φοράει μάσκες; Ίσως επειδή όλα είναι ψευδαίσθηση, ο κόσμος που μας περιβάλλει, ο ιστορίες που μας διηγείται ο εαυτός μας, οι μεγάλες αφηγήσεις με τις οποίες μεγαλώσαμε. Ο Λίλλης τα προσεγγίζει όλα αυτά όχι απλώς με σκεπτικισμό, αλλά με σαφή διάθεση να απαλλαγεί από το βάρος τους. Να απεκδυθεί τα προσχήματα κάθε είδους, τα ενδύματα, τις μάσκες και τους ρόλους. Ο Αρλεκίνος είναι το ποιητικό ιστορικό αυτής του της προσπάθειας. Γραμμένος σαν λυρικό ερωτικό ποίημα, αποκαλύπτει την αγάπη του ποιητή για τη ζωή και την ποίηση, μέσα από μικρές, αριστοτεχνικές "ιστορίες" της μισής σελίδας που βυθίζουν τον αναγνώστη στη συγκίνηση.


Οι περιπέτειες ενός τυφλού της Ιουλίας Τολιά

Ο τυφλός είναι, φυσικά, και αυτός μια κατασκευή, μια σύμβαση. Είναι ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει και γι’ αυτό είναι τυφλός μπροστά στις καταστάσεις. Που έρχεται αντιμέτωπος με το κενό και αναμετράται μαζί του – όπως και με τον χρόνο. Που προσπαθεί εναγωνίως να καταλάβει ή να αποκρυπτογραφήσει τι του συμβαίνει, συμμετέχοντας στον κόσμο, εκτιθέμενος και προσπαθώντας να τα φέρνει βόλτα όσο μπορεί. Την ίδια στιγμή αντιλαμβάνεται το πεπερασμένο της κατάστασής του.

Η συλλογή είναι διάσπαρτη από άλλοτε υπόκωφα και άλλοτε πιο εύγλωττα ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η ζωή είναι αποτέλεσμα τυχαιότητας ή επιλογών και κατά πόσο τη διέπει η λογική ή το παράλογο. Μετά από αρκετά ποιήματα που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με το καθρέφτισμα του τυφλού στα μάτια της αγαπημένης του ή στην επιφάνεια μιας λίμνης, το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται να ανακτά την όρασή του, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει έντρομο ότι μπορεί να δει τα πάντα πια, εκτός από το ίδιο το είδωλό του στον καθρέφτη, σε ένα αριστοτεχνικό τέχνασμα της ποιήτριας που υπογραμμίζει τη ματαιότητα της ύπαρξης σε όλο της το μεγαλείο.


Καλές αναγνώσεις!

Χριστίνα Λιναρδάκη



Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

«Την ύστατη στιγμή», ή αλλιώς η φιλοσοφική διαπραγμάτευση της ποίησης

Ελένη Γκίκα. © φωτογραφίας: tovivlio.net
Η ύπαρξη είναι ποίηση κι οικοδομείται στον ρυθμό, την τάξη και την αναλογία. Αυτή και η αρχιτεκτονική της, αντίστοιχη της αρχιτεκτονικής του σύμπαντος, εκεί όπου το πέρας γίνεται σηματωρός στην αχάνεια, την απεραντοσύνη, της δημιουργίας και το όριο το φως που την αναδεικνύει[1]. Τίποτε άλλο, λέγανε οι αρχαίοι σοφοί, δεν μπορεί να σταθεί αντιστύλι στην αδηφαγία του ερέβους, που μας περιβάλλει, εσωτερικά και εξωτερικά, παρά μόνο εκείνη η αρμονία, η σοφή σειρά και αλληλοσύνδεση, που στερεώνει, κρίκο κρίκο στην αλυσίδα της ζωής, ευτυχισμένη την οντότητα. Σαν εκείνη τη μυθική, τη χρυσή αλυσίδα της Ήρας, όπου κρεμασμένη η θεά μετεωριζόταν ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, μία θαυμάσια αλληγορία της πορείας της ψυχής στα ταπεινά της βήματα προς την θέωση. Μία πορεία που ξεκινά σχεδόν πάντα από το σκοτάδι, την ρευστότητα, τον φόβο και την ασάφεια.

Άγχη και φόβοι
δισταγμοί και θυμοί
διλήμματα, επιθυμίες
γέλια και κλάματα,
φασαρία και μέριμνα
καθημερινή
στο καλάθι της ματαιότητας
πάντα.

Στην ύστατη ώρα
όταν το τίποτα
γίνεται το αντίθετο
τα πάντα το τέλος
και η αρχή
γίνεται
όλα.

Παραθέτω ένα απόσπασμα από μία ποίηση φιλοσοφική[2]. Κι είναι μεγάλη υπόθεση η ποίηση να υποστηρίζει την φιλοσοφική ματιά. Με ποίηση ξεκίνησαν οι μεγάλες φιλοσοφίες του κόσμου και με ποίηση πρέπει να συνεχίζονται. Η ποίηση είναι υπαινιγμός, όπως η φιλοσοφική ματιά, είναι σπόρος που ριζώνει και καρπίζει, είναι έμπνευση, ποτέ υπόδειξη. Και ξεκινά πάντα την «ύστατη ώρα», όταν το χαώδες και το μεταβλητό γίνονται η πρώτη γονιμοποιός ύλη σύνθεσης. «Βίοτον ἐκ πεφυρμένου καί θηριώδους διεσταθμήσατο πρῶτον μέν ἐνθείς σύνεσιν εἶτα δέ ἄγγελον γλῶσσαν δούς», θα πει ο Ευριπίδης χρόνια πριν στις «Ικέτιδες»[3], εννοώντας το προφανές: είναι το άμορφο και το ακατέργαστο, εκείνη η βαθιά προγονική λάσπη αργότερα, του Καζαντζάκη, που σαν την συναντά ο άνθρωπος ανατριχιάζει, μέσα όμως από αυτήν ο Θεός κατεργάζεται και μετουσιώνει «αλάκερο το σύμπαντο» και ανθίζουν τα δέντρα και «γεννοβολούν τα ζα» και μπορεί «ο πίθηκος να ξεπεράσει τη μοίρα του και να σταθεί στα δυο του πόδια όρθιος» και να οριστεί ως άνθρωπος. Αυτός για τον οποίον ο Σωκράτης, στον πλατωνικό Κρατύλο, θα δώσει πολλές εκδοχές, μία όμως θα αγγίξει κατάβαθα την καρδιά, όταν θα τον περιγράψει ως «ὁ ἄνω θρώσκων τά ὦπα», αυτός δηλαδή που έχει στραμμένα τα μάτια προς τα επάνω, την «ύστατη ώρα», ο προσευχόμενος άνθρωπος[4]. «Στις ώρες του δειλινού λαλεί η γλαύκα των Αθηνών», θα γράψει με στοχαστική διάθεση ο Έγελος αιώνες μετά[5], κι είναι ακατάπαυστα στο αέναο γίγνεσθαι η ώρα της «κρίσης» η «κρίσιμη» προϋπόθεση της διαπραγμάτευσης και της επανατοποθέτησης.

«Πάντα, πάντα περνάς τη φωτιά για να φθάσεις τη λάμψη»[6], παραδέχεται με παρρησία στην ποιητική του αποτίμηση ο Ελύτης, «την ύστατη ώρα»[7], «όταν το τίποτε γίνεται το αντίθετο, τα πάντα, το τέλος και η αρχή γίνεται όλα»[8]. «Ὁδός ἄνω καί κάτω μία και ὡυτή»[9], ο δρόμος προς τα πάνω, προς τα κάτω, είναι ένας και ο ίδιος, θα υποστηρίξει ο Ηράκλειτος, στη φυσιοκεντρική του προσέγγιση, για να συμπληρώσει προφητικά «ἁρμονίη ἀφανής φανερῆς κρείττων»[10], η κρυμμένη αρμονία είναι ισχυρότερη από την φανερή.

Είναι η αρμονία της αντίθεσης, αυτή που ρητά ομολογεί η Ελένη Γκίκα στην ποίησή της[11], με στοχαστικό λυρισμό, ξεκινώντας από μία εκκίνηση φαινομενικής ισοπέδωσης που όμως σοφά κι ελπιδοφόρα επισημαίνεται ως εφαλτήριο ανύψωσης. Όταν το απλό και καθημερινό συλλαμβάνεται στη βαθύτερη –αναπάντεχη - διάστασή του και συνειδητοποιείται ως πρόκληση και ρίζωμα ζωής. Μίας ζωής, εν τέλει, πολύ περισσότερο όμορφης και ανυψωμένης από αυτό που, υποβιβαστικά, γίνεται αντιληπτό. «Άγχη και φόβοι, δισταγμοί και θυμοί, διλήμματα, επιθυμίες, γέλια και κλάματα, φασαρία και μέριμνα καθημερινή»[12]. «Στο καλάθι της ματαιότητας πάντα»[13]. Μίας ματαιότητας που ελλοχεύει στις ζωή, όχι για να την αναστείλει, αλλά ποιητικά να την εγείρει και δημιουργικά να την μεταμορφώσει. Έτσι, ώστε το τέλος να βιωθεί στην πραγματική (ετυμολογικά ορθή) διάστασή του: ολοκλήρωση και ταυτόχρονα έναρξη, ανέβασμα σε νέα ιερή κορυφή. Η διαχρονική, αέναη, διαδοχή από την αριστοτελική «εντελέχεια», την πυθαγορική «πρόνοια» στη σύγχρονη «αρχιτεκτονική της ύπαρξης». Πάντα με το ίδιο όχημα: την ποίηση. «Την ύστατη στιγμή».


Αγγελική Κομποχόλη




[1] Πρβλ. Ελένη Γκίκα, Η Αρχιτεκτονική της Ύπαρξης, Αθήνα 2015, εκδόσεις Καλέντη.
[2] Το ποίημα με τον τίτλο «Το καλάθι της ματαιότητας» ανήκει στην ποιητική συλλογή της Ελένης Γκίκα,  Η Αρχιτεκτονική της Ύπαρξης, ο.π.
[3] Πρβλ. εδώ   Euripides. The Complete Greek Drama, edited by Whitney J. Oates and Eugene O'Neill, Jr. in two volumes. 1. The Suppliants, translated by E. P. Coleridge. New York. Random House. 1938, στίχοι 201 κ. εξής. Βλ. ακόμη Ιωάννης Σιδέρης, Το αρχαίο θέατρο στη Νέα Ελληνική Σκηνή (1817- 1932), εκδ. Ίκαρος, 1976, σελ. 314-315.
[4] Πρβλ. MW. Riley (Professor of Classics and Tutor, formerly Director, of the Integral Liberal Arts Program at Saint Mary's College in Moraga, California c.2005) – Plato’s Cratylus: Argument, Form, and Structure, Plato's Cratylus: Argument, Form, and Structure, Publication:Rodopi, 1 Jan 2005 [Retrieved 2015-3-27],σελ. 29. Βλ. και Γ. Λαθύρης – Μ. Μαραγκού, Κρατύλος, Ηλιοδρόμιον, Αθήνα 2015, σελ. 679.
[5] Πρβλ. εδώ W. Kaufmann (1966), Hegel: A Reinterpretation, Anchor, σελ. 115
[6]  Πρβλ. εδώ Α. Καραντώνης, Για τον Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα 1980, εκδόσεις Παπαδήμας, σελ. 36.
[7] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.
[8] Βλ. Γκίκα, ο.π.
[9] Τάσος Φάλκος – Αρβανιτάκης (επιμ. –σχολ.), Ηράκλειτος, Άπαντα,  εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 103.
[10] Ο.π., σελ. 99.
[11] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.
[12] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.
[13] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Μικρές ανθολογίες: Ευτυχία Παναγιώτου

Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνικά στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης και γράφει άρθρα σχετικά με τη λογοτεχνία σε περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα γερμανικά. Η ίδια έχει μεταφράσει ποιήματα της Ανν Σέξτον και της Ανν Κάρσον. Ζει στην Αθήνα.


σύλβια
αθετώ τις υποσχέσεις μας, μαμά.
όμως σήμερα σου γράφω, η μέρα είναι αλλιώς.

το πρωί, τα πήγα καλά με τα ταξί.
ο οδηγός έδειξε να προτιμάει τις γυναίκες.
πήρα και μια μικρή αύξηση, για τις ιδέες μου, είπανε.
προτού τονίσουνε το πόσο νέα είμαι.
το μεσημέρι στο λεωφορείο, «έχεις μπροστά σου
μεγάλο δρόμο», μια ηλικιωμένη μου ψιθύρισε με νοσταλγία.
στα νιάτα της υπήρξε συγγραφέας, τώρα κυκλοφορεί
με μια σακούλα σκουπιδιών για το αεροδρόμιο,
με τα παλιά, επίσημά της ρούχα.
μου φαίνεται, ανταλλάξαμε χρόνια, μαμά· έχω ωριμάσει.
οι φίλοι με γνωρίζουν καλά στο μεγάλωμά μου, εσύ
θα με θυμάσαι στις παλιές μου δόξες.

γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση να σ’ τα λέω όλα
σου κρύβω τα μισά – θέλω κάποιος να μ’ αγαπάει ακόμα.

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο· στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούριες μπόρες.

έχω γίνει μια γούβα από λάθη, μαμά.
καρδιά αδειανή, στην τσέπη νόμισμα
και το μυαλό μου στροβιλίζεται, εκκρεμότητα μεγάλη.
ο Α. μου είπε πως τα όνειρά μου είναι μεγάλα,
ο Β. μου είπε πως δεν έχω όνειρα μεγάλων,
λόγια πικρά, μετράω θύμησες· η ιστορία.
παραμονεύω με το κλεφτοφάναρο, μαμά,
κοιτώ έναν κόσμο που δεν κοιτά.

έχω ετοιμάσει δυο ζωγραφιές, να με θυμάσαι.
αθετώ τις υποσχέσεις μου, μαμά.
θα ‘θελα να ΄ξερες απλώς ότι φοβάμαι.

(Από τη συλλογή Μέγας κηπουρός)


η δαγκάνα

ο Σκορπιός διέσχισε τα πόδια της.
από εκείνη τη μέρα το να στρέψει επάνω το κεφάλι
ήταν δυστοπία.
οι μαντείες των ειδικών απέβησαν λανθασμένες.
ποτέ δεν επέστρεψε μήτε γράμμα έστειλε που
να εξηγεί το σημείο του βυθού της
και το ρολόι της νύχτας βαθιά καρφωμένο στο στήθος της.
ο σκορπιός, βλέπεις, φίλος δεν είναι κανενός.

της χάρισε όμως μια πυξίδα
να βρίσκει τα πρόσωπά μου στο σκοτάδι
της έμαθε την ενοχή
ανάγνωση πάλι και ξανά γραφή
και διαβάζει στο παράθυρο τα μάτια του
και χαράζει στο πινάκιο τα μάτια μου
και με κάποιου απ’ τους δυο τα χέρια
χτυπά μ’ ορμή στον τοίχο.
κεφάλι νέγρας στον τοίχο

τόσο καιρό, εδώ ήταν
ένα αερόστατο, μια φρίκη
που έπρεπε ν’ αποδεχτώ – πώς ήσουν
ήταν ανήμπορος ν’ αγαπήσει
να αγαπήσεις
ήθελα εμένα.

(από τη συλλογή Μαύρη Μωραλίνα)


η συγγνώμη

κι όμως. ακόμα εδώ. οι φλέβες του.
γλιστράνε στο σάλιο της.
τον καταπίνει αφρισμένη ή πασχίζει
(να κατανοήσει καλύτερα).
πως ήταν η ζωή – τραγούδια – νόμιζε, όμως μπότα.
η μπότα του χρόνου στο στόμα.

αν ήσουν κάτι σαν αίσθηση, τ’ αδειασμένο ήταν
μπουκάλι.
κλοτσούσε το ερωτευμένο της τύμπανο.
ανασαίνω-ανασαίνω με τρομώδεις διακοπές.

η αναπνοή στενό κουφάρι· κακό σκυλί
που έσκυψε σε πόδια ανθρώπινα.
δώσε υπομονή, υπομονή στο αβοήθητο
και πλένει, όλο πλένει τα ποτήρια σπασμένη.
τα μάτια της γυάλινο κουβάρι, δάκρυα πυκνά.
φταίει το ποτισμένο το σάλιο
τη γλώσσα του γλείφει.
φταίει η ντροπή
τα χείλη του σκουπίζει.
αμήχανη φαντάζεται ένα εξάρτημα κοπής
του συκωτιού. θα το λαδώσει.
ήταν πάντα ο φόβος
μια αναβολή ή μια απόφαση.

τα μάτια μου, τα μάτια της,
σκάλωσαν στον κτηνώδη του φόβο.
σαν αφήσεις τον άνθρωπο, τ’ ανθρώπινα σε κυνηγάν
εδώ

στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

(από τη συλλογή Μαύρη Μωραλίνα)


Η ετυμηγορία του ύπνου

Ο συριγμός μακρόσυρτος, θα τον ακούς,
από το φάρυγγα του διαδρόμου.
Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα·
τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν.
Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά κι αλλόκοτα,
τις νευρικές σελίδες που γυρνούν,
τον παφλασμό των λερωμένων
υφασμάτων.

Κι αν κυματίζεις σε μάγων ραψωδίες,
στου ιδρωμένου σεντονιού τις κούρσες,
πάλι άσωστος βρέθηκες· ο τόπος σ’ εμποδίζει,
και σε κυκλώνουν
ξένα αίματα· αρχαία παλτά
οι συγγενείς, λες και σε ξέρουν.
Στέκουν με χέρια καθαρά
πλάι στο μικρό σου φέρετρο.

Τρελαίνονται οι σειρήνες, κάνει η σφραγίδα σάλτο στο χαρτί,
η επιταγή αλλάζει χέρια
κι ένα κίτρινο γάντι ορθώνεται, δείχνει δεξιά.
Κοιτάζοντας τον Εγγαστρίμυθο
κάτι σκαμμένα πρόσωπα
τις σόλες σέρνουν
προς τη χαράδρα.

Ονόματα σκληρά ηχούν,
και τα κιτάπια,
με σύντομες – των άβουλων – κραυγές,
σφαλίζουν.

Άλλο δεν σφάδασε η νύχτα.
Τα ρούχα του φονιά θα ‘χουν πλυθεί.
Τόσο νερό κελάρυσε στις ίνες τους.
Τα γρανάζια έβηξαν και σώπασαν
ενώ ο αέρας, τακτικός και με τις φούριες του,
σηκώθηκε να σφουγγαρίσει.

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

Και το πτώμα σου
- που σαλτάρισε, είπανε.

Γύρισε ξανά πλευρό.

(από τη συλλογή Χορευτές)

Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη
για το στίγμαΛόγου


Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Αγγέλα Γαβρίλη: Η γυναικεία ματιά στην πολιτική ποίηση

Αγγέλα Γαβρίλη. © φωτογραφίας: animartis.gr
«Πολλοί αντιπαθούν την ιδέα ότι η ποίηση μπορεί να έχει σχέση με την πολιτική, θεωρώντας ότι η τελευταία-συνώνυμη της ιδιοτέλειας, της υστερόβουλη πρόθεσης και την αλαζονείας- διαμορφώνεται από ανθρώπους που στερούνται ιδανικών, οράματος και μεγαλείου» (Albert Camus)[1]. H ποίηση ωστόσο ασχολείται με το σύνολο των εμπειριών της ανθρώπινης ύπαρξης κι η ποίηση που αναφέρεται στα δημόσια γεγονότα, ή εφορμάται από αυτά, μας βοηθά να τα παρατηρήσουμε από πολλές οπτικές γωνίες, χαρίζοντάς μας «πληρέστερη, ζωηρότερη και οξύτερη γνώση για το τι συμβαίνει μέσα στον κόσμο που ανήκουμε» (Bowra)[2]. Η βαθυστόχαστη ενατένιση του κόσμου στηρίζεται και στην ποιητική του ματιά και, όχι σπάνια, γίνεται το μοναδικό αντίδοτο στην αυθαίρετη δύναμη που μπορεί να συνοδεύει τη πολιτική πράξη. Αν «η βία διαμελίζει κορμιά, σκορπίζοντας τα κομμάτια τους εδώ κι εκεί, η ποίηση ξαναμαζεύει ό,τι καταστράφηκε και ξαναφτιάχνει μ’ αυτό ολάκερους ανθρώπους (Goethe)[3]. Η Ιστορία αποδεικνύει πως στους κρίσιμους, πολιτικά, καιρούς, η ποίηση σφυρηλατεί τη θαρραλέα στάση και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να θυμηθεί αυτό που αποτελεί τη θεμελιώδη, κινητήρια, δύναμή της: την ηρωικότητά της.

Η ποίηση όταν στρατεύεται γίνεται δυναμική, επιθετική, αιχμηρή, ασκεί κοινωνικό έλεγχο, κοινωνική κριτική, γίνεται και θεωρείται «ανδρική» υπόθεση. Η γυναικεία ματιά εδώ φαίνεται ανοικεία, παρά τα έξοχα δείγματά της, καθώς γλυκύτερη και ηπιότερη στη θεώρησή της, κάποτε περισσότερο διαπραγματευτική, δε μοιάζει να συνάδει με το ηρωικό μένος της αρσενικής ηρωικής δράσης. Κι όμως είναι αυτή η θηλυκή ματιά που, εσωτερική στην ουσία της, διεισδυτική κι αναστοχαστική στην υφή της θέτει , όχι σπάνια, καίρια, το ερώτημα για το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας, όταν ξεπερνά το μέτρο και το όριο. Κι είναι αυτή η γυναικεία ματιά, που με τον λυρισμό στην εκκίνησή της και το συναίσθημα, αγγίζει και ξεσηκώνει τη συνείδηση, επαναστατική, υπόκωφα ηχηρή και δυνατά αποτελεσματική.

Και ξεκινώ εδώ να μιλώ για την Αγγέλα Γαβρίλη, έξοχη δοκιμιογράφο, ποιήτρια και μυθιστοριογράφο των καιρών μας, εκδότρια και κριτικό, με ισχυρό πνευματικό έργο και δημιουργίες που τιμούν τη σύγχρονη νεοελληνική γραμματεία. Να αναφέρω ενδεικτικά την Ίσκρα (2014), το Ιridium (2013), το Α.Ρ.Κ (2009), εξαιρώντας για λόγους χώρου τις πολυάριθμες συμμετοχές της σε εκδομένες ποιητικές συλλογές και ανθολογίες. Ποιήματα της Αγγέλας Γαβρίλη από το Iridium, τρία για την ακρίβεια («The Slave Ship», Greetings From Beyond, Τάλιθα Κούμι), είχα συμπεριλάβει στον θεματικό κατάλογο διδασκαλίας ποιητών κατά τη διάρκεια ενός επιμορφωτικού κύκλου τεσσάρων διαλέξεων σε πολιτικό φορέα, τον Μάρτιο του 2015, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ποίηση και Πολιτική». Τα ποιήματα της Αγγέλας Γαβρίλη, με την σύμφωνη γνώμη της ιδίας, τα παρουσίασα στην τέταρτη και τελευταία ομιλία μου εκεί, θεωρώντας ότι αποτελούν το ιδανικό επιστέγασμα των διαλέξεών μου. Και πράγματι, λόγω του εξαιρετικά επίκαιρου περιεχομένου τους και της ικανότατης γραφής της ποιήτριας, συγκίνησαν, ενθουσίασαν, γόνιμα προβλημάτισαν. Η τέχνη της, λεπτοδουλεμένη και ευαίσθητη, ξεπερνούσε τα όρια του ατομικού και γινόταν κοινωνική καταγγελία, σε μία Ελλάδα που στέναζε οικονομικά, και κοινωνικά, από το δυσβάσταχτο εξωτερικό χρέος και τον διεθνή έλεγχο. Την ίδια ώρα όμως κατόρθωνε να αποδώσει, μοναδικά, την ένταση και την οικειότητα της διαμαρτυρόμενης προσωπικής στάσης, που ταυτιζότανε και γινότανε προσωπική στάση, στην προκειμένη περίπτωση, των ακροατών του έργου της:

Σας στέλνω χαιρετισμούς από την εξωτική πλατεία Συντάγματος,
όπου περνώ τις μέρες μου τρώγοντας πικρά πορτοκάλια.
Στην πατρίδα μαθαίνω ότι βρέχει
αλλά εδώ κάνει κρύο
κι έχει έναν ήλιο άρρωστο.
Όλοι είναι χλομοί, βήχουν κάτι λέξεις-αγκάθια
που τους γέρνουν το λαιμό
κι έπειτα μπαίνουν στο μετρό.
Εγώ κόβω βόλτες με το ποδήλατο,
χαιρετάω τα βιαστικά ταξί
και βγάζω πολλές φωτογραφίες,
αλλά δεν φαίνομαι σε καμία
κι έτσι δεν σας τις στέλνω.
Όμως είμαι καλά, αυτό θέλω να ξέρετε.
Κι αυτό το σώμα που θα σας στείλουν
και θα σας πουν ότι είμαι εγώ,
δεν είμαι.

("Greetings From Beyond")

Πότε η ποίηση γίνεται αποτελεσματική; Όταν είναι ειλικρινής και στοργική συμπόνια, ακόμα κι όταν ξεσπά σε μία πικρή ειρωνεία που κάνει, σιωπηλά, πιο σπαρακτικές, τις στιγμές ανθρώπινες σκηνές που φαντάζεται (Όμως είμαι καλά, αυτό θέλω να ξέρετε/Κι αυτό το σώμα που θα σας στείλουν και θα σας πουν ότι είμαι εγώ/δεν είμαι). Κι είναι υψηλή ποίηση όταν η αυστηρή φόρμα τιθασεύει την ισχυρή συγκίνηση κι η επιγραμματική, τηλεγραφική σχεδόν, καθαρότητα του λόγου, απαξιωτική του περιττού, αυξάνει αυτό που αποτελεί περιρρέουσα ατμόσφαιρα: την απόγνωση. Το χάρισμα να βλέπει κανείς αυτό που κρύβεται στο βάθος.

Ζω από το 1840 μέσα στο κόκκινο.
Είναι πάντα η ώρα που το δουλεμπορικό αδειάζει
τους άρρωστους σκλάβους μεσοπέλαγα.
Η ώρα που οι καρχαρίες περιμένουν από την αρχή του ταξιδιού.
Γι’ αυτό έχει τόσο κόκκινο:
οι καρχαρίες και οι καλλιτέχνες, το λατρεύουν.
Μέσα στον αιμάτινο ωκεανό κολυμπάω,
λίγο ακόμα θέλω
για να φτάσω στην κορνίζα και να βγω από τον πίνακα.
Και τότε θα υπάρξουν κάποιες αλλαγές, κύριοι.
Θα ζωγραφίσω πάνω από το δουλεμπορικό σας έναν ιπτάμενο δίσκο,
να το εξαϋλώνει με τις ακτίνες του
ή ίσως το Κράκεν,
να βγαίνει από το βυθό και να καταπίνει το πλοίο,
τους σκλάβους, τους καρχαρίες, τον πίνακα
και όλο το γαμημένο μουσείο.
Να τελειώνουμε επιτέλους με τις γελοιότητες,
που αποκαλούμε «το δράμα της ζωής».
Και να συζητήσουμε για άλλα πράγματα...

("The Slave Ship"[4])

Η Αγγέλα Γαβρίλη είναι μία ποιήτρια της γενιάς της. Και μιλάει στο όνομα αυτής της γενιάς. Δεν εμπιστεύεται τις εμπνευσμένες προσπάθειες των ανοιγμάτων προς το άγνωστο, θεωρώντας την κριτική προσέγγιση της πραγματικότητας καλύτερη, και ουσιαστικότερη, από τις ευφάνταστες προρρήσεις, συχνά κενόδοξες. Το μυστήριο της ζωής δεν κρύβεται στην προφητική στάση και στην ανεξιχνίαστη αισιοδοξία , παρά μόνο σε αυτά που βλέπουμε εδώ και τώρα, κι η τοποθέτησή της εδώ υποβάλλεται θετική. Ακόμα κι αν τα γεγονότα μας παρασύρουν στο βυθό τους, ακριβώς επειδή δεν τα αγνοούμε και τα συνειδητοποιούμε, δεν επιτρέπουμε στις απειλές τους να μας αποκαρδιώνουν. Η μάχη δεν γίνεται με την αόρατη σκιά του φόβου, αλλά με μία πραγματικότητα που όσο κι αν είναι ζοφερή μπορεί να ανατραπεί. Τι πιο ελπιδοφόρο; Και πόσο μέσα στο χρέος της ποίησης που ποτέ δεν είναι αποκομμένη από την κοινωνία;

Μια αχτίδα παλεύει να μπει απ’ το μισάνοιχτο στόμα,
να σε ξυπνήσει.
Κάποιος τα κατάφερνε σ’ αυτά τα παλιά χρόνια αλλά τον σκότωσαν
γιατί δεν μπορείς να γυρίζεις δεξιά κι αριστερά
και να ξυπνάς τους πεθαμένους - και μάλιστα Σάββατο.
Δεν ήτανε θεός που λένε τώρα, μόνο που συμπονούσε τις άδειες αγκαλιές.
Αλήθεια, κι ένας σκύλος μπορούσε να σε σώσει:
να σε τραβήξει από το χέρι, από τα ρούχα, από τη σφιχτοπλεγμένη σου κοτσίδα.
(Είχε προβλέψει η μάνα σου, να πνιγείς όμορφη.)
Αλλά εσύ ήσουν άτυχη:
ούτε άνθρωπος, ούτε θεός, ούτε σκύλος βρέθηκε.
Μόνο το νερό σε σκέφτηκε
κι έπνιξε κι άλλους.
Τουλάχιστον, μιαν αγκαλιά στο βυθό θα την έχεις.

(Τάλιθα Κούμι[5])


Αγγελική Κομποχόλη




[1]Πρβλ.  Curtis, Jerry L. (1972-08-01). "The absurdity of rebellion"Man and World5 (3): 335–34. Βλ. Και «Ο πολιτικός Αλμπέρ Καμύ», The Book's Journal, τ. 28, Φεβρουάριος 2013, σελ. 34.

[2] Πρβλ. C.M. Bowra, Ποίηση και Πολιτική, Αθήνα 1982, εκδ. Παπαδήμα, σελ. 7-8.
[3] Βλ. εδώ Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος: «Γενικός χαρακτηρισμός του Φάουστ του Γκαίτε», Επ. Επ. Φιλ. Σχολ. Παν. Αθηνών, τόμ. 5 (1954-1955), σελ. 290-30.
[4] Πίνακας του Βρετανού ζωγράφου J. M. W. Turner (1775-1851).


[5] «Κοριτσάκι, σήκω!» (Κατά Μάρκον).

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Το ποίημα "Husk" της Margot Armbuster

Το παρακάτω ποίημα της 16χρονης ποιήτριας Margot Armbuster με τίτλο "Husk" (ελληνιστί, "Φλούδα") δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα The Guardian στις 4 Ιουνίου 2018. Το σχόλιο που συνόδευε το ποίημα, γραμμένο από μια άλλη Βρετανή ποιήτρια, την Carol Rumens, επαινεί την αρτιότητά του. Το "Husk" ασχολείται με τη νευρική ανορεξία, εξισορροπώντας ρεαλιστικά και μεταφορικά στοιχεία και προσφέροντας συνηχήσεις με τη νηστεία στην οποία επιδιδόμαστε για θρησκευτικούς λόγους. 


Husk

How did we ever get here? I have been measuring
my worth in etched wrists for so long I think my bones
are made of aspartame. Or plum blossom. Can I
gain solubility, dissolve? Can I become entirely blood?
Viscera. Cold palms pressed against
my back. Ribs. Ankles, spine. This resembles a checklist
but is more truly a prayer. A prayer offered
in the rain with a headache behind my eyes.
A prayer offered propped against the car with trembling
hands. Some Magnificat for vivisection. He hath filled
the hungry with good things. Communion wine burns
on an empty stomach. Lord, have I already martyred
myself for skinny jeans? What if I wake up a husk,
made clean and dry by sunlight? What if I wake up
as sunlight itself, yellow and sharp and hard?


Φλούδα

Πώς στην ευχή φτάσαμε ως εδώ; Μετρούσα
την αξία μου σε κομμένες φλέβες επί τόσο καιρό που νομίζω πως τα οστά μου
είναι φτιαγμένα από ασπαρτάμη. Ή από άνθη δαμασκηνιάς. Μπορώ να
κερδίσω τη διαλυτότητα, να ρευστοποιηθώ; Μπορώ να γίνω ολόκληρη αίμα;
Εντόσθια. Κρύες παλάμες πιέζουν
την πλάτη μου. Πλευρά. Αστράγαλοι, σπονδυλική στήλη. Μοιάζει με λίστα,
αλλά στην πραγματικότητα είναι προσευχή. Προσευχή που κάνω
μέσα στη βροχή με πονοκέφαλο πίσω απ’ τα μάτια μου.
Προσευχή που κάνω, ενώ στηρίζομαι στο αυτοκίνητο με τρεμάμενα
χέρια. Ένα απολυτίκιο της Θεοτόκου για ζωοτομία. Εκείνος είχε γεμίσει
τους πεινώντες με καλά πράγματα. Το κρασί της μετάληψης καίει
το άδειο στομάχι. Κύριε, έχω άραγε ήδη μετατρέψει σε μάρτυρα
τον εαυτό μου για ένα τζιν παντελόνι skinny; Κι αν ξυπνήσω μια φλούδα,
καθαρισμένη και ξεραμένη από το φως του ήλιου; Κι αν ξυπνήσω
φως του ήλιου η ίδια, κίτρινη και έντονη και σκληρή;


Η Armbuster περιγράφει τη χριστιανική θρησκεία ως τον φακό μέσα από τον οποίο εξέτασε το υλικό της, όταν έγραφε το "Husk". Η διαδεδομένη πρακτική της νηστείας και άλλες μορφές σωματικής τιμωρίας ως δρόμος για τη φώτιση και την πνευματική τελειοποίηση εξακολουθούν να υφίστανται στις παρυφές της σημερινής μας αντίδρασης στην ανορεξία. Είναι σαν η επιδίωξη της αγιότητας να έχει μετασχηματιστεί σε επιδίωξη της εικόνας στη σύγχρονη κουλτούρα. Οι συνειρμοί δικοί σας.

Σχόλιο και μετάφραση:
Χριστίνα Λιναρδάκη



Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Η λογοτεχνία των Σουμερίων

Η  εκτεταμένη πεδιάδα ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη (Μεσοποταμία), αποτέλεσε την κοιτίδα του πολιτισμού τους και οι Σουμέριοι, ένας λαός ικανός και δραστήριος, έφτιαξαν την αυτοκρατορία τους σ' αυτήν την εύφορη περιοχή κοντά στον Περσικό Κόλπο, δαμάζοντας τα νερά των ποταμών μέσα από πολύπλοκα αρδευτικά συστήματα. Η ανάγκη καταγραφής του τεράστιου όγκου των παραγόμενων προϊόντων οδήγησε στην δημιουργία της πρώτης γραφής της ανθρωπότητας με ιδεογράμματα που εξελίχθηκαν σε σύμβολα περίπλοκα κι αυτά με τη σειρά τους κάποια στιγμή χρησιμοποιήθηκαν για την λογοτεχνική έκφραση αυτού του λαού. Σε κάποιο κείμενο που θα μπορούσε να ήταν η επιγραφή αναθήματος στον τρομερό θεό του πολέμου Νεργκάλ, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί τμήμα  ενός αρχαίου συστήματος μάθησης, βλέπουμε μια εικόνα των αντιλήψεων και δοξασιών της εποχής:

Ένας πέλεκυς για τον Νεργκάλ

Ο Niburtu- lu, ο γιος του έμπορου Lugl- cuba, έφτιαξε αυτόν τον πέλεκυ από κασσίτερο για τον Νεργκάλ.
To ξύλινο μέρος του είναι από το δέντρο arganum των βουνών, ξύλο ανώτερο κι απ' το πετράδι alal.
Το πέτρινο μέρος του είναι από antazura, πετράδι ασύγκριτο.
Το μπράτσο του άντρα που θα χτυπά μ' αυτό δεν θα κουραστεί ποτέ.

Αν σπάσει, θα το ξαναφτιάξω για τον Νεργκάλ.
Αν χαθεί, θα το αντικαταστήσω γι αυτόν.
Ας έχει πάνω μου το μάτι του ο Νεργκάλ σ' όλη μου τη ζωή,
κι ας μου δίνει νερό καθαρό στον κάτω κόσμο ύστερα απ’ το θάνατο μου.
  
Ένα άλλο χαρακτηριστικό είδος των λογοτεχνικών κειμένων αυτού του πολιτισμού αφορά  τις διαμάχες ανάμεσα σε δυο στοιχεία που προσωποποιούνται, ενώ στο τέλος η παρέμβαση κάποιου θεού ορίζει τον νικητή κι επαναφέρει την τάξη. Η βάση όλου του πολιτισμού των Σουμερίων ήταν η γεωργία που βασίστηκε, όπως προαναφέρθηκε, στα άφθονα νερά των δύο μεγάλων ποταμών της περιοχής. Επόμενο ήταν λοιπόν σύμβολα της καλλιέργειας όπως η αξίνα και το αλέτρι να έχουν ιδιαίτερη σημασία γι αυτόν τον λαό όπως φαίνεται στην "Διαμάχη ανάμεσα στην Αξίνα και το Αλέτρι'':

Αξίνα δεμένη με λουριά ·
φτιαγμένη από δέντρο φλαμουριάς,
με δόντι λεύκας ·
φτιαγμένη από αρμυρίκι,
με δόντι από αγκάθι της θάλασσας·
Αξίνα με την διπλή, με την τετραπλή απόληξη,
παιδί των φτωχών...

Αξίνα που σκάβεις μες τη μιζέρια,
βοτανίζοντας με τα δόντια στη λάσπη,
Αξίνα που τρυπώνεις μες το βούρκο·
χώνοντας το κεφάλι στο βούρκο,
περνώντας τις μέρες σου μες τα λασπότουβλα
χωρίς κανέναν να σε καθαρίζει,
σκάβοντας πηγάδια, σκάβοντας χαντάκια, σκάβοντας...!

*

Εγώ είμαι το Αλέτρι, φτιαγμένο με δύναμη μεγάλη,
αρμολογημένο από χέρια ξακουστά,
ο ισχυρός καταμετρητής  του πατέρα Ενλίλ.
Ο πιστός γεωργός του ανθρώπου.
Στη γιορτή μου στα χωράφια τον καιρό της συγκομιδής,
ο βασιλιάς σφάζει βόδια, θυσιάζει πρόβατα,
και ρίχνει μπύρα στο κύπελο.
Προσφέρει σπονδές στη γιορτή της σοδειάς.
Τα τύμπανα ub και ala αντηχούν...
Ο βασιλιάς πιάνει τα χερούλια μου και τιθασεύει τα βουβάλια στο ζυγό...
Τ' αλώνια μου σαν κηλίδες της πεδιάδας, κίτρινες θημωνιές που ακτινοβολούν από ομορφιά.
Στοιβάζω στήλες και σωρούς για τον Ενλίλ.
Σωρεύω στάρι και ζέα γι αυτόν.
Γεμίζω τις αποθήκες του ανθρώπου με κριθάρι
Τα ορφανά, οι χήρες κι οι κατατρεγμένοι παίρνουν τα καλαμένια καλάθια τους και σταχολογούν τα σκόρπια γεννήματα μου.
Λαός έρχεται να σηκώσει το άχυρο που θησαυρίζεται στους αγρούς.
Τα μεγάλα κοπάδια ευημερούν.

Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στην περιοχή βρέθηκαν χιλιάδες πήλινες πλάκες  που βρίσκονταν στις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες της αρχαιότητας πριν την αλεξανδρινή εποχή. Απ’ αυτές το 90% αφορούσε καταγραφές και αρχεία, όμως το υπόλοιπο μέρος περιείχε ύμνους, ποιήματα επικά, επιστολές, θρήνους κι άλλα γραπτά που δίνουν μια ανάγλυφη εικόνα των πνευματικών επιτευγμάτων  αυτού του λαού, αν και πολλές φορές τα νοήματα τους είναι αμφίσημα και ακατάληπτα. Την  εποχή που ο άνθρωπος ένιωθε αδύναμος απέναντι στις φυσικές καταστροφές, η επίκληση των θεών αποτελούσε το πιο σημαντικό του καταφύγιο. Σε μια επιστολή προς τον θεό Nincubur o ιερέας των εξορκισμών Kug - Nana. o οποίος νιώθει γερασμένος κι άρρωστος ζητά βοήθεια:
  
...Αν είναι η επιθυμία σου, θεέ μου, επίτρεψέ μου να καθησυχάσω την αγριεμένη καρδιά σου, ώστε το πνεύμα σου να καταπραϋνθεί.
Ας σκιστεί σε κομμάτια ο κακός δαίμονας mackim για να φύγει απ' το σώμα μου.
Ας ξερριζωθεί απ' τα μέλη μου ο δαίμονας asag για να γίνουν φωτεινές οι ζοφερές μέρες μου.
Δεν αντέχω άλλο την σκληρή σου τιμωρία, δώσε ένα τέρμα, δώσε ένα τέρμα σ' αυτήν...
  
Στην "Ελεγεία για το θάνατο της Nawirtum" εκφράζεται ο οδυρμός για την απώλεια της συζύγου από αρρώστια ξαφνική:

...Ας φέρει για σένα (τον σύζυγο) ο θεός Utu φως λαμπερό απ' τον κάτω κόσμο.
Σ' ότι αφορά την πικρή καταιγίδα που γύρισε  απέναντι  σου, ας επιστρέψει  στον ορίζοντα.
Ας εξακοντιστεί μια βαριά κατάρα ενάντια στον δαίμονα gala που έστρεψε το χέρι του εναντίον σου...
Όσο για την ευγενική παρθένα που κείται λαμπρή σαν ταύρος, πικρός ο θρήνος γι αυτήν.

H φόρμα balbale είναι χαρακτηριστική της λογοτεχνίας των Σουμερίων και περιέχει πολλές φορές διαλόγους. Οι Σουμέριοι  δεν είχαν ανακαλύψει το μέτρο και την ομοιοκαταληξία, αλλά χρησιμοποιούσαν περισσότερο τις ποιητικές επαναλήψεις και τις μεγαλόπνοες εκφράσεις για να ζωντανέψουν τα κείμενα τους.  Αυτό είναι ένα τραγούδι (balbale) για την θεά Νάνσε, την θεά των νερών κι όλων των πλασμάτων που ζουν σ' αυτό:

...Ψάρια λάμπουν σα φωτιές κάτω απ’  την επιφάνεια της θάλασσας...
Το ψάρι δρομέας σπεύδει προς αυτήν.
Το ψάρι gurgur κυματίζει το νερό γι αυτήν.
Το ψάρι αστραπή κάνει τη θάλασσα να σπινθηρίζει γι αυτήν.
Ψάρια πετούν σα χελιδόνια γύρω της.

''Εγώ, η βασίλισσα, θα οδηγήσω στη στεριά το σκάφος μου.
Θα οδηγήσω πίσω την πλώρη του.’’
Ο θόλος του από χρυσό κι ευωδιαστό κέδρο λάμπει γι αυτήν στη θάλασσα.
Ο θάλαμος του γυαλίζει στην επιφάνεια των υδάτων σαν χαρούμενο φεγγαρόφως.
''Ο άντρας μου είναι ο συλλέκτης των φόρων της θάλασσας.
Ο Νιντάρα είναι ο συλλέκτης των φόρων της θάλασσας.''

Η ερωτική ποίηση δεν λείπει από την γραμματεία των Σουμερίων κι έχει σαν επίκεντρο τη λατρεία της θεάς Ινάνα (μετέπειτα Ιστάρ). Ο μοιραίος έρωτας της Ινάνα με τον θεό των βοσκών Dumuzid (Tamuz) είναι από τους πιο γνωστούς μύθους των Σουμερίων με πάμπολλες παραλλαγές. Σ’ ένα ακόμη  τραγούδι (balbale) περιγράφεται η ετοιμασία της θεάς προτού βγει μπροστά στον αγαπημένο της:

...Λύνει τα μαλλιά της που τα είχε μαζέψει.
Λούζεται με σαπούνι απ' το λευκό κύπελλο .Πλένεται με νερό απ' την ιερή στάμνα.
Αλείφει το σώμα της με βάλσαμο απ' την πέτρινη κούπα..
Φορά τα φρεσκοπλυμένα της ρούχα.
Χτενίζει τα ξέπλεκα μαλλιά της.
Βάζει βαφή στις βλεφαρίδες της.
Τοποθετεί πετράδια από λάπις - λάζουλι στο στήθος,
κουμπώνοντας το περιδέραιο στο νεύρο του αυχένα της.
Φορά ένα κυλινδρικό κοχύλι στο λαιμό.
Σκεπάζει το σώμα της με τον βασιλικό χιτώνα...
....περπατά στους λόφους...
....γυροφέρνει στις κοιλάδες...

Σώθηκαν πάμπολλες επιγραφές αφιερωμένες στην θεά Ινάνα, αυτήν την πανίσχυρη βασίλισσα του παραδείσου, τούτη εδώ  είναι  εντελώς ιδιαίτερη:

Ένας ύμνος ( kunjar) για την θεά Ινάνα

Αυτός με τα πετράδια, αυτός με τα τετράγωνα πετράδια,
σκαλίζει τα πετράδια, ανακατεύει τα πετράδια!
Ρίχνει κάτω σα σπόρους τα μικρά πετράδια.
Στοιβάζει σαν κόκκους σταριού τα μεγάλα πετράδια...
Ας ήταν να στολίσουν το λαιμό μας τα μικρά πετράδια !
Ας ήταν να κοσμήσουν το ευλογημένο στήθος μας τα μεγάλα πετράδια !
Αυτός με τα πετράδια, αυτός με τα τετράγωνα πετράδια.
( Η γενειάδα του από λάπις- λάζουλι)
Για ποιον σκαλίζει τα πετράδια;
Για ποιον ανακατεύει τα πετράδια;
''Για την ιέρεια Ινάνα--
για την ιερή Ινάνα, 
την σύζυγο κι ερωμένη μου,
γι΄ αυτήν σκαλίζω τα πετράδια!

Απόστολος Σπυράκης


Βιβλιογραφία:
1.  The Electronic Text Corpus of Sumerian Literature. Faculty of Orient StudiesUniversity of Oxford.
2. Samuel Noah Κramer, The Sumerians: Their History, Culture, Character, Phoenix Books.
3. R. Mark Shipp, Of Dead Kings and Dirges, Brill Leiden, Boston.


Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Δύο νέες ποιητικές συλλογές: «Άλλες γεύσεις» του Χαρίλαου Νικολαΐδη και «Απόηχος» του Δημήτρη Γλυφού

Άλλες γεύσεις του Χαρίλαου Νικολαΐδη

Ο τίτλος της συλλογής αποτελεί ταυτόχρονα ευχή και κυριολεξία, καθώς το συγκεκριμένο βιβλίο είνα αρκετά διαφορετικό από το προηγούμενο, την Αλεπού του ποιητή.

Σε αυτή τη συλλογή, ο Χαρίλαος Νικολαΐδης φλερτάρει με τον σουρεαλισμό, την ίδια στιγμή που επιστρατεύει την τρυφερότητα, ενώ προσπαθεί να προσφέρει μια ματιά πίσω από τη δράση, στρέφοντας το βλέμμα του αναγνώστη στο παρασκήνιο:

ΚΛΟΟΥΝ
Ρωτάει ευγενικά
πού είναι το μπάνιο,
ευχαριστεί,

κλειδώνει την πόρτα,
γεμίζει τον νιπτήρα,

βουτάει το κεφάλι,
ουρλιάζει.

Μπουρμπουλήθρες.


Με τη γνώριμη, λεπτή του ειρωνεία ο Νικολαΐδης κάνει αναφορά στον Χάνιμπαλ Λέκτορ («Hannibal,/ μην παίζεις με το φαΐ σου»), τιτλοφορώντας το αμέσως επόμενο ποίημα «Η σιωπή των αρνιών» (κατά την ταινία Η σιωπή των αμνών), ενώ λίγο παρακάτω το «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον» του Καβάφη γίνεται «Σαγηνεύειν η θεά Αντώνιον».

Απόηχοι του Eliot και του Yeats, Εσκιμώοι, «γεράκια, καναρίνια,/ χελιδόνια, παπαγάλοι,/ μπούφοι, κουκουβάγιες/ τρυγόνια κι αετοί», τζίνια, οι επιβάτες ενός βραδυνού λεωφορείου είναι μερικοί από τους αντίλαλους και τα πρόσωπα που κατοικούν τους στίχους του Νικολαΐδη σε αυτό το βιβλίο. Και όλα συνηγορούν στο ότι το στοίχημα που έβαλε με τον εαυτό του κατάφερε εντέλει να το κερδίσει.

ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ, ΚΥΡΙΕ ΕΛΙΟΤ
Το επόμενο πρωί,
με την ανάσα σου
ακόμα στο κορμί μου,

αναθεωρώ.

Ο κόσμος τελειώνει
όπως αρχίζει
- μ’ ένα μεγάλο ΜΠΑΜ –

και ο Απρίλης
είναι μήνας τρυφερός.




Απόηχος του Δημήτρη Γλυφού 

Μια συστοιχία άτιτλων ποιημάτων που διαγράφουν κυκλικές τροχιές συγκροτεί την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Γλυφού. Τα ποιήματα που παρατίθενται άτιτλα μέσα στη μια συλλογή και με παντελή απουσία στίξης (εκτός από τις παύλες και τις αγκύλες που ορίζουν ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, πίσω από το πρώτο). Πέρα από την εντύπωση των γυμνών λέξεων, δημιουργούν επίσης την εντύπωση ότι κρέμονται σε έναν χώρο που δεν τον ορίζει ο χρόνος, άρα ένα δυνατό εφέ.

Τη συλλογή εισάγει ένα απόσπασμα του διεπιστήμονα Michel de Certau για την κατοικημένη πόλη, η οποία αποτελεί το σκηνικό, αλλά και τον βασικό πρωταγωνιστή αυτής της συλλογής. Ενδιαφέρουσα είναι η εναλλαγή προσώπου στα ποιήματα: στο εναρκτήριο ποίημα το ομιλών πρόσωπο εκφράζεται σε β’ ενικό, υπονοώντας όμως το α΄ («Δεν μπορείς να κρατάς/ Για πάντα/ Την αναπνοή/ Μπροστά στη νύχτα/ Μπροστά σε μια πόλη/ Που σε χωνεύει όλο και πιο βαθιά»), ενώ αμέσως μετά έπεται ένας κύκλος ποιημάτων όπου το ποιητικό υποκείμενο μιλά σε α΄ενικό και ενεστώτα ενεργητικής φωνής (επιστρέφω, ντύνω, σακατεύω, καταγράφω, κλώθω, σκουριάζω, υπολογίζω, προσδοκώ, χαρτογραφώ), συντελώντας στη δημιουργία υψηλού ύφους. Ακολουθεί ένας άλλος κύκλος σε γ΄πληθυντικό πρόσωπο και παθητική σύνταξη που ορίζει την αφήγηση των τεκταινομένων μες στην πόλη:

Και οι δρόμοι ποταμοί
Αναδιπλώνονται στις παρακάμψεις
Και τα φρεάτια
Αναπνέουν με δυσκολία
Και τα δέντρα φύκια
Και οι κάδοι θαλάμια
Και οι πιστοί
- σε ορθοστασία –
Με πόδια από μαντέμι
Η άγκυρα που κόπηκε 


Ανάμεσα, εμφανίζονται ένα κορίτσι και μια μάνα: «Απέναντι/ Ένα κορίτσι/ Κρατάει από τον λαιμό/ έ ν α ν/ Θάνατο/ Φέρνοντας/ Τον/ Παράδεισο/ Στα/ Μάτια/ Του», «Ακούμπησε/ - η μάνα -/ Το μέτωπό της/ Την ευχήθηκε/ Έγειρε ξαρμάτωτη/ Με ακάλυπτα τα νώτα/ Και έκλεισε τα νώτα/ [είναι και η σκέψη που αιμορραγεί συχνά]», ενδιαφέροντα προσωπεία ή alter ego μιας πόλης που καταπίνει τους κατοίκους της.

Λίγο πριν το τέλος, μια διαπίστωση κλείνει τη συλλογή: «Δεν/ Τα/ Κατάφερα», ίσως επειδή «Δεν/ Είναι/ -ακόμη-/ Η/ Ώρα». Κάπως σαν επιτυχημένη ταινία με την υπόσχεση ενός comeback. Θα περιμένουμε.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

"Η μελαγχολία της αντίστασης" του Λάσλο Κράσναχορκαϊ

Ο Λάσλο Κράσναχορκαϊ, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς της Ουγγαρίας, δημιουργεί στη Μελαγχολία της αντίστασης, με το δικό του προσωπικό μεταμοντέρνο στυλ γραφής, ένα σαφώς αλληγορικό και πολλαπλά ερμηνευόμενο μυθιστόρημα.

Η ιστορία ξεκινά τη στιγμή που η κυρία Πφλάουμ με ένα τρένο «έκτακτης ανάγκης» επιστρέφει σπίτι της, σε μια μικρή πόλη της Ουγγαρίας. Ομίχλη και παγωνιά παντού! Μια κατάσταση αναρχίας, χάους, διάλυσης, αλλά και παραίτησης καθηλώνει τους ρυθμούς της πόλης και δημιουργεί ένα έγκλειστο σκηνικό μυστηρίου.

Παντού κυριαρχεί μια ακινησία, κρυσταλλωμένη θαρρείς από το ψύχος, ενώ πλανάται ένας διάχυτος, απροσδιόριστος φόβος πως κάτι κακό θα συμβεί. Ήδη η πόλη μοιάζει ανίσχυρη και ανερμάτιστη, παραδομένη σε περίεργα φαινόμενα που σαν οιωνοί προμηνύουν μια επικείμενη καταστροφή. Η άφιξη στην πόλη ενός μυστηριώδους τσίρκου με μια γιγαντιαία φάλαινα και έναν παράξενο πρίγκιπα επιτείνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση της αγωνίας, καθώς το παράδοξο που έχει ήδη διεισδύσει στην πόλη παραμένει διαρκώς ανερμήνευτο και μπορεί να είναι από ευτράπελο έως ύπουλο και επικίνδυνο.

Αντιμέτωποι με όλα αυτά οι κάτοικοι της πόλης προσπαθούν να αντιδράσουν, ο καθένας με τον τρόπο του. Την εικόνα της πόλης και του τρόπου αντίδρασής της αντικατοπτρίζουν κυρίως τέσσερα πρόσωπα, διαφορετικοί χαρακτήρες, που ο καθένας επιλέγει το δικό του τρόπο αντίστασης στο χάος. Η κυρία Πφλάουμ και ο γιος της Βάλουσκα, ο κύριος και η κυρία Έστερ, ζευγάρι που δεν ζουν μαζί.

Η κυρία Πφλάουμ προσπαθεί να απομονωθεί στην αισιόδοξη γαλήνη του σπιτιού της, επιδιώκοντας αρχικά να παραμείνει ανενεργή στη μικρή προσωπική της όαση ασφαλείας.

Ο Βάλουσκα, ο γιος της, ζει στον όμορφο κόσμο του σύμπαντος, αγνοώντας την ασχήμια που τον περιβάλλει. Η φήμη του ηλίθιου που τον ακολουθεί τον αφήνει ανεπηρέαστο, καθώς ο ίδιος βαθιά δεμένος με τις δυνάμεις του καλού, αδυνατεί να εντοπίσει το κακό στον κόσμο. Μοιάζει να κινείται κάπου ανάμεσα σε ουρανό και γη, βαθιά γοητευμένος από τα υπερκόσμια ενδιαφέροντά του που τα προσεγγίζει με μια μάλλον απλοϊκή διάθεση. Ο κ. Έστερ, που σταδιακά γίνεται όλο και πιο ισχυρός φίλος του Βάλουσκα, βλέπει ολοκάθαρα γύρω του ένα σαθρό αξιακό υπόβαθρο και προσπαθεί κι αυτός να αποδράσει, εν πλήρη συνειδήσει, βρίσκοντας καταφύγιο στο χώρο του σπιτιού του, αναπτύσσοντας μια ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική. Ο κ. Έστερ ιδιαίτερα οξύνους και ο Βάλουσκα απλοϊκός και «αγγελικός» αναπτύσσουν μεταξύ τους μια ενδόμυχη συναισθηματική εγγύτητα, που στο τέλος θα τους εμπλέξει και τους δυο στα τεκταινόμενα της πόλης, σε μια καφκική περιπέτεια.

Στον αντίποδα, η σύζυγός του κ. Έστερ ανήκει στους δυνατούς κατοίκους της πόλης και αποφασίζει πρώτη να αντιδράσει, οργανώνοντας μάλιστα το δικό της κίνημα. «Αυλή σκουπισμένη, οικία τακτοποιημένη». Ήδη, το σύνθημά της περί καθαριότητας αφήνει έναν υπαινιγμό περί κάθαρσης, με τις προεκτάσεις που αυτή συνεπάγεται, όταν συνδέεται με κάθε μορφή ολοκληρωτισμού. Είναι πάντα ξεκάθαρη στις επιλογές της. Βιάζεται να αδράξει την ευκαιρία του νέου ρεαλιστικού κόσμου, παρόλο που τα πρώτα δείγματά του μοιάζουν εκφωβιστικά. Γι’ αυτήν το επικείμενο τέλος προαναγγέλει μια νέα αρχή, μια νέα εποχή. Πάντα υπάρχει κάτι καινούριο που προορίζεται για τους δυνατούς, αρκεί κάποιος να πιστέψει σε αυτό και να επιλέξει την ομάδα των ισχυρών.

Tι θα συμβεί άραγε; Όλοι οι ήρωες θα βρεθούν μπλεγμένοι στη δίνη των γεγονότων που θα φέρει τελικά στην πόλη ένα αυταρχικό καθεστώς.

Ποιες δυνάμεις και ποιοι άνθρωποι θα υπερισχύσουν σε χαλεπούς καιρούς; Είναι δυνατόν να επιβιώσουν οι δυνάμεις του καλού στην πραγματική ζωή; Μπορεί ο άνθρωπός να ζει ευτυχισμένος στο δικό του μικρόκοσμο ή η πραγματικότητα κάποιες φορές είναι τόσο σκληρή που διατρυπά με βία τον πυρήνα μιας αγαθής ύπαρξης; Πόσο σχετίζονται οι αξίες μας με τις επιλογές μας; Ποια είναι η σχέση μας με την πραγματικότητα και ποια με το συνάνθρωπο; Πόσο μπορούμε να αντισταθούμε σε έναν κόσμο που έχει μια φυσική ροπή προς το κακό;

Είναι εντέλει η αντίσταση μια πράξη μελαγχολική σε έναν κόσμο γεμάτο αδιέξοδα;

Ένα έργο που φαντάζει δυστοπικό, παραμένει όμως βαθιά ανθρώπινο, με έναν λόγο ποιητικό που σε συνεπαίρνει με το βαθύ μελαγχολικό λυρισμό του. Μυστηριώδες σαν ένα τοπίο ομίχλης, όπου διαρκώς επιθυμείς να δεις ορίζοντα, μα διαρκώς νιώθεις την αίσθηση του ανέφικτου, με σαφείς αλληγορίες για τον τρόπο που τα ολοκληρωτικά συστήματα χειρίζονται τις καταστάσεις, χειραγωγούν τις μάζες, επιλέγουν τους νέους ηγέτες και εκδιώκουν οτιδήποτε φαντάζει ξένο στη δική τους βούληση και ιδεολογία, αλλά παράλληλα και με αλλεπάλληλους υπαινιγμούς στις υπαρξιακές αγωνίες, αναζητήσεις, αυταπάτες αλλά και επιλογές του σύγχρονου ανθρώπου μέσα στην πορεία του κόσμου.

Και όπως επισημαίνει η μεταφράστριά του Ιωάννα Αβραμίδου στο οπισθόφυλλο του βιβλίου «Αντάξιο ενός Κάφκα κι ενός Μπέκετ, ενός Μπέρνχαρτ και ενός Μέλβιλ, το μυθιστόρημα καθηλώνει τον αναγνώστη με τις υπνωτιστικές ποιητικές εικόνες του, τους παραληρηματικούς μονολόγους των ηρώων του και τις μπουρλέσκ καταστάσεις που φέρνουν ένα πικρό μειδίαμα στα χείλη».

Ήλια Λούτα